133 αναγνώστες online
Find us on FacebookJoin us on Facebook
sideBar



Σαββέρια Μαργιολά - «Αλισάχνη»

ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ «Τι έχω να χάσω»

Τάσος Π. Καραντής
Τάσος Π. Καραντής
Πρώτη Παρουσίαση
ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ - «Τι έχω να χάσω»
25.02.2018
Ορφέας | Main Feed

Ποίηση & Μελωδία

Κέλλυ Γκούνη

 

Νικόλαος Χαλικιόπουλος Μάντζαρος (1795–1872)

Εκατόν σαράντα ένα χρόνια μετά τον θάνατο του Νικόλαου Χαλικιόπουλου Μάντζαρου, παραμένει κυρίως γνωστός από την μελοποίηση του σολωμικού ποιήματος «Ύμνου εις την Ελευθερίαν», του οποίου οι δύο πρώτες στροφές (από τις 158) καθιερώθηκαν ως ο Εθνικός ύμνος της Ελλάδος, το 1865.
Όμως λίγοι γνωρίζουν ότι υπήρξε ο σπουδαιότερος συνθέτης στην μετεπαναστατική Ελλάδα και εκείνος που έθεσε τις βάσεις στην ελληνική έντεχνη μουσική.
Γεννημένος στην Κέρκυρα από πλούσια οικογένεια, σπούδασε μουσική στην γενέθλια πόλη αλλά και στην Ιταλία. Έχοντας δίπλα του, τους Στέφανο (πληκτροφόρο) και Ιερώνυμο (βιολί) Πογιάγου, τον Ανκόνα Στέφανο Μορέττι (θεωρητικά) και τον Μπαρμπάτι (θεωρητικά, σύνθεση) έμαθε πιάνο, βιολί, μουσική θεωρία και ακόμη αντίστιξη και φούγκα.
Το 1826 αποφασίζει να εγκατασταθεί μόνιμα στην Κέρκυρα, παρά τις αντιδράσεις του Νικολό Αντόνιο Τσινγκαρέλι, διευθυντή του Βασιλικού Ωδείου της Νάπολης με τον οποίο είχε συνδεθεί στενά, καλλιτεχνικά.
Σε μια επιστολή του ο Νικολό Αντόνιο Τσινγκαρέλι αναφέρει χαρακτηριστικά  “....θα ήταν για μένα παρηγοριά, αν μπορούσα να σε ξαναδώ πριν πεθάνω. Να είσαι βέβαιος ότι ο ερχομός σου θα παρέτεινε τη ζωή μου. Πρέπει να βιαστείς να έλθεις γιατί δεν βρίσκω άλλον που να μπορεί να με διαδεχτεί και μόνο σε σένα θα ήθελα πριν πεθάνω να εμπιστευτώ τη σχολή της Νάπολης.....”. Αυτό δείχνει το μουσικό κύρος και εύρος του συνθέτη Νικόλαου Μάντζαρου.
Ο συνθέτης, παρά τις πιέσεις, εγκαθίσταται στην Κέρκυρα, ώστε να ασχοληθεί με την μουσική εκπαίδευση της χώρας του, για την δημιουργία ελληνικής μουσικής παράδοσης μέσα από το δημοτικό τραγούδι και τους ελληνικούς λαϊκούς χορούς. Για να το πετύχει αυτό προσέφερε δωρεάν μαθήματα και μουσική καθώς θεωρούσε ότι ήταν αμάρτημα να πληρώνεται για να διδάσκει. Έτσι κατάφερε να ιδρύσει την Φιλαρμονική Εταιρεία Κερκύρας, το 1840, και να γίνει ο θεμελιωτής της λεγόμενης “Επτανησιακής Σχολής’’. Αξίζει να σημειωθεί ότι η πρώτη γενιά της Επτανησιακής σχολής (Εδουάρδος Λαμπελέτ, Σπυρίδων Ξύνδας, Παύλος Καρρέρ, Ιωσήφ Λιμπεράλης, Αντώνιος Λιμπεράλης κ.α) υπήρξαν οι συνεχιστές της λαμπρής πορείας της έντεχνης μουσικής, της οποίας τις βάσεις έθεσε ο Ν. Μάντζαρος.
Λίγοι είναι αυτοί που γνωρίζουν ότι υπήρξε ο πρώτος που σύνθεσε: τη μονόπρακτη κωμική όπερα «Don Crepuscuolo», που είναι η πρώτη σωζόμενη όπερα Έλληνα δημιουργού (1815), το πρώτο γνωστό έργο σε ελληνική γλώσσα για φωνή και ορχήστρα (Aria Greca, 1827), τα πρώτα γνωστά ελληνικά έργα για κουαρτέτο εγχόρδων (Partimenti, περίπου 1850), το πρώτο ελληνικό πιανιστικό ρεπερτόριο, το πρώτο ελληνικό έργο σε μορφή φούγκας, το πρώτο δοκίμιο μουσικής ανάλυσης (Rapporto, 1851) , τα πρώτα μουσικοπαιδαγωγικα συγγράμματα στην Ελλάδα και ίσως και άλλα τα οποία δεν έχουν πιστοποιηθεί ακόμα.
Το ότι η αξία του περιορίστηκε μόνο στην σύνθεση του Εθνικού μας ύμνου, σημαίνει ότι δεν αναγνωρίστηκε ποτέ  η Κέρκυρα του 19ου αι., ως η πατρίδα του πρώτου κινήματος της έντεχνης μουσικής.  
Ο Νικόλαος Μάντζαρος ήταν γενναιόδωρος, ευγενικός, μετριόφρων και ευχάριστος με τις συναναστροφές του. Θεωρούσε τον εαυτό του ερασιτέχνη μουσικό και όχι επαγγελματία, αυτός ήταν και ο λόγος που το σπίτι του είχε γίνει ανοιχτό εκπαιδευτήριο,  “...ανοικτό στους υιούς των πλουσίων αλλά και των πτωχών.” όπως γράφει ο λόγιος Δε-Βιάζης στο περιοδικό Aπόλλων τον Φεβρουάριο του 1890.
Δυστυχώς, την 29η Μαρτίου του 1872, ο Μάντζαρος έπεσε σε κώμα κατά τη διάρκεια μαθήματος και τελικά αφήνει την τελευταία του πνοή στις 12 Απριλίου του ίδιου έτους. Ένα απόσπασμα της νεκρολογίας του Νικόλου Χαλικιόπουλου Μάντζαρου, που έχει γραφτεί από τον ποιητή Γεράσιμο Μαρκορά, αναφέρει “...Εν τῶ  πολυετεί ἑπιστημονικῶ  αυτού σταδίω ευεργητικώτατος απεδείχθη προς την πατρίδα, διότι συν τοις άλλοις, εις πλείστα όσα των τέκνων αυτής ωφελιμοτάτη η φιλόστοργος και γενναία αυτού διδασκαλία, εξ ης εύρον ταύτα έντιμον πόρον ζωής, ενῶ συνάμα δια του έργου αυτών επιτυχώς συνέτειναν εις την κατά την Ανατολήν διάδοσιν της μουσικής τέχνης.”
 

  
  



Διονύσιος Σολωμός (1798-1857)


Ο Διονύσιος Σολωμός, ή αλλιώς ο εθνικός μας ποιητής έμεινε στην ιστορία όχι μόνο γιατί έγραψε τον «Ύμνο εις την Ελευθερίαν» αλλά γιατί ήταν ο πρώτος που καλλιέργησε τη δημοτική γλώσσα και επηρέασε τον νεοελληνικό ποιητικό λόγο αλλά και την λογοτεχνική γλώσσα, σε μεγάλο βαθμό.
Γεννήθηκε στην Ζάκυνθο, προερχόμενος από την εξωσυζυγική σχέση του πατέρα του Νικόλαο Σολωμό και της δεκαεξάχρονης υπηρέτριας του Αγγελική Νίκλη. Ποτέ δεν ένοιωσε μειονεκτικά, ως νόθο παιδί, αλλά σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη της προσωπικότητας τους έπαιξε η λαϊκή καταγωγή της μητέρας από την οποία γνώρισε τις λαϊκές παραδόσεις.
Ύστερα από τον θάνατο του πατέρα του, ο κηδεμόνας του κόντες Διονύσιος Μεσσαλάς έστειλε τον Διονύσιο Σολωμό στην Ιταλία για να απομακρυνθεί από την πληβεία μητέρα του. Εκεί αγάπησε την λογοτεχνία και έγραψε τα πρώτα του ποιήματα στην ιταλική γλώσσα, με κυρίως θρησκευτικά θέματα.
Το 1818, αφού τελείωσε τις σπουδές του, επιστρέφει στην Ζάκυνθο και συναναστρέφεται με πνευματικούς ανθρώπους του νησιού. Η θέληση του να γράψει ποιήματα στα ελληνικά τον οδηγούν στην μελέτη δημοτικών τραγουδιών και ανάγνωσης ποιητικών έργων (προσολωμικών). Εκείνη την περίοδο γράφει και το γνωστό ποιητικό έργο «Η Ξανθούλα».
Το 1828, εγκαθίσταται στην Κέρκυρα ύστερα από μία ενδοοικογενειακή δίκη που είχε με τον αδερφό του Δημήτρη. Όμως η Κέρκυρα αποτέλεσε την βάση του για την εξέλιξη του, όντας το επίκεντρο ενός κύκλου θαυμαστών και ποιητών. Έτσι ο Σολωμός υπήρξε ο πρωτεργάτης της άνθησης της Ελληνικής ποίησης, δεκαετίες πριν το εγχείρημα του Κ. Παλαμά στην Αθήνα, λόγω των φιλελεύθερων ιδεών του και της ευαίσθητης και άρτιας προσέγγισης της τέχνης της ποίησης.
Ο Διονύσιος Σολωμός, δε φημιζόταν για τα ολοκληρωμένα του έργα. Τα περισσότερα ποιήματα του, βρίσκονταν σε σκόρπια φύλλα, με δυσανάγνωστο γραφικό χαρακτήρα, με στίχους άλλοτε στα Ελληνικά και άλλοτε στα Ιταλικά. Ο Σολωμός επιθυμούσε τα έργα του να έχουν  την τέλεια μορφή, απαλλαγμένα από καθετί περιττό. Ο πιστός μαθητής του Σολωμού, Ιάκωβος Πολυλάς, ύστερα από μεγάλο αγώνα συλλογής και ανασύνθεσης έργων του Σολωμού κατάφερε το 1859 να εκδώσει τα «Άπαντα τα Ευρισκόμενα». Ο Κ. Βάρναλης, αναφερόμενος στην ακαταστασία και στην τελειομανή συμπεριφορά του Σολωμού, λέει «...τα έγραφε, αλλά ποτές του δεν τα έγραψε».
Σε όλο το έργο του ο Σολωμός κήρυξε τις αθάνατες αξίες της ζωής: Δικαιοσύνη, Ελευθερία, Αλήθεια, Θρησκεία, Αγάπη, Χρέος. Αυτό όμως που απασχόλησε τον ποιητή μας ήταν η  εθνική, η πνευματική και η ηθική Ελευθερία. Ο ποιητής μέσα από το ποίημα ύμνος εις την Ελευθερία οραματίζεται την (εθνική) Ελευθερία οπλισμένη με σπαθί, μέσα από το ποίημα «Ελεύθεροι Πολιορκημένοι» οραματίζεται την (ηθική) ελευθερία με τον έρωτα για τον επάνω κόσμο και μέσω από το ποίημα «Διάλογος» οραματίζεται την (πνευματική) Ελευθερία καθώς εναντιώνεται στους λόγιους της εποχής που προσπαθούσαν να τυφλώσουν το γένος με την καθαρεύουσα και τους τόνους του.  
Ο Διονύσιος Σολωμός έδειξε ότι η ποίηση έπρεπε να είχε αμεσότητα με τον απλό λαό, δίχως άχρηστα παραγεμίσματα. Έθετε τους πιο κοινούς προβληματισμούς με τον πιο απλό τρόπο. Αυτό ήταν τελικά που τον χαρακτήρισε ως εθνικό μας ποιητή.
Ήταν απόμακρος και απομονωμένος από τα κοινά. Δεν έκανε ούτε ένα ταξίδι στην ελευθερωμένη Ελλάδα, γιατί όπως υποστηρίζεται, «δεν συνήθιζε να θεατρίζει στον εθνικό του φρόνημα αλλά μες το άγιο βήμα της ψυχής».
Το 1857, ύστερα από αλλεπάλληλες εγκεφαλικές συμφορήσεις, έφυγε από τη ζωή και όλος ο λαός και οι φορείς της Κέρκυρας πένθησαν έναν πνευματικό άνθρωπο της Ελλάδας.

  
  

 

«Ύμνος εις την Ελευθερίαν»
 «Στις δυνατότητες των φωνητικών του οργάνων οφείλει τη φύση της φωνής του, που είναι αρμονική, ευλύγιστη, εκφραστική κατάλληλη να τον εμπνέει και έτοιμη να αποδώσει την ηχηρότητα των στοίχων του. Γι’ αυτό από ένστικτο δημιουργεί τους περισσότερους στοίχους του με το τραγούδι, αυτοσχεδιάζοντας μελωδίες, που απηχούν ολοκληρωμένη την αληθινή έκφραση της ποιητικής σύλληψης ενός μουσικού πνεύματος», είναι η αναφορά του Ν. Μάντζαρου προς τον Δ. Σολώμο. Μια βαθιά φιλία που θέτει τις βάσεις της, χρονολογικά, το 1828 περίπου. Την ίδια χρονιά ο Ν. Μάντζαρος εγκαταλείπει τη σύνθεση έργων σκηνικού τύπου για φωνή και ορχήστρα και αφιερώνεται σχεδόν εξολοκλήρου στη μελοθέτηση ελληνικών ποιημάτων για μια ή περισσότερες φωνές, σολιστικές ή χορωδιακές, με συνοδεία πιάνου (σπανιότερα, άρπας), υιοθετώντας ένα μελωδικό ύφος απλούστερο (κάποτε λαϊκότροπο) που δεν τον εμποδίζει να δημιουργεί δομές περίτεχνες, συχνά αξιοθαύμαστου πολυφωνικού πλούτου. Η πρώτη απόπειρα του εθνικού μας συνθέτη μελοποιημένης ποίησης ήταν η «Φαρμακωμένη» του Δ. Σολωμού  (ποίημα που γράφτηκε εκφράζοντας την αγανάκτησή του ποιητή έναντι των συμπατριωτών του γιατί καταδίκασαν σε ηθικό θάνατο μια νέα κοπέλα), πριν ακόμα μας δώσει την μελοποίηση του «Ύμνου εις την Ελευθερίαν» , το 1830.
Ο «Ύμνος εις την Έλευθερίαν» γράφτηκε από τον Δ. Σολωμό, στην Ζάκυνθο το 1823, εμπνευσμένος από την πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου, δύο χρόνια μετά την έναρξη της επανάστασης των Ελλήνων κατά των Τούρκων. Ο Σολωμός φέρεται να ολοκλήρωσε το ποίημα στη διάρκεια ενός μηνός. Δύο χρόνια μετά, το 1825, με την φροντίδα του Σπυρίδωνα Τρικούπη, μέντορα του Δ. Σολωμού, το έργο του δημοσιεύτηκε στο πολιορκημένο Μεσολόγγι το οποίο μεταφράστηκε στα ιταλικά, στα αγγλικά και το 1827 στα γαλλικά. Με αυτόν τον τρόπο η φήμη του ποιητή εξαπλώθηκε σε Ελλάδα και Ευρώπη ενισχύοντας τον φιλελληνισμό των Ευρωπαίων. Με τον «Ύμνο εις την Ελευθερίαν» άρχισε μια σημαντική περίοδος για την διαμόρφωση του ποιητή καθώς είναι η εποχή στην οποία έχει κατακτήσει πλέον την γλώσσα και προσπαθεί να δοκιμαστεί σε συνθετότερες μορφές  και να εγκαταλείψει την ευκολία του αυτοσχεδιασμού.
Η επιρροή και η απήχηση του συγκεκριμένου έργου, άγγιξε και τον εθνικό μας συνθέτη Ν. Μάντζαρο, ο οποίος ολοκλήρωσε την πρώτη μελοποίηση το 1830 και διήρκησε 2 χρόνια (μουσικά η 1η μελοποίηση είχε απλό και δημοτικό χαρακτήρα). Συνολικά είχε δημιουργήσει 5 μελοποιήσεις, καθώς συνήθιζε να επανέρχεται σε ήδη μελοποιημένα ποιήματα του και να τα επανεκτελεί με διαφορετικό τρόπο κάθε φορά.
Κατά την ίδρυση του Ελληνικού Κράτους, το 1828, κανέναν δεν απασχόλησε η καθιέρωση εθνικού ύμνου. Έως το 1831 την «εθνική» μουσική ανάγκη κάλυπταν γαλλικά εμβατήρια, που παίζονταν από τη Μουσική του Στρατού στις σπάνιες επίσημες περιστάσεις. Μετά την εγκατάσταση του Όθωνα, ως εθνικός ή βασιλικός ύμνος είχε οριστεί ο αντίστοιχος βαυαρικός ο οποίος είχε προσαρμοστεί σε ελληνικούς στίχους. Ο Ν. Μάντζαρος στην προσπάθεια του να υιοθετηθεί ο «Ύμνος εις την Έλευθεριαν» ως εθνικός δημιούργησε άλλες δύο μελοποιήσεις το 1837 και το 1839-40. Αλλά και πάλι δεν έγιναν αποδεκτά ως ‘’εθνικός ύμνος’’ παρά μόνο τιμήθηκαν οι δημιουργοί του, με τον Αργυρό Σταυρό του Βασιλικού Τάγματος του Σωτήρος και τον Χρυσό Σταυρό του ίδιου Τάγματος 4 χρόνια αργότερα (1849), αντίστοιχα. Η 3η μελοποίηση έγινε το 1944 και θεωρήθηκε ανώτερη των προηγουμένων εκτελέσεων από τους συγχρόνους του Μάντζαρου. Το 1861 ο Ν. Μάντζαρος επιχειρεί την 5η μελοποίηση, όπου έμοιαζε με εμβατήριο, καθώς του ζητήθηκε από το Υπουργείο Στρατιωτικών. Ήδη όμως η 1η μελοποίηση είχε υιοθετηθεί από την φιλαρμονική ΚερκύρΗς και παίζονταν συχνά στο νησί. Έτσι με την επίσκεψη του Γεωργίου Α’ στο νησί, ενθουσίασε τόσο πολύ τον ίδιο που το χαρακτήρισε «επίσημο εθνικό άσμα» και οι δυο πρώτες στροφές πλέον νομοθετήθηκαν ως ο εθνικός μας ύμνος.
Η μοίρα της ζωής στέρησε την χαρά από τον εθνικό μας ποιητή να δει και να ακούσει το δικό του δημιούργημα να ηχεί ως εθνικό μας εμβατήριο αλλά δεν δόθηκε η ευκαιρία ούτε στον εθνικό μας συνθέτη να δει την 1η έκδοση του «Εθνικού ύμνου» (Λονδίνο 1873).
Την αφετηρία, λοιπόν, της νεοελληνικής ποίησης και της έντεχνης μουσικής, των οποίων οι τεχνικές εφαρμόζονται έως σήμερα, και επηρέασαν σημαντικά τους συγχρόνους ποιητές μας και συνθέτες, την όρισαν ο Νικόλαος Χαλικιόπουλος Μάντζαρος και ο Διονύσιος Σολωμός. Ας τους τιμήσουμε με το ελάχιστο, διαβάζοντας μερικές γραμμές πολλών σελίδων ιστορίας.

 

 
 

 Ο Εθνικός Ύμνος της Ελλάδας- Ολόκληρος

Οι απόψεις και οι σκέψεις των συνεργατών του Ορφέα δεν ταυτίζονται απαραίτητα με τη γνώμη του περιοδικού.
Απαγορεύεται αυστηρά η χρήση και η αναδημοσίευση του συνόλου ή μέρους των άρθρων του Ορφέα, χωρίς προηγούμενη άδεια των υπευθύνων του περιοδικού και του συντάκτη και χωρίς ταυτόχρονη αναφορά της επωνυμίας του περιοδικού, του ονοματεπωνύμου του συντάκτη και του ακριβούς συνδέσμου του άρθρου

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΧΟΛΙΑ

RSS

ΤΑ ΠΙΟ ΔΙΑΒΑΣΜΕΝΑ (90d)

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

ΕΙΠΑΝ - ΕΓΡΑΨΑΝ

Άσκησα την όραση για μακριά κι έχασα τα κοντινά μου.
Κατερίνα Γώγου

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ / ΑΥΡΙΟ

25/2/1943 Γεννήθηκε ο κιθαρίστας του συγκροτήματος Μπητλς Τζωρτζ Χάρισον
25/2/1973 Ο Νίκος Κοεμτζής σκοτώνει τρεις αστυνομικούς για μία "παραγγελιά" στο κέντρο Νεράϊδα. Ο Διονύσης Σαββόπουλος με αφορμή το περιστατικό θα γράψει το τραγούδι "Μακρύ ζεϊμπέκικο για το Νίκο"
26/2/1969 Κάνει πρεμιέρα η ταινία "Ζ" του Κώστα Γαβρά με θέμα τη δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη, βασισμένη στο μυθιστόρημα του Βασίλη Βασιλικού και με τη μουσική του Μίκη Θεοδωράκη