136 αναγνώστες online
Find us on FacebookJoin us on Facebook
sideBar



Σαββέρια Μαργιολά - «Αλισάχνη»

ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ «Τι έχω να χάσω»

Τάσος Π. Καραντής
Τάσος Π. Καραντής
Πρώτη Παρουσίαση
ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ - «Τι έχω να χάσω»
23.03.2017
Ορφέας | Main Feed
Κείμενο: Τάσος Κριτσιώλης, www.musiccorner.gr

Γιάννης Πάριος: 40 χρόνια δισκογραφία | 2000 - 2010

Η δισκογραφία σήμερα

Ορφέας

Το μεγάλο ταξίδι στη γεμάτη επιτυχίες και σπουδαίες ερμηνείες δισκογραφική πορεία του Γιάννη Πάριου ξεκίνησε. Επειδή βεβαίως είναι αδύνατο να χωρέσει μια καριέρα 40 και πλέον ετών σ’ ένα αφιέρωμα, θα την παρουσιάσουμε σε διάφορες ενότητες και πιστεύουμε ότι στο τέλος θα έχουμε καταφέρει να δώσουμε στο κοινό μιαν άκρως αποκρυσταλλωμένη κι όσο γίνεται πιο πλήρη εικόνα των πεπραγμένων ενός από τους μεγαλύτερους ερμηνευτές που γεννηθήκανε σε τούτο τον τόπο. Προσδεθείτε και φύγαμε…

 

2000 - 2010: Στα δάχτυλα του ενός χεριού ...

Η χαραυγή του 21ου αιώνα σήμανε το οριστικό (;) τέλος του βινυλίου και της κασέτας μαγνητοφώνου, αλλά και των επιτυχημένων από κάθε άποψη δισκογραφικών επιλογών του Γιάννη Πάριου. Με λαμπερή εξαίρεση την κυκλοφορία της συναυλίας του στο Λυκαβηττό με τα ερωτικά τραγούδια του Μίκη Θεοδωράκη, οι υπόλοιπες δουλειές του πέρασαν σχεδόν απαρατήρητες και οι γνωστές και διαχρονικές στιγμές που αφήσανε πίσω τους, μετριούνται στα δάχτυλα του ενός χεριού…
Αυτά τα χρόνια, ο Πάριος συνεργάστηκε δύο φορές σε ολοκληρωμένα άλμπουμ με τον Αντώνη Βαρδή, άλλες τόσες κυκλοφόρησε δουλειές αποκλειστικά σε μουσική και στίχους δικούς του, ενώ προσέγγισε και δημιουργούς της νέας γενιάς χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία. Παράλληλα, η εταιρεία εξέδωσε τρεις «επετειακές» συλλογές με αφορμή τη συμπλήρωση 30, 35 και 40 ετών του στη δισκογραφία, ενώ ηχογραφήθηκε και η πρώτη του επαφή με το Μέγαρο Μουσικής.

 

2000: «Πάριος έρωτας»

Το 2000, ο Γιάννης Πάριος συμπλήρωσε 30 χρόνια στη δισκογραφία (αν και κανονικά το 1969 ξεκίνησε τις ηχογραφήσεις…) κι έτσι το Νοέμβριο εκείνης της χρονιάς κυκλοφόρησε μια κασετίνα οκτώ ψηφιακών δίσκων (ελληνιστί CD…) με τις καλύτερες, διαχρονικές και πιο αγαπημένες στιγμές αυτών των τριών δεκαετιών.
Κατά τη γνώμη μου, η όλη έκδοση χαρακτηρίζεται σε γενικές γραμμές ως προχειροδουλειά και δε συγκρίνεται σε καμία περίπτωση με αντίστοιχες άλλων μεγάλων ερμηνευτών που προηγήθηκαν ή ακολούθησαν αυτής (Νταλάρας, Μητροπάνος, Μπιθικώτσης, Γαλάνη, Μοσχολιού, Καλογιάννης κ.α.). Μπορεί να ήταν ογκώδης και πολυσέλιδη, αλλά πέραν των κειμένων που γράψανε για κείνον ορισμένοι σημαντικότατοι και σπουδαίοι ομότεχνοί του (Μούσχουρη, Αλεξίου, Νταλάρας) και τα δύο «μεγάλα κεφάλια» της εταιρείας (Μάκης Μάτσας και Αχιλλέας Θεοφίλου), δε θα βρείτε ουδεμία αναφορά στη ζωή και στην καριέρα του. Στις σχετικές συλλογές άλλων τραγουδιστών, υπάρχει η αφήγηση όλης της πορείας τους από τους ίδιους με σημαντικές πληροφορίες για τραγούδια, δίσκους, συνθέτες, «ζωντανές» εμφανίσεις κ.τ.λ. Εδώ απολύτως τίποτε…
Επιπλέον, το φωτογραφικό υλικό αυτής της έκδοσης περιλαμβάνει ελάχιστες στιγμές από τα πρώτα βήματα του Πάριου στο χώρο και το κύριο μέρος του καταλαμβάνουνε στιγμιότυπα από τη δεκαετία του ’90 κι έπειτα. Υπάρχουνε μόνο κάποια ‘70s εξώφυλλα περιοδικών ατάκτως ερριμένα, τρία-τέσσερα αποσπάσματα από συνεντεύξεις του σε εφημερίδες και περιοδικά και τέλος…
Στη δε παράθεση της δισκογραφίας του, σε πιάνουνε τα γέλια. Αναφέρονται μόνο τα τραγούδια του κάθε άλμπουμ χωρίς το συνθέτη και τον στιχουργό τους (πάλι καλά που υπάρχει και το εξώφυλλο…), ενώ στους διπλούς δίσκους βινυλίου με τα νησιώτικα έχουνε παραλειφθεί τα τραγούδια που έλειπαν από την πρώτη έκδοση αυτών σε ψηφιακή μορφή. Αφήστε που απουσιάζει παντελώς ο «Πιστός» του 1988, ενώ έχει συμπεριληφθεί το «Η παράσταση αρχίζει» το οποίο δεν είναι παρά η ζωντανή ηχογράφηση του προγράμματος που έκαναν οι Πάριος, Αλεξίου και Γαλάνη τη σεζόν 1989-90 πρώτα στο “Rex” της Θεσσαλονίκης κι εν συνεχεία στον «Απόλλωνα» στην Αθήνα. Δεν πρόκειται δηλαδή για προσωπικό άλμπουμ…
Φυσικά, ούτε κουβέντα να γίνεται σχετικά με την οποιαδήποτε αναφορά στα ανέκδοτα σε άλλη μορφή ήχου τραγούδια του από τις 45 στροφές και στις συμμετοχές του σε ολοκληρωμένους «κύκλους» συνθετών («Άσπρο-μαύρο», «Ροβινσώνες», «Ανθρώπινα και καθημερινά», «Οδός Αριστοτέλους» κ.τ.λ.) ή προσωπικών δίσκων άλλων τραγουδιστών («Λέμε-λέμε» και «Έχεις τρελάνει κόσμο» της Λίτσας Διαμάντη, «Αλλάξανε πολλά» της Άννας Φωτίου κ.τ.λ.). Αστεία πράγματα…
Στο καθαρά «ηχητικό» μέρος της ιστορίας, το highlight είναι το όγδοο CD που ηχογραφήθηκε το φθινόπωρο του 1983 με τη φωνητική συνδρομή της Χαρούλας Αλεξίου και ορισμένων σπουδαίων σολίστ όπως ο Τάκης Σούκας και ο Αντώνης Βαρδής. Περιλαμβάνει μια σειρά πολύ γνωστών και σπουδαίων τραγουδιών του παρελθόντος («Αύριο πάλι», «Τα δειλινά», «Συ μου χάραξες πορεία» κ.α.), αλλά και κάποιες πρόβες καινούργιων -τότε- τραγουδιών που συμπεριλήφθηκαν λίγους μήνες μετά στο άλμπουμ του Πάριου «Πιο καλή η μοναξιά» («Φύγε κι εσύ», «Θα σ’ ακολουθώ» που με ορισμένες αλλαγές στο ρεφρέν έγινε «Θα σ’ εκδικηθώ»).
Εκείνο που δεν «κολλάει» σ’ αυτό το CD, είναι η παρουσία του «Πιο καλή η μοναξιά» και του «Σ’ αγαπώ (γιατί είσαι ωραία)» ακριβώς όπως μπήκανε το Μάρτιο του ’84 στο δίσκο που αναφέραμε παραπάνω…Άλλο ένα «ντεσού» είναι το γεγονός ότι στον ψηφιακό δίσκο με τα νησιώτικα υπάρχει το «Νεράιδα είσαι μάτια μου» που ηχογραφήθηκε το 1992 για το άλμπουμ «Τα νησιώτικα 2» αλλά δεν περιλήφθηκε σ’ αυτό κι έτσι εδώ το συναντάμε για πρώτη φορά…
Επιστρέφουμε στις «παραφωνίες». Υπάρχει το CD με τίτλο «Με τους φίλους μου», το οποίο κανονικά θα έπρεπε να περιλαμβάνει τα ντουέτα που κατά καιρούς ηχογράφησε με άλλους τραγουδιστές. Ε λοιπόν, από τα 20 τραγούδια του δίσκου μόνο τα 7 δικαιολογούνε τον τίτλο του και όλα τα υπόλοιπα είναι μιαν ανθολογία από τα…μεταγλωττισμένα κομμάτια που ερμήνευσε ο Πάριος τη δεκαετία 1975-1985. Αφήστε που υπάρχει κι εδώ το «Πιο καλή η μοναξιά»…
Από εκεί και πέρα, τρία CD καλύπτουν τις πιο αγαπημένες στιγμές του στα πρώτα 30 χρόνια της δισκογραφίας του κι από εκεί και πέρα έχουμε ένα αφιερωμένο στα νησιώτικα, ένα με τις πρώτες εκτελέσεις τραγουδιών που έγραψε ο Πάριος για συναδέλφους του κι ένα με 19 κομμάτια από «Τα ερωτικά του ‘50» συν το «Είσαι το λάθος μου» από το «Πιο καλή η μοναξιά».

 

2001: «Άλλη μια φορά»

Ενθουσιάστηκα όταν άκουσα ότι ο Γιάννης Πάριος επρόκειτο να συνεργαστεί ξανά στη δισκογραφία με τον Αντώνη Βαρδή μετά από 18 χρόνια ως ερμηνευτής. Βλέπετε, είχα στο μυαλό μου τα σπουδαία τραγούδια από το παρελθόν που συνδέανε τους δυο τους («Αχ αγάπη», «Ένα γράμμα», «Σε γυρεύω», «Έφυγα» κ.α.) και περίμενα κάτι ανάλογο και στη νέα τους συνεργασία. Σημειωτέον ότι για πρώτη φορά ο συνθέτης θα έφτιαχνε ολοκληρωμένη δουλειά για τον ερμηνευτή.
Αυτή κυκλοφόρησε το Μάιο του 2001 με τίτλο «Άλλη μια φορά» και φυσικά έσπευσα από τους πρώτους να την αγοράσω. Μόλις έβαλα το CD στο μηχάνημα αναπαραγωγής, κατάλαβα ότι οι ελπίδες μου για νέες μεγάλες και σπουδαίες στιγμές των δυο τους ήταν καταδικασμένες. Μέτριες μουσικές, μέτριοι στίχοι (όλοι του Βασίλη Γιαννόπουλου) κι ένας Πάριος που φωνητικά είχε ήδη αρχίσει να παίρνει την κατιούσα. Απογοητεύτηκα πολύ, γιατί οι προσδοκίες που είχα από δύο τόσο σημαντικούς και ταλαντούχους ανθρώπους ήτανε πολύ μεγάλες…
Να όμως που από αυτή τη μετριότητα ξεχώρισε και μια διαχρονική στιγμή. Ο λόγος για το «Μου ‘χεις κάνει τη ζωή μου κόλαση», που πλέον συγκαταλέγεται στο «κλασικό» ρεπερτόριο του Πάριου και πράγματι είναι ένα από τα ελάχιστα άξια λόγου χαρακτηριστικά τούτου του δίσκου. Ένα «δυνατό» ζεϊμπέκικο που ο ερμηνευτής πάντα περιλαμβάνει στις εκάστοτε εμφανίσεις του και γενικώς ακούγεται πολύ μέχρι σήμερα.
Ως κομμάτι είναι πολύ καλό το «Όλη η ζωή μου», το οποίο ο Πάριος της δεκαετίας του ’80 θα είχε κυριολεκτικά «σκίσει» με την ερμηνεία του. Εδώ όμως με μια καταπονημένη φωνή προσπαθεί να θυμίσει κάτι από το ένδοξο παρελθόν κι ως ένα σημείο τα καταφέρνει ικανοποιητικά. Ο ίδιος το θυμάται ακόμα και σήμερα στα προγράμματα που κάνει…
Από εκεί και πέρα, τίποτε το ιδιαίτερο. Κάποια τσιφτετελάκια του «συρμού» («Κινδυνεύω», «Μη ρωτάς τους άλλους») και αδιάφορες μελωδίες συμπληρώνουνε μια δουλειά που με βάση την αξία των συντελεστών της θα έπρεπε να είχε «απογειωθεί» καλλιτεχνικά κι εμπορικά. Έμεινε όμως στα ρηχά και λίγο πιο πάνω από τις 20.000 αντίτυπα.

 

2001: «Ο ερωτικός Θεοδωράκης»

Τουλάχιστον, ο Πάριος αποζημίωσε τους θαυμαστές του για τη μετριότητα του «Άλλη μια φορά» με τις καλοκαιρινές συναυλίες που έκανε τραγουδώντας ορισμένα από τα πιο γνωστά και μεγάλα ερωτικά κομμάτια του τεράστιου Μίκη Θεοδωράκη. Μια συνεργασία που έπρεπε να είχε λάβει χώρα πολλά χρόνια νωρίτερα και με καινούργιο υλικό (και ήταν έτοιμη αλλά δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ…), έγινε τελικώς τον Ιούλιο του 2001 με παλιό. Στις 21 εκείνου του μήνα λοιπόν, ο Γιάννης Πάριος ανέβηκε στη σκηνή του κατάμεστου θεάτρου Λυκαβηττού και με τη βοήθεια της Λαϊκής Ορχήστρας «Μίκης Θεοδωράκης» ερμήνευσε 30 από τις ομορφότερες δημιουργίες του μεγάλου συνθέτη με θέμα τον έρωτα. Τα έδωσε όλα και δικαίως αποθεώθηκε από το κοινό, μακράν στην καλύτερη στιγμή του μέσα στην πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα. Μπορεί η φωνή του να μη τον βοηθούσε πια όπως παλιά, αλλά η ψυχή και η «δίψα» του να τραγουδήσει Θεοδωράκη κάλυψαν όλες τις αδυναμίες. Η λέξη «Άξιος» που είπε ο συνθέτης στο τέλος της βραδιάς όταν ανέβηκε στη σκηνή για να ερμηνεύσει μαζί με τον Πάριο το «Στρώσε το στρώμα σου», τον «Καημό» και το «Περιγιάλι το κρυφό»…
Λίγες ημέρες αργότερα, ο τραγουδιστής ήλθε και στη Θεσσαλονίκη με το ίδιο πρόγραμμα και φυσικά έτρεξα να τον ακούσω στο «Θέατρο Γης», πιστεύοντας ότι το παρών θα έδινε και ο Μίκης. Δυστυχώς όμως αυτό δεν έγινε και το κοινό της πόλης μου σχολίασε με αρνητικό τρόπο την απουσία του δημιουργού…
Τον Οκτώβριο εκείνης της χρονιάς, η συναυλία από τον Λυκαβηττό κυκλοφόρησε σε διπλό CD το οποίο ξεπέρασε τις 100.000 αντιτύπων. Ήταν η τελευταία φορά που δισκογραφική δουλειά του Πάριου έφτασε σε εξαψήφιο αριθμό πωλήσεων.

 

2002: «Μια βάρκα για να πας απέναντι»

Είκοσι χρόνια μετά τα πρώτα -θρυλικά- νησιώτικα και δέκα μετά τα -λιγότερο καλά- δεύτερα, ο Γιάννης Πάριος κάνει μια τρίτη απόπειρα ηχογράφησης τραγουδιών από τα πανέμορφα νησιά μας. Τούτη τη φορά σε περιορισμένη κλίμακα, αφού επιλέγεται η επανακυκλοφορία των δύο παλαιών «Νησιώτικων» άλμπουμ με την προσθήκη τεσσάρων νέων κομματιών τα οποία κυκλοφορούνε τον Αύγουστο του 2002. Ο λόγος για τα «Αρμενάκι», «Στο ‘πα και στο ξαναλέω», «Μεσ’ στου Αιγαίου» και «Τζιβαέρι».
Η σύγκριση είναι αναπόφευκτη και φυσικά υπέρ των παλαιότερων ανάλογων δίσκων του. Φτάνει μόνο ν’ ακούσετε το πρώτο CD με τα «Νησιώτικα» του 1982 αμέσως μετά τις δύο νέες ηχογραφήσεις με τις οποίες αυτό ξεκινά. Ο Πάριος φωνητικά είναι η μέρα με τη νύχτα και θεωρώ εντελώς ατυχή την επιλογή του να ξανατραγουδήσει νησιώτικα τη στιγμή που φωνητικά είχε πάρει την κάτω βόλτα. Στα πλην της έκδοσης, το γεγονός ότι και πάλι λείπουνε τραγούδια από τα δύο ολοκληρωμένα παλαιότερα άλμπουμ…

 

 

2003: «Το καλό που σου θέλω»

Μάρτιος του 2003 και στα δισκοπωλεία εμφανίζεται η καινούργια δουλειά του Γιάννη Πάριου. «Πολυσυλλεκτική» αυτή τη φορά, αφού τα τραγούδια υπογράφουν αρκετοί συνθέτες και στιχουργοί κυρίως της νέας γενιάς (Χριστόδουλος Σιγανός, Τάσος Παναγής, Μάριος Ψιμόπουλος, Ηλίας Φιλίππου κ.α.), ενώ υπάρχει και η πρώτη συνεργασία του με τη Σοφία Βόσσου. Παράλληλα, κάποια τραγούδια έγραψε κι ο ίδιος.
Το αποτέλεσμα είναι για ακόμη μια φορά μέτριο. Από αυτό το σημείο και μετά, ο Πάριος θα βγάζει δίσκους απλώς για να υπάρχει στο χώρο και για λόγους συμβολαίου με την εταιρεία. Απολύτως τίποτε δεν του πρόσφεραν όλες αυτές οι δουλειές που έκανε από τότε έως σήμερα, πέραν δυο-τριών απλώς καλών τραγουδιών.
Το «Εγώ λέω να πηγαίνω» ακούστηκε πολύ εκείνη την εποχή και είναι ένα από τα κομμάτια που ακούγονται ευχάριστα, χωρίς να κουράζουν όπως τα υπόλοιπα. Εξαίρεση το «Ξημερώνει και…» που μου άρεσε πολύ από την πρώτη στιγμή και θυμίζει ένα Πάριο από τα παλιά καλά χρόνια. Κατά τα άλλα, τίποτε.

 


 

2003: «Μια συνηθισμένη μέρα»

Ουδέποτε κατάλαβα για ποιο λόγο κυκλοφόρησε αυτός ο δίσκος, μόλις οκτώ μήνες μετά «Το καλό που σου θέλω» (Νοέμβριος 2003). Ομολογία αποτυχίας του προηγούμενου; Μόνον έτσι μπορώ να εκλάβω αυτή την αναπάντεχη κίνηση. Αν ο Πάριος πίστεψε ότι με τούτη τη δουλειά θα «έβγαζε τα σπασμένα» της προηγούμενης, απέτυχε παταγωδώς. Για δεύτερη φορά υπογράφει μουσικά και στιχουργικά έναν ολόκληρο δίσκο του (εκτός από ένα τραγούδι που τη μουσική έγραψε ο Βασίλης Παϊτέρης), αλλά είναι ξεκάθαρο ότι αυτός έγινε «στο πόδι». Κομμάτια άνευρα και ανούσια, χωρίς έμπνευση και σημασία. Άλλωστε, κάτι τέτοιο φαίνεται από το γεγονός ότι το άλμπουμ μετά τον πρώτο καιρό πέρασε απαρατήρητο και δεν άφησε τίποτε πίσω του.
Απλώς, εκείνη την εποχή ακούστηκε αρκετά το ντουέτο με τον Πασχάλη Τερζή «Αθήνα-Σαλονίκη» (γραμμένο προφανώς μόνο για την έναρξη των κοινών εμφανίσεών τους επί πίστας την εν λόγω σεζόν), καθώς και τα «Διπλανό τραπέζι».

 

 

2004: «35 χρόνια»

Η δεύτερη «επετειακή» έκδοση των καλύτερων στιγμών του Γιάννη Πάριου, αυτή τη φορά με αφορμή τη συμπλήρωση των 35 χρόνων του στη δισκογραφία. Κυκλοφόρησε σε τριπλό CD λίγο πριν το Πάσχα του 2004 κι επανεκδόθηκε τα Χριστούγεννα εκείνης της χρονιάς, με μπόνους ένα τέταρτο CD με πέντε καινούργια τραγούδια γραμμένα από τον ίδιο, από τα οποία κανένα δεν ακούστηκε ιδιαίτερα. Απλώς, μέσα σ’ αυτά υπήρχε και το «Ωχ καημέ» που «έντυνε» τους τίτλους της τηλεοπτικής σειράς του ALPHA «Το σπίτι δίπλα στη θάλασσα» που προβαλλόταν εκείνη την περίοδο…

 

 

 

2005: «Δε γυρίζω πίσω»

 Η δεύτερη ολοκληρωμένη δισκογραφική δουλειά του Πάριου με τον Αντώνη Βαρδή, η οποία ήτανε σαφώς καλύτερη από την προ τετραετίας προηγούμενη («Άλλη μια φορά»). Κυκλοφόρησε την άνοιξη του 2005, αλλά η εταιρεία φρόντισε λίγο νωρίτερα να λανσάρει ένα από τα τραγούδια του άλμπουμ ως “promo”. Έτσι, τα ραδιόφωνα παίζανε κατά κόρον το «Στο κάτω-κάτω της γραφής» που δεν είναι και κάτι σπουδαίο, αφού στο δίσκο υπήρχαν ορισμένα κομμάτια σαφώς ανώτερα.
Ένα από αυτά είναι το «Πάλι», το οποίο θεωρώ ως ένα από τα καλύτερα τραγούδια που ηχογράφησε ο ερμηνευτής την τελευταία δεκαετία. Από εκεί και πέρα, ξεχωρίζω «Το παλιό κρεβάτι» ενώ το ομότιτλο δε μου λέει απολύτως τίποτε, αν και ακούστηκε κάπως για κάμποσο καιρό.
Νομίζω πάντως ότι γενικότερα τα άλμπουμ του Πάριου από το 2000 και μετά υστερούν απελπιστικά ως προς το στιχουργικό κομμάτι. Είμαι απολύτως βέβαιος ότι δεν υπήρχε περίπτωση στη «χρυσή» εποχή του να τραγουδούσε στίχους όπως «Κόβω και τις φλέβες μου για σένα» ή «Το μεταξωτό φουστάνι φόρεσες τρελή κι έχω πεθάνει».
Λίγο καιρό αργότερα, το άλμπουμ επανακυκλοφόρησε με μπόνους ένα DVD από τη βραδιά της απονομής του πλατινένιου άλμπουμ. Σε δουλειά να βρισκόμαστε δηλαδή και να κοροϊδεύουμε τον κόσμο παίρνοντας τα λεφτά του, που ακόμη τότε…υπήρχαν. 

 

2006: «Τα ντουέτα του έρωτα»

Άλλη μια κυκλοφορία «αρπαχτής» από πλευράς εταιρείας, η οποία είχε την «έμπνευση» να κυκλοφορήσει ένα άλμπουμ με ορισμένα από τα πιο όμορφα ντουέτα που ηχογράφησε κατά καιρούς ο Γιάννης Πάριος. Και για να «εκβιάσει» το κοινό να το αγοράσει, συμπεριέλαβε και δύο καινούργια τραγούδια: Το «Κόκκινο φιλί» με την Πέγκυ Ζήνα και το «Δε σε ξεπέρασα» με τη Νατάσα Θεοδωρίδου, το οποίο ήδη είχε περιληφθεί στο προσωπικό της άλμπουμ που είχε κυκλοφορήσει λίγο νωρίτερα.
Εδώ θα βρούμε ορισμένα από τα πιο όμορφα ερωτικά κομμάτια που ερμήνευσε ο Πάριος μαζί με σπουδαίους συναδέλφους του («Κόκκινο γαρύφαλλο» με τη Χάρις Αλεξίου, «Παιχνίδι για δύο» με τη Δήμητρα Γαλάνη, «Όλα για τον έρωτα» με την Ελένη Δήμου κ.α.), με παραφωνίες την ηχορρύπανση «Μαρτύριο» (όνομα και πράγμα) και το γεγονός ότι δε συμπεριλήφθηκε στη συλλογή το υπέροχο «Κι εσύ δεν ήρθες» που είχε ηχογραφήσει με τη Λίτσα Διαμάντη το 1976 στο δίσκο της «Λέμε, λέμε».

 

2007: «Το ρεσιτάλ μιας φωνής»

Το χειμώνα του 2007, ο Γιάννης Πάριος διάβηκε για πρώτη φορά τις πύλες του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών για μια σειρά εμφανίσεων. Τα Χριστούγεννα της ίδιας χρονιάς, το «ρεσιτάλ» κυκλοφόρησε σε διπλό CD και σε μια δεύτερη μορφή με μπόνους DVD με όλη την παράσταση. Επέλεξα να πάρω τη δεύτερη βερσιόν και το μετάνιωσα, αφού ο ερμηνευτής φαίνεται ελάχιστα στην οθόνη και την περισσότερη ώρα βλέπουμε την ορχήστρα και τον μαέστρο, ενώ και η λήψη είναι πολύ κακή. Δουλειές του ποδαριού, με άλλα λόγια…
Ο Πάριος παρουσίασε στο Μέγαρο ένα μέρος από τις μεγαλύτερες και πιο διαχρονικές επιτυχίες της μεγάλης πορείας του, ενώ επέλεξε να ερμηνεύσει και τραγούδια που είχανε σφραγίσει εξίσου σπουδαίοι ομότεχνοί του. Η έκπληξη βεβαίως ήλθε με το “Caruso”, το οποίο ερμήνευσε πραγματικά υπέροχα και μας έκανε να σκεφτούμε πώς θα το έλεγε πριν 15-20 χρόνια, όταν ακόμη η φωνή του ήτανε στο φόρτε της. Κανονικός τενόρος.
Στα πλην του ρεπερτορίου, το γεγονός ότι δε συμπεριέλαβε ούτε ένα από τα τραγούδια που του έδωσαν ο Απόστολος Καλδάρας και ο Γιώργος Κατσαρός στο ξεκίνημα της καριέρας του (λ.χ. «Τι κρίμα», «Πετροβολούσα τη ζωή»), ενώ στον αντίποδα υπάρχουνε κομμάτια που μόνο για Μέγαρο δεν είναι («Μου ‘χεις κάνει τη ζωή μου κόλαση», «Στο κάτω-κάτω της γραφής» και φυσικά το ανεκδιήγητο «Άπονη καρδιά»). Μόνον οι γαρδένιες λείπανε.
Βεβαίως, δε θα μπορούσε να λείψει το μέρος με τα νησιώτικα αλλά είναι φανερό ότι η φωνή του δε τον βοηθούσε πια να ερμηνεύσει τα τραγούδια ως… Πάριος.
Το κακό είναι ότι ορισμένα από τα κομμάτια που είπε στο Μέγαρο, επέλεξε να τα συμπεριλάβει και στα κέντρα διασκέδασης που εμφανίστηκε έκτοτε (αν και μετά από αυτές τις παραστάσεις κατ’ εμέ θα έπρεπε να εγκαταλείψει τα μπουζούκια και να κάνει επιλεκτικές εμφανίσεις σε μουσικές σκηνές). Πώς σας φαίνεται η εικόνα ενός τραγουδιστή να ερμηνεύει το «Ανάθεμά σε» ή το “Caruso” σ’ ένα ξενυχτάδικο και να φεύγουνε βροχή οι δίσκοι με τα λουλούδια;

 

2008: «Πού πάμε μετά»

Καλή ερώτηση, αφού ο Γιάννης Πάριος είχε προ πολλού αφήσει πίσω του τις αστρονομικές πωλήσεις και τις διαχρονικές επιτυχίες κι απλώς έβγαζε άλμπουμ για να υπάρχει στο χώρο, αν και σίγουρα δεν το είχε ανάγκη. Προς τι λοιπόν άλλος ένας δίσκος, όπως αυτός που κυκλοφόρησε το Μάρτιο του 2008; Ίσως μερικές χιλιάδες ευρώ στην τσέπη.
Ο τραγουδιστής συνεργάζεται με τον νεαρό Γιάννη Χριστοδουλόπουλο, ενώ υπογράφει κι ο ίδιος ορισμένα κομμάτια κι επίσης ο γιος του Χάρης. Τίποτε καινούργιο, τίποτε συγκλονιστικό, καμία νέα μουσική πρόταση. Τα ίδια και τα ίδια. Αποτυχημένοι έρωτες, κλάμα για τον χωρισμό και τη γυναικεία απονιά, με μια φωτεινή εξαίρεση το ωραίο ντουέτο με τον Λάκη Λαζόπουλο «Αλλού η θάλασσα κι αλλού το πλοίο» που έκανε θραύση στα κλαμπ εκείνο το καλοκαίρι…
Το τραγούδι που προώθησε η εταιρεία ήτανε «Το πουλάω το σπίτι» που προσωπικά δε μου λέει τίποτε. Από εκεί και πέρα, ξεχωρίζει το ντουέτο με το Χάρη «Ανήμερα του έρωτα» (τέτοια επιμονή να προωθεί το γιο του;) που μάλιστα αρχικά επρόκειτο να είναι και ο τίτλος του δίσκου, καθώς η ημερομηνία κυκλοφορίας του είχε οριστεί η 14η Φεβρουαρίου. Τελικώς όμως, το πράγμα πήγε λίγο πίσω…

 

2009: «Συμπέρασμα ένα»

Και να που φτάσαμε στο σημείο ν’ αγοράζουμε τα CD όχι από τα δισκοπωλεία, αλλά από τα…περίπτερα. Κι αυτό γιατί πλέον οι τραγουδιστές αρχίσανε να επιλέγουνε τις κυριακάτικες εφημερίδες ευρείας κυκλοφορίας για να πουλήσουνε τη δουλειά τους. Ο Γιάννης Πάριος ήταν από τους «σκαπανείς» αυτής της -κατά την προσωπική μου άποψη- απαράδεκτης πολιτικής κι έτσι μια Κυριακή του Νοεμβρίου 2009 έτρεχα από περίπτερο σε περίπτερο κι από ψιλικατζίδικο σε ψιλικατζίδικο για να ψάχνω την εφημερίδα που είχε τη νέα του δουλειά, εξ ολοκλήρου σε στίχους δικούς του και μουσική του Γιάννη Χριστοδουλόπουλου.
Ήδη από πριν είχαν αρχίσει ν’ ακούγονται δυο τραγούδια που με προϊδεάσανε τελείως αρνητικά για το νέο του άλμπουμ: Τα «Μη με ρωτάς» και «Ολοκαύτωμα» δε μου αρέσανε καθόλου κι αποδείχτηκε για πολλοστή φορά ότι ορισμένοι ενδιαφέρονται μόνο για τον εμπορικό τομέα και όχι για ότι αξίζει πραγματικά.
Μόλις επιτέλους πήρε στα χέρια μου το CD κι έβαλα να το ακούσω, οφείλω να ομολογήσω ότι εντυπωσιάστηκα θετικά. Πάντα βεβαίως τηρουμένων των αναλογιών και με βάση τις απανωτές απογοητεύσεις που είχα πάρει από τον Πάριο τα προηγούμενα χρόνια. Άκουσα κάποια τραγούδια που μου αρέσανε πάρα πολύ, με κορυφαίο το «Σιωπή μου εσύ» που το θεωρώ συγκλονιστικό. Χαμογέλασα με το ταξιδιάρικο «Αγάπη μου» και γενικότερα βρήκα την όλη δουλειά γενικώς καλή και σαφώς πιο ουσιαστική από τις μετριότατες έως κακές προηγούμενες.

 

 

2010: «Τα κομμάτια της ψυχής μου»

Το «πείραμα» με την πώληση ενός νέου CD μέσω κυριακάτικης εφημερίδας συνεχίστηκε και την επόμενη χρονιά για τον Γιάννη Πάριο, ο οποίος έγραψε όλα τα τραγούδια. Οι ελπίδες για κάτι καλό που είχανε γεννηθεί από την προηγούμενη δουλειά, γκρεμιστήκανε με το πρώτο άκουσμα των καινούργιων κομματιών του. Το απόλυτο τίποτε. Καμία έμπνευση, καμία ουσία, επαναλήψεις επί επαναλήψεων κι ένα αίσθημα βαρεμάρας όσο προχωρούσε το CD. Παραθέτω ένα κομμάτι της κριτικής που είχα γράψει τον Ιανουάριο του 2010 για λογαριασμό του musiccorner.gr:
«Ειλικρινά, δεν καταλαβαίνω γιατί ο Πάριος επιμένει σχεδόν κάθε χρόνο να βγάζει νέα δισκογραφική δουλειά. Η τεράστια καριέρα που έχει κάνει, του επιτρέπει το δικαίωμα της αποχής δύο-τριών ετών από τα στούντιο και του δίνει τη δυνατότητα να ψάξει και να ψαχτεί για κάτι καινούργιο, χωρίς να επαναλαμβάνει και να επαναλαμβάνεται.
Δεν είναι κάποιος νέος καλλιτέχνης ο οποίος «επιβάλλεται» να είναι διαρκώς «στα πράγματα» για να καθιερωθεί. Ο «τροβαδούρος του έρωτα» το έχει πετύχει εδώ και τέσσερις δεκαετίες και μάλιστα με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Γιατί λοιπόν τώρα, στη δύση σιγά-σιγά αυτής της μεγάλης πορείας του στο χώρο έχει βαλθεί να «θαμπώσει» την εικόνα και την υστεροφημία του;
Όλα τούτα τα γράφω με αφορμή τον καινούργιο δίσκο του, τον οποίο θα χαρακτήριζα «μία από τα ίδια». Με πόνο καρδιάς το λέω και ματώνει η ψυχή μου, αλλά πρέπει να σημειώσω ότι ο Πάριος κούρασε.
Ο αγαπημένος ερμηνευτής όλων των Ελλήνων (και δικός μου) αναλώνεται συστηματικά τα τελευταία χρόνια στα ίδια και στα ίδια, προσφέροντας στον κόσμο που τον λάτρεψε ένα μουσικό «αναμάσημα» με διαφορετική μελωδία και στίχο. Εκείνος που όλες αυτές τις δεκαετίες έγραψε και τραγούδησε ορισμένα από τα ομορφότερα τραγούδια στην ιστορία της ελληνικής μουσικής, έφτασε σήμερα στο σημείο να στερείται έμπνευσης και διάθεσης για κάτι καινούργιο. Δεν «ψάχτηκε» όπως άλλοι συνάδελφοί του, δεν «ξεβολεύτηκε» από το «θρόνο» του για να δει τι γίνεται παραέξω. Έμεινε στάσιμος και δυστυχώς ότι δεν κινείται, μοιραία λιμνάζει…
Επιμένει να γράφει ο ίδιος τα τραγούδια του, λες και δεν υπάρχουνε συνθέτες που να μπορούνε να του προσφέρουνε τα καλύτερα «όπλα» από τη «φαρέτρα» τους. Ο Γιάννης Σπανός έχει πει ότι θα ήθελε να κάνει έναν ολόκληρο δίσκο μαζί του. Ο Γιώργος Χατζηνάσιος δεν έχει αποσυρθεί ακόμη. Ακόμη-ακόμη κι ο «πνευματικός του πατέρας» Γιώργος Κατσαρός, είμαι βέβαιος ότι αν του ζητηθεί θα γράψει πολύ όμορφα πράγματα κι ας απέχει εδώ και πολλά χρόνια από την ενεργό δισκογραφία.
Άραγε, δε θα μπορούσε να τραγουδήσει λ.χ. Θάνο Μικρούτσικο ή Σταμάτη Κραουνάκη; Όχι τώρα, χρόνια πριν. Σαφώς ναι. Είπαμε όμως, επαναπαύτηκε στια δάφνες του κι έμεινε κει. Δεν κοίταξε παραπέρα, με μοναδικές εξαιρέσεις τον Σταύρο Ξαρχάκο το 1986 και τον Σταμάτη Σπανουδάκη το 1991 και το 1992. Κι όποιος πει ότι οι παραπάνω δεν «πουλάνε», απαντώ το εξής: Έχει ανάγκη να «πουλήσει» ο Πάριος; Κι άλλο; Είναι ο πιο εμπορικός τραγουδιστής όλων των εποχών, δε φτάνει αυτό;
Και για να μη παρεξηγηθώ: Ως συνθέτης και στιχουργός έχει γράψει φοβερά πράγματα και για τον εαυτό του και για άλλους. Κάποια στιγμή όμως, η πηγή της έμπνευσης στερεύει. Κι έπειτα, άλλο να γράφεις δυο-τρία τραγούδια σε κάθε δίσκο σου, κι άλλο σχεδόν μονίμως όλα. Κουράζεις και κουράζεσαι, επαναλαμβάνεις κι επαναλαμβάνεσαι…
Έτσι συμβαίνει και με «Τα κομμάτια της ψυχής» του. Σωστότατος τίτλος. Είναι ότι απέμεινε από τον Πάριο που λατρέψαμε και σιγοτραγουδήσαμε όλοι στις χαρές, στις λύπες, στους έρωτες και στους χωρισμούς μας. Κομμάτια και θρύψαλα, θα συμπλήρωνα εγώ. Δεν έχει καταλάβει ότι «αυτοκαταστρέφεται» και δημιουργικά και φωνητικά; Πού πήγε αυτό το βελούδο της φωνής του που σ’ έκανε ν’ ανατριχιάζεις; Γιατί αντικαταστάθηκε από ένα έντονο βιμπράτο και μια (συγνώμη για τη φράση, αλλά δε βρίσκω πιο κατάλληλη) ενοχλητική τσιρίδα «επιβεβαίωσης» ότι ακόμη έχει φωνή; Γιατί επιμένει να εμφανίζεται κάθε χρόνο σε νυχτερινά κέντρα και μάλιστα τα τελευταία τρία-τέσσερα χρόνια – πλην της Μαρινέλλας – με «καλλιτέχνες» κατώτερου έως κατώτατου βεληνεκούς από τον ίδιο; Πίστευα ότι μετά το Μέγαρο Μουσικής θα έκανε καλύτερες επιλογές για τις εμφανίσεις του (λ.χ. μουσικές σκηνές), αλλά δυστυχώς έπεσα έξω…
Κρίμα, πραγματικά κρίμα. Λυπάμαι πολύ που αναγκάζομαι να γράφω τέτοια πράγματα, αλλά δεν πρόκειται να ωραιοποιήσω καταστάσεις και να μιλήσω για έναν «εκπληκτικό δίσκο» με «φοβερές ερμηνείες» και «διαχρονική αντοχή». Κι αυτό για τον απλούστατο λόγο ότι τίποτε από τα παραπάνω δεν ισχύει. Η νέα του δουλειά είναι μια κουραστική και ανιαρή επανάληψη των επιλογών του της τελευταίας πενταετίας, χωρίς να προσφέρει κάτι καινούργιο και σημαντικό. Στην περίπτωση ενός καινούργιου τραγουδιστή με «φρέσκια» κι όχι κουρασμένη, κορεσμένη και φθαρμένη φωνή, ίσως να έκανα λόγο για μια αρκετά καλή δουλειά. Όχι όμως για τον Πάριο, τον οποίον έχω πολύ ψηλά και τον λατρεύω. Μάλλον εκείνος υποτιμά τον εαυτό του με τέτοια πράγματα…
Λίγο-πολύ, τρία-τέσσερα τραγούδια τα έχετε ακούσει στο ραδιόφωνο και στην τηλεόραση. Το ομότιτλο, το «Έτσι είναι οι αγάπες», το «Η ζωή μου ταινία» και το «Οι φίλοι», ένα ντουέτο που υπάρχει απλώς και μόνο για να στηρίξει την πρωτοφανή, ανεξήγητη και – κατά τη γνώμη μου – επιεικώς απαράδεκτη επιλογή του να συνεργαστεί επί πίστας φέτος με τον Σταμάτη Γονίδη. Ε λοιπόν, το πιστεύετε ότι αυτό το τραγούδι μου «κάθισε» καλύτερα απ’ όλα τα υπόλοιπα; Από εκεί και μόνο να φανταστείτε πόσο απελπίστηκα ακούγοντας το «είδωλό» μου να πελαγοδρομεί στο cd player μου με τα κομμάτια της φωνής του.

 


Ευχαριστούμε ιδιαίτερα το Music Corner (www.musiccorner.gr) για την ευγενική παραχώρηση του Τάσου Κριτσιώλη στη σειρά των άρθρων «Γιάννης Πάριος: 40 χρόνια δισκογραφία».

 

Οι απόψεις και οι σκέψεις των συνεργατών του Ορφέα δεν ταυτίζονται απαραίτητα με τη γνώμη του περιοδικού.
Απαγορεύεται αυστηρά η χρήση και η αναδημοσίευση του συνόλου ή μέρους των άρθρων του Ορφέα, χωρίς προηγούμενη άδεια των υπευθύνων του περιοδικού και του συντάκτη και χωρίς ταυτόχρονη αναφορά της επωνυμίας του περιοδικού, του ονοματεπωνύμου του συντάκτη και του ακριβούς συνδέσμου του άρθρου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΥ ΣΕ ΑΛΛΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΧΟΛΙΑ

RSS

ΤΑ ΠΙΟ ΔΙΑΒΑΣΜΕΝΑ (90d)

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

ΕΙΠΑΝ - ΕΓΡΑΨΑΝ

Εν αρχή ην ο ήχος κι όχι ο λόγος.
Σταύρος Ξαρχάκος

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ / ΑΥΡΙΟ

Δεν έχουν καταχωρηθεί γεγονότα.