168 αναγνώστες online
Find us on FacebookJoin us on Facebook
sideBar



Σαββέρια Μαργιολά - «Αλισάχνη»

ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ «Τι έχω να χάσω»

Τάσος Π. Καραντής
Τάσος Π. Καραντής
Πρώτη Παρουσίαση
ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ - «Τι έχω να χάσω»
24.04.2018
Ορφέας | Main Feed

Μουσική αρχειοθήκη

Τάσος Π. Καραντής

Γλυκερία : «Προσπαθώ να προσφέρω στους ανθρώπους μέσα από το τραγούδι μου»


Κείμενο : Τάσος Π. Καραντής


Η Γλυκερία είναι μία από τις πιο μεγάλες τραγουδίστριες στην ιστορία του νεοελληνικού τραγουδιού, όπου, με τη σπουδαία φωνή της, την πλούσια ερμηνευτική γκάμα της, αλλά και το μοναδικό ήθος της, το υπηρετεί επί 35 σχεδόν χρόνια.
 Πρόσφατα κυκλοφόρησε ο διπλός δίσκος της «ΤΑ ΘΕΜΕΛΙΑ ΜΟΥ ΣΤΑ ΒΟΥΝΑ»(LEGEND), όπου τραγουδάει Μίκη Θεοδωράκη και συγκεκριμένα ένα απάνθισμα από τα πιο όμορφα και σπουδαία λαϊκά τραγούδια του.
Με αφορμή λοιπόν αυτήν την πολλή σημαντική έκδοση, η Γλυκερία μίλησε στην «ΑΥΛΑΙΑ» κάνοντας μια αναδρομή στην 35χρονη καριέρα της. Θυμήθηκε τα πρώτα της βήματα στις μπουάτ της Πλάκας, στάθηκε στα «Σμυρναίικα» που φώτισαν το δρόμο της, στην «Όμορφη νύχτα» που έφερε έναν άλλον τρόπο διασκέδασης, στη μεγάλη επιτυχία που έχει στο Ισραήλ και μας απαρίθμησε ποιοι ήταν οι δίσκοι που καθόρισαν την πορεία της. Επίσης, μας είπε ποιος είναι ο άνθρωπος που έπαιξε και παίζει καταλυτικό ρόλο στη ζωή της, ποιος ήταν ο δάσκαλός της στο τραγούδι, αλλά και ποιος της έμαθε πώς να πορεύεται μέσα σ’ αυτό.
Τέλος, αναφέρθηκε στην πρόσφατη μεγάλη συνεργασία της με το Μίκη Θεοδωράκη, τονίζοντάς μας πόσο πολύ ήθελε να κάνει αυτό το δίσκο και να καταθέσει μια γυναικεία ερμηνεία σ’ αυτά τα τραγούδια, η οποία να συνδυάζει τη δυναμική και τη στιβαρότητα με τη θηλυκή άποψη!


Σε λίγους μήνες(2009) συμπληρώνετε 35 χρόνια στο τραγούδι, από το 1974, που πρωτοεμφανιστήκατε σε μπουάτ της Πλάκας. Θα ήθελα να θυμηθείτε λίγο εκείνα τα πρώτα σας βήματα και τους ανθρώπους που σας βοήθησαν.

«Ναι, όντως, είναι 35 τα χρόνια. Κοιτάξτε, την εποχή εκείνη ήταν πολύ διαφορετικά τα πράγματα στο χώρο του τραγουδιού. Εγώ πάλι προερχόμουν από ένα μικρό χωριό των Σερρών, γεννημένη όμως με το “μικρόβιο” του τραγουδιού! Ψάχνοντας τρόπο να μπω στο χώρο του τραγουδιού, πήρα μέρος σε κάποιους διαγωνισμούς, όπου, βραβεύτηκα μεν, αλλά δεν συνέβη κάτι, δεν έφερε ο διαγωνισμός άμεσα αποτελέσματα, μου έδωσε, όμως, την ευκαιρία να γνωρίσω κάποιους ανθρώπους, όπως το Νίκο Δανίκα, τη Κωστούλα Μητροπούλου και τον Ανακρέοντα Παπαγεωργίου. Ο Νίκος Δανίκας ήταν αυτός που με ρώτησε αν θα μ’ ενδιέφερε να εμφανιστώ σε μαγαζί κι έτσι ξεκίνησα στην Πλάκα, σε απλά προγράμματα, χωρίς μεγάλα ονόματα, έχοντας όμως τη δυνατότητα να λέω τραγούδια, κάτι που δεν συμβαίνει σήμερα σε ένα νέο τραγουδιστή, το καθεστώς είναι τελείως διαφορετικό.».

Απόστολος Καλδάρας. Συνεργαστήκατε, στα πρώτα σας βήματα, με τον μεγάλο λαϊκό συνθέτη στον δίσκο «Μην κάνεις όνειρα»(1978). Πως προέκυψε αυτή η συνεργασία και τι σήμαινε τότε για σας;

«Ήταν ο πρώτος μου δίσκος. Ο Καλδάρας ήταν, είναι και θα είναι ένας πολύ μεγάλος λαϊκός συνθέτης, με διαχρονικά και κλασικά τραγούδια. Ήταν πάρα πολλή μεγάλη υπόθεση για ένα νέο παιδί, όπως εγώ, που ξεκινούσε τότε, να έχει ως εφόδιό του τραγούδια του Καλδάρα. Ήταν λοιπόν μια πολλή σημαντική στιγμή όχι μόνο της πορείας μου στο τραγούδι, αλλά και της ζωής μου! Γιατί, ήταν ένα ξεκίνημα με πολύ γερά θεμέλια και βάσεις. Και πάντα θα θυμάμαι αυτή τη συνεργασία με τον κ. Απόστολο, τον λέω έτσι, γιατί μου έδινε την εντύπωση ενός δασκάλου! Με συμβούλευε πώς να πω τα τραγούδια και γνώριζε άριστα τους μουσικούς δρόμους και, μάλιστα, τους έλεγε όχι με τα τούρκικα ονόματά τους(σαμπάχ, χιτζάζ κ.λπ.), αλλά με τα ελληνικά, έλεγε μιξολύδιος κ.λπ. Και μου ’δειχνε λεπτομέρειες, μέχρι και πάνω στα μουσικά μόρια! Πήρα φοβερά μαθήματα από τον κ. Απόστολο Καλδάρα.».

Στέλιος Φωτιάδης. Ο πρώτος σας προσωπικός δίσκος(«Στα μάτια κοίτα με» - 1980)  έγινε με τον άνθρωπο που έμελε να γίνει “ο συνθέτης σας”, αλλά κι ο σύντροφος του βίου σας. Με δυο λόγια, πως θα χαρακτηρίζατε το ρόλο του Φωτιάδη στη ζωή σας;

«Καταλυτικό! Δεν μπορείς να πεις άλλη λέξη. Ούτως ή άλλως, είναι μία κοινή πορεία, γιατί ότι έχει γίνει μέχρι τώρα, τόσο στη δισκογραφία, όσο και στις ζωντανές εμφανίσεις, είναι με τη μέριμνα του Στέλιου. Και, βεβαίως, μου ’χει μου ’γραψε φοβερά τραγούδια, μου ’χει δώσει πάρα πολύ ωραία τραγούδια.».

Γιώργος Νταλάρας. Συνεργαστήκατε μαζί του στην αρχή της καριέρας σας, αλλά κι αργότερα, τόσο στη δισκογραφία,  όσο και σε συναυλίες. Μάλιστα, μόλις κυκλοφόρησε κι η ζωντανή ηχογράφηση του αφιερώματος στον Λευτέρη Παπαδόπουλο από το Μέγαρο Μουσικής(«Θα πιω απόψε το φεγγάρι – Αφιέρωμα στον Λευτέρη Παπαδόπουλο-Ζωντανή ηχογράφηση από το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών» - 2008), όπου τραγουδάτε κι δυο σας. Μιλήστε μας για την καλλιτεχνική σχέση σας μ’ αυτόν τον μεγάλο τραγουδιστή.

«Καταρχάς χρωστώ στο Γιώργο Νταλάρα ευγνωμοσύνη, γιατί απ’ αυτόν έμαθα πάρα πολλά πράγματα. Κι, έπειτα, είναι ένας άνθρωπος, που, βάσει των επιλογών του, μπορείς να του έχεις απόλυτη εμπιστοσύνη. Είχα την ευκαιρία, από τα πρώτα μου βήματα μέχρι και σήμερα, να συμμετάσχω στις πολύ καλά οργανωμένες, με σκηνοθεσία και δομή, παραστάσεις του, που είναι από τις πιο καλές στιγμές στο ελληνικό τραγούδι. Χρωστώ στο Γιώργο, πέρα απ’ αυτά που διδάχτηκα απ’ αυτόν ως τραγουδίστρια και τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να πορευόμαστε μέσα στο τραγούδι.».

«Σμυρναίικα». Απ’ αυτόν το δίσκο(1981) ξεκίνησε, δισκογραφικά, κι η στενή σχέση σας με το παραδοσιακό – σμυρναίικο – ρεμπέτικο – λαϊκό τραγούδι. Αν κι έχετε τραγουδήσει, με την ίδια άνεση, διαφορετικά είδη τραγουδιού, έχω την αίσθηση ότι αυτό το είδος είναι το πιο αγαπημένο σας. Είναι έτσι;

«Είναι από τα πιο αγαπημένα μου. Κοιτάξτε, αγαπώ τη μουσική γενικότερα, ότι μ’ αγγίζει στην καρδιά και στην ψυχή το αγαπώ. Αυτό μπορεί να είναι ένα κομμάτι τζαζ, αλλά κι ένα παραδοσιακό. Στο σμυρναίικο, ακριβώς όπως το είπατε, έχω μια ιδιαίτερη αδυναμία, που δεν μπορώ να την εξηγήσω ακόμα. Όταν πλησιάζω αυτά τα τραγούδια και καλούμαι να τα ερμηνεύσω, τόσο στον κόσμο όσο και στον δίσκο, πηγαίνω στην εποχή εκείνη που γράφτηκαν, σα να ζω τις εποχές, τις δυσκολίες των καλλιτεχνών, αλλά και το συλλογικό πνεύμα όπου γράφονταν και τραγουδιόνταν σε μια παρέα. Τα ζω όλα αυτά σα να ήμουν εκεί!».

 

  
 


Ποιοι υπήρξαν οι δάσκαλοί σας σ’ αυτό το ρεπερτόριο, ποιες ερμηνεύτριες κι ερμηνευτές σας επηρέασαν;  

«Νομίζω ότι η πλειοψηφία των καλλιτεχνών που τραγούδησαν αυτό το είδος είναι όλοι καλοί. Να πω για τη Ρόζα Εσκενάζυ, για τον Ρούκουνα, για την Παπαγκίκα, το Νούρο; Τους άκουγα και τους ακούω πάρα πολύ!  Νομίζω ότι οι φωνές τους κι ο τρόπος που ερμηνεύουν είναι τρομερό σχολείο για τον καθένα από μας. Και δεν πρέπει να ασχολούμαι μόνο εγώ επειδή μου αρέσει, πρέπει κι αυτοί που δεν το γνωρίζουν το είδος να τους ακούσουν κάποια στιγμή. Και κυρίως οι τραγουδιστές! Γιατί, ο κόσμος, απ’ το ένστικτο οδηγείται σ’ αυτούς τους ερμηνευτές. Αν καταλαβαίνεις, αν αισθάνεσαι το τραγούδι, δεν μπορείς παρά να τους ακούσεις κάποια στιγμή.».

Πέρα από τα παραδοσιακά έχετε ηχογραφήσει κι έναν δίσκο με εκκλησιαστικούς ύμνους («Ω γλυκύ μου έαρ»). Το έχουν κάνει αρκετοί συνάδελφοί σας και, μερικές φορές, μου δίνουν την εντύπωση πως το έκαναν, απλά, για να κάνουν κάτι διαφορετικό. Ποια είναι η δική σας σχέση με το συγκεκριμένο μουσικό είδος ;

«Η βυζαντινή μουσική έχει πολλή μεγάλη σχέση με το παραδοσιακό μας τραγούδι, το δημοτικό, αλλά και με τα σμυρναίικα, τα ρεμπέτικα και, κατ’ επέκταση, με τα νέα λαϊκά τραγούδια. Η βυζαντινή μουσική είναι η βάση του ελληνικού τραγουδιού. Η δική μου σχέση είναι άμεση, γιατί ο πατέρας μου ήξερε βυζαντινή μουσική, άκουγε τους ψαλτάδες, πήγαινε σε εκκλησίες όπου ήξερε ότι υπήρχε ένας καλός ψάλτης κι ηχογραφούσε. Στο σπίτι είχα άπειρα ακούσματα από κασέτες με καλούς ψαλτάδες.».

 
«Όμορφη νύχτα». Μια από τις πιο επιτυχημένες εμφανίσεις σας κι ένας δίσκος – ζωντανή ηχογράφηση («Με την Γλυκερία στην Όμορφη νύχτα») που έκανε ρεκόρ πωλήσεων. Τι θυμάστε πιο έντονα απ’ αυτήν την περίοδο της «Όμορφης νύχτας», τι ήταν αυτό που την έκανε τόσο ξεχωριστή;   

«Χωρίς να υπήρχε κάποιο μελετημένο στήσιμο του χώρου, έγινε κάτι πρωτοφανές, δηλαδή, σα να έγινε από ’κει ένα ξεκίνημα σ’ έναν άλλον τρόπο διασκέδασης.  Στο χώρο αυτό είπαμε τα σμυρναίικα και τα λαϊκά κι ερχόταν ο κόσμος, οικογένειες με μικρά παιδιά, και διασκέδαζε με την ψυχή του, χωρίς να υπάρχει αυτή η επίφαση του δήθεν ή της “κουλτούρας”. Υπήρχε πραγματικά αγνή διασκέδαση. Κι όλο αυτό ο κόσμος το αγκάλιασε πάρα πολύ και για πάρα πολλά χρόνια. Να θυμίσω ότι έμεινα στην “Όμορφη Νύχτα” 7 με 8 χειμώνες! Είχε γίνει στέκι των γλεντζέδων κι αυτών που ήθελαν να ακούσουν καλά τραγούδια και μουσική με, εξίσου, καλές ερμηνείες. Γιατί, πάντα είχαμε μαζί μας σ’ αυτά τα προγράμματα καλούς τραγουδιστές και σολίστες, έπαιξαν εκεί ο Γιώργος Κόρος στο βιολί, ο Γιάννης Βασιλόπουλος στο κλαρίνο κι ο Λάζαρος Κουλαξίζης στο ακορντεόν. Εκεί συνεργάστηκα με το Γιώργο Μητσάκη, εκεί γίνανε πολλά πράγματα.».

Με αφορμή τις αναμνήσεις σας από την «Όμορφη νύχτα», θα ήθελα να μου πείτε ποιοι είναι οι πιο αγαπημένοι χώροι, τα προγράμματα και συνεργασίες σας μέσα στα χρόνια. Σε ποια θα στεκόσασταν;

«Δεν μπορείς να ζεις μόνο με τις αναμνήσεις και να λες εκεί ήταν καλά κι αλλού δεν ήταν. Τα πράγματα αλλάζουν, εξελίσσονται, η κοινωνία αλλάζει και το τραγούδι, όπως όλα τα πράγματα, πρέπει να προσαρμόζεται. Τη διαφορά την κάνει η πρόθεση των ανθρώπων, δηλαδή, όσον αφορά εμένα, η δική μου πρόθεση απέναντι στο τραγούδι. Εγώ προσπαθώ να είμαι αγνή απέναντι στους ανθρώπους και να τους προσφέρω μέσα από το τραγούδι μου. Έτσι λοιπόν, δεν με καθορίζει ένας χώρος, εγώ καθορίζω το χώρο, εγώ κι αυτό που θέλω να δώσω στο κοινό.».

Πως λοιπόν προέκυψε η συνεργασία σας με τον Μιχάλη Χατζηγιάννη; Τι κοινό είχατε;

«Ο Χατζηγιάννης είναι ένας σύγχρονος καλός τραγουδιστής και δημιουργός κι εκφράζει την εποχή του με πολλή μεγάλη επιτυχία, έχοντας πλησιάσει πολύ τη νεολαία. Και, σαν τραγουδιστής, κατά την άποψή μου, είναι ο καλύτερος, από μικρή ηλικία τραγουδάει σαν έμπειρος τραγουδιστής.  Η αφορμή ήταν η δισκογραφική συνεργασία μας, μου ’χει δώσει τραγούδια για τον πρόσφατο δίσκο μου με καινούριο υλικό και, με την ευκαιρία της γνωριμίας μας αυτής, συνεχίσαμε τη συνεργασία μας και στις ζωντανές εμφανίσεις.».

Ανήκετε στους, μετρημένους, Έλληνες τραγουδιστές που η φωνή και τα τραγούδια τους έχει περάσει τα σύνορα. Έχετε κάνει πάμπολλες συναυλίες στο εξωτερικό κι οι δίσκοι σας κυκλοφορούν στη διεθνή αγορά. Ποιες νομίζετε ότι είναι οι προϋποθέσεις για να γίνει ένας Έλληνας τραγουδιστής γνωστός στο εξωτερικό, η φωνή, το ρεπερτόριο, οι καλές δημόσιες σχέσεις ή η συγκυρία;

«Νομίζω ότι είναι πάρα πολύ δύσκολο ένας Έλληνας τραγουδιστής που ζει στην Ελλάδα να κάνει καριέρα στο εξωτερικό. Απλά, όπως το είπατε, κάποιοι άνθρωποι που ενδιαφέρονται μαθαίνουν, υπάρχουν συγκυρίες αλλά κι εργασία που πρέπει να κάνεις και κόπος που πρέπει να καταβάλεις, αν θέλεις να σε μάθει μια μικρή μερίδα ενός διεθνούς κοινού που ενδιαφέρεται. Τώρα όσον αφορά την Αμερική, την Ευρώπη και σε όσες, γενικά, χώρες υπάρχουν Έλληνες, αυτό είναι λογικό, να παρακολουθούν δηλαδή τις συναυλίες σου και να αγοράζουν τους δίσκους σου οι Έλληνες της διασποράς και κάποιοι ξένοι φίλοι τους.».

Ιδιαίτερη είναι η σχέση σας με το Ισραήλ. Έχετε κάνει πολλές εμφανίσεις με μεγάλη επιτυχία, κυκλοφορούν οι δίσκοι σας εκεί, έχετε συνεργαστεί με τη Φιλαρμονική Ορχήστρα του Ισραήλ. Γενικά, είσαστε τόσο αγαπημένη εκεί σαν είσαστε Ισραηλινή! Πως προέκυψε αυτή η σχέση αγάπης με το ισραηλινό κοινό;

«Από μια αλληλουχία γεγονότων. Όλα άρχισαν από μια πρόταση κάποιου παραγωγού συναυλιών εκεί, ο οποίος με είδε και μ’ άκουσε σ’ ένα δορυφορικό κανάλι, του άρεσα, με κάλεσε κι, έτσι απλά, ξεκινήσαμε. Εκεί ο κόσμος έχει μια πραγματική δίψα για το ελληνικό τραγούδι. Ξεκινήσαμε και πήγαμε σε πιο μικρά θέατρα στην αρχή και, σιγά – σιγά, το ένα έφερε το άλλο. Πολύ με βοήθησε το γεγονός ότι κυκλοφόρησα και δίσκους μου εκεί, γιατί άλλο είναι ένας εισαγωγέας να φέρνει δίσκους από μια άλλη χώρα κι άλλο να κυκλοφορείς δίσκους κατευθείαν στην τοπική αγορά. Κάναμε και κάποια τραγούδια στη γλώσσα τους κι έγιναν πολύ μεγάλες επιτυχίες. Έκανα, επίσης, και δυο συναυλίες με τη Φιλαρμονική Ορχήστρα του Ισραήλ, οι οποίες καταγράφηκαν και δισκογραφικά. Αυτό ήταν ένα πολύ σημαντικό γεγονός, γιατί η Φιλαρμονική Ορχήστρα του Ισραήλ, υπό την μπαγκέτα του Τζούμπι Μέτα, είναι μια από τις πιο καλές ορχήστρες παγκοσμίως κι έχει μεγάλη παράδοση στην κλασική μουσική παιδεία.».

Παρατηρώντας τη δισκογραφία σας, βλέπω πως έχετε κυκλοφορήσει αρκετές ζωντανές ηχογραφήσεις. Τι σας ωθεί κάθε φορά να προχωράτε στην έκδοση κάποιων ζωντανών προγραμμάτων σας;

«Μακάρι να μπορούσαμε στις ζωντανές εμφανίσεις που κάνουμε να λέγαμε αυτά που θέλουμε να δισκογραφήσουμε μετά και, μακάρι, κατά την άποψή μου, όσον αφορά εμένα τουλάχιστον, να ηχογραφούνταν όλα ζωντανά! Είναι πολύ πιο άμεσο και μου αρέσει πάρα πολύ να τραγουδάω ζωντανά. Είναι αυτή η αλληλεπίδραση που υπάρχει μεταξύ του καλλιτέχνη και του κόσμου, που σου δίνει πάρα πολλά πράγματα. Όταν κάποιος έρχεται πραγματικά για ν’ ακούσει αφήνει τον εαυτό του ελεύθερο και, τότε, μπορείς να ζήσεις φανταστικά πράγματα. Σου μεταδίδει άμεσα την ενέργειά του κι, όταν η πρόθεση του καλλιτέχνη είναι να δώσει και να ανταποδώσει, δημιουργείται μια τέλεια, ιδανική, κατάσταση.  Μακάρι να μπορούσαν λοιπόν όλα να ηχογραφούνται από τις ζωντανές εμφανίσεις.».

Επίσης, παρατηρώ ότι, εκτός από τους δίσκους που έχετε κάνει με τον άντρα σας το Στέλιο Φωτιάδη, προσωπικό δίσκο έχετε κάνει, νομίζω, μόνο με το Χρήστο Νικολόπουλο και τον Αντώνη Βαρδή. Οι περισσότεροι προσωπικοί σας είναι πολυσυλλεκτικοί. Κι όμως, ακούγοντάς σας τώρα στα τραγούδια του Θεοδωράκη και, μιλάμε για τραγούδια που τα έχουν πει μεγάλες φωνές, μου δίνεται η εντύπωση ενός ομοιογενούς υλικού που έχει γραφτεί για τη φωνή σας και το ερμηνεύετε εκπληκτικά. Γιατί η Γλυκερία δεν έκανε περισσότερους προσωπικούς δίσκους - κύκλους τραγουδιών, ερμηνεύοντας μια ολοκληρωμένη πρόταση ενός μόνο συνθέτη;

«Όταν εγώ βγήκα στη δισκογραφία όλοι αυτοί οι μεγάλοι συνθέτες, ο Θεοδωράκης, ο Χατζιδάκις, ο Μούτσης, ο Μαρκόπουλος, ο Λοίζος(κ.ά.), είχαν ήδη ξεχωρίσει κάποιους τραγουδιστές, αλλά κι είχαν ήδη κάνει, σχεδόν, έναν κύκλο. Από ’κει και πέρα, δεν έγραψαν και φοβερά πολλά τραγούδια, είχαν προσφορά στο τραγούδι, αλλά με έναν άλλον τρόπο πια. Το τραγούδι ήδη είχε αλλάξει μορφή κι εγώ δεν πρόλαβα αυτήν την εποχή των μεγάλων κύκλων τραγουδιών και των μεγάλων συνθετών. Μου απέμενε λοιπόν, να προσπαθήσω να εκμαιεύσω το καλύτερο από τον κάθε συνθέτη ή στιχουργό, που έκανε την προσπάθειά του στο χώρο σ’ αυτή τη νέα εποχή κι αυτό έκανα.».

Αν σας ζητούσα να κάνατε έναν μικρό απολογισμό, σε ποιους δίσκους σας θα στεκόσασταν περισσότερο; Ποιοι είναι οι πιο αγαπημένοι σας ακόμα και για λόγους συναισθηματικούς;

«Για λόγους συναισθηματικούς ή και καθοριστικούς για την πορεία μου, θα στεκόμουν στον πρώτο μου δίσκο με τον Απόστολο Καλδάρα, γιατί ήταν το ξεκίνημά μου, στα “Σμυρναίικα”, γιατί είναι κάτι που με χαρακτήρισε και φωτίζει το δρόμο μου μέχρι σήμερα, στον Στέλιο Φωτιάδη, γιατί ήταν πάντα δίπλα μου και μου ’δωσε μερικά από τα πιο καταπληκτικά τραγούδια του, στη συνεργασία με το Χρήστο Νικολόπουλο και το Λευτέρη Παπαδόπουλο, τους δυο αυτούς μεγάλους δημιουργούς και θα σταματήσω στον Αντώνη Βαρδή, γιατί είναι, ίσως, απ’ τους τελευταίους που ’χει αυτή τη φλέβα του λαϊκού δημιουργού. Βεβαίως, μπορεί να παραλείπω κάποιους, γιατί μεγάλα και σπουδαία τραγούδια μου ’χουν δώσει κι άλλοι δημιουργοί, αλλά στέκομαι σ’ αυτά που χαρακτηρίζουν την πορεία μου.».

«Τα θεμέλιά μου στα βουνά». Η Γλυκερία τραγουδάει λαϊκά τραγούδια του Μίκη Θεοδωράκη. Πως πήρατε αυτήν την απόφαση για να ηχογραφήσετε αυτά τα τραγούδια του Μίκη;

«Αυτά τα τραγούδια του Θεοδωράκη, τα λαϊκά του, για τους ανθρώπους που γνωρίζουν και ξέρουν ν’ ακούνε, είναι πολύ αγαπημένα. Η αφορμή ήταν η συμμετοχή μου σε κάποιες συναυλίες στο Λυκαβηττό με την Λαϊκή Ορχήστρα Μίκης Θεοδωράκης, αλλά και σε κάποιες τηλεοπτικές εκπομπές όπου συνήθιζα να λέω ένα ζεϊμπέκικο του Μίκη, τις “Άπονες εξουσίες”, το οποίο, βέβαια, το λέω πάρα πολλά χρόνια. Ο Μίκης μ’ άκουσε να το λέω και τον συνεπήρε αυτό το πράγμα, του άρεσε πάρα πολύ, υπερβολικά κι έτσι καλλιεργήθηκε η ιδέα να πω τα λαϊκά τραγούδια του. Ξέρετε, δεν έγινε τίποτα βιαστικά, πήρε πολύ χρόνο να γίνει η επιλογή των τραγουδιών σε συνεργασία με το Μίκη κι όλο το υλικό δουλεύτηκε ένα χρόνο στο στούντιο, για να μη σας πω και παραπάνω. Πρόσεξα την κάθε λεπτομέρεια, ορχηστρικά και φωνητικά, γιατί πρέπει να είσαι χαλαρός, ξεκούραστος, να έχεις χρόνο και καλή διάθεση για να πας να τραγουδήσεις αυτά τα τραγούδια.».

Πως έγινε η επιλογή του συγκεκριμένου υλικού;

«Το υλικό αυτό είναι, σχεδόν, όλα τα λαϊκά του Μίκη και δεν υπήρχε, έτσι, συγκεντρωμένο. Υπήρχαν, επίσης, και κάποια τραγούδια απ’ αυτά, που δεν είχαν γνωρίσει δεύτερες εκτελέσεις, είχαν μείνει μόνο στις πρώτες. Όλα αυτά λοιπόν συγκεντρώθηκαν κι, είναι βεβαίως πολύ σημαντικό, ότι η επιλογή έγινε με τη βοήθεια και τη συνεργασία του Μίκη Θεοδωράκη.».

Τα περισσότερα από τα τραγούδια που ερμηνεύετε τα έχουν τραγουδήσει αντρικές φωνές και μάλιστα πολύ μεγάλες, Καζαντζίδης, Μπιθικώτσης, Νταλάρας, Μητροπάνος! Η δική σας ερμηνεία είναι, σαφώς, μια γυναικεία προσέγγιση, που, έχω την εντύπωση ότι την χρειάζονταν αυτά τα τραγούδια. Εσείς η ίδια πως το αντιμετωπίσατε το όλο θέμα, φοβηθήκατε καθόλου την αναμέτρηση με τις προγενέστερες εκτελέσεις;  

«Όχι. Κοιτάξτε, όταν ακούς το “Σαββατόβραδο” ή “Τα παραθύρια ορθάνοιχτα” από τον Καζαντζίδη σε πιάνει δέος. Αυτά τα τραγούδια όμως, τα άκουγα τόσο πολύ, ήταν οικεία στ’ αυτιά μου κι ήμουν εξοικειωμένη μ’ όλες αυτές τις φωνές που αναφέρατε. Η διαφορά είναι ότι κανείς ακροατής δεν περιμένει από μια γυναίκα να είναι Καζαντζίδης. Εγώ κατέθεσα μια γυναικεία ερμηνεία και προσπάθησα να συνδυάσω τη δυναμική και τη στιβαρότητα που απαιτούν αυτά τα τραγούδια με τη θηλυκή άποψη! Τώρα, αυτό που απομένει είναι, να αποφανθεί ο καθένας αν του αρέσει ή όχι αυτή η συγκεκριμένη γυναικεία ερμηνεία και προσέγγιση. Πάντως, προσωπικά, τώρα που τα ακούω με την απόσταση του χρόνου, είμαι αρκετά ευχαριστημένη από τον εαυτό μου και, νομίζω, ότι πολλές ερμηνείες είναι αρκετά επιτυχημένες. Τα τραγούδια αυτά βέβαια είναι από μόνα τους δυνατά και μεγάλα κι είμαι, πραγματικά, συγκινημένη και πολλή χαρούμενη που τα ηχογράφησα. Ήταν κάτι που το ήθελα πάρα πολύ!».

Που λοιπόν θα σας απολαύσουμε φέτος το χειμώνα, για να ακούσουμε ζωντανά τα τραγούδια του Θεοδωράκη ;

«Θα είμαι με την Ελένη Τσαλιγοπούλου και το ΤΡΙΦΩΝΟ στην Αθήνα, στο POLIS THEATER, από το Δεκέμβρη. Οπότε, τόσο η συνεργασία αυτή, όσο κι ο χώρος, απαιτούν να πω αρκετά από τα τραγούδια του Θεοδωράκη. Νομίζω ότι θα παρουσιάσουμε ένα καλό πρόγραμμα, γιατί οι καιροί είναι πάρα πολύ περίεργοι και δύσκολοι για να κάνεις καλά ψυχαγωγικά και ποιοτικά προγράμματα. Είναι, όμως, κάτι που ο κόσμος το έχει ανάγκη αυτήν την εποχή κι εμείς πρέπει να αφουγκραζόμαστε τις ανάγκες του. Το ίδιο πρέπει να κάνουμε όλοι μας, ο καθένας στον τομέα του, κι ιδιαιτέρως οι πολιτικοί, να αφουγκραζόμαστε τις ανάγκες του κόσμου.».  

*Πρώτη δημοσίευση : περιοδικό «ΑΥΛΑΙΑ», τεύχος 49(2008), σελ. 28-32.

Οι απόψεις και οι σκέψεις των συνεργατών του Ορφέα δεν ταυτίζονται απαραίτητα με τη γνώμη του περιοδικού.
Απαγορεύεται αυστηρά η χρήση και η αναδημοσίευση του συνόλου ή μέρους των άρθρων του Ορφέα, χωρίς προηγούμενη άδεια των υπευθύνων του περιοδικού και του συντάκτη και χωρίς ταυτόχρονη αναφορά της επωνυμίας του περιοδικού, του ονοματεπωνύμου του συντάκτη και του ακριβούς συνδέσμου του άρθρου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΥ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΥ ΣΕ ΑΛΛΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΧΟΛΙΑ

RSS

ΤΑ ΠΙΟ ΔΙΑΒΑΣΜΕΝΑ (90d)

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

ΕΙΠΑΝ - ΕΓΡΑΨΑΝ

Πάντα θα έχουμε ανάγκη από ουρανό.
Μίλτος Σαχτούρης

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ / ΑΥΡΙΟ

Δεν έχουν καταχωρηθεί γεγονότα.

ΤΥΧΑΙΑ TAGS