133 αναγνώστες online
Find us on FacebookJoin us on Facebook
sideBar



Σαββέρια Μαργιολά - «Αλισάχνη»

ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ «Τι έχω να χάσω»

Τάσος Π. Καραντής
Τάσος Π. Καραντής
Πρώτη Παρουσίαση
ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ - «Τι έχω να χάσω»
15.08.2018
Ορφέας | Main Feed

Μουσική αρχειοθήκη

Τάσος Π. Καραντής

Ελένη Τσαλιγοπούλου : «Το τραγούδι είναι επικοινωνία»


Συνέντευξη στον : Τάσο Π. Καραντή


Η Ελένη Τσαλιγοπούλου είναι ένα από τα πιο χαρακτηριστικά πρόσωπα του τραγουδιού μας. Σπουδαία φωνή, με μια μεγάλη ερμηνευτική γκάμα, που πηγάζει κατευθείαν από την ελληνική παράδοση και ξανοίγεται δημιουργικά κι επιτυχημένα σε όλα τα είδη του τραγουδιού. Είναι η πιο ολοκληρωμένη Ελληνίδα τραγουδίστρια, όπου μέσα από τη “μνήμη” της φωνής της- αλλά ταυτόχρονα σε μια σύγχρονη ερμηνευτική γλώσσα- καταγράφει το παρόν μας μέσα από τα τραγούδια της.
Φέτος συνεργάστηκε με την Ανδριάνα Μπάμπαλη και τη Γιώτα Νέγκα σ’ ένα πολύ επιτυχημένο πρόγραμμα, με τίτλο «Της γυναίκας η καρδιά», όπου, από τις αρχές του Μάρτη, θα παρουσιαστεί στο «Μύλο» της Θεσσαλονίκης. Μ’ αφορμή αυτές τις εμφανίσεις της, μίλησε στην «ΑΥΛΑΙΑ» για τη σχέση της με το δημοτικό τραγούδι, για τα πρώτα χρόνια της πορείας της στη Θεσσαλονίκη, για τους αγαπημένους δίσκους και τα τραγούδια της, αλλά και για τα μελλοντικά της σχέδια κι όνειρα. Τέλος, μας είπε ποιος ήταν ο συνθέτης που την πίστεψε στο ξεκίνημά της, ποιος μεγάλος Έλληνας τραγουδιστής είναι ο πιο φανατικός φαν της, αλλά και ποιος άνθρωπος είναι το τρίτο μάτι στη ζωή της!  


Κατάγεσαι από τη Νάουσα. Τι ρόλο έπαιξε η μουσική κληρονομιά του τόπου σου στη σχέση σου με τη μουσική και το τραγούδι;

    -   «Καθοριστικό ρόλο! Η Νάουσα είναι μια πόλη που η μουσική της παράδοσή ακόμα εξελίσσεται! Τα τελευταία μάλιστα χρόνια ακούω στο ρεπερτόριο των ζουρνατζήδων και των χάλκινων, πολύ πιο καινούρια τραγούδια, απ’ το “Λιμάνι” του Ανδρέου π.χ., μέχρι νέες συνθέσεις του Μπρέγκοβιτς. Τα εντάσσουν στο ρεπερτόριό τους, που είναι πολύ επηρεασμένο από τα Βαλκάνια. Εμείς πάντα ακούγαμε βαλκανική μουσική. Και βέβαια έχουμε και τους Τσιγγάνους, που είναι αυτοί που κρατάνε την μουσική παράδοση ζωντανή και αιώνες τώρα την μεταφέρουν από γενιά σε γενιά.
          Κατάγομαι από πολύ μεγάλη μουσική οικογένεια. Ο πατέρας μου είχε πέντε αδέρφια, είχα γιαγιάδες, παππούδες, θείους, ξαδέρφια, μια γειτονιά που έσφυζε από ζωή. Οι γονείς μου είχαν  επί 35 χρόνια  μια συνοικιακή ταβέρνα. Ο πατέρας μου είχε μια εξαιρετική φωνή, ήταν ψάλτης από πολύ νεαρός και του άρεσε να τραγουδά δημοτικά τραγούδια. Πολλά απ’ τα δημοτικά τραγούδια που λέω, τα ’χω μάθει απ’ αυτόν. Και μάλιστα και λίγο “πειραγμένα”, ειπωμένα με τον τρόπο του πατέρα  μου.
Αισθάνομαι τυχερή που βίωσα έναν τόσο ευγενικό, αθώο κι αυθόρμητο  τρόπο έκφρασης του τραγουδιού.    Γι’ αυτό κι αγάπησα τη μουσική και, κυρίως, την επικοινωνία που συμβαίνει μέσα από την μουσική. Γιατί το τραγούδι είναι επικοινωνία, είναι τραπέζι, φαγητό, κρασί, οικογένεια, φίλοι, εκτόνωση, συγκίνηση, κλάμα, χαρά κι αστεία!».

Ξεκινώντας λοιπόν τη διαδρομή σου στο τραγούδι, κουβαλούσες στις μουσικές αποσκευές σου μόνο την παράδοσή σου;

«Οι πρώτες μουσικές που άκουσα ήταν παραδοσιακές, αλλά πολύ γρήγορα, μέσα στην εφηβεία, τις “διέγραψα” προσωρινά, γιατί μπήκε στη ζωή μου η έντεχνη ελληνική μουσική  κι η καλή ροκ ξένη μουσική, που τότε ήταν σε άνθιση. Ήμουν και τυχερή γιατί είχα αδερφό έξι χρόνια μεγαλύτερο και θείους αρκετά μικρούς σε ηλικία, όλοι τους λάτρεις της μουσικής, έτσι άκουσα όλη την καλή μουσική της εποχής μου. Στην τότε αποστασιοποίησή μου από την παραδοσιακή μουσική έπαιξε καθοριστικό ρόλο κι η χούντα - εγώ τότε ήμουν λίγο πριν την ηλικία της εφηβείας – αφού είχαμε συνδυάσει τα κλαρίνα με τη χούντα. Βέβαια ξαναβρήκα την παραδοσιακή μουσική αργότερα, σε μια πιο ώριμη ηλικία, και τότε κατάλαβα πως ό,τι είναι βιωμένο δεν χάνεται με τίποτα, είναι περασμένο στο DNA μας.».

Πότε πήρες την οριστική απόφαση ότι θα γίνεις τραγουδίστρια;

«Από μικρή δεν ονειρευόμουνα να κάνω και τίποτ’ άλλο! Ήταν από τότε σίγουρο για μένα ότι θα ασχοληθώ επαγγελματικά με το τραγούδι! Ήμουν η τραγουδίστρια της οικογένειας, η τραγουδίστρια της γειτονιάς, η τραγουδίστρια του σχολείου! Κι είχα τσαμπουκά! Μπορούσα και το έκανα εύκολα, δεν ντρεπόμουν μπροστά στο «κοινό», ήμουν απόλυτα σίγουρη ότι αυτό θέλω να κάνω. Έλεγα στους δικούς μου “εγώ θα γίνω τραγουδίστρια, δεν υπάρχει περίπτωση να ασχοληθώ με κάτι άλλο”. Βέβαια η ζωή παίζει περίεργα παιχνίδια, πρώτα παντρεύτηκα, έκανα οικογένεια, γέννησα το γιο μου και μετά μπήκα επαγγελματικά στο χώρο. Έφυγα από τη Νάουσα και πήγα στη Θεσσαλονίκη.».
   

  



Ποια ήταν τα πρώτα σου βήματα στη Θεσσαλονίκη και ποιοι ήταν οι άνθρωποι που σου στάθηκαν τότε;


«Τότε, στις αρχές του ’80, συνάντησα εξαιρετικές παρέες στη Θεσσαλονίκη. Υπήρχε ένας πυρήνας μουσικών, συνθετών, τραγουδιστών με πάρα πολλή όρεξη - όχι για την ευκολία, το χρήμα, ή τη φήμη - αλλά για καλλιτεχνική μουσική αναζήτηση και έκφραση.
Με το που κατέβηκα στη Θεσσαλονίκη γνώρισα το Νίκο Παπάζογλου, το Δημήτρη Ζερβουδάκη και τη Μαρία Φωτίου(ως “Νέοι Επιβάτες”), το Σωκράτη Μάλαμα και λίγο αργότερα τη Μελίνα Κανά, τη Λιζέτα Καλημέρη, το Γιώργο Καζαντζή, τον Δημήτρη Σταρόβα, τον Ιεροκλή Μιχαηλίδη και τον Διονύση Σαββόπουλο μεταξύ πολλών άλλων. Δηλαδή μιλάμε για έναν πυρήνα φοβερό! Τραγούδησα, μέσα σε μια 4ετία, σε τρία μαγαζιά που ‘χαν σπουδαία φήμη - στην “Όμορφη νύχτα”, που ήταν ένα μαγαζί σχεδόν με νοβοπάν, αλλά  στέκι, στο “Ποντίκι”, το οποίο ήταν πιτσαρία και καφωδείο και στο “Άντ’ αυτού”, όπου εκτός από μένα, πέρασαν κι ο Ανδρέου, ο Παχίδης  και πολλοί καλοί μουσικοί. Αυτό, το τελευταίο, ήταν και το μοναδικό που έμοιαζε με μπουάτ, ένας χώρος 150-200 ατόμων, όπου το κοινό ήταν φοιτητές αλλά και 30άρηδες, 40άρηδες και 50άρηδες, λάτρεις όλοι της μουσικής. Σε όλους αυτούς τους μικρούς χώρους υπήρχε, σαφέστατα, η ζεστασιά της επικοινωνίας.».   

Είσαι μια από τις πιο χαρακτηριστικές γυναικείες φωνές του τραγουδιού μας. Ποιες είναι οι δικές σου αγαπημένες γυναικείες φωνές, που ήταν οι δασκάλες σου στην εξέλιξή σου ως ερμηνεύτρια;

«Η Νίτσα Τσίτρα, μια δημοτική τραγουδίστρια της βόρειας Ελλάδας, που, για μένα, είναι θρύλος. Ακόμα, από τη “σμυρναίικη σχολή”, τραγουδίστριες όπως η Εσκενάζυ, η Παπαγκίκα, η Πολίτισσα, η Χασκίλ, καθώς και σπουδαίες λαϊκές τραγουδίστριες όπως η Γεωργακοπούλου, η Μπέλλου και η Νίνου. Νομίζω πάντως πως δασκάλες μου - κατά κύριο λόγο- είναι η Παπαγκίκα, η Εσκενάζυ – ως πιο λαϊκή περσόνα, η Νίνου, η Γκρέυ, η Μαίρη Λίντα και –μην σου φανεί παράξενο- η Αλίκη Βουγιουκλάκη μέσα από τον ελληνικό κινηματογράφο. Και βέβαια, δεν το συζητώ, αν μιλάμε γι’ αντρικές επιρροές, ο Καζαντζίδης κι ο Μπιθικώτσης. Έχω, ακόμα, επηρεαστεί κι από πολλές ξένες τραγουδίστριες, από την Billie Holiday ως τη Βjork.».

Τόσο μέσα από τη δισκογραφία σου, όσο κι από τις ζωντανές εμφανίσεις σου, παρουσιάζεις πολλαπλά ερμηνευτικά πρόσωπα. Δηλαδή τραγουδάς δημοτικά, ρεμπέτικα, λαϊκά, έντεχνα και, βέβαια, τραγούδια με έναν πιο ψαγμένο και σύγχρονο ήχο. Εσύ η ίδια ποιο ερμηνευτικό προφίλ θα έδινες στον εαυτό σου;  

«Δεν θα ήθελα να δώσω εγώ η ίδια στον εαυτό μου ένα συγκεκριμένο ερμηνευτικό προφίλ. Στην αρχή της πορείας μου αισθανόμουν ότι βρισκόμουν σε λάθος εποχή, ήθελα να τραγουδάω μόνο τα παλιά λαϊκά, ενώ γύρω μου επικρατούσε ένας άλλος ήχος. Όταν πέθανε ο Τσιτσάνης ένιωσα το τέλος μιας εποχής  μέσα μου. Αργότερα, βέβαια, κατάλαβα ότι έχουμε άμεση ανάγκη να “διαβάσουμε” και να μπορέσουμε, μέσα από την τέχνη μας, να καταγράψουμε την εποχή μας- όποια κι αν είναι αυτή. Και συνειδητοποίησα πως είναι πολύ πιο σημαντικό να ’χεις μια κοινή γλώσσα με νέους, ταλαντούχους, ανθρώπους, παρά να “χρησιμοποιείς” εκ του ασφαλούς μόνο έναν “κόσμο” που είναι ήδη γνωστός κι αγαπητός. Γι’ αυτό και τραγούδησα όλους σχεδόν τους νέους συνθέτες. Έτσι πιστεύω ότι εξελίσσεται το τραγούδι - πρέπει, κυρίως, να λέμε τραγούδια του Παρόντος. Ακόμα κι εκείνα τα δημοτικά τραγούδια που τα λατρεύω και μ’ έχουν στιγματίσει - αφού το είδος αυτό είναι η πηγή μου και το ’χω απόλυτα βιωμένο από τα παιδικά μου χρόνια – τα τραγουδάω προσπαθώντας να τα φέρω με την ερμηνεία μου στο σήμερα. Αυτό είμαι τελικά, μια σύγχρονη Ελληνίδα τραγουδίστρια!».
   
Υπάρχουν κάποιοι δίσκοι σου που σε σημάδεψαν; Που τους αγαπάς ιδιαίτερα;

«Νομίζω ότι ο δίσκος που αγάπησα ιδιαίτερα, ήταν ο πρώτος που κάναμε με τον Ανδρέου τo 1989, το ”Κορίτσι και γυναίκα”. Αυτή η δουλειά μας βρήκε και τους δυο σε μια νέα αρχή, ήμασταν νέοι (και πολύ ερωτευμένοι) τότε και ξεκινήσαμε μ’ ένα πολύ σημαντικό υλικό, ψάχνοντας τη δική μας αυθεντική έκφραση».

Κι απ’ τα τραγούδια σου; Ποια είναι αυτά που βρίσκονται μες στην καρδιά σου;

«Δεν μπορώ να αποχωριστώ το “Τζιβαέρι”, τις “Χίλιες σιωπές”, τα “Παιδιά των δρόμων” το “Να μ’ αγαπάς”, τα τραγουδάω πάντα και δεν αγκομαχώ, δεν με κουράζουν. Υπάρχουν και τραγούδια που πρέπει να τα πούμε επειδή τα ζητάει ο κόσμος που ήρθε για να τ’ ακούσει. Προσπαθούμε όμως να λέμε κι άλλα, να μην ακουγόμαστε σαν ένα cd. Το καλό και το κακό για έναν τραγουδιστή που είναι γνωστός είναι πως έχει προσωπικό ρεπερτόριο, αλλά κινδυνεύει από την επανάληψη αναπαράγοντας το σταθερά, χωρίς αναζητήσεις. Είναι ευχή και κατάρα αυτό! Πάντως την αντοχή των τραγουδιών της προσωπικής μας δισκογραφίας , τη δοκιμάζει ο χρόνος. Γιατί υπάρχουν και τραγούδια που κάνουν επιτυχία  στην εποχή τους, αλλά δεν μένουν. Το θέμα είναι τι μένει πίσω. Για μένα, ως καλλιτέχνης, αυτή είναι η πληρωμή μου. Κι αυτά τα τραγούδια, που, μετά από 20 χρόνια, “μένουν”, είναι τ’ αγαπημένα μου.».

Έχεις τραγουδήσει όλη τη νεότερη γενιά των συνθετών, από τον Ανδρέου και τον Πορτοκάλογλου, ως τον Ζούδιαρη και τον Λειβαδά. Υπάρχει κάποιο απραγματοποίητο όνειρο; Κάποιος συγκεκριμένος δημιουργός, που θέλεις οπωσδήποτε να συνεργαστείς μαζί του και να ερμηνεύσεις τραγούδια του;

«Όχι μόνο ένας! Ξυδάκη, Κραουνάκη, Μικρούτσικο, Παπαδημητρίου, Καλαντζόπουλο, Περίδη, Μάλαμα κι άλλους πολλούς ακόμα θέλω να τραγουδήσω! Πολλοί! Πολλοί είναι οι συνθέτες κι οι τραγουδοποιοί που θα ’θελα να πω τραγούδια τους.».

Το τελευταίο διάστημα εμφανίζεσαι σε μικρούς και ζεστούς χώρους. Έχεις κατασταλάξει πια; Αυτός είναι ο χώρος σου;

«Έτσι κι αλλιώς είναι η αγάπη μου οι χώροι αυτοί. Αλλά δεν μπορώ να πω ότι θα μείνω μόνο σ’ αυτό. Δεν μας “παίρνει” πια να είμαστε τόσο απόλυτοι, η εποχή δεν το επιτρέπει. Εγώ είμαι τραγουδίστρια, αν έχω μια συνεργασία που μ’ αρέσει πάρα πολύ, θα πάω εκεί που θα μου ζητηθεί να πάω. Γιατί συνεργασία σημαίνει μοιράζομαι με κάποιον “κόσμους”, δεν μπορώ να είμαι εγωίστρια και να πω ότι εγώ το θέλω στο συγκεκριμένο χώρο που εκφράζει μόνο εμένα, δεν γίνεται.».

Σαν άνθρωπος, σαν πολίτης θα είσαι προφανώς πολιτικοποιημένη. Σαν καλλιτέχνης θα τραγουδούσες, σήμερα, έναν κύκλο κοινωνικών ή πολιτικών τραγουδιών;


«Σαφέστατα! Μακάρι να ’ρθει κάποιος να μου προτείνει να κάνω κάτι τέτοιο. Γιατί ο λόγος, ο στίχος είναι αυτός που παίζει τον καθοριστικό ρόλο, ειδικά στην εποχή μας που η μουσική είναι ένα συνονθύλευμα ειδών και στύλ. Ο λόγος είναι αυτός που καθορίζει τον Έλληνα, πώς δηλαδή μιλάμε, τί λέμε, τί είναι αυτό που μας αφορά, που μας τυραννά.».

Ας μιλήσουμε για τους τρεις Γιώργους της καριέρας σου. Γιώργος Ζήκας. Η πρώτη εμφάνισή σου στη δισκογραφία με το «Σώπα κι άκουσε»(1987). Τι ρόλο έπαιξε εκείνα τα χρόνια στην καριέρα σου ο Ζήκας;

«Ο Ζήκας ήταν απ’ τους ανθρώπους που με πίστεψαν με τη μία. Το πρώτο βράδυ που τραγούδησα ήταν εκεί και μου έκανε πρόταση να κάνουμε δίσκο! Κι εγώ του απάντησα, “τι λες παιδί μου;”! Γιατί δεν ήταν στους στόχους μου με το που ξεκίνησα να τραγουδάω, να κάνω και δίσκο. Αυτός ο Γιώργος μ’ έφερε κοντά και σ’ έναν άλλον Γιώργο, τον Γιώργο Νταλάρα! Μάλιστα, στον πρώτο μου δίσκο, που έκανα το 1987 με τον Ζήκα, στο “Σώπα κι άκουσε”, ο Νταλάρας συμμετέχει τραγουδώντας δυο τραγούδια. Μόλις μ’ άκουσε ο Νταλάρας, αμέσως, μου ’κανε πρόταση να τραγουδήσω μαζί του, και μαζί με την Δήμητρα Γαλάνη, στη συναυλία του Σταύρου Ξαρχάκου στο Παλλάς(1988) που κυκλοφόρησε και σε live δίσκο. Από τότε ξεκίνησε μια μακροχρόνια συνεργασία μου με τον Νταλάρα (κράτησε, σε διάφορες φάσεις, 10 χρόνια!). Ταξίδεψα περιοδεύοντας  μαζί του σ’ όλο τον κόσμο, Ευρώπη, Ασία, Αυστραλία, Αμερική!».  

Γιώργος Νταλάρας λοιπόν. Συνεργάστηκες, από τα πρώτα σου βήματα, και για αρκετά χρόνια, με τον μεγαλύτερο Έλληνα τραγουδιστή. Στο ένθετο του αφιερώματος στον Βασίλη Τσιτσάνη «Ό,τι κι αν πω δεν σε ξεχνώ»(2004), όπου συμμετέχεις κι εσύ, ο Νταλάρας σου εκφράζει, γραπτώς, τον θαυμασμό του για το μοναδικό τρόπο που τραγούδησες τα τραγούδια του Τσιτσάνη κι αναφέρει πως σε θεωρεί την ιδανικότερη ερμηνεύτρια αυτών των τραγουδιών σήμερα. Μεγάλη τιμή! Εσύ τι θα έλεγες για τον Νταλάρα;   

«Ο Νταλάρας λατρεύει τους καλούς τραγουδιστές. Είναι ένας άνθρωπος που ’χει ψυχή καθαρή και λαϊκή στην ουσία της. Είναι ένας λάτρης της ιστορικής μουσικής μνήμης. Λατρεύει τους τραγουδιστές οι οποίοι κουβαλούν τέτοιες μνήμες στη φωνή τους. Κι αυτό διέκρινε και σε μένα, τη μνήμη της φωνής μου. Ο Νταλάρας είναι, ίσως, ο πιο φανατικός φαν μου (κι εγώ η πιο φανατική δική του)! Αν και μ’ έχει “μαλώσει” εκατοντάδες φορές για τον τρόπο που χειρίστηκα για πολλά χρόνια την καριέρα μου, μου ’χει πει κι ένα σωρό αγαπητικούς επαίνους για τον τρόπο που τραγουδώ κι εκφράζομαι! Κι αυτό είναι πολύ συγκινητικό  για μένα! Όταν τον πρωτογνώρισα ήταν τόσο νέος και – ήδη - σούπερ σταρ. Μου κόβονταν τα πόδια κάθε φορά που συνεργαζόμουν μαζί του. Αλλά τον Νταλάρα, όταν ανέβει στη σκηνή, τον αφορά, προς τιμήν του, μόνο το τραγούδι. Γίνεται ένα με τον κάθε μουσικό του, τον κάθε τραγουδιστή που βρίσκεται δίπλα του, ειδικά όταν νιώθει πως ο διπλανός του κρύβει αξία, ταλέντο. Έμαθα πάρα πολλά πράγματα από αυτόν. Μέσα απ’ τον τρόπο που παρουσίαζε το τραγούδι – στις συναυλίες του – μας έδειξε πώς να χειριστούμε την εποχή μας και να “διαβάσουμε” τις αλλαγές και τις απαιτήσεις της. Και, βεβαίως, σ’ αυτό που με βοήθησε πάρα πολύ ο Νταλάρας είναι ότι, μετά τη συνεργασία μου μαζί του, ένα πολύ μεγάλο κομμάτι του ελληνικού μουσικού κοινού με είχε μάθει πια, με είχε ακούσει και αξιολογήσει».    

Γιώργος Ανδρέου. Ο άνθρωπος που σου έχει υπογράψει δίσκους σταθμούς, όπως το «Κορίτσι και γυναίκα» (1989) και σου ’χει δώσει μεγάλες επιτυχίες, σαν το «Να μ’ αγαπάς» και την «Αρζεντίνα», που σ’ έχουν σημαδέψει καλλιτεχνικά. Εκτός απ’ το ότι είναι κι ο σύντροφος του βίου σου, τι άλλο σηματοδοτεί για σένα ο Ανδρέου;


«Είναι κι ο παραγωγός όλης της δισκογραφίας μου από τότε που είμαστε μαζί. Είναι το τρίτο μου μάτι. Είναι ο άνθρωπος ο οποίος θα ακούσει εξίσου τα πιο σημαντικά μου προβλήματα όσο και τα πιο απλά. Είναι ο άνθρωπος που με βοηθάει να καταλάβω το “σωστό” και το “λάθος”. Με βοηθάει να ξεμπλοκάρω. Εγώ, δεν το κρύβω, είμαι εγωίστρια με την τέχνη μου, με τη δουλειά μου. Όλα αυτά τα χρόνια αυτό που μ’ ενδιαφέρει κυρίως είναι να τραγουδάω. Όλα τα άλλα γύρω μου προσπαθώ να τα “ξεχνώ”, να μην τα “βλέπω”. Ο Ανδρέου είναι αυτός που μου επισημαίνει ότι όλοι μας βιώνουμε ένα τέλος εποχής. Είναι αυτός που με βοηθάει να το καταλάβω, να πάρω ουσιαστικές θέσεις, να  δώσω  καίριες  λύσεις, συνομιλούμε, αφουγκραζόμαστε.».

Η συνάντησή σου με τους “ΜΙΚΡΟ”, το γνωστό ελεκτρο – ποπ συγκρότημα, ήταν μια απρόσμενη, δισκογραφική και ζωντανή, συνεργασία σου που είχε μεγάλη αποδοχή και στέφθηκε από επιτυχία. Πως προέκυψε αυτή η συνεργασία και ποιες ήταν οι δικές σου αναζητήσεις σ’ αυτόν τον “άλλο ήχο”;

«Δεν θα μ’ ενδιέφερε να τραγουδήσω το συγκεκριμένο ρεπερτόριο μ’ έναν “κλασικό” τρόπο. Είναι ένα υλικό “στιγματισμένο” αισθητικά  όσο  και πολυαγαπημένο, το ’χουμε χιλιοακούσει και το ’χουν τραγουδήσει στην “κλασσική” του εκδοχή πάρα πολλοί τραγουδιστές. Οι “ΜΙΚΡΟ” έδωσαν μια πνοή φρεσκάδας, πιο χαλαρή και χορευτική, σ’ αυτό το υλικό.  Μόνο έτσι θα το ερμήνευα, όχι βαρύγδουπα. Διάλεξα το συγκεκριμένο υλικό με άποψη, την άποψη της χαράς, του χορού, της μποσανόβα, του χάλι – γκάλι και της σάμπας, έχοντας κατά νου πως ο ήχος που  με τους “ΜΙΚΡΟ” προτείναμε, είναι πολύ οικείος στους νέους ανθρώπους, τους βοηθά να αγαπήσουν αυτά τα παλιά τραγούδια, να τα εντάξουν στον σημερινό πολιτισμικό τους κώδικα. Είναι κι αυτή μια από τις λειτουργίες της Παράδοσης, ξέρεις: η ανανέωση, το φρεσκάρισμα, η αναζωογονητική ματιά στα αριστουργήματα του πολιτισμού σου».

«Της γυναίκας η καρδιά». Συνεργάζεσαι, φέτος το χειμώνα, με την Ανδριάνα Μπάμπαλη και τη Γιώτα Νέγκα, σ’ ένα πρόγραμμα που θέλει να εκφράσει, όπως γράφτηκε, το “γυναικείο συναίσθημα”. Ξεκινήσατε από το “ΠΟLIS Stage” της Αθήνας και θα το ανεβάσετε και στο “Μύλο” της Θεσσαλονίκης. Ποια είναι η δομή και το ύφος αυτού του, προγράμματος, που θεωρήθηκε απ’ όλους η φετινή έκπληξη;

«Τα δυο κορίτσια με τα οποία συνεργάζομαι φέτος, τα εκτιμώ πάρα πολύ κι είμαστε φίλες. Η Μπάμπαλη είναι ένα νέο πρόσωπο που προσπαθεί να εκφραστεί με άποψη δική της, ξέρει τί θέλει να κάνει,  και τέτοια πρόσωπα λείπουν από το τραγούδι μας. Η Νέγκα είναι μια σπουδαία λαϊκή τραγουδίστρια, είναι αυτό που είπαμε πριν, μια φωνή που μεταφέρει μνήμες.  Είμαστε μια γυναικοπαρέα που μιλάει πολύ εύκολα και τρυφερά μέ τα τραγούδια, τα οποία λένε πάντα την αλήθεια, όπως λέει κι ένας στίχος. Μέσα από το γυναικείο ένστικτο, τη γυναικεία φιλαρέσκεια  κι όλο “αυτό” που κρύβεται πίσω από μια γυναικεία παρέα, έχει προκύψει αβίαστα η επιτυχία της δικής μας συνεύρεσης. Είναι ένα από τα καλύτερα προγράμματα που ’χω κάνει τελευταία και μάλιστα εύκολα, χωρίς ψυχικό κόστος, με κέφι κι αγάπη, όπου τρεις γυναικείες προσωπικότητες  με ενέργεια και πίστη, κάνουν κάτι πολύ ωραίο. Τραγουδάμε τα πάντα και παρουσιάζουμε ένα εξωστρεφές όσο και συνεπές στις μουσικές μας αγάπες πρόγραμμα, ο κόσμος περνάει πολύ καλά και το δείχνει, κι εμείς περνάμε....καλύτερα! Θα κάνουμε μια μικρή περιοδεία, σε Κρήτη, Κύπρο και σε μέρη που υπάρχουν κατάλληλοι χώροι να φιλοξενήσουν το πρόγραμμά μας, κι αρχές του Μάρτη θα εμφανιστούμε, για ένα περίπου μήνα, στο “Μύλο” της Θεσσαλονίκης.».   

Τι σχεδιάζεις για το άμεσο μέλλον; Ποια είναι τα όνειρά σου;      

«Υπάρχει μια σκέψη για μια νέα δισκογραφική δουλειά μ’ έναν κοινό άξονα δημιουργικών ιδεών, αλλά είναι νωρίς ακόμα. Γενικότερα θέλω να ξεκουραστώ και να ταξιδέψω. Θέλω να πάω στην Ισπανία. Θέλω να συνεργαστώ με κάποιους καλλιτέχνες της Μεσογείου, και δισκογραφικά, αλλά και να τους καλέσω εδώ στην Ελλάδα και να παρουσιάσουμε ένα ζωντανό πρόγραμμα, γιατί λατρεύω την ισπανική μουσική και το φλαμένκο.
Α, και το όνειρό μου είναι- γρήγορα- να καταφέρω κι εγώ να μπω στον καινούριο κόσμο του Ίντερνετ (μαθαίνοντας επιτέλους κομπιούτερ!). Η επικοινωνία πάει πια προς τα ’κεί, πολλά καλά και φρέσκα συμβαίνουν στο διαδίκτυο, βρισκόμαστε μπροστά σε μεγάλες δημιουργικές προκλήσεις και δυνατότητες».  


*Πρώτη δημοσίευση : περιοδικό «ΑΥΛΑΙΑ»(τεύχος 42, σελ.30 - 34). 

Οι απόψεις και οι σκέψεις των συνεργατών του Ορφέα δεν ταυτίζονται απαραίτητα με τη γνώμη του περιοδικού.
Απαγορεύεται αυστηρά η χρήση και η αναδημοσίευση του συνόλου ή μέρους των άρθρων του Ορφέα, χωρίς προηγούμενη άδεια των υπευθύνων του περιοδικού και του συντάκτη και χωρίς ταυτόχρονη αναφορά της επωνυμίας του περιοδικού, του ονοματεπωνύμου του συντάκτη και του ακριβούς συνδέσμου του άρθρου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΥ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΥ ΣΕ ΑΛΛΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΧΟΛΙΑ

RSS

ΤΑ ΠΙΟ ΔΙΑΒΑΣΜΕΝΑ (90d)

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

ΕΙΠΑΝ - ΕΓΡΑΨΑΝ

Πατρίδα είναι αυτό που αντέχει η καρδιά του κάθε ανθρώπου να υπερασπιστεί.
Γιώργος Νταλάρας

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ / ΑΥΡΙΟ

15/8/1920 Γεννήθηκε ο ρεμπέτης Κώστας Καπλάνης
15/8/1955 Γεννήθηκε η τραγουδίστρια Νένα Βενετσάνου
16/8/1977 Έφυγε από τη ζωή ο αμερικανός τραγουδιστής Έλβις Πρίσλεϋ
16/8/2005 Έφυγε από τη ζωή η τραγουδίστρια Βίκυ Μοσχολιού
16/8/2007 Ξεκίνημα για τον Ορφέα. Ευχαριστούμε για την εμπιστοσύνη σας ...