66 αναγνώστες online
Find us on FacebookJoin us on Facebook
sideBar



Σαββέρια Μαργιολά - «Αλισάχνη»

ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ «Τι έχω να χάσω»

Τάσος Π. Καραντής
Τάσος Π. Καραντής
Πρώτη Παρουσίαση
ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ - «Τι έχω να χάσω»
18.11.2017
Ορφέας | Main Feed

Η δισκογραφία σήμερα

Τάσος Π. Καραντής

Η ελληνική δισκογραφία, από την αυγή του 21ου αιώνα, άρχισε να αλλάζει με ταχύτατους ρυθμούς, αφού το ήδη εγκαταλελειμμένο βινύλιο, τείνει να το ακολουθήσει, σιγά – σιγά κι αυτό, ακόμα, το cd! Είναι φανερό ότι η όλη εμπορία των μουσικών έργων μετακινείται σταθερά προς το διαδίκτυο μέσω των νόμιμων, αλλά και παράνομων, κατεβασμάτων των τραγουδιών από εκεί. Ακριβώς, επειδή βρισκόμαστε σ’ ένα στάδιο μετάβασης, το σημερινό( των τελευταίων δηλαδή χρόνων) τοπίο είναι θολό και δεν υπάρχουν αντικειμενικά στοιχεία για τις τάσεις και τα γούστα του κοινού, αλλά μόνο ενδείξεις, από τις υπάρχουσες ακόμα πωλήσεις των cd, οι οποίες όμως είναι ισχνές. Κι είναι, βέβαια, φυσικό, οι πωλήσεις αυτές των cd, να μην αντικατοπτρίζουν πλέον όλη την πραγματικότητα, αλλά μέρος της μόνο, αφού, στον όλο υπολογισμό, δεν συμπεριλαμβάνονται τα, συνεχώς αυξανόμενα, κατεβάσματα (νόμιμα και παράνομα) από το ίντερνετ. Νομίζω, πως τα επόμενα χρόνια, θα ξεκαθαρίσουν τα πράγματα και τότε πια, θα γνωρίσουμε επακριβώς την πραγματικά κυρίαρχη μουσική ταυτότητα της τρέχουσας δεκαετίας.

Αντίθετα όμως, έχουμε ακριβή στοιχεία για την κυρίαρχη μουσική νεοελληνική κουλτούρα των τελευταίων περίπου 40 χρόνων(1964 – 2001), όπως αυτή φαίνεται μέσα απ’ τους αριθμούς των πωλήσεων των δίσκων βινυλίου 33 στροφών κι αργότερα των cd, κατά τις τέσσερις(4) αυτές δεκαετίες, όπου η δισκογραφία ευημερούσε. Τη συγκεκριμένη περίοδο (1964-2001) την καθορίζουν οι δίσκοι του TOP – 10, αφού ο παλιότερος είναι έκδοσης του 1964 κι ο νεότερος του 2001. Η αλήθεια των αριθμών είναι ψυχρή κι, όπως θα δούμε παρακάτω, πολλούς μύθους καταρρίπτει, αποκαλύπτοντάς μας τις πραγματικές μαζικές μουσικές προτιμήσεις των Ελλήνων, των τελευταίων 3-4 δεκαετιών.
Και, συγκεκριμένα, μέσα από το TOP – 10 της ελληνικής δισκογραφίας, η αλήθεια των αριθμών, μας αποκαλύπτει ποια είναι πραγματικά τα είδη του τραγουδιού, οι δημιουργοί κι οι τραγουδιστές με τη μεγαλύτερη εμβέλεια στο ελληνικό ακροατήριο.
Πριν προχωρήσουμε στην παρουσίαση της λίστας, επεξηγηματικά, να πούμε ότι το όριο του χρυσού δίσκου ήταν οι πωλήσεις των 50.000 αντιτύπων και του πλατινένιου οι πωλήσεις των 100.000 αντιτύπων. Αυτό ίσχυσε ως το 1990, όπου κι άρχισε η σταδιακή πτώση (30.000 & 60.000 αντίστοιχα) του ορίου, φτάνοντας ως το ήμισυ (25.000 & 50.000 αντίστοιχα) του αρχικού, αλλά μόνο για τα 4 τελευταία χρόνια (1997-2001) της περιόδου που εξετάζουμε (1964-2001).

ΤΟ TOP – 10 ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΙΣΚΟΓΡΑΦΙΑΣ

1. «
Ο ΔΡΟΜΟΣ» (1969) - 1.000.000
Μίμης Πλέσσας – Λευτέρης Παπαδόπουλος
Γιάννης Πουλόπουλος, Πόπη Αστεριάδη, Ρένα Κουμιώτη
-----------

2. «ΤΑ ΝΗΣΙΩΤΙΚΑ»(1982) – 800.000
Γιάννης Πάριος

-----------
3. «ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΜΟΥ» (1983) – 700.000
Γιώργος Νταλάρας

-----------
4. «ΛΑΤΙΝ» (1987) – 600.000
Γιώργος Νταλάρας

-----------
5. «50 ΧΡΟΝΙΑ ΡΕΜΠΕΤΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ» (1975) – 500.000
Γιώργος Νταλάρας

-----------
«ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ» (1964) – 500.000

Μίκης Θεοδωράκης – Οδυσσέας Ελύτης
Γρηγόρης Μπιθικώτσης
-----------

6. «ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΟ»(1985) – 400.000
Γλυκερία

-----------
7. «ΧΧΧ ΕΝΘΥΜΙΟΝ»(1999) – 365.000
Νότης Σφακιανάκης

-----------
8. «ΜΕ ΤΗ ΓΛΥΚΕΡΙΑ ΣΤΗΝ ΟΜΟΡΦΗ ΝΥΧΤΑ» (1983) – 350.000
Γλυκερία

-----------
«ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΑ» (1983) – 350.000
Τα παιδιά απ’ την Πάτρα

-----------
«ΚΡΑΥΓΗ» (2000) – 350.000
Άννα Βίσση – Νίκος Καρβέλας

-----------
9. «ΓΕΙΑ» (2001) – 340.000
Δέσποινα Βανδή – Φοίβος

-----------
10. «ΡΕΣΙΤΑΛ»(1976) – 300.000
Μαρινέλλα – Κώστας Χατζής

Το φαινόμενο του «Δρόμου»

Ο «Δρόμος» (1969) αποτελεί μέχρι σήμερα τον εμπορικότερο δίσκο της ελληνικής δισκογραφίας. Ο κύκλος αυτός των 12 τραγουδιών του Μίμη Πλέσσα και του Λευτέρη Παπαδόπουλου, με ερμηνευτές το Γιάννη Πουλόπουλο, την Πόπη Αστεριάδη και τη Ρένα Κουμιώτη υπολογίζεται πως έχει φτάσει τα 1.000.000 αντίτυπα σε πωλήσεις. Παρότι οι πωλήσεις του δίσκου δεν έχουν ανακοινωθεί επισήμως από τη δισκογραφική εταιρεία LYRA, ο αριθμός αυτός ή, τέλος πάντων, η πρωτιά του, είναι αδιαμφισβήτητα αποδεκτή από το σύνολο των ερευνητών της ελληνικής δισκογραφίας. Αντίθετα, είναι, προφανώς, υπερβολικός ο αριθμός των 2.500.000 αντιτύπων που έχει γραφτεί κατά καιρούς κι, εν πάση περιπτώσει, δεν είναι κοινά αποδεκτός όπως, ο αριθμός του 1 εκ. αντιτύπων. Σημασία πάντως έχει πως ο δίσκος αυτός αγαπήθηκε από την πλειοψηφία των Ελλήνων και τραγούδια σαν : «Το άγαλμα», «Μέθυσε απόψε το κορίτσι μου», «Ξημερώνει Κυριακή» κ.ά σιγοτραγουδήθηκαν από όλους μας.
Νομίζω, πως η μοναδική αυτή επιτυχία χρεώνεται τόσο στους δυο δημιουργούς όσο και στο βασικό ερμηνευτή, τον Πουλόπουλο. Ο Μίμης Πλέσσας κι ο Λευτέρης Παπαδόπουλος αποτύπωσαν, μουσικά και στιχουργικά αντίστοιχα, μια συγκεκριμένη, χρονικά, νεοελληνική περίοδο και το κλίμα της κι η δημοφιλής και πασίγνωστη από τις ελληνικές ταινίες φωνή του Πουλόπουλου την απέδωσε ερμηνευτικά ιδανικά. Βέβαια, το μεγαλείο της τέχνης και των τριών ενεφύσησε μια διαχρονικότητα στο όλο έργο, γι’ αυτό ακούγεται φρέσκο ακόμα και σήμερα. Ο «Δρόμος» λοιπόν δεν ανήκει σε κανέναν από τους τρεις τους, αλλά σε όλους μαζί! Και, σίγουρα, δεν είναι ο δίσκος που η επιτυχία του μπορεί να χρεωθεί αποκλειστικά στον ερμηνευτή του. Ο Γιάννης Πουλόπουλος είναι ένας μεγάλος τραγουδιστής με αρκετούς χρυσούς δίσκους των 50.000 αντιτύπων, αλλά ποτέ άλλοτε – όπως θα δούμε ότι συνέβη με άλλους τραγουδιστές – καμιά δουλειά του δεν πλησίασε έστω, το μυθικό αυτό νούμερο.

 

Τα νησιώτικα του Πάριου και τα ρεμπέτικα του Νταλάρα

Τη 2η και την 5η θέση στο TOP – 10 την κατέχουν «Τα νησιώτικα»(1982) του Γιάννη Πάριου κι ο δίσκος «50 χρόνια ρεμπέτικο τραγούδι»(1975 – πρώτη απονομή πλατινένιου δίσκου στην ιστορία της ελληνικής δισκογραφίας) του Γιώργου Νταλάρα, με 800.000 και 500.000 πωλήσεις αντίστοιχα. Νησιώτης ο ένας, γιος ρεμπέτη ο άλλος και, βέβαια, σπουδαίοι τραγουδιστές, ερμήνευσαν δυο είδη παραδοσιακού τραγουδιού με μοναδική επιτυχία. Το μυστικό αυτής της μεγάλης επιτυχίας τους, είναι, ότι δεν προσπάθησαν να μιμηθούν ερμηνευτικά τους παλιούς τραγουδιστές των δύο αυτών ειδών και να παρουσιάσουν το υλικό τους ως ρετρό και μουσειακό, αλλά, έχοντάς το μέσα τους, το παρουσίασαν ως τραγούδι σημερινό, με τη σύγχρονη - και με ισχυρή ερμηνευτική ταυτότητα - φωνή τους, περνώντας το κατευθείαν στο μεγάλο ακροατήριο. Δεν είναι τυχαίο, ότι καμιά άλλη προσπάθεια και πρόταση, τόσο στα νησιώτικα, όσο και στα ρεμπέτικα, δεν πλησίασε, ούτε κατά προσέγγιση, την εμβέλεια των δυο αυτών δίσκων. Κι άλλοι μεγάλοι τραγουδιστές (Μοσχολιού, Πουλόπουλος, Αλεξίου, Μητσιάς), έβγαλαν δίσκους με ρεμπέτικα, χωρίς, οι περισσότεροι, να έχουν καμιά επιτυχία, ενώ, μεμονωμένες επιτυχημένες απόπειρες (Αλεξίου) έφτασαν, το πολύ, ως το όριο των 100.000 του πλατινένιου, έχοντας όμως μεγάλη διαφορά από το μισό εκατομμύριο του δίσκου με τα ρεμπέτικα του Νταλάρα. Ακόμα κι οι δίσκοι 33 στροφών των μύθων του ρεμπέτικου, όπως ο Βαμβακάρης κι ο Τσιτσάνης, έφτασαν μόνο ως τα όρια του χρυσού (50.000) και του πλατινένιου δίσκου (100.000). Βέβαια, ο Τσιτσάνης κι ο Βαμβακάρης τις μεγάλες πωλήσεις τους τι έκαναν την εποχή των δίσκων των 78 & 45 στροφών, αλλά τότε ήταν “καταραμένοι”. Όταν, τις τελευταίες 2-3 δεκαετίες, έγιναν μύθοι, οι πωλήσεις των συλλογών με τραγούδια τους σε δίσκους 33 στροφών και σε cd, δεν άγγιξαν ποτέ μυθικά νούμερα! Οφείλουμε λοιπόν να παραδεχτούμε, πως τα νησιώτικα και τα ρεμπέτικα, στην εποχή μας, τα χρωστάμε στον Πάριο και το Νταλάρα.

 

Γιώργος Νταλάρας – ο πιο κοντινός τραγουδιστής για τον νεοέλληνα

Την 3η, 4η και 5η θέση στο TOP – 10 την κατέχει ο Γιώργος Νταλάρας. Εκτός από το δίσκο με τα ρεμπέτικα, που εξετάσαμε, παραπάνω, στην 3η θέση βρίσκονται «Τα τραγούδια μου»(1983) με 700.000 πωλήσεις και στην 4η τα «Λάτιν»(1987) με 600.000 πωλήσεις. «Τα τραγούδια μου» αποτέλεσαν έναν δίσκο σταθμό και για το Νταλάρα και για την ελληνική δισκογραφία. Στη θρυλική αυτή ζωντανή ηχογράφηση από τον «ΟΡΦΕΑ» παρουσιάζεται όλη η, μέχρι τότε, ερμηνευτική γκάμα του Νταλάρα κι οι αναζητήσεις του, αφού περιλαμβάνονται τραγούδια ρεμπέτικα, παλιά λαϊκά, έντεχνα λαϊκά και πολιτικά. Και, βέβαια, αποτελεί μια ανθολόγηση της 15χρονης τότε (1983) πορείας του στο τραγούδι. Ενδεικτικά, σημειώνω, πως ο δίσκος περιλαμβάνει τραγούδια του Θεοδωράκη, του Καλδάρα, του Άκη Πάνου, του Σπανού, του Κουγιουμτζή, του Λοίζου κ.ά., κομμάτια, δηλαδή, σαν τα «Αχ χελιδόνι μου», «Μη μου θυμώνεις μάτια μου» και «Στην αλάνα», αλλά και σαν τα «Πάγωσε η τσιμινιέρα» και «Παραπονεμένα λόγια». Πρέπει, επίσης, να τονιστεί ότι «Τα τραγούδια μου» του Νταλάρα, είναι ο μοναδικός δίσκος “εφ’ όλης της ύλης” τραγουδιστή - με τόσο υψηλό αριθμό πωλήσεων (700.000) - που υπάρχει στο TOP – 10, κάτι, που δείχνει μια ευρύτερη αποδοχή όλου του ρεπερτορίου του και τη συνολική του ως τραγουδιστή. Αυτή τη διαπίστωση την ενδυναμώνει κι η κυκλοφορία των «Λάτιν», τέσσερα χρόνια μετά (1987), όπου, οι 600.000 πωλήσεις τους κι η μεγάλη μόδα που έγιναν τότε, οφείλονται, αποκλειστικά, στο ότι τα είπε ο Νταλάρας, διότι, στην ιστορία του ελληνικής δισκογραφίας, αυτό το είδος, δεν έφτασε ποτέ άλλοτε σε τέτοια μεγάλα ύψη πωλήσεων. Νομίζω, πως αυτοί οι δυο δίσκοι του Νταλάρα, αλλά κι ο τρίτος με τα ρεμπέτικα, σηματοδοτούν τη μεγάλη αποδοχή αυτού του σπουδαίου ερμηνευτή στο ευρύ κοινό και δικαιώνουν τον, αείμνηστο, Δημήτρη Λάγιο, όπου, από το 1983, σε συνέντευξή του, είχε πει πως : «ο Νταλάρας είναι ο πιο κοντινός τραγουδιστής, σαν φωνή και σαν ήθος (ήθος λαϊκό), για τον νεοέλληνα».

 ΤΟ «Άξιον Εστί»

Στην 5η θέση του TOP – 10, μαζί με τα ρεμπέτικα του Νταλάρα, βρίσκεται, με 500.000 πωλήσεις, το «ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ»(1964) του Μίκη Θεοδωράκη, σε ποίηση του νομπελίστα Οδυσσέα Ελύτη και σε ερμηνεία του Γρηγόρη Μπιθικώτση. Πρόκειται ίσως για το πιο γνωστό, αλλά και το πιο εμβληματικό έργο του μεγάλου μας συνθέτη. Η ερμηνεία του Μπιθικώτση στα τραγούδια του έργου είναι καταλυτική, γι’ αυτό κι έχει μείνει ιστορική. Αυτό το αποδεικνύει και το γεγονός, πως όταν πρόσφατα(2002), ξαναπαρουσιάστηκε δισκογραφικά από τον Θεοδωράκη το «ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ», με ερμηνευτή τον Γιάννη Κότσιρα, δεν είχε την παραμικρή εμπορική επιτυχία. Εξαίρεση αποτελεί μόνο η επανεκτέλεση του Γιώργου Νταλάρα(1988) – η οποία αποτέλεσε την πρώτη παρουσίαση του έργου στο Ηρώδειο, 25, σχεδόν, χρόνια μετά την κυκλοφορία του - όπου η έκδοσή της σε δίσκο έφτασε τις 50.000 πωλήσεις (χρυσός δίσκος).

 

Γλυκερία – η λαϊκή τραγουδίστρια με την πιο μεγάλη αποδοχή

Η Γλυκερία βρίσκεται με δύο δίσκους της στο TOP – 10, κατέχοντας την 6η («ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΟ» / 1985 – 400.000 πωλήσεις) και 8η θέση («ΜΕ ΤΗ ΓΛΥΚΕΡΙΑ ΣΤΗΝ ΟΜΟΡΦΗ ΝΥΧΤΑ»/ 1983 - 350.000 πωλήσεις) αντίστοιχα. Η «Γλυκερία στην ΟΜΟΡΦΗ ΝΥΧΤΑ» αποτελεί τη ζωντανή ηχογράφηση, ενός από τα πιο επιτυχημένα προγράμματα της ερμηνεύτριας. Ο δίσκος περιλαμβάνει τραγούδια του Τσιτσάνη, του Μητσάκη, του Καλδάρα, του Περπινιάδη, του Ατταλίδη, του Χρυσίνη κ.ά. αποδιδόμενα με το χαρακτηριστικό ερμηνευτικό στίγμα της Γλυκερίας, που, όπως αποδείχτηκε, ήταν το ιδανικό για ν’ ακουστούν αυτά τα κομμάτια στη συγκεκριμένη εποχή(δεκαετία του ’80) από γυναίκα ερμηνεύτρια. Τα πιο χαρακτηριστικά από αυτά(«Αχ ας μπορούσα», «Να ’χα εκατό καρδιές», «Γυφτοπούλα στο χαμάμ») νομίζω πως έχουν ταυτιστεί, πια, στη συνείδησή μας και με τη φωνή της Γλυκερίας.
Το «Τραγούδι αισθηματικό», δυο χρόνια μετά την «Όμορφη νύχτα», είναι ο δίσκος που χρίζει τη Γλυκερία ως τη λαϊκή τραγουδίστρια με την πιο μεγάλη αποδοχή τη δεκαετία του ’80. Οι πιο μεγάλες επιτυχίες του δίσκου, σαν «Τα πεντοχίλιαρα» και «Πήγα σε μάγισσες», άφησαν, πραγματικά, εποχή. Φαίνεται λοιπόν, πως η δεκαετία του ’80, όσον αφορά τη γυναικεία ερμηνεία στο λαϊκό τραγούδι(παλιό και νεότερο), ανήκει, εκ των … αριθμών, στη Γλυκερία!

Νότης Σφακιανάκης – ο εμπορικότερος λαϊκός τραγουδιστής πίστας

Ο Νότης Σφακιανάκης είναι ο εμπορικότερος λαϊκός τραγουδιστής πίστας, με μια 20χρονη δισκογραφία που μετρά αρκετούς χρυσούς και πλατινένιους δίσκους. Φωνή με έντονο λαϊκό ηχόχρωμα, ο Σφακιανάκης κατέχει την 7η θέση στο TOP – 10 με τον δίσκο του «ΧΧΧ ΕΝΘΥΜΙΟΝ»(ζωντανή ηχογράφηση) που, το 1999, έφτασε τις 365.000 πωλήσεις. Το νούμερο αυτό ήταν η κορύφωση μιας σταθερής ανοδικής πορείας, όπως φαίνεται από τη δισκογραφία του των αμέσως προηγούμενων χρόνων. Έτσι, ο δίσκος του «Νοτιοανατολικά του κόσμου», το 1994, έκανε 120.000 πωλήσεις, το «5ο βήμα», το 1996, έφτασε τις 200.000 κι «Οι νότες είναι εφτάψυχες», το 1998, τις 260.000, για να αναρριχηθεί το «Ενθύμιον», το 1999, στις 365.000. Κι αν οι μεγάλες πωλήσεις των τριών προηγούμενων δίσκων που περιείχαν καινούρια τραγούδια, έδειχναν την ευρεία αποδοχή του ρεπερτορίου του Σφακιανάκη, ο δίσκος που τον έβαλε στο TOP - 10, ήταν μια ζωντανή ηχογράφηση, με τραγούδια τόσο από τη δισκογραφία του, αλλά και με γνωστά παραδοσιακά, ρεμπέτικα, λαϊκά κι έντεχνα κι αυτό δείχνει μια γενικότερη αποδοχή του ως φωνή. Το σίγουρο πάντως είναι, πως, η δεκαετία του ’90, όσον αφορά το λαϊκό τραγούδι πίστας, ανήκει στο Νότη Σφακιανάκη.

 “Τα παιδιά από την Πάτρα” – οι φοιτητές που πέρασαν στον πολύ κόσμο το διασκεδαστικό λαϊκό τραγούδι

Την 8η θέση του TOP – 10 τη μοιράζονται, μαζί με τη Γλυκερία, «Τα παιδιά από την Πάτρα». Το συγκρότημα των φοιτητών από την Πάτρα κυκλοφόρησε τον πρώτο του δίσκο(«Αφιερωμένο εξαιρετικά») με παλιά λαϊκά τραγούδια, το 1983 και με την παρθενική του αυτή εμφάνιση μπήκε κατευθείαν στο TOP – 10 με 350.000 πωλήσεις! Είναι χαρακτηριστικό, πως, το πιο δημοφιλές κομμάτι αυτού του δίσκου, το «Δε θέλω τη συμπόνια κανενός» του Άκη Πάνου, πέρασε τότε, κυριολεκτικά σε όλα τα χείλη με την τεράστια επιτυχία του!
Ακολούθησε, το 1985, το «Κάραβαν», με του ιδίου ύφους παλιό λαϊκό ρεπερτόριο, το οποίο έφτασε τις 180.000 πωλήσεις και, την ίδια χρονιά (1985) ο δίσκος τους «Αχαρνών 77», αυτή τη φορά με δικά τους τραγούδια, όπου έκανε 100.000 πωλήσεις κι άφησε πίσω μεγάλες επιτυχίες(«Οι μπύρες» & «Πίκρανες το φαντάρο»). «Τα παιδιά απ’ την Πάτρα» τόλμησαν - την εποχή (αρχές της δεκαετίας του ’80) που όλα τα φοιτητικά συγκροτήματα έπαιζαν είτε ροκ είτε τα πολιτικά τραγούδια της μεταπολίτευσης – αφενός, να επαναφέρουν τα παλιά λαϊκά τραγούδια, μέσα από τη φρεσκάδα των νιάτων τους κι, αφετέρου, να γράψουν νέα λαϊκά που σφράγισαν τη δεκαετία τους. Ο θρίαμβος των «Παιδιών από την Πάτρα» μπορεί να ήταν βραχύς, αλλά, καταγράφηκαν, στην ιστορία της ελληνικής δισκογραφίας, ως το φοιτητικό συγκρότημα που, εκείνα τα χρόνια, πέρασε στον πολύ κόσμο το διασκεδαστικό λαϊκό τραγούδι, σημαδεύοντας ανεξίτηλα, με το ιδιαίτερο στίγμα του, αυτήν την επαναφορά.

Βίσση, Καρβέλας & Βανδή, Φοίβος: οι δημοφιλέστεροι εκπρόσωποι του διασκεδαστικού τραγουδιού

Στην 8η και 9η θέση του ΤΟP - 10 βρίσκονται τα δυο εμπορικότερα δίδυμα(δημιουργός – τραγουδίστρια) του διασκεδαστικού τραγουδιού, όπου - κατά την αλλαγή του αιώνα και την είσοδο της νέας χιλιετίας - κατάφεραν, με τις υψηλές πωλήσεις των δίσκων τους, να μπουν κι αυτά στις 10 πρώτες θέσεις. Πρόκειται, φυσικά, για τα δίδυμα Άννα Βίσση – Νίκος Καρβέλας & Δέσποινα Βανδή – Φοίβος, όπου οι δίσκοι τους «Κραυγή» (2000) του πρώτου και «Γεια» (2001) του δεύτερου, έφτασαν τις 350.000 & 340.000 πωλήσεις αντίστοιχα.
Η Άννα Βίσση, μια φωνή με πολλές δυνατότητες, ξεκίνησε εντελώς διαφορετικά την καριέρα της, ερμηνεύοντας - δίπλα στο Γιώργο Νταλάρα – Θεοδωράκη(«18 λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας» / 1974) και Κουγιουμτζή(«Μικρές πολιτείες» / 1974 & «Στα ψηλά τα παραθύρια» / 1975), σε δίσκους, μάλιστα, που ήταν και εμπορικά επιτυχημένοι, πλατινένιοι και χρυσοί. Σταδιακά όμως, προς τα τέλη της δεκαετίας του ’70, άρχισε μια στροφή στο ρεπερτόριό της, η οποία παγιώθηκε στις αρχές της δεκαετίας του ’80, όπου και παντρεύτηκε το “συνθέτη της”, το Νίκο Καρβέλα, ο οποίος, έτσι, εκτός από σύντροφος της καριέρας της, έγινε και σύντροφος του βίου της. Η δισκογραφική δουλειά που σηματοδότησε αυτήν τη στροφή της Βίσση, ήταν το «Κάτι συμβαίνει» (1985), σε μουσική, βέβαια, του Καρβέλα, με το πασίγνωστο κομμάτι «Δώδεκα». Από ’κει και πέρα, ακολούθησε, για μια σχεδόν 25ετία, ως τις μέρες μας, μια διαδρομή με μεγάλη εμπορική επιτυχία και γεμάτη χρυσούς και πλατινένιους δίσκους. Το αποκορύφωμά της ήταν το 2000 με τις 350.000 πωλήσεις του δίσκου της «Κραυγή», κάτι που είχε φανεί 2-3 χρόνια πριν, με τις υψηλές πωλήσεις των δυο προηγούμενων δουλειών της, πάντα με τον Καρβέλα(«Τραύμα»/1997 - 170.000 πωλήσεις & «Αντίδοτο» / 1998 – 130.000 πωλήσεις).
Η Δέσποινα Βανδή εμφανίστηκε στα μέσα της δεκαετίας του ΄90 κι απ’ την αρχή φάνηκε πως η καριέρα και το όλο προφίλ της ακολουθούσαν το, δοκιμασμένο κι επιτυχημένο, στυλ της Άννας Βίσση. Σαφώς η Βανδή είχε τη δική της, ξεχωριστή, καλλιτεχνική περσόνα, γι’ αυτό και δεν άργησε να βρει κι εκείνη το “δικό της συνθέτη των επιτυχιών”, το Φοίβο, κάνοντας, γρήγορα, επιτυχημένους δίσκους και σουξέ μαζί του. Ο τίτλος του δίσκου τους («Προφητείες») το 1999, αποδείχτηκε και προφητικός - με τις 100.000 πωλήσεις του - για το άλμα που θα ακολουθούσε και το οποίο ήρθε πολύ σύντομα, το 2001, με το «Γεια» και τις 340.000 πωλήσεις του, βάζοντας και τους δυο τους στο TOP – 10! Τα δίδυμα “Βίσση – Καρβέλας” και “Βανδή – Φοίβος” αποτέλεσαν τους δημοφιλέστερους εκπροσώπους του διασκεδαστικού εκείνου τραγουδιού που συνδύαζε το μοντέρνο ήχο με κάποια λαϊκά στοιχεία. Ήταν, συνάμα κι οι τελευταίοι, χρονικά, καλλιτέχνες που έπιασαν τόσο υψηλά νούμερα πωλήσεων δίσκων, αφού, τα αμέσως επόμενα χρόνια, άρχισε κι η μεγάλη πτώση της δισκογραφίας, λόγω της ταχύτατης εξάπλωσης του ίντερνετ.


Μαρινέλλα – Κώστας Χατζής: Το επιτυχημένο κοινό «Ρεσιτάλ» τους

Το TOP – 10 το κλείνουν η Μαρινέλλα κι ο Κώστας Χατζής. Η συνεργασία τους, το 1976, στο «Σκορπιό» της Πλάκας, ηχογραφήθηκε ζωντανά και το «Ρεσιτάλ» τους, αποτύπωσε μια σειρά από τα πιο χαρακτηριστικά τραγούδια του Χατζή με τις σπουδαίες ερμηνείες της “μεγάλης κυρίας” του τραγουδιού μας. Γι’ αυτό και το όλο αποτέλεσμα ανταμείφτηκε με 300.000 πωλήσεις!
Στο σημείο αυτό, πρέπει να επισημάνω, ότι υπάρχει μια διχογνωμία, σχετικά με τον αριθμό των αντιτύπων που πούλησε ο δίσκος, μια που υπάρχουν και καταγραφές που τον ανεβάζουν στις 500.000. Επέλεξα, να μείνω, για λόγους τυπικούς, στον “επίσημο” αριθμό των πωλήσεών του (300.000), όπως αυτός έχει καταγραφεί στην, καθιερωμένη πια κι ανανεωνόμενη κατ’ έτος, «Ελληνική Δισκογραφία» του Πέτρου Δραγουμάνου. Ακόμα κι αν, τελικά, αποδειχτεί ο αριθμός των 500.000, η ουσία δεν αλλάζει, μια κι ο δίσκος θα βρίσκεται, έτσι κι αλλιώς, στο TOP - 10, αλλά, φυσικά, θα αλλάξει η θέση του, αφού, αυτόματα, θ’ ανέβει, από την 10η θέση, στην 5η. Ας ελπίσουμε, στο μέλλον, να ξεκαθαρίσει, οριστικά και τυπικά, το θέμα. Πάντως - είτε με 300.000 είτε με 500.000 - η “χημεία” μεταξύ των δυο καλλιτεχνών είναι δεδομένη, αφού κι οι άλλες συνεργασίες τους που ακολούθησαν («Το ταμ –ταμ» / 1980 & «Συνάντηση» / 1987) ήταν από τις πιο επιτυχημένες στιγμές της δισκογραφίας τους. Ο Κώστας Χατζής, αν κι έχει μια σειρά χρυσών δίσκων, ιδίως τη δεκαετία του ’70, τα μεγαλύτερα νούμερα στην καριέρα του τα άγγιξε μόνο μαζί με τη Μαρινέλλα. Αλλά κι η Μαρινέλλα - των πολλών χρυσών και πλατινένιων δίσκων – τον υψηλότερο αριθμό πωλήσεων τον έπιασε με το κοινό «Ρεσιτάλ» της με τον Κώστα Χατζή.

Η τελευταία τετραετία (2005 – 2008): μια ανίχνευση των κυρίαρχων τάσεων αποκλειστικά από τις πωλήσεις των cd

Όπως προανέφερα και στην αρχή, οι, συνεχώς πτωτικές - τα τελευταία χρόνια – πωλήσεις των cd, δεν μπορούν να μας δώσουν ξεκάθαρη εικόνα για τα κυρίαρχα μουσικά γούστα της εποχής μας, αλλά, σίγουρα, μπορούμε να ξέρουμε, τους εμπορικότερους καλλιτέχνες, όσον αφορά, αποκλειστικά, τις πωλήσεις των cd.
Το 2005 πρωταγωνιστής και με διαφορά, είναι ο Γιάννης Πλούταρχος με το δίσκο του «Όλα σε σένα τα βρήκα», που έφτασε τις 80.000 πωλήσεις. Με τις μισές ακριβώς πωλήσεις (40.000) ακολουθεί μια σειρά καλλιτεχνών είτε του διασκεδαστικού τραγουδιού πίστας (Βίσση, Σφακιανάκης, Ρουβάς, Ρέμος, Ζήνα), είτε, ιστορικών ονομάτων, του έντεχνου λαϊκού (Νταλάρας, Πάριος, Γαλάνη, Πρωτοψάλτη).
Το 2006 ο “θρόνος” περνά στο Μιχάλη Χατζηγιάννη , και μάλιστα με δυο δίσκους του, το «Φίλοι κι εχθροί» (120.000 πωλήσεις) και το «Live» (80.000 πωλήσεις), ενώ, από κοντά, είναι κι ο Γιάννης Πλούταρχος, με τα «Κρυμμένα μυστικά»( 90.000 πωλήσεις). Ακολουθούν, στις 40.000 πωλήσεις, κι οι υπόλοιποι εκπρόσωποι του διασκεδαστικού τραγουδιού(Ρουβάς, Ρέμος, Ζήνα, Παπαρίζου), με μόνο εκπρόσωπο από το έντεχνο λαϊκό, την Αλεξίου. To 2007 πρώτοι βρίσκονται ο Μιχάλης Χατζηγιάννης («Ζωντανά στο Λυκαβηττό» / 60.000 πωλήσεις) με το Νίκο Βέρτη («Μόνο για σένα»/ 60.000 πωλήσεις) κι, ακολουθούν, με τις μισές ακριβώς πωλήσεις (30.000) οι Τερζής, Σφακιανάκης, Βανδή, Πλούταρχος, Ζήνα από το διασκεδαστικό και το λαϊκό τραγούδι πίστας, οι Πάριος, Αλεξίου, Πρωτοψάλτη από το έντεχνο λαϊκό, καθώς κι η δισκογραφική αποτύπωση της ζωντανών εμφανίσεων της Μαρινέλλας με το Ρέμο.
Το 2008 στην πρώτη θέση παραμένει ο Μιχάλης Χατζηγιάννης, με το δίσκο του «7»(60.000 πωλήσεις) και τον ακολουθούν, με το μισό αριθμό, πωλήσεων (30.000) ο Γιάννης Πλούταρχος κι η Έλενα Παπαρίζου. Συμπερασματικά, θα έλεγα, πως, όσον αφορά πάντα τις πωλήσεις των cd, την τελευταία 4ετία, πρωταγωνιστές είναι το ποπ και το λαϊκό τραγούδι πίστας κι οι δύο εμπορικότεροι εκπρόσωποί τους, που είναι, αντίστοιχα, ο Μιχάλης Χατζηγιάννης κι ο Γιάννης Πλούταρχος.

Απουσίες από το TOP – 10

Παρατηρώντας κανείς το TOP – 10, διαπιστώνει, αμέσως, τρανταχτές απουσίες ολόκληρων ειδών τραγουδιού, αλλά – κάτι το οποίο είναι αποκαλυπτικό – κι όλων, σχεδόν, των μύθων του τραγουδιού μας! Συγκεκριμένα:

Η ελληνική ορχηστρική μουσική απουσιάζει εντελώς, αποδεικνύοντας περίτρανα, ότι το ελληνικό μουσικό τοπίο είναι, καθαρά, τραγουδιστοκεντρικό.

Ο Μάνος Χατζιδάκις, ένας από τους δυο μεγαλύτερους μύθους του ελληνικού τραγουδιού, απουσιάζει κι αυτός. Αξίζει, μάλιστα, να αναφερθεί, ότι από την μεγάλη – αρκετών δεκάδων δίσκων – δισκογραφία του (στις 33 στροφές και το cd), είναι μετρημένοι, στα δάχτυλα των δυο χεριών, οι χρυσοί και πλατινένιοι δίσκοι του, στους οποίους - ως επί το πλείστον και μ’ ότι αυτό συνεπάγεται - είτε πρωταγωνιστούν μεγάλα ονόματα (Μούσχουρη), είτε, πρόκειται για επανεκτελέσεις κάποιων τραγουδιών του, ενταγμένων σε δίσκους μεγάλων τραγουδιστών (Μαρινέλλα, Νταλάρας). Ακόμα κι οι τρεις γνωστότεροι κι εμπορικότεροι δίσκοι του, το σάουντρακ «Ποτέ την Κυριακή» (200.000 πωλήσεις), «Ο μεγάλος ερωτικός» (200.000 πωλήσεις) και «Το χαμόγελο της Τζοκόντας» (100.000), έχουν μια διαφορά 100 και 200 χιλιάδων δίσκων, αντίστοιχα, από τον τελευταίο δίσκο του TOP – 10, που βρίσκεται τις 300.000 πωλήσεις.

Ο Μίκης Θεοδωράκης, ο ισχυρότερος, μαζί με το Χατζιδάκι, μύθος του ελληνικού τραγουδιού, υπάρχει, βέβαια, στο TOP – 10, με το «ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ» (5η θέση - 500.000 πωλήσεις),το οποίο, όμως, είναι ένα έργο που έχει λάβει έναν τέτοιο εθνικό συμβολισμό, όπου, αντίστοιχό του, θα έβρισκα μόνο στον εθνικό ύμνο! Επίσης, δεν μπορούμε να παραβλέψουμε, στο έργο αυτό, την εμβέλεια και τη βαρύτητα του νομπελίστα ποιητή Οδυσσέα Ελύτη, αλλά και του Γρηγόρη Μπιθικώτση. Θα έλεγα, δηλαδή, ότι είναι ένα έργο που έχει δύο ισχυρούς συμπρωταγωνιστές και δεν “ανήκει”, αποκλειστικά, στο Θεοδωράκη. Σαφώς και υπάρχουν τραγούδια του Θεοδωράκη, σε δισκάκια 45 στροφών, που έκαναν μεγάλες πωλήσεις τη δεκαετία του ’60, αλλά, στη δισκογραφία του στις 33 στροφές και στα cd, που εξετάζεται εδώ, οι – αποκλειστικά προσωπικοί του(κι όχι συμμετοχές τραγουδιών του σε δίσκους δημοφιλών τραγουδιστών) - χρυσοί και πλατινένιοι του δίσκοι δεν ξεπερνούν τους 10, σε μια τεράστια, τριψήφιου αριθμού, δισκογραφία.
Χαρακτηριστικά, θα αναφέρω, ότι οι δύο μοναδικοί (πέρα από το «ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ» φυσικά) πλατινένιοι δίσκοι του, των 100.000 πωλήσεων, είναι – καθόλου τυχαία βέβαια – με το Νταλάρα («18 λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας»/1974) και τον Πάριο («Ο ερωτικός Θεοδωράκης»/2001)! Καταλήγοντας, κατά τη γνώμη μου, ο Θεοδωράκης, τυπικά, βρίσκεται στο TOP - 10, αλλά, ουσιαστικά, ως μύθος, απουσιάζει!

Ο Στέλιος Καζαντζίδης, ο τραγουδιστής – μύθος, απουσιάζει εντελώς από τα 10 πρώτα! Σαφώς, κι αυτός, είχε μια “χρυσή εποχή” στα 45άρια, αλλά, στους δίσκους των 33 στροφών και στα cd, οι πωλήσεις του είναι, αντίστοιχες με δεκάδων άλλων τραγουδιστών που έφτασαν στα όρια του χρυσού (50.000) και του πλατινένιου δίσκου(100.000). Αξίζει να αναφέρω, ότι το θρυλικό, κατά πολλούς, «Υπάρχω», είναι, απλά, ένας τυπικός χρυσός δίσκος των 50.000 αντιτύπων. Το υψηλότερο δε νούμερο στη δισκογραφία του (150.000) το έχει πιάσει, το 1987, «Ο δρόμος της επιστροφής», ο δίσκος, δηλαδή, όπου συσσώρευε όλη την προσμονή των θαυμαστών του, αφού μ’ αυτόν επανήλθε στη δισκογραφία, μετά από 12 χρόνια σιωπής! Κι όμως, την ίδια χρονιά (1987), για παράδειγμα, ο Νταλάρας πούλησε 600.000 δίσκους με τα «Λάτιν»…
Ο έτερος τραγουδιστής – μύθος, ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης, βρίσκεται μεν στο TOP - 10, με το «ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ» (1964), αλλά είδαμε παραπάνω την ιδιαιτερότητα αυτού του δίσκου, τον εθνικό συμβολισμό του και, βέβαια, τα ονόματα του Θεοδωράκη και του Ελύτη, που τον υπογράφουν. Δεν είναι, δηλαδή, ένας προσωπικός δίσκος του Μπιθικώτση. Σαφώς κι αυτός, όπως κι ο Καζαντζίδης, είχε μια “χρυσή εποχή” στα 45άρια, αλλά, στους δίσκους των 33 στροφών και στα cd, είναι εντελώς “γυμνός” σε σχέση με τον Καζαντζίδη. Εκτός, από τη «Ρωμιοσύνη» (1966) - ένα κομβικό έργο με τις υπογραφές του Θεοδωράκη και του Ρίτσου και, σαφώς, τις εξαιρετικές ερμηνείες του ίδιου του Μπιθικώτση (το οποίο έκανε 60.000 πωλήσεις) - από τη δεκαετία του ’70 και μετά, κανένας προσωπικός δίσκος του δεν έπιασε ούτε καν το όριο των 50.000 πωλήσεων ενός χρυσού δίσκου …

Η ελληνική ροκ σκηνή, με όλα τα συγκροτήματά της, είναι κι αυτή απούσα. Ακόμα κι ο δημοφιλέστερος εκπρόσωπός της, ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου, είναι κι αυτός, απών! Κι όχι μόνο αυτό, αλλά ο δίσκος του με τις μεγαλύτερες πωλήσεις (160.000) είναι, αυτός που μοιράζεται με το Νταλάρα, από τις κοινές τους εμφανίσεις στο «Αττικόν» («Ζωντανή ηχογράφηση στο Αττικόν» / 1991).

Απόντες είναι κι όλοι οι τραγουδοποιοί. Αν και την τελευταία 20ετία ζήσαμε και ζούμε τη μεγάλη άνθισή τους, δεν κατάφεραν να μπουν στο TOP – 10. Ακόμα κι ο “πατέρας των τραγουδοποιών”, ο Διονύσης Σαββόπουλος, ο οποίος αποτελεί το “βαρύ πυροβολικό” τους, με πέντε δίσκους των 200.000 πωλήσεων ο καθένας τους – τέσσερις προσωπικούς («Φορτηγό» /1966, «Το βρώμικο ψωμί» /1972, «Η ρεζέρβα» / 1979 & «Τραπεζάκια έξω» / 1983) και μια συλλογή («10 χρόνια κομμάτια» /1975) – υπολείπεται κατά 100.000 δίσκους, από τον τελευταίο δίσκο (300.000) του TOP – 10.

Έξω από τους 10 εμπορικότερους δίσκους, βρίσκεται και το “βαρύ λαϊκό” τραγούδι κι ας διέθετε και διαθέτει αρκετούς και δημοφιλείς (π.χ. Στράτος Διονυσίου) και πιο καλτ (π.χ. Γιώργος Μαργαρίτης) εκπροσώπους του. Μάλλον, το πρώτο επίθετο “βαρύ” σηματοδοτεί και τoν περιορισμό του σε συγκεκριμένες ομάδες του ακροατηρίου, αποκλείοντάς το έτσι, από τη δεκάδα.

Τέλος, τα νησιώτικα και τα ρεμπέτικα, απουσιάζουν - με τις παλιές, πρώτες, εκτελέσεις τους – αλλά, υπάρχουν, όπως είδαμε παραπάνω, στο TOP - 10, μόνο μέσα από την ερμηνευτική εκδοχή του Πάριου και του Νταλάρα αντίστοιχα.


Χαρτογράφηση του TOP – 10 και διαπιστώσεις

Προχωρώντας στην “χαρτογράφηση” του TOP – 10, έχουμε την εξής εικόνα, όσον αφορά τα είδη τραγουδιού, τους δημιουργούς και τους ερμηνευτές, που είναι οι εμπορικότεροι:

Τα κυρίαρχα είδη τραγουδιού είναι, το ελαφρολαϊκό, το έντεχνο λαϊκό, το λαϊκό, το διασκεδαστικό τραγούδι της τελευταίας 20ετίας, καθώς και τα νησιώτικα και ρεμπέτικα, μέσα όμως από τη σύγχρονη προσέγγισή τους. - Οι δημιουργοί που, με προσωπικό δίσκο τους, έχουν μπει στο TOP – 10, είναι ο Μίμης Πλέσσας (μ’ ένα δίσκο – φαινόμενο όμως, όπως ο «Δρόμος»), ο Μίκης Θεοδωράκης(με το πολύ ιδιαίτερο κι εμβληματικό όμως «Άξιον Εστί», το οποίο έχει πάρει εθνικές διαστάσεις), ο Κώστας Χατζής(κι αυτός σε μια ανεπανάληπτη συνάντησή του με τη Μαρινέλλα στο «Ρεσιτάλ») κι οι Νίκος Καρβέλας και Φοίβος(στο αποκορύφωμα μιας επιτυχημένης εμπορικά διαδρομής).

Ο Λευτέρης Παπαδόπουλος, μέσα από το ρεκόρ του «Δρόμου», αποδεικνύεται, και συμβολικά, ως ο πιο δημοφιλής στιχουργός του ελληνικού τραγουδιού.

Ο νομπελίστας ποιητής Οδυσσέας Ελύτης, μέσα από το «Άξιον Εστί», αναδεικνύεται και σε εθνικό ποιητή, μαζί, φυσικά, με το Διονύσιο Σολωμό του εθνικού μας ύμνου.

Πρωτιές (πέρα από τον πρώτο δίσκο του TOP – 10) κατέχουν, επίσης, ο Γιάννης Πάριος, ο οποίος είναι ο τραγουδιστής με τις περισσότερες πωλήσεις σε προσωπικό του δίσκο, ο Γιώργος Νταλάρας, ο οποίος βρίσκεται με τρεις (3) προσωπικούς του δίσκους μέσα στα 10 πρώτα κι η Γλυκερία, αφού κι αυτή βρίσκεται στο TOP – 10, με δύο (2) προσωπικούς δίσκους της.

Οι δύο εμπορικότεροι και δημοφιλέστεροι Έλληνες τραγουδιστές, όπως αυτό φαίνεται από το TOP - 10, αλλά κι απ’ όλη συνολικά τη δισκογραφία τους, είναι ο Γιάννης Πάριος κι ο Γιώργος Νταλάρας. Οι αριθμοί δηλαδή, επιβεβαιώνουν αυτό που πολύ λιτά είχε πει ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης, απαντώντας(σε συνέντευξή του στον Λευτέρη Παπαδόπουλο) στην ερώτηση «Ποιους τραγουδιστές ξεχωρίζεις σήμερα», ως εξής : «Ο Νταλάρας και ο Πάριος ή ο Πάριος και ο Νταλάρας».

Ολοκληρώνοντας τη σκιαγράφηση του TOP – 10, οφείλω να διευκρινίσω, ότι αυτές οι πρωτιές αφορούν την εμπορικότητα και τις πωλήσεις κι όχι την αξία και την ποιότητα. Δεν σημαίνει δηλαδή πως όσοι απουσιάζουν από τα 10 πρώτα, δεν έχουν αξία και ποιότητα, αλλά, ούτε και το αντίστροφο, πως όσοι έχουν εμπορικότητα, αυτομάτως, δεν έχουν αξία και ποιότητα! Οι λόγοι της μεγάλης εμβέλειας και της εμπορικότητας των συγκεκριμένων καλλιτεχνών, θα πρέπει να αναζητηθούν, στο κατά πόσο το ρεπερτόριό τους, το ηχόχρωμα της φωνής τους και το όλο καλλιτεχνικό προφίλ τους, έχει τη δυναμική να διεισδύει στα δυο φύλλα και σε όλες τις ηλικίες και τα κοινωνικά στρώματα.
Επίσης, για να δώσω και μια άλλη διάσταση, θα πρέπει να διερευνηθεί, γιατί οι φωνές κι αυτά τα είδη των τραγουδιών, πλειοψηφούν “στις καθημερινές στιγμές και διαθέσεις μας”, ώστε να αποτελούν τις μαζικές προτιμήσεις μας. Σαφώς κι ο κάθε ακροατής και μουσικόφιλος έχει το TOP - 10 της δικής του αισθητικής, αλλά, το TOP - 10 της ελληνικής δισκογραφίας, μας δείχνει μια απλή αλήθεια: ποιων καλλιτεχνών οι δίσκοι έχουν μπει στις καρδιές, τις δισκοθήκες και τα σπίτια των περισσότερων Ελλήνων.

ΠΗΓΕΣ
Βασιλείου Μαρία, Τα ελληνικά BEST SELLERS, εφημ. «Τα Νέα» - περιοδ. «Ταχυδρόμος», τεύχος 336, 5 – 8 – 2006.
Δραγουμάνος Πέτρος, Ελληνική Δισκογραφία 1950 – 2009 (έκδοση σε dvd).
Εκατό(100) δίσκοι και η ιστορία τους (ειδική έκδοση του περιοδικού “Κ” της “Καθημερινής”, σε συνεργασία με το ραδιοφωνικό σταθμό “ΜΕΛΩΔΙΑ 99,2 FM” / 29-6-2003).
Καστρινός Θοδωρής – Κωνσταντάτου Τίνα, Το βιβλίο των ελληνικών ρεκόρ, εκδ. ΔΙΟΠΤΡΑ, Αθήνα 2008
Music On Line (www.musiconline.gr)
Νοταράς Γιώργος, Από τις 78 στροφές στο cd, 80 χρόνια ελληνικής δισκογραφίας, εκδ. ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ, Αθήνα 2008
Πατσαλής Κώστας, Μαρινέλλα – η αυθεντική καλλιτέχνιδα(www.e-orfeas.gr)

Οι απόψεις και οι σκέψεις των συνεργατών του Ορφέα δεν ταυτίζονται απαραίτητα με τη γνώμη του περιοδικού.
Απαγορεύεται αυστηρά η χρήση και η αναδημοσίευση του συνόλου ή μέρους των άρθρων του Ορφέα, χωρίς προηγούμενη άδεια των υπευθύνων του περιοδικού και του συντάκτη και χωρίς ταυτόχρονη αναφορά της επωνυμίας του περιοδικού, του ονοματεπωνύμου του συντάκτη και του ακριβούς συνδέσμου του άρθρου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΥ ΣΕ ΑΛΛΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΧΟΛΙΑ

RSS

ΤΑ ΠΙΟ ΔΙΑΒΑΣΜΕΝΑ (90d)

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

ΕΙΠΑΝ - ΕΓΡΑΨΑΝ

Άλογα περήφανα οι επιθυμίες μου γονάτισαν κάθισαν χάμω.
Μίλτος Σαχτούρης

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ / ΑΥΡΙΟ

18/11/1985 Πέθανε ο συνθέτης και τραγουδιστής του ρεμπέτικου Δημήτρης Γκόγκος ή Μπαγιαντέρας
19/11/1944 Γεννήθηκε στη Λευκάδα η μέτζο-σοπράνο Αγνή Μπάλτσα
19/11/1959 Γεννήθηκε ο συνθέτης Νίκος Ζούδιαρης

ΤΥΧΑΙΑ TAGS