67 αναγνώστες online
Find us on FacebookJoin us on Facebook
sideBar



Σαββέρια Μαργιολά - «Αλισάχνη»

ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ «Τι έχω να χάσω»

Τάσος Π. Καραντής
Τάσος Π. Καραντής
Πρώτη Παρουσίαση
ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ - «Τι έχω να χάσω»
21.10.2018
Ορφέας | Main Feed

Μουσική αρχειοθήκη

Τάσος Π. Καραντής

Νίκος Πορτοκάλογλου : «Είμαι πάνω στη στροφή»

Συνέντευξη στον Τάσο Π. Καραντή



Από τότε που, έφηβος, λάτρεψα το «Καλοκαιράκι» και τους «Πρωταθλητές», ονειρευόμουν να γνωρίσω από κοντά το Νίκο Πορτοκάλογλου.
Ποτέ όμως δεν είναι αργά και, να, ύστερα από 20 και παραπάνω χρόνια, η συνάντηση πραγματοποιήθηκε κι είχε ως αποτέλεσμα μια, γεμάτη, 2ωρη κουβέντα μαζί του!
Η αφορμή ήταν διπλή, αφενός, ο νέος του δίσκος, η «Στροφή» κι, αφετέρου, η εμφάνισή του στη Θεσσαλονίκη, στη Μονή Λαζαριστών, τη Δευτέρα 13 Ιούλη 2009.
Τον επισκέφτηκα, λοιπόν, ένα απόγευμα του περασμένου Μάη, στο σπίτι του στο Χαλάνδρι, όπου με οδήγησε στο προσωπικό του στούντιο, το «Πορτοκάλι» κι έτσι, η συνέντευξη έλαβε χώρα στον δικό του χώρο έμπνευσης κι εργασίας, ανάμεσα στα όργανα και τον εξοπλισμό ενός πλήρους στούντιο.  
Η συζήτησή μας ξεκίνησε απ’ τα πρώτα του ακούσματα και την εποχή των «Φατμέ» και, διαπερνώντας όλη την καλλιτεχνική διαδρομή του, κατέληξε στο σήμερα, που, όπως μου το είπε ο ίδιος, βρίσκεται «πάνω στη στροφή»!  


Η μουσική μπήκε στη ζωή σας με μια κιθάρα, στις αρχές της δεκαετίας του ’70. Ποια ήταν τα τότε σας αγαπημένα ακούσματα που σας οδήγησαν στο συγκεκριμένο όργανο;

«Τα ακούσματα από τους δίσκους των γονιών μου, που ήταν Χατζιδάκις, Νάνα Μούσχουρη, Harry Belafonte, Frank Sinatra, κάποια μικρά δισκάκια ελαφρού τραγουδιού(Σουγιούλ, Γιαννίδης κλπ.) και μερικά κλασικά, δεν ήταν του λαϊκού οι γονείς μου. Αλλά, η έκρηξη στο κεφάλι μου, έγινε με τους δυο – τρεις δίσκους που έφερε, ο, κατά 4 χρόνια μεγαλύτερος, αδερφός μου στο σπίτι. Θυμάμαι να ακούω στο πικάπ  του σπιτιού το “Περιβόλι του τρελού” του Σαββόπουλου, το “White Album” των Beatles,  το “Band of Gypsies” του Hendrix, το “Hot Rats” του Zappa … Παραδόξως – αυτοί οι δίσκοι των γονιών μου – εξακολουθούν να μου αρέσουν! Αυτό που έγινε όμως με τους δίσκους του αδερφού μου, ήταν η ανακάλυψη ενός νέου πλανήτη! Από ’κει αρχίζει η αρρώστια! Έτσι πήρα την πρώτη κιθάρα και θυμάμαι τον εαυτό μου να βάζει και να ξαναβάζει το “While My Guitar Gently Weeps” στο πικάπ και να προσπαθώ να το παίξω στην κιθάρα, με απογοητευτικά αποτελέσματα, βέβαια, για πολύ καιρό …».

Οι «Φατμέ» ακολούθησαν, σχεδόν μια δεκαετία μετά, στις αρχές του ’80. Ποιος ήταν ο αρχικός στόχος, τα πρώτα όνειρα, που οδήγησαν στην δημιουργία του συγκροτήματος;

«Από τότε που άρχισα να παίζω τα πρώτα μου ακόρντα, άρχισα να γράφω και τα πρώτα μου τραγούδια. Ήταν, όμως, προσπάθειες να μιμηθώ αυτά που αρέσανε, είτε ήταν Χατζιδάκις, είτε ήταν Dylan και Beatles. Θυμάμαι να αισθάνομαι ότι γράφω τα πρώτα τραγούδια που μου ανήκουν, μόλις τελείωσα το Λύκειο. Σα να τελείωσε δηλαδή αυτή η περίοδος χάριτος και προστασίας που είχα στο πατρικό μου σπίτι και, με το που άρχισε το άγχος για το τι θα κάνω στη ζωή μου, άρχισαν να βγαίνουν και τα πρώτα αληθινά τραγούδια μου, ο “Άσωτος υιός”, το “Πίσω απ’ τις γρίλιες”, τα “Άρρωστα νεύρα”, τα τραγούδια δηλαδή που μπήκαν στον πρώτο δίσκο των Φατμέ. Η πρώτη μου λοιπόν, η πιο αυτονόητη για μένα, σκέψη, ήταν, να μαζέψω τους φίλους που παίζαμε μαζί μουσική και φτιάχναμε γκρουπάκια στο σχολείο και μ’ αυτούς να φτιάξω ένα γκρουπ για να παίξω τα τραγούδια μου. Μετά ήρθε στο δρόμο μας ο Τάσος Φαληρέας, ετοίμασα μια κασέτα με τα πρώτα 10 τραγούδια, έφτασε στον Τάσο κι αυτός μας έβαλε στο στούντιο. Παρέμεινε φίλος και σύμβουλος, σ’ όλα τα μετέπειτα χρόνια, μέχρι που πέθανε το 2000.».

Η πλατιά αποδοχή ήρθε, το 1986, με το δίσκο «Βγαίνουμε από το τούνελ» και τη συμμετοχή της Αλεξίου με το κομμάτι «Πες το κι έγινε», που έγινε μεγάλη επιτυχία. Ανάλογο πέρασμα στο ευρύ κοινό έκαναν κι οι «Τερμίτες», δυο χρόνια νωρίτερα, το 1984, με το δίσκο «Η αμαρτωλή Μαρία» και τη συμμετοχή του Νταλάρα με την περίφημη «Σκόνη». Και στις δύο περιπτώσεις είχαμε τη συμμετοχή δύο σπουδαίων και δημοφιλών, λαϊκών όμως, κατά βάση, τραγουδιστών. Πέρα από το σαφές καλλιτεχνικό κίνητρο, υπήρχε κι η κρυφή ελπίδα της άμεσης επικοινωνίας σας με το μεγάλο κοινό μέσα απ’ τη συνεργασία αυτή με την Αλεξίου;

«Αυτός ο δίσκος που λες, ήταν με πολλές αιχμές, η μια ήταν το “Πέστο κι έγινε” κι η άλλη το “Καλοκαιράκι”, όπως κι άλλα τραγούδια, το “Βγαίνουμε απ’ το τούνελ” και το “Μπλέξαν οι γραμμές μας”. Κοίτα, το “Τούνελ”, ήταν ο τέταρτος δίσκος μας και γράφοντας τα τραγούδια του, αισθανόμουν την ανάγκη – μου έβγαινε πολύ φυσικά η επιθυμία – να γράψω τραγούδια πιο λαϊκά. Μέχρι τότε, στους τρεις πρώτους δίσκους, ήμασταν ένα συγκρότημα πιο αντεργκράουντ, αυτό που με βασάνιζε, ήταν να βρω το στίγμα μου, την ταυτότητά μου σαν τραγουδοποιός. Γι’ αυτό, σε εκείνους τους πρώτους δίσκους, είχα πολλά τραγούδια ταυτότητας, όπως το “Υπάρχει λόγος σοβαρός”, το “Ρίσκο”, το “Άσωτος υιός” κλπ. Στον τέταρτο όμως δίσκο αρχίζω να γράφω τα πρώτα τραγούδια, με τα οποία αισθάνομαι ότι γίνομαι πιο λαϊκός τραγουδοποιός, επικοινωνώ με πιο πολύ κόσμο. Και τότε πάω στη Χαρούλα και της βάζω ν’ ακούσει τα τραγούδια. Όσες φορές ζήτησα από τραγουδιστές να συνεργαστούν μαζί μου, το ζήτησα γιατί, γράφοντας ένα τραγούδι, άκουγα στ’ αυτιά μου τη φωνή τους, όπως ήταν και το “Κλείνω κι έρχομαι” με το Μητροπάνο. Και, ναι, βέβαια, ήμασταν σε μια φάση που θέλαμε να ανοιχτούμε, να γίνουμε ένα πιο ανοιχτό γκρουπ, που επικοινωνεί με πιο πολύ κόσμο. Βέβαια η Χαρούλα δεν ήταν τυχαία, δεν θα συνεργαζόμουν με τον οποιονδήποτε, απλώς επειδή είχε απήχηση. Ένας απ’ τους δίσκους που με σημάδεψαν ήταν “Τα τραγούδια της Χαρούλας” του Λοίζου και του Ρασούλη. Δηλαδή, ήταν μεγάλη πρόκληση για μένα, αυτό το ηλεκτρικό γκρουπ που ήμασταν, να συνοδέψουμε τη λαϊκή φωνή της Χαρούλας, ήταν κάτι που με ενθουσίαζε. Κάποιοι το είδαν ως συμβιβασμό ή ως συναλλαγή, νομίζω ότι αυτά κρίνονται απ’ το αποτέλεσμα κι απ’ το χρόνο, όπου φαίνεται πια τι έγινε από συνοικέσιο και τι από πραγματικό έρωτα.».
        
Η πορεία των «ΦΑΤΜΕ» τερματίστηκε στα τέλη της δεκαετίας του ’80. Αυτό είναι, τελικά,  το πεπρωμένο των περισσότερων συγκροτημάτων, η διάλυση; Τι οδήγησε στο δικό σας τέλος;    

«Η διάλυση της παρέας. Είναι αυτό που γίνεται μ’ όλες τις παρέες. Μια εφηβική παρέα κοντά στα 30 δοκιμάζεται, κάποιοι παντρεύονται, κάνουν το πρώτο τους παιδί και ή πρέπει η παρέα να βρει ένα τρόπο να περάσει στη νέα φάση, μέσα κι από κόντρες κι ανακατατάξεις, ή, το πιο συνηθισμένο, διαλύεται. Ε, αυτό συνέβη με μας. Θα ήταν τραβηγμένο απ’ τα μαλλιά να κρατούσαμε το γκρουπ μόνο και μόνο επειδή ήταν επιτυχημένο.».

Για να ολοκληρώσω το κεφάλαιο – «ΦΑΤΜΕ», θα ήθελα να σταθώ λίγο στους «Πρωταθλητές»(1989), ένα κομμάτι που έγινε πολλή μεγάλη επιτυχία και συνδέθηκε με την πρωτόγνωρη νίκη της εθνικής ομάδας μπάσκετ το 1987. Υπήρξε ύμνος για τη γενιά αυτής της εποχής. Σήμερα, με την απόσταση της 20ετίας - και μέσα από το πρίσμα αθλητισμός-πρωταθλητισμός-αναβολικά-εθνικισμός-χουλιγκανισμός – σας εκφράζει ακόμα ή βλέπετε τους στίχους του πιο κριτικά;  

«Όχι, γιατί το τραγούδι είναι γραμμένο εν θερμώ, μέσα στον ενθουσιασμό μου, όχι μόνο για τη νίκη στο μπάσκετ, που ήταν σπουδαία ούτως ή άλλως, αλλά, επειδή στο υποσυνείδητο όλων μας έγινε ένας άλλος συνειρμός. Βλέπεις, όταν δουλεύουμε σοβαρά, σκληρά κι ομαδικά, τα καταφέρνουμε. Κι αυτό υπαινίσσεται και το τραγούδι, δεν είναι μόνο ένας ύμνος για τον Γκάλη, το Γιαννάκη και τα άλλα παιδιά. Η τελευταία φορά που αισθάνθηκα εθνική υπερηφάνεια ήταν στην τελετή έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων το 2004, μ’ αυτό που έκανε ο Παπαϊωάννου και γενικότερα με το πώς τα καταφέραμε. Από ’κει και μετά αρχίζει η μεγάλη κατρακύλα, είναι λες κι αναλάβαμε ένα πολύ δύσκολο έργο, τα δώσαμε όλα και μετά καταρρεύσαμε. Τα τελευταία χρόνια αυτός ο συνδυασμός τεμπελιάς, διαφθοράς και εθνικής μεγαλομανίας είναι καταστροφικός.  Έχω τέσσερα χρόνια να παίξω τους “Πρωταθλητές”, έστω και για πλάκα, γιατί δεν θέλω να συμβάλλω σ’ αυτήν την ξεφτίλα τραγουδώντας “Είμαστε πια πρωταθλητές”. Δεν νιώθω περήφανος για τίποτα σήμερα …».

Απ’ τις αρχές του ’90 ξεκινά η προσωπική σας διαδρομή, του τραγουδοποιού που ερμηνεύει ο ίδιος τα δικά του τραγούδια, αν και με τους «ΦΑΤΜΕ», εσείς ήσασταν πάλι ο δημιουργός. Ποιες είναι οι επιρροές του συνθέτη-στιχουργού-ερμηνευτή Πορτοκάλογλου;  

«Λίγο πολύ τα πρώτα ακούσματά μου, που σου είπα πριν. Και να προσθέσω και το λαϊκό τραγούδι, τον Τσιτσάνη, τον Καλδάρα, τον Άκη Πάνου, που ’ναι μεσ’ την καρδιά μου, με την απλότητα, την καθαρότητα και τη δύναμη στο συναίσθημά του. Επίσης, η μουσική που ανακαλύπτω κάθε τόσο. Όπως δεν μου φτάνουν οι παλιοί μου φίλοι, οι εφηβικοί – μια και θεωρώ ότι δείγμα ενός ζωντανού ανθρώπου είναι να κάνει και νέους φίλους – το ίδιο συμβαίνει και με τη μουσική. Πάντα ακούω τα παλιά που με εμπνεύσανε και πολλές φορές τ’ ακούω και με καινούριο αυτί, αλλά, ταυτόχρονα, νιώθω και την ανάγκη να ανακαλύπτω καινούριες μουσικές και υπάρχουν πολλές, παρά τη γκρίνια που επικρατεί ότι δεν βγαίνει τίποτα.».

Στη μουσική σας συναντιέται ο ηλεκτρικός με το λαϊκό ήχο και τα ακουστικά με τα ηλεκτρικά όργανα. Ποια είναι η σχέση σας μ’ αυτό που, ευρύτερα, λέμε λαϊκό τραγούδι, γιατί, για πολλούς σκληροπυρηνικούς ροκάδες αποτελεί άγνωστο και μάλλον απορριπτέο είδος.

«Είχα προκατάληψη κι εγώ σαν παιδί της γενιάς μου, που ταυτίσαμε το δημοτικό με τη χούντα και πήρε η μπάλα και το λαϊκό, οπότε η επανάστασή μας ήταν το ροκ. Αλλά πολύ γρήγορα αυτό ξέφτισε. Είναι σα να λες ότι επειδή ο μπαμπάς μου φορούσε κοστούμι, εγώ δεν θα φορέσω ποτέ, λες και το κοστούμι είναι αυτό που θα σε κάνει συμβιβασμένο και κομφορμιστή. Κι, επίσης, κατάλαβα πολύ νωρίς, ότι όλοι αυτοί οι άνθρωποι που θαύμαζα, οι ροκάδες – κι οι Εγγλέζοι κι οι Αμερικάνοι - ήταν πολύ κοντά στην παράδοσή τους! Ο Dylan ήταν ένας επαναστάτης λόγω του στίχου του, ή, τουλάχιστον, έτσι τον ονομάσαμε, αλλά, ταυτόχρονα, ήταν και πολύ παλιομοδίτης στη μουσική του, οι ήρωές του είναι φολκ και κάντρι τραγουδιστές. Είναι πολύ πιο κοντά στην παράδοσή τους όλοι αυτοί,  ο Neil Young, ο Springsteen, οι R.E.M., όλοι οι Αμερικάνοι, απ’ ότι εμείς. Όπου, λόγω των συνδρόμων που έλεγα πριν, φοβόμασταν πιο πολύ να πλησιάσουμε τα κλαρίνα ή τα κρητικά ή τα ποντιακά, όλο αυτόν το θησαυρό, που εμείς τον έχουμε βάλει στο μουσείο! Εγώ το βλέπω ως μια δύναμη που με αναζωογονεί, που με τροφοδοτεί, παρόλο που πολλές φορές κοιτάω τη δουλειά μου και θα ήθελα να είμαι πιο κοντά στην παράδοσή μου, στην ανατολίτικη ρίζα μου.».  

  
  


Επίσης έχετε συνεργαστεί – πέρα από την Αλεξίου – και με άλλους λαϊκούς τραγουδιστές, όπως ο Μητροπάνος κι η Βιτάλη, αλλά, ακόμα, πρόσφατα, και με το Μαργαρίτη, που, για κάποιους, θεωρείται έως και “σκυλάς”. Πιστεύετε στους διαχωρισμούς και στα “στρατόπεδα” ή μήπως, τελικά, καθόμαστε και διαχωρίζουμε, δογματικά, τις στιγμές και τις διαθέσεις μας;

«Έχω συνεργαστεί και με τον Σιάτρα το δημοτικό τραγουδιστή … Προτιμούσα πάντα να είμαι άστεγος, παρά μέσα στο μαντρί. Το λέω και στον τελευταίο δίσκο, στο “Είμαι ξένος”, προσπαθώντας να ξανασυστηθώ και να βρω το στίγμα μου. Νομίζω ότι οι άνθρωποι που τρέχουν γρήγορα-γρήγορα να καλυφτούν μέσα σ’ ένα μαντρί, είναι αυτοί που δεν έχουν εμπιστοσύνη στον εαυτό τους και στην προσωπικότητά τους. Υπάρχει μια πολύ πουριτανική διαπαιδαγώγηση θα ’λεγα, που, τελικά, καταλήγει σ’ αυτό που διδάσκονται και τα παιδιά μας στα σχολεία. Μαθαίνουν να μη λένε την αλήθεια γι’ αυτά που πραγματικά τους αρέσουν, προσπαθώντας να ’ναι σοβαροφανείς. Είναι σαν τα θέματα της έκθεσης στο σχολείο, θυμάμαι ένα της κόρης μου, στην τελευταία τάξη του Λυκείου, που ’λεγε “Γιατί είναι κακό να παρακολουθούμε ριάλιτι στην τηλεόραση, ενώ είναι καλό να διαβάζουμε βιβλία”. Δηλαδή ο τίτλος έδινε και την απάντηση, δεν υπήρχε περιθώριο για προσωπική γνώμη! Αν είχες άλλη γνώμη μηδενιζόσουνα! Αυτό εννοώ πουριτανική και σοβαροφανή διαπαιδαγώγηση. Οπότε, ο άλλος, σου λέει, εγώ βλέπω το ριάλιτί μου, αλλά γράφω στην έκθεση ότι διαβάζω βιβλία ή διαβάζω κι ένα βιβλίο που και που για ξεκάρφωμα, γιατί μετά αισθάνεσαι ενοχές. Δηλαδή, πάω στην Πέγκυ Ζήνα για να διασκεδάσω, αλλά ρίχνω κι ένα έντεχνο μια φορά το χρόνο ή πάω σ’ ένα θέατρο, για να έρθω στα ίσα μου!».

θα κάνατε, λοιπόν, έναν δίσκο λαϊκό, με λαϊκά όργανα, που θα βάζατε λαϊκές φωνές να τραγουδήσουν κι εσείς να λειτουργούσατε, αποκλειστικά, ως σύνθετης;

«Ξέρεις πόσος κόσμος μου το ’χει πει αυτό; Ειδικά όταν βγήκε το “Κλείσε τα μάτια σου”, μου λέγανε, γιατί δεν γράφεις λαϊκά τραγούδια; Μα αυτό το τραγούδι ήταν γραμμένο για μια ταινία κι ήταν ένας φόρος τιμής στον Τσιτσάνη, έτσι θα έγραφα άμα ζούσα το 1950. Τώρα, δεν βλέπω το λόγο γιατί να το κάνω, ή, αν έκανα κάτι τέτοιο, όπως λες, δεν αποκλείεται, δεν είναι άσχημη ιδέα, αλλά,  δεν θα έκανα κάτι τόσο καθαρό, γιατί είναι λίγο ρετρό αυτό το πράγμα, σα να μιμείσαι τον ήχο μιας άλλης εποχής. Το ρετρό λίγο με στεναχωρεί, με θλίβει κι είναι κάτι που το βλέπω να συμβαίνει, όχι μόνο εδώ, αλλά κι έξω. Είναι μια αμηχανία απέναντι στην εποχή μας και δίνει μια σιγουριά. Έχει γίνει πια σχολή ολόκληρη, όπου νέα γκρουπ ηχογραφούν με συνθήκες του παρελθόντος, προσπαθώντας να βρουν ακόμα και τα παλιά μηχανήματα που γράφανε οι Beatles κι οι Stones, για να βγάλουν τον ίδιο ήχο!».

Κοιτάζοντας την προσωπική σας δισκογραφία, βλέπω ότι οι δίσκοι σας με την πιο μεγάλη εμπορική απήχηση ήταν ο «ΑΣΩΤΟΣ ΥΙΟΣ», «ΜΠΡΑΖΙΛΕΡΟ»  κι η «ΔΙΨΑ». Αποτελούν και για σας τους πιο σημαντικούς καλλιτεχνικά δίσκους σας ή θεωρείτε και κάποιους άλλους καθοριστικούς της προσωπικής σας πορείας;      

«Όχι απαραίτητα. Κάποιοι δίσκοι έχουν μεγαλύτερη επιτυχία για λόγους συγκεκριμένους. Στον “Άσωτο υιό” ήταν η “εθνική Ελλάδας” μέσα, βέβαια, είμαι πολύ χαρούμενος, μ’ αυτό το δίσκο, γιατί, δεν είναι απλώς ότι ήρθαν όλοι αυτοί οι άνθρωποι, είναι ότι μας πέτυχε! Δεν είναι κάτι που γίνεται εύκολα, ξαναδουλεύοντας παλιά τραγούδια, συνήθως οι δεύτερες εκτελέσεις είναι χειρότερες απ’ τις πρώτες ή περνάνε στο ντούκου. Το “Μπραζιλέρο” πάλι, είχε μέσα το “Θάλασσά μου σκοτεινή”, που χτύπησε κατευθείαν στο κεφάλι όλο τον κόσμο, τώρα, το γιατί ακριβώς, δεν ξέρω ούτε κι εγώ να στο εξηγήσω. Αλλά, δεν θα έβαζα αυτούς τους δίσκους πάνω από τα “Παιχνίδια με το διάβολο” ή πάνω απ’ τα “Ψέματα” των Φατμέ, που θεωρώ ότι είναι ο καλύτερός μας δίσκος.».

Μια ιδιαίτερα επιτυχημένη πλευρά σας είναι η μουσική που έχετε γράψει για ταινίες(«ΑΚΡΟΠΟΛ», «ΒΑΛΚΑΝΙΖΑΤΕΡ», «ΜΠΡΑΖΙΛΕΡΟ»). Υπάρχει κάποια διαφοροποίηση – δημιουργικά – όταν προσπαθείτε να συνδέσετε την τέχνη σας με μια άλλη τέχνη; Σας περιορίζει η εικόνα ή το σενάριο ή αισθάνεστε το ίδιο ελεύθερος, όπως με μια προσωπική σας δουλειά;

«Κάνοντας μουσική για ταινίες ανακάλυψα ότι η παραγγελία είναι πάρα πολλή απελευθερωτική και δημιουργική. Ενώ, εκ πρώτης όψεως, φαίνεται ότι σε περιορίζει, αν, βέβαια, το σενάριο ή το θεατρικό έργο σε εμπνέει, μπορείς να κάνεις θαύματα. Εμένα μου ’δωσε πολλή μεγάλη ώθηση η μουσική που έκανα για τις ταινίες. Και γιατί έγραψα ορχηστρικά κομμάτια, που δεν είχα την ευκαιρία να το κάνω στους προσωπικούς μου δίσκους, αλλά και γιατί τα τραγούδια είχαν μια μεγαλύτερη ελαφράδα και χαλαρότητα. Αισθανόμουνα ότι δεν γράφω για μένα σώνει και καλά, αλλά για έναν ήρωα που διαβάζω στο σενάριο. Τελικά, τα δικά μου συναισθήματα ήταν μέσα στα τραγούδια βέβαια, αλλά, αυτό, για κάποιο λόγο, σου δίνει μια χαλαρότητα απέναντι στο υλικό σου. Ίσως έγραψα και καλύτερα τραγούδια μερικές φορές, με αφορμή μια ταινία. Έχω αρχίσει να σκέφτομαι ότι πρέπει να βρω κάποιον να μου δίνει παραγγελίες για να γράφω από ’δω και πέρα!».

Βασιλική Καρακώστα. Της κάνατε έναν δίσκο, να το πω έτσι απλά κι είναι δίπλα σας στις ζωντανές εμφανίσεις σας. Τι ήταν αυτό που σας κέρδισε και την πιστέψατε;

«Η φωνή της, ο ενθουσιασμός της, η εργατικότητά κι η όρεξή της για δουλειά. Πάντα με τραβούσαν οι φωνές που ’χουν κάτι που δεν το έχω εγώ. Η Βασιλική έχει μια πολλή μεγάλη ευκολία στα παραδοσιακά τραγούδια, που, όπως έλεγα πριν, είναι για μένα ο κρυμμένος θησαυρός. Βέβαια, ο δίσκος που κάναμε δεν ήταν λαϊκός, αλλά ένα “παιχνίδι”. Ερχόταν εδώ στο στούντιο και δοκιμάζαμε τραγούδια που είχα ήδη γράψει ή τα είχα ήδη ηχογραφήσει παλιότερα ή κομμάτια που δεν είχαν μπει ποτέ σε δίσκο. Όλο το υλικό ήταν παλιό, δεν έγραψα τίποτα καινούριο, διαλέξαμε ότι αισθανόμασταν πως μπορεί να το υποστηρίξει.».

«ΣΤΡΟΦΗ», ο νέος σας δίσκος. Τι σηματοδοτεί ο τίτλος και ποιο το ιδιαίτερο στίγμα της καινούριας σας αυτής δουλειάς;   

«Αυτή είναι η πιο δύσκολη ερώτηση τώρα. Όταν τελειώνει μια δουλειά μου είναι πολύ δύσκολο να έχω την απόσταση που πρέπει για να την περιγράψω. Αυτό που ’ναι σίγουρο, είναι ότι, μετά από μια φάση εσωστρέφειας κι αποσταθεροποίησης, όπως λένε οι “ψ”, όπου, μέσα σ’ αυτή τη φάση βγήκε το “Ένα βήμα πιο κοντά”, ένας δίσκος, νομίζω, που ’δινε την αίσθηση, ότι ένας άνθρωπος είναι μόνος του σ’ ένα δωμάτιο και συνομιλεί, κυρίως, με τον εαυτό του. Μετά, λοιπόν, απ’ αυτή τη φάση, η ανάγκη μου ήταν ν’ ανοίξω την πόρτα και τα παράθυρα, να μπει το φως μέσα στο σπίτι και να ξανασυναντηθώ με τους ανθρώπους.  Οπότε τα τραγούδια αυτά, έχουν ένα βάρος και μια δραματικότητα στους στίχους, αλλά, η μουσική έχει ενέργεια, δύναμη και ρυθμό, έχει γκάζι! Υπάρχει αυτή η αντίθεση στα τραγούδια αυτά.».

Είναι μια στροφή από κάτι ή προς κάτι;

«Είναι τραγούδια γραμμένα πάνω στη στροφή. Στις συναυλίες που έπαιζα το ομότιτλο τραγούδι, έλεγα, φανταστείτε ότι είσαστε πάνω σε μια μεγάλη στροφή στο βουνό, όπου η παλιά θέα έχει χαθεί κι η καινούρια δεν έχει φανεί ακόμα. Σε μια τέτοια φάση γράφτηκαν αυτά τα τραγούδια. Δεν λέω, κοιτάξτε, τώρα έχω στρίψει κι είμαι κάπου αλλού, είμαι πάνω στη στροφή.».

Μετά τη «ΣΤΡΟΦΗ», πως φανταζόσαστε τη συνέχεια της διαδρομής, με μια ακόμα στροφή ίδιας ή εντελώς διαφορετικής κατεύθυνσης;     

«Πόσο θα κρατήσει αυτή η στροφή; Ελπίζω να είμαι κάπου αλλού. Ίσως να είμαι ήδη και να  μην το ’χω καταλάβει!».


*Πρώτη δημοσίευση : περιοδικό «ΑΥΛΑΙΑ», τεύχος 55(2009), σελ. 42 – 46.

Οι απόψεις και οι σκέψεις των συνεργατών του Ορφέα δεν ταυτίζονται απαραίτητα με τη γνώμη του περιοδικού.
Απαγορεύεται αυστηρά η χρήση και η αναδημοσίευση του συνόλου ή μέρους των άρθρων του Ορφέα, χωρίς προηγούμενη άδεια των υπευθύνων του περιοδικού και του συντάκτη και χωρίς ταυτόχρονη αναφορά της επωνυμίας του περιοδικού, του ονοματεπωνύμου του συντάκτη και του ακριβούς συνδέσμου του άρθρου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΥ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΥ ΣΕ ΑΛΛΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΧΟΛΙΑ

RSS

ΤΑ ΠΙΟ ΔΙΑΒΑΣΜΕΝΑ (90d)

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

ΕΙΠΑΝ - ΕΓΡΑΨΑΝ

Το παραμύθι της τέχνης λέει πάντα την αλήθεια
Διονύσης Σαββόπουλος

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ / ΑΥΡΙΟ

21/10/1907 Γεννήθηκε ο σουρεαλιστής ζωγράφος και ποιητής Νίκος Εγγονόπουλος
22/10/1937 Γεννήθηκε ο συνθέτης Μάνος Λοίζος