179 αναγνώστες online
Find us on FacebookJoin us on Facebook
sideBar



Σαββέρια Μαργιολά - «Αλισάχνη»

ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ «Τι έχω να χάσω»

Τάσος Π. Καραντής
Τάσος Π. Καραντής
Πρώτη Παρουσίαση
ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ - «Τι έχω να χάσω»
29.06.2017
Ορφέας | Main Feed
Κείμενο: Τάσος Π. Καραντής

Όταν οι τραγουδιστές ψέλνουν

Η δισκογραφία σήμερα

Τάσος Π. Καραντής

Κάθε χρόνο, λίγο πριν το Πάσχα, εμφανίζονται στα ράφια των δισκοπωλείων δίσκοι δημοφιλών τραγουδιστών οι οποίοι ερμηνεύουν ψαλμούς, αλλά και σημαντικών συνθετών που έχουν μελοποιήσει εκ νέου εκκλησιαστικούς ύμνους. Πέρα από την όποια παρουσίαση αυτού του είδους της δισκογραφίας και την κάθε δημοσιογραφική άποψη για το θέμα, νομίζω πως ιδιαίτερη βαρύτητα, αλλά κι ενδιαφέρον έχει η γνώμη των ψαλτών! Εδώ και λίγα χρόνια υπάρχει στο διαδίκτυο το «Αναλόγιον» (www.analogion.com), μια ιστοσελίδα με δυσεύρετο ψαλτικό υλικό, αλλά και με πληροφορίες για τα ψαλτικά δρώμενα. Το «Αναλόγιον» διαθέτει και δίγλωσσο (ελληνικά & αγγλικά) φόρουμ, το «Ψαλτολόγιον» (www.analogion.com/forum), το οποίο, ουσιαστικά, αποτελεί έναν χώρο συναναστροφής και μια μεγάλη ψαλτική παρέα με μέλη απ’ όλον τον κόσμο.

Αποτάθηκα λοιπόν στον ιδρυτή – από τη μακρινή Αυστραλία – αυτού του ιστοχώρου, τον κ. Δημήτρη Κουμπαρούλη και του πρότεινα, αφενός να μας παρουσιάσει και να μας γνωρίσει το «Αναλόγιον» κι, αφετέρου, να έχουμε για το θέμα «Όταν οι τραγουδιστές ψέλνουν», τις, ενδεικτικές, απόψεις κάποιων ψαλτών – μελών του. Πράγματι, ο κ. Δ. Κουμπαρούλης ανταποκρίθηκε θετικά και με την καλή του διάθεση και συνεργασία, ο ίδιος κι άλλοι τέσσερις ψάλτες, από διάφορα μέρη της Ελλάδας, απάντησαν στις ερωτήσεις μου, ώστε να έχουμε πέντε(5) διαφορετικές απόψεις ψαλτών.
Στα πλαίσια αυτής της κοινής συζήτησης, προσπαθήσαμε να προσεγγίσουμε το όλο θέμα από πολλές πλευρές: από το ποιοι - και γιατί - ύμνοι επιλέγονται συνήθως από τους τραγουδιστές ως και πιο ειδικά θέματα, όπως η διαφορά των ψαλτικών και τραγουδιστικών τσακισμάτων της φωνής. Φυσικά και κατατέθηκαν απόψεις για το ποιοι τραγουδιστές επιτυγχάνουν μια αξιοπρεπή προσέγγιση στους εκκλησιαστικούς ψαλμούς και ποιοι όχι, αλλά, κουβεντιάσαμε και για το τι είδους μουσική και τραγούδια ακούνε συνήθως οι ψάλτες και ποιες φωνές τους αρέσουν.
Τελικά, η όλη προσέγγιση εστιάζεται σε ένα κομβικό ερώτημα: η ψαλμωδία πρέπει να ανήκει μόνο στους ψάλτες ή και στους τραγουδιστές; Το σίγουρο πάντως είναι, πως, εφόσον, οι τραγουδιστές ψέλνουν, δικαιούνται κι οι ψάλτες να τους κρίνουν!

Έλαβαν μέρος κι απαντούν, με τη σειρά που παρατίθενται οι απαντήσεις τους:
Δημήτρης Κουμπαρούλης / Λαμπαδάριος Καθεδρικού Ι. Ν. Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, Σύδνεϋ, Αυστραλία / Ιδρυτής www.analogion.com
Χρήστος Τσακίρολγου / Ιεροψάλτης Ενορίας Αγίου Νικολάου Άνω Αχαρνών Ηρακλείου Κρήτης
Παναγιώτης Σόμαλης / Δεξιός ψάλτης Ι. Ν. Αγίου Κωνσταντίνου και Ελένης Περιστερίου Αττικής / Βιοχημικός
Πέτρος Γαλάνης / Λαμπαδάριος Ι. Ν. Αγίου Νικοδήμου Μετόχι Ιεράς Μονής Μαρίτσης Μητροπόλεως Πατρών
Νίκος Θεοτοκάτος / Πρωτοψάλτης Ι. Ν. Αγίων Αναργύρων Πευκακίων Αγίας Παρασκευής Αττικής

“ΑΝΑΛΟΓΙΟΝ”, μια ιστοσελίδα για την ψαλτική τέχνη και τους ψάλτες στο διαδίκτυο και το φόρουμ της, το “ΨΑΛΤΟΛΟΓΙΟΝ”. Ποια ανάγκη τη γέννησε και ποιοι οι σκοποί κι οι στόχοι αυτής της προσπάθειας;
Δημήτρης Κουμπαρούλης: Αναλόγιο - ΨαλτολόγιοΤο “Αναλόγιον” (www.analogion.com) ξεκίνησε στις αρχές του 2005 σαν ένας κατάλογος, ένα ευρετήριο ας πούμε, του ψαλτικού υλικού που υπήρχε τότε στο διαδίκτυο. Το υλικό αυτό ήταν διάσπαρτο σε δεκάδες ιστοσελίδες και χρειαζόταν ένας κατάλογος με σχολιασμό. Εκτός από αυτό, ζώντας στην Αυστραλία τα τελευταία χρόνια, παρατήρησα οτι υπήρχαν αρκετοί ομογενείς και άλλοι μή Ελληνόφωνοι που αγαπούσαν την Ψαλτική αλλά λόγω της απόστασης και της γλώσσας δεν είχαν πρόσβαση στις πηγές και στα ψαλτικά δρώμενα. Επίσης παρατήρησα οτι αρκετοί γνωστοί μου είχαν πολύτιμο και δυσεύρετο ψαλτικό υλικό (ηχογραφήσεις, μουσικά κείμενα, γνώσεις κτλ.) αλλά δεν υπήρχε ένας χώρος που θα μπορούσαν εύκολα να το μοιραστούν με άλλους. Μετά από κάποιο διάστημα, περίπου δύο χρόνια, δεν προλάβαινα πλέον να δημοσιεύω όλα αυτά που οι αναγνώστες της ιστοσελίδας μου έστελναν συνεχώς. Σε μια συζήτηση με φίλους σκεφτήκαμε να δημιουργήσουμε το δίγλωσσο φόρουμ “Ψαλτολόγιον” (www. analogion.com/forum) ώστε να μπορεί ο καθένας να μοιραστεί ψαλτικό υλικό απ᾽ευθείας, ένα χώρο συναναστροφής για τους ανθρώπους που ασχολούνται με την Ψαλτική, μια ψαλτική παρέα, τέλος πάντων, με μέλη από όλο τον κόσμο, χάρη στο διαδίκτυο.

Ποια η ανταπόκριση κι η συμμετοχή των ψαλτών και πως κρίνετε τη μέχρι τώρα διαδρομή;
Δημήτρης Κουμπαρούλης: Η ανταπόκριση και συμμετοχή των ψαλτών (και όχι μόνο) ήταν και συνεχίζει να είναι πέρα από κάθε αρχική μου προσδοκία. Το υλικό που προσφέρεται καθημερινά “εις κοινόν όφελος” είναι πολύ σημαντικό. Σιγά σιγά δημιουργείται μια πηγή γνώσης για την Ψαλτική που πιστεύω αρκετοί θα βρουν χρήσιμη τώρα και στο μέλλον. Στις συζητήσεις του “Ψαλτολογίου” συμμετέχουν μέλη από διαφορετικές ψαλτικές “σχολές” με αποτέλεσμα οι συζητήσεις να είναι μια αντανάκλαση της σύγχρονης πολύπλευρης ψαλτικής πραγματικότητας. Αυτό βέβαια είναι και το αδύνατο σημείο του forum. Το τελείως διαφορετικό περιβάλλον (γνώσεις, ηλικία, εμπειρίες) των μελών που συμμετέχουν κάνει τη συνεννόησή τους κάποιες φορές ανέφικτη και προβληματική. Παρολαυτά, θέλω να πιστεύω οτι έχοντας κοντά σε ένα κοινό βήμα διαλόγου αρχάριους μαθητές, έμπειρους εκτελεστές, γνωστούς πρωτοψάλτες, πανεπιστημιακούς δασκάλους, κληρικούς, μουσικούς, οργανοπαίκτες και άλλους, ένα ολόκληρο ψαλτικό μωσαϊκό από όλο τον κόσμο, είναι χρήσιμο για την διάδοση και πρόοδο της τέχνης.

Στη δική σας ζωή, η ψαλτική τέχνη μπήκε μέσα από τη σχέση σας με τη εκκλησία ή μέσα από τη σχέση σας, ευρύτερα, με τη μουσική;

Δημήτρης Κουμπαρούλης: Από την εκκλησία. Από μικρό παιδί, άκουγα και μάθαινα πρακτικά τους απλούς ύμνους που μπορούσα να θυμηθώ, πολύ πρίν κάνω μουσικές σπουδές αργότερα.

Χρήστος Τσακίρογλου: Η γνωριμία μου με την ψαλτική ξεκίνησε μπορώ να πω από την σχέση μου με την Εκκλησία, εφόσον η πρώτη μου σοβαρή επαφή με αυτήν, έγινε στην Εκκλησιαστική σχολή Κρήτης (Χανιά 1992). Έκτοτε, δεν ασχολήθηκα με τίποτε άλλο.

Παναγιώτης Σόμαλης: Η ψαλτική τέχνη μπήκε στη ζωή μου μέσα από τη σχέση μου με την εκκλησία. Μεγάλωσα σε σπίτι “αυστηρά” θρησκευτικό. Αρχικά έμπαινα στο ιερό όπως και άλλα συνομήλικά μου παιδιά, όμως η ψαλτική μου φάνηκε πιο ενδιαφέρουσα...

Πέτρος Γαλάνης: Εγώ την ψαλτική τέχνη την προσέγγισα μέσα από την Εκκλησία όταν χρειάστηκε να εξυπηρετήσω ένα ναό χωρίς να ξέρω καθόλου μουσική παρά μόνο να διαβάζω. Αυτό σιγά-σιγά μ' έκανε να αγαπήσω τη μουσική και να αρχίσω να τη σπουδάζω..

Νίκος Θεοτοκάτος: Και τα δύο. Πιο συγκεκριμένα, η πρώτη μου επαφή με την ψαλτική τέχνη ήταν όταν άρχισα να κάνω ισοκράτημα στον ψάλτη της ενορίας μου, με την παρότρυνση ενός φίλου. Αν δεν πήγαινα λοιπόν στην εκκλησία, αυτό δεν θα συνέβαινε. Όμως η μετέπειτα σοβαρή ενασχόλησή μου με την ψαλτική έγινε επειδή αγάπησα αυτή τη μουσική. Σε πρώτο στάδιο δεν κατείχε κορυφαία θέση στις προτιμήσεις μου, αφού είχα επαφή και με άλλα είδη μουσικής (έπαιζα πιάνο και αρμόνιο ενώ άκουγα συστηματικά τόσο ελληνικό έντεχνο τραγούδι, όσο και δυτική μουσική: κλασσική, pop, jazz, new age, κινηματογράφου κλπ.). Απλώς ήθελα να τελειώσω το ωδείο, χωρίς να σκέφτομαι ότι θα γίνω κάποτε ιεροψάλτης. Σιγά - σιγά όμως η ελληνική μουσική με άγγιξε περισσότερο. Έτσι άφησα το πιάνο και ασχολήθηκα με το ούτι, ενώ η ψαλτική ανέβαινε στην εκτίμησή μου όσο περισσότερο ασχολιόμουν μ' αυτήν κι έτσι έγινα ψάλτης χωρίς να το καταλάβω...

«Όταν οι τραγουδιστές ψέλνουν», είναι το θέμα της έρευνας του «ΟΡΦΕΑ» (www.e-orfeas.gr) και θα ήθελα, καταρχάς, να μου πείτε ποιοι συνήθως ύμνοι και ψαλμοί προσεγγίζονται από τους τραγουδιστές και γιατί;

Δημήτρης Κουμπαρούλης: Ενδιαφέρουσα ερώτηση. Οι τραγουδιστές θέλουν, ανάμεσα στα άλλα, να συγκινήσουν και να εντυπωσιάσουν με την ερμηνεία τους. Οι δισκογραφικές εταιρίες πάλι θέλουν και να πουλήσουν δίσκους και είναι φυσικό να ενδιαφέρονται για όσο πιό ευρύ ακροατήριο γίνεται (π.χ. όχι περιορισμένο σε πρόσωπα της εκκλησίας). Για τους λόγους αυτούς, επιλέγονται συνήθως ύμνοι με απαιτητικές (φωνητικά και τεχνικά) μουσικές φράσεις π.χ. με ψηλές και χαμηλές νότες και μελωδική ποικιλία, με ποιητικό κείμενο εύκολο να δημιουργήσει συναισθηματική φόρτιση στους ακροατές και συνήθως ήδη γνωστό και αγαπημένο από πολλούς. Χαρακτηριστικά παραδείγματα τα Εγκώμια, ύμνοι των Παθών και της Ανάστασης του Χριστού και ύμνοι της Παναγίας («Άξιον Εστίν», παράκληση και άλλα). Επίσης, συχνά επιλέγονται ύμνοι σε Βυζαντινούς ήχους που μπορούν να προσεγγιστούν καλύτερα από συγκερασμένα όργανα όπως π.χ. ο Τρίτος, ο Πλάγιος του Πρώτου (μινόρε) και ο Πλάγιος του Δευτέρου.

Όταν οι τραγουδιστές ψέλνουνΧρήστος Τσακίρογλου: Είναι λογικό, οι καλλιτέχνες να επιλέγουν μέλη που να αρέσουν στο κοινό. Φυσικά οι ύμνοι της Μεγάλης Εβδομάδας είναι πρώτοι στην λίστα αυτή. Ακολουθούν, ύμνοι Δωδεκαημέρου κ.α. οι οποίοι συναντώνται πολύ σπανιότερα.

Παναγιώτης Σόμαλης: Ύμνοι Μ. Εβδομάδος, Χαιρετισμών, ίσως και οι πιο δημοφιλείς αλλά απλοί ύμνοι των Μεγάλων Εορτών. Δεν έχω ακούσει κάποιο τραγουδιστή να λέει το “Νυν αι δυνάμεις των ουρανών” ή κάποιο από τα Εωθινά Δοξαστικά.

Πέτρος Γαλάνης: Οι ύμνοι οι οποίοι συνήθως προσεγγίζονται είναι αυτοί της Μ. Εβδομάδος και περισσότερο τα εγκώμια τα οποία είναι και τα πλέον δημοφιλή στο λαό. Από εκεί κι ύστερα βέβαια ανάλογα και με τις γνώσεις του καθενός έχουν πει και άλλα κομμάτια (π.χ. Γαϊτάνος).

Νίκος Θεοτοκάτος: Οι ύμνοι που προσεγγίζονται είναι συνήθως: α. οι εύκολοι και β. οι γνωστοί στο ευρύ κοινό. Έχω υπόψη μου ύμνους της Μεγάλης Εβδομάδας (Τον νυμφώνα σου βλέπω, Ω γλυκύ μου έαρ κλπ.). Μια τρίτη κατηγορία είναι ύμνοι που προσφέρονται για solo (π.χ. η νεώτερη εκτέλεση του “Εξέδυσάν με”). Το γιατί είναι προφανές: έχουν δεδομένη την εμπορική επιτυχία, αν πεις κάτι που δεν είναι γνωστό στο κοινό, πώς θα πουλήσει;

Διάβασα, κάπου στις συζητήσεις σας στο “ΨΑΛΤΟΛΟΓΙΟΝ”, ότι τα γυρίσματα των τραγουδιστών στους εκκλησιαστικούς ψαλμούς είναι τελείως δυτικότροπη αντίληψη. Το τσάκισμα της φωνής κι όλο αυτό το συναίσθημα που βγάζει, δεν είναι χαρακτηριστικό του ελληνικού λαϊκού τραγουδιού κι ευρύτερα της ανατολικής μουσικής, μέρος της οποίας αποτελεί κι η βυζαντινή μουσική;

Δημήτρης Κουμπαρούλης: Δεν ξέρω για το δυτικότροπη, άλλωστε και στην ανατολή δεν είναι άγνωστο σε τραγουδιστές να ψάλλουν με χαρακτηριστικά τσακίσματα (π.χ. η Φεϊρούζ). Κοινά υπάρχουν, εφόσον μιλάμε για τον ίδιο μουσικό πολιτισμό. Πάντως, όπως και να έχει το πράγμα, άλλο γενικά το τσάκισμα του τραγουδιστή και άλλο του ψάλτη. Τα ψαλτικά τσακίσματα τα βρίσκω πιό συντηρητικά συνήθως, λιγότερο επιδεικτικά δηλαδή από ότι στο τραγούδι. Πολλά από τα ψαλτικά τσακίσματα άλλωστε μαθαίνονται κατά τη διδασκαλία και δεν είναι αποτέλεσμα προσωπικής ερμηνείας. Σκοπό έχουν να ομορφύνουν το μέλος και λιγότερο να βγάλουν συναίσθημα όπως λέτε. Δεν θα ακούσουμε π.χ. ένα παραδοσιακό ψάλτη να λέει ένα «Αχ» με τον τρόπο που θα το έλεγε ένας τραγουδιστής. Το εκκλησιαστικό περιβάλλον άλλωστε δεν το ευνοεί.

Χρήστος Τσακίρογλου: Φυσικά και είναι αναπόσπαστο κομμάτι και αυτό γίνεται εύκολα φανερό και από τα σημάδια των παλαιότερων μορφών γραφής της μουσικής αυτής της λεγομένης και παρασημαντικής, τα οποία μάλιστα το επέβαλλαν στους τότε διακόνους των Εκκλησιαστικών αναλογίων. Η ένσταση έγκειται στο μέτρο που αυτά γίνονται, διότι μέσω του μέτρου, φανερώνεται και ο σκοπός του άσματος. Για παράδειγμα, στην Δημοτική μας μουσική, τέτοια τσακίσματα παρατηρούνται συχνότατα και μάλιστα πολλές φορές γίνονται και αυτοσκοπός. Παρατηρούμε μία τάση “συναγωνισμού” μεταξύ της φωνής, του βιολιού και του κλαρίνου στα τσακίσματα αυτά. Όμως εάν παρατηρήσουμε, θα δούμε ότι ο τρόπος με τον οποίο γίνονται, έχει σκοπό την κατά το δυνατόν προσομοίωση και προσέγγιση της ανθρώπινης φωνής, με ήχους της φύσης όπως για παράδειγμα το κελάϊδισμα των πουλιών. Γίνεται εύκολα κατανοητό λοιπόν, ότι το περιεχόμενο που στοχεύει μία τέτοια εκτέλεση, είναι μεν η έκφραση ανθρωπίνων συναισθημάτων, αλλά πάντα μέσα στο κλίμα και τα ηχοχρώματα που προσφέρει η ίδια η φύση.
Στην ψαλτική τέχνη τα πράγματα είναι εντελώς διαφορετικά. Εδώ η αναζήτηση είναι εντελώς εσωτερική και στοχεύει στην αιώνια αγωνία της ανθρώπινης ψυχής για την σωτηρία και την λύτρωση από την αμαρτία, καθώς και την συνεχή επαφή της με το Θείο. Οπότε, η έκφραση τέτοιων συναισθημάτων που ξεφεύγουν πλέον από την επιδερμικότητα των αντίστοιχων της δημοτικής μουσικής, απαιτεί άλλα γνωρίσματα στον τρόπο του ψάλλειν. Πλέον, το φωνητικό τσάκισμα έχει μία ταπείνωση στη συχνότητά του και μία ηγεμονική σοβαρότητα στην εκτέλεσή του. Δεν εξυμνείται πλέον η φύση, αλλά ο Δημιουργός της, μπροστά στον οποίο, όπως οι πρωτόπλαστοι, είμαστε γεμάτοι ντροπή για τις αμαρτίες και την παρακοή μας απέναντι στα προστάγματά Του. Οπότε πιστεύω γίνεται φανερός ο λόγος για τον οποίο ο ψαλτικός κόσμος έχει κάποια ένσταση στον τρόπο ερμηνείας των Εκκλησιαστικών ασμάτων, η οποία δεν έχει άλλο σκοπό, από την προσπάθεια διαφύλαξης των παραπάνω γνωρισμάτων. Με δύο λόγια, δεν είναι ο ίδιος ο τρόπος έκφρασης, του παράπονου για τον χωρισμό, της άκρατης ερωτικής επιθυμίας προς το άλλο φύλο, του πόνου της ξενιτιάς, με τον τρόπο που στεκόμαστε μπροστά στο καντήλι ή κάτω από το Πετραχήλι και ξεγυμνώνουμε την ψυχή μας, ζητώντας το έλεος Του μόνου Ελεήμονος
.

Παναγιώτης Σόμαλης: Και ναι και όχι. Η βυζαντινή μουσική πρέπει να έχει κυρίως εκκλησιαστικό ήθος, όχι συναισθήματα. Αυτό δεν αποκτάται από μια απλή μουσική παιδεία αλλά προϋποθέτει συνειδητή εκκλησιαστική ζωή.

Πέτρος Γαλάνης: Πράγματι οι τραγουδιστές πραγματοποιούν κάποια τσακίσματα στη φωνή τους αλλά επειδή δεν έχουν τριβή με τη Βυζαντινή μουσική, ως εκ τούτου, αυτά τα γυρίσματα πραγματοποιούνται "στεγνά", "με το στόμα", όπως στην Ευρωπαϊκή μουσική. Σημασία δεν έχει τόσο το ίδιο το γύρισμα όσο το ύφος με το οποίο λέγεται.

Νίκος Θεοτοκάτος: Δεν ξέρω πού το διαβάσατε αυτό, αλλά θα πρέπει να έχετε υπόψη ότι οι διαφορετικές αντιλήψεις που υπάρχουν ανάμεσα στους ψάλτες δεν έχουν προηγούμενο πουθενά! Χαρακτηριστικό είναι ότι το σήμα του forum μας στο internet είναι δύο κοκόρια που (προφανώς) μαλώνουν... Η δική μου άποψη είναι η εξής: Το συμπέρασμά σας είναι στη βάση του σωστό. Όντως οι φωνητικές ιδιαιτερότητες του ελληνικού λαϊκού τραγουδιού από κάπου προήλθαν και κάπου παραπέμπουν. Όμως αυτό δεν σημαίνει ότι ταυτίζονται ούτε με τα γυρίσματα της φωνής που ακούμε στην ανατολική μουσική ούτε με τα γυρίσματα της βυζαντινής (τουλάχιστον στην παραδοσιακή μορφή της). Το Α και το Ω στην εκτέλεση της βυζαντινής μουσικής είναι το λεγόμενο ΥΦΟΣ, μέρος του οποίου αποτελούν οπωσδήποτε και τα φωνητικά γυρίσματα. Οι ψαλμοί από τη φύση τους είναι τέτοιοι που αν εκτελεστούν με γυρίσματα ελληνικού λαϊκού τραγουδιού, ούτε στην προσευχή συμβάλλουν (που είναι και ο σκοπός της βυζαντινής μουσικής) αλλά και κουράζουν ακουστικά. Αυτό βέβαια το καταλαβαίνει κανείς μόνο αν συγκρίνει έναν ψαλμό από έναν λαϊκό τραγουδιστή με την αντίστοιχη ερμηνεία του από έναν ΣΩΣΤΟ παραδοσιακό ψάλτη (π.χ. το Θρασύβουλο Στανίτσα).
Θα δείτε ότι στη δεύτερη περίπτωση το άκουσμα έρχεται πολύ πιο μαλακά και πιο γλυκά στο αυτί και - εν τέλει - πολύ πιο ευχάριστα, αφού ο εκτελεστής κάνει κι αυτός πολλά γυρίσματα, ΟΧΙ ΟΜΩΣ “ΕΞΩΤΕΡΙΚΑ”, δηλ. πιέζοντας τη φωνή του για να εντυπωσιάσει και να πει “Κοιτάξτε με τώρα τι κάνω”, ΑΛΛΑ ΕΣΩΤΕΡΙΚΑ, δηλ. πιο διακριτικά και με περισσότερη λεπτομέρεια και το άκουσμα σε συνεπαίρνει σιγά - σιγά. Η τέχνη αυτή είναι πολύ πιο δύσκολη από τον τρόπο που αντιλαμβάνονται το τραγούδι οι λαϊκοί τραγουδιστές και θέλει πολύ κόπο και χρόνο για να την κατακτήσει κανείς. Επομένως, αυτό που αποκαλείται “συναίσθημα” στο λαϊκό τραγούδι ή τη δυτική μουσική, είναι τελείως έξω από τη λογική της έκφρασης και ερμηνείας του βυζαντινού μέλους: το “κλάψιμο” της φωνής ή και το “αίσθημα που βγαίνει” από ένα τραγούδι εντάσσονται στον εξωτερικό τρόπο εντυπωσιασμού του ακροατή, για τον οποίο έγινε λόγος προηγουμένως και ο οποίος τελικά δεν είναι αυτός που ικανοποιεί πλήρως την ανθρώπινη ψυχή. Απλώς ΝΟΜΙΖΟΥΝ ότι ικανοποιούνται πλήρως όσοι δεν έχουν ακούσει κάτι άλλο. Με αυτή τη λογική ίσως γράφηκε στο forum ότι αποτελούν δυτικότροπη αντίληψη τα γυρίσματα των λαϊκών τραγουδιστών. Έχετε όμως υπόψη ότι ακόμα και η όπερα, που είναι το πλέον σοβαρό και δουλεμένο είδος δυτικής φωνητικής μουσικής, τα τελευταία χρόνια έχει ξεφύγει από την παλιά σχολή της “δραματικής” έκφρασης και υιοθετεί πλέον την πιο φυσική εκφορά της φωνής, η οποία είναι μεν πιο δύσκολη, αλλά γεμίζει την ψυχή και του εκτελεστή και του ακροατή.

Επίσης, διάβασα απόψεις που λένε πως οι τραγουδιστές ερμηνεύουν τους ψαλμούς όχι σύμφωνα με την ψαλτική παράδοση αλλά όπως το θέλει ο κόσμος. Τι θέλει ο κόσμος και δεν το βρίσκει στους ψάλτες και στην εκκλησία, αλλά το βρίσκει στις ερμηνείες των τραγουδιστών;

Όταν οι τραγουδιστές ψέλνουνΔημήτρης Κουμπαρούλης: Ο κόσμος ακούει ύμνους για διάφορους λόγους. Επειδή θα συγκινηθεί, θα εντυπωσιαστεί, θα θαυμάσει την ερμηνεία του τραγουδιστή ή της τραγουδίστριας. Άλλοι ακούν απλά για να “χαλαρώσουν” με ήρεμη ατμοσφαιρική μουσική ή απλά να ακούσουν “κάτι επίκαιρο” για να “μπουν στο κλίμα των ημερών”. Μετά, οι προσεγμένες εκδόσεις δίσκων των τραγουδιστών είναι συχνά πιό προσβάσιμες στον απλό κόσμο από ότι οι λίγες αντίστοιχες ψαλτικές. Φαντάζομαι επίσης οτι επειδή ο κόσμος έχει ήδη γνωστούς αγαπημένους τραγουδιστές, θα προτιμήσει μάλλον να ακούσει ύμνους από αυτούς παρά από κάποιο άγνωστο σε αυτούς ψάλτη. Ο ψάλτης, επιζητεί και αυτός την εντύπωση των ακροατών όχι τόσο για την ερμηνεία του όμως. Προτεραιότητα του ψάλτη είναι να παρουσιάσει τα μέλη σωστά από τεχνικής άποψης, σύμφωνα με μια μακραίωνη μουσική παράδοση, να μεταφέρει τα ιερά κείμενα καθαρά στα αυτιά των ακροατών και να δημιουργήσει ατμόσφαιρα προσευχής. Το κριτήριο του κόσμου όμως όπως είπα πιό πάνω είναι συχνά διαφορετικό, ιδιαίτερα σε εκείνους που βλέπουν την ψαλτική σαν μουσική και μόνο, αποκομμένη από το θρησκευτικό της φυσικό περιβάλλον.

Χρήστος Τσακίρογλου: Αυτό έχει να κάνει κατ’ αρχήν με την παιδεία μας. Παλαιότερα ο λαός εκκλησιαζόταν και αυτό δεν αποτελούσε μία εξαίρεση στην καθημερινότητά του, απεναντίας ήταν μέρος αυτής. Δεν υπήρχε Κυριακή που κάποιος δεν θα συμμετείχε στην κοινή προσευχή και ούτε οι ρυθμοί της ζωής τον υποχρέωναν να σκεφτεί τον εκκλησιασμό δύο φορές τον χρόνο. Οπότε, η επαφή με τα εκκλησιαστικά ακούσματα ήταν πολύ διαφορετική από την σημερινή. Είναι λοιπόν λογικό, η ακουστική παιδεία μας πλέον να έχει άλλα πρότυπα. Η επαφή με το λαϊκό τραγούδι παραμένει ζωντανή (ευτυχώς) και σε αυτό βοηθούν τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, αλλά και ο τρόπος ζωής μας, ο οποίος ενώ δεν μας προτρέπει προς τον εκκλησιασμό, μας “επιβάλλει” την επαφή μας με τα κέντρα διασκέδασης, έστω και μέσω κάποιου Γάμου ενός γνωστού ή συγγενή κλπ. Όλα αυτά, μέσω των χρόνων διέπλασαν το ακουστικό μας αισθητήριο. Το τι θέλει λοιπόν ο κόσμος πλέον έχει διαμορφωθεί, όμως η ψαλτική ως μία καθ’ όλα κλασική μουσική δεν είναι δυνατόν να αλλάξει τον χαρακτήρα της, διότι αυτό θα την εξοστρακίσει από τον σκοπό της. Ένας επίσης λόγος που δικαιολογεί την θλιβερή πραγματικότητα της ερωτήσεως, είναι η ανεπάρκεια ειδικά μορφωμένων ψαλτών στα Εκκλησιαστικά αναλόγια. Η ψαλτική ως τέχνη και επιστήμη, απαιτεί πολύχρονο κόπο για την εκμάθησή της, συνεχές άγχος για την διατήρηση της φωνητικής υγείας, με μηδαμινές δυστυχώς απολαβές. Οι νέοι άνθρωποι δεν επιλέγουν την ψαλτική, διότι ούτε η Εκκλησία ούτε το κράτος έχουν κάνει έως τώρα κάποιο βήμα προς την διάσωση του θεσμού του ψάλτη και της αρχέγονης αυτής μουσικής μας παραδόσεως κατ’ επέκταση, με αποτέλεσμα η ψαλτική σήμερα να στηρίζεται στον ιερό πόθο των ψαλτών και μόνο. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα την πλαισίωση των αναλογίων με ηλικιωμένους (οι οποίοι ας δοξάζουμε τον Θεό που υπάρχουν κι αυτοί) ή από την παπαδιά, ώστε να ακουστεί μετά από το “Του Κυρίου δεηθώμεν” ένα “Κύριε ελέησον”. Όμως, είναι λογικό αυτοί οι άνθρωποι να μην έχουν τις απαιτούμενες γνώσεις και ακούσματα, ώστε να διασώσουν την παράδοση στα αυτιά του εκκλησιάσματος. Έτσι, ο κόσμος στο άκουσμα ενός ύμνου από μία πλέον γνώριμη φωνή, αυτή του τραγουδιστή, του δημιουργεί έναν ενθουσιασμό και μία υποσυνείδητη συμπάθεια, η οποία παγιώνει χρόνο με τον χρόνο τις προτιμήσεις του.

Παναγιώτης Σόμαλης: Το συναίσθημα που είπαμε παραπάνω. Οπωσδήποτε πολλοί τραγουδιστές έχουν και περισσότερη μουσική παιδεία από τον μέσο ενοριακό ψάλτη και φυσικά φωνητικά είναι και πιο ελκυστικοί.

Πέτρος Γαλάνης: Ο κόσμος δε μπορούμε να πούμε ότι ζητά κάτι συγκεκριμένο από την ψαλτική. Άλλωστε δεν τη γνωρίζει δυστυχώς ώστε να ζητά κάτι συγκεκριμένο. Απλούστατα η εποχή μας η οποία έχει κατακλυστεί από μελωδίες ως επί το πλείστον φερμένες από τη Δύση, αδυνατεί να χωρέσει την "στριφνή" για τους αμύητους έκφραση της βυζαντινής μουσικής με τα πολλά μελίσματα, τα περίεργα διαστήματα και την έλλειψη μουσικών οργάνων. Οι τραγουδιστές θα λέγαμε ότι "αμβλύνουν" τη βυζαντινή μουσική προσαρμόζοντάς την στα αυτιά του "μέσου" ακροατή.

Νίκος Θεοτοκάτος: Εξαρτάται τι εννοεί κανείς “κόσμο”: ο “κόσμος” τον προηγούμενο αιώνα π.χ. είχε πολύ διαφορετικά μουσικά γούστα από τον σημερινό. Αν αυτό σημαίνει κάτι για το τραγούδι, που έχει σκοπό να διαδοθεί και να πουλήσει και άρα μοιραία προσαρμόζεται στα γούστα του κόσμου, για τη βυζαντινή και την παραδοσιακή μουσική δεν σημαίνει το ίδιο, αφού και οι δύο καθορίζονται σε σημαντικό βαθμό από την έννοια της διατήρησης της παράδοσης, κάτι που για έναν λαϊκό τραγουδιστή δεν είναι το πρώτο που τον νοιάζει. Φυσικό είναι ο κόσμος να αρέσκεται περισσότερο στην ερμηνεία ενός ψαλμού από έναν τραγουδιστή και όχι από έναν ψάλτη, αφού το αυτί του έχει συνηθίσει τον τραγουδιστή. Σε όσα όμως αυτιά έχουν συνηθίσει τον ψάλτη (ή συγγενικά, τέλος πάντων ακούσματα), αυτό που τους φαίνεται περίεργο και τραβηγμένο είναι η ερμηνεία του τραγουδιστή. Ο κόσμος λοιπόν σήμερα στην πλειοψηφία του ακούεΌταν οι τραγουδιστές ψέλνουνι μουσική για να “φτιαχτεί” και να “διασκεδάσει”. Αυτό επιτυγχάνεται άμεσα με εύκολες μελωδίες, έντονο ρυθμό και “εντυπωσιακά” φωνητικά γυρίσματα. Αυτό λοιπόν “θέλει ο κόσμος και δεν το βρίσκει στους ψάλτες και στην εκκλησία, αλλά το βρίσκει στις ερμηνείες των τραγουδιστών”. Γιατί τα ψαλτικά ακούσματα σκοπό έχουν όχι την ευκαιριακή ακουστική ικανοποίηση, αλλά την πλήρωση της ψυχής με το μέλος και, κατ' επέκταση, με το νόημα των ψαλλομένων. Αυτό βέβαια σε όποιον το έχει γευτεί φαίνεται απλό και επιτυγχάνεται άμεσα και αβίαστα, όμως για όποιον έχει εθιστεί στα κοσμικά ακούσματα, με τη συγκερασμένη δυτική κλίμακα (που έχει, στην κυριολεξία, βιάσει την ακοή μας εδώ και έναν αιώνα) και με τη νοοτροπία των εύκολων ακουσμάτων, δεν γίνεται μαγικά, από τη μια στιγμή στην άλλη. Έχω συναντήσει ανθρώπους που είχαν ζήσει παλιά στην Κωνσταντινούπολη και μου έλεγαν πόσο αφύσικα τους φαίνονται τα ακούσματα όχι παρακαλώ των Ελλήνων τραγουδιστών, αλλά των Ελλήνων ψαλτών (!) σε σχέση με όσα άκουγαν χρόνια στο Πατριαρχείο. Και είχαν δίκιο: γιατί και η ψαλτική σήμερα στην Ελλάδα έχει τα μαύρα της τα χάλια... Αυτοί οι άνθρωποι δεν ήταν ούτε τέρατα μορφώσεως ούτε τέρατα μουσικής καλλιέργειας. Απλώς είχαν συνηθίσει το παραδοσιακό ψαλτικό ύφος και αυτά, που σήμερα αρέσουν στον κόσμο, σ' αυτούς φαίνονται τελείως ξένα.

Στις συζητήσεις στο “ΨΑΛΤΟΛΟΓΙΟΝ” αναφέρονται συγκεκριμένα ονόματα τραγουδιστών που έχουν ερμηνεύσει ψαλμούς(Γαϊτάνος, Γονίδης, Νταλάρας, Μητσιάς, Μπάσης). Ποιων θεωρείτε ότι οι προσεγγίσεις είναι πιο αξιοπρεπείς και γιατί;

Δημήτρης Κουμπαρούλης: Δύσκολη ερώτηση. Δεν μπορούμε να κρίνουμε με ψαλτικά κριτήρια κάτι που δεν είναι Ψαλτική, εκτός και παρουσιάζεται σαν Ψαλτική από τους ίδιους τους συντελεστές του. Στα αυτιά του κόσμου βέβαια, δεν κάνει μεγάλη διαφορά. Ιδιαίτερα όταν ο τραγουδιστής προσπαθεί να μιμηθεί, κατά το δυνατόν, την ψαλτική ερμηνεία (τσακίσματα, μουσικά διαστήματα, χρόνος και ρυθμός, μελωδίες, ύφος). Αυτό ίσως είναι και το κριτήριο “αξιοπρέπειας” αν μπορεί κάποιος να το πεί έτσι – το κατά πόσον ο τραγουδιστής ή η τραγουδίστρια σέβονται τους κανόνες και το χαρακτήρα της παραδοσιακής Ψαλτικής. Αλλιώς, αν τα δούμε σαν μουσικές δημιουργίες και αποδόσεις, είναι όλα ισότιμες καλλιτεχνικές δημιουργίες.

Χρήστος Τσακίρογλου: Αξιοπρεπείς ως προς το ύφος της ψαλτικής τέχνης, δεν θεωρώ ότι είναι καμία από τις προσεγγίσεις αυτές και αυτό είναι κατά την γνώμη μου φυσιολογικό. Ο κάθε ένας από τους καταξιωμένους αυτούς καλλιτέχνες, έχει πλέον “βάψει” την φωνή, αλλά και τον τρόπο τραγουδιού του, με ένα συγκεκριμένο χρώμα κι έτσι θεωρώ ότι πρέπει, αυτό κατά την γνώμη μου λέγεται και καλλιτεχνική προσωπικότητα εξάλλου. Ακόμη κι αν κάποιοι εξ αυτών έχουν ψαλτικές καταβολές, αυτό δεν αρκεί για να αποδώσει κανείς ένα άσμα ενός άλλου, εντελώς διαφορετικού μουσικού κόσμου. Ακόμη και αυτά τα διαστήματα των μουσικών φθόγγων της ψαλτικής διαφέρουν από αυτά των συγκερασμένων οργάνων της λαϊκής μας μουσικής, οπότε πλέον μιλάμε για βασικές θεωρητικές διαφωνίες που πρακτικά φτάνουν στο σημείο του να μιλάμε για ψαλτικό φάλτσο. Να καταθέσω εδώ, μια προσωπική παρατήρηση που συντελεί στην δικαιολόγηση των παραπάνω. Τουλάχιστον στο 80% των εκτελέσεων εκκλησιαστικών ύμνων από τραγουδιστές, παρατηρώ ότι ενώ συμβουλεύονται για την άντληση του μουσικού υλικού ψάλτες, η βασική δομή του ύμνου που δεν έχει πλέον να κάνει με την ιδιαιτερότητα της εκτέλεσης του κάθε καλλιτέχνη, αλλά με το μουσικό κείμενο που έχει στα χέρια του ή το άκουσμα από το οποίο πιθανόν εμπνεύστηκε, δεν έχει καμία σχέση με το παραδοσιακά ψαλλόμενο στους Ναούς μέλος και αυτό είναι μία ευθύνη που βαρύνει τον ψαλτικό κλάδο. Ενώ δηλαδή οι τραγουδιστές ζητούν από κάποιο ψάλτη κείμενα ή ακουστικά παραδείγματα πάνω στα οποία θα ερμηνεύσουν, οι ψάλτες τους δίνουν νεώτερες συνθέσεις στις οποίες έχει αλλοιωθεί πλέον η παράδοση. Αυτό δεν κατανοώ γιατί συμβαίνει, εφόσον έτσι αλλοιώνεται ακόμη περισσότερο το παραδοσιακό ψαλτικό άκουσμα, αν υποθέσουμε ότι ο τραγουδιστής αποτελεί μία μορφή διόδου της ψαλτικής παραδόσεως...

Παναγιώτης Σόμαλης: Θα έλεγα Μητσιάς και Μπάσης, δεδομένου ότι αυτοί έχουν και καλή παιδεία βυζαντινής μουσικής. Γονίδη και Νταλάρα δεν έχω ακούσει. Η ερμηνεία του Γαϊτάνου παραείναι συναισθηματική για το δικό μου κριτήριο. Θεωρώ ότι ακόμη και την Μ. Εβδομάδα που είναι κατ’ εξοχήν πένθιμη περίοδος ο πιστός χαίρεται διότι το αποτέλεσμα των Παθών του Χριστού είναι η σωτηρία του.

Πέτρος Γαλάνης: Όλοι αυτοί οι τραγουδιστές έχουν γνώσεις επάνω στη βυζαντινή Μουσική. Αλλά μόνο ο Μ. Μητσιάς και ο Δ. Μπάσης και λίγο λιγότερο ο Γ. Νταλάρας νομίζω προσεγγίζουν σε ένα βαθμό τη βυζαντινή μουσική. Και αυτό νομίζω γίνεται διότι μεγάλωσαν σε μια εποχή όπου στο ραδιόφωνο ακουγόταν αρκετά η βυζαντινή μουσική, ζυμώθηκαν με τα ακούσματα αυτά από μικροί και κυρίως είναι λαϊκοί τραγουδιστές οι οποίοι χρησιμοποίησαν πολλά στοιχεία της ψαλτικής στα τραγούδια τους. Σε αντίθεση με τον Π. Γαϊτάνο ο οποίος ακολούθησε μια διαφορετική πορεία στο τραγούδι.

Νίκος Θεοτοκάτος: Καταρχήν κανείς από αυτούς που αναφέρετε δεν έχει φυσικά αυθεντικό ψαλτικό ύφος. Και οι πέντε όμως είναι πολύ καλοί τραγουδιστές και τους ακούω ευχάριστα. Σε ό,τι τώρα αφορά την ερμηνεία τους στα βυζαντινά:
Του Γαϊτάνου τη θεωρώ τελείως συναισθηματική και επιφανειακή. Σαν τραγουδιστής είναι βέβαια πολύ καλός και έχει καλά γυρίσματα, κάποια από τα οποία θα μπορούσαν να κολλήσουν με τα βυζαντινά, αλλά το ύφος του δεν έχει καμία σχέση με αυτό που θέλει να δώσει το βυζαντινό μέλος. Είναι νομίζω ο “χειρότερος” από τους πέντε, τουλάχιστον για μένα (αν επιτρέπεται η έκφραση, δεδομένης της αναμφισβήτητης καλλιτεχνικής του αξίας).
O Γονίδης ανήκει στο λεγόμενο “σκυλάδικο” τραγούδι (ας μου επιτραπεί ο όρος παρακαλώ). Η φωνή του έχει τρομερή ευλυγισία και η ερμηνεία του στα βυζαντινά έχει τα γνωρίσματα του εξωτερικού εντυπωσιασμού που συναντάμε και στα τραγούδια του. Αν και δεν μου αρέσει καθόλου το είδος τραγουδιού πιο εκπροσωπεί, ομολογώ πάντως ότι προσέχω κάποιες λεπτομέρειες στα φωνητικά του γυρίσματα, οι οποίες μου αρέσουν πολύ!
Ο Γιώργος Νταλάρας είναι ο κορυφαίος Έλληνας τραγουδιστής κατ' εμέ. Όσα βυζαντινά έχω ακούσει έχουν το στυλ των παλιών καλών λαϊκών τραγουδιών του, που όλοι γνωρίζουμε, με πολλές τάσεις για φωνητικά σόλο, τέχνη την οποία γνωρίζει πολύ καλά. Θα με ξένιζε τελείως ένα τέτοιο ύφος στην εκκλησία, σαν λαϊκό άκουσμα όμως το σέβομαι και μου αρέσει!
O Μητσιάς έχει μια έντεχνη φωνή με αρκετά λαϊκά στοιχεία. Δεν μπορώ όμως να πω ότι τον προτιμώ στα βυζαντινά του, καθώς μεταδίδει μια συναισθηματική απόδοση των ύμνων, περίπου όπως και ο Γαϊτάνος (αν και όχι σε τόσο ακραία μορφή).
Ο Μπάσης διαφέρει από τους υπόλοιπους: είναι ο μοναδικός που έχει σε μεγάλο βαθμό γυρίσματα φωνής πιο “εσωτερικά” και λεπτομερειακά, όπως τα ξέρουμε και στη βυζαντινή (άλλωστε την έχει σπουδάσει, όπως γνωρίζω). Νομίζω ότι αν άλλαζε το ύφος του στο ψαλτικό θα ήταν πολύ καλός ψάλτης! Παρότι δεν είναι από τις πρώτες μου προτιμήσεις στα τραγούδια (κυρίως λόγω ρεπερτορίου και όχι βέβαια φωνής), είναι πιστεύω με διαφορά ο καλύτερος από όσους αναφέρατε (αν όχι γενικά από τους Έλληνες τραγουδιστές) στην ερμηνεία του βυζαντινού μέλους, ενώ έχει ερμηνεύσει και πολύ πιο δύσκολα κομμάτια από τους άλλους και μη εμπορικά (όπως το “Άγιος ο Θεός” με Δύναμις και Τεριρέμ).

Να κάνω εδώ μια παρένθεση. Οι ψάλτες τι συνήθως τραγούδια ακούνε και ποιες φωνές τους αρέσουν;

Όταν οι τραγουδιστές ψέλνουνΔημήτρης Κουμπαρούλης: Υπάρχει όντως ένα στερεότυπο εδώ, οτι στους ψάλτες αρέσουν τα “παραδοσιακά” τραγούδια, δηλαδή δημοτικά, ρεμπέτικα, μικρασιάτικα, Πολίτικα, μανέδες, παλιά λαϊκά, ιδιαίτερα οι αποδόσεις τους από αντρικές φωνές. Σε πολλούς ψάλτες αρέσουν αυτά, για το λόγο οτι οι ψάλτες είναι από τη φύση τους παραδοσιακοί μουσικοί και συχνά τραγουδούν οι ίδιοι εκτός εκκλησίας μέλη σαν και αυτά επειδή “πάνε στη φωνή τους” και επειδή χρησιμοποιούν παραδοσιακούς μουσικούς δρόμους και για άλλους λόγους. Αρκετοί ακούν ανατολική μουσική επίσης, ιδιαίτερα από τη λόγια μουσική παράδοση της Οθωμανικής περιόδου και παίζουν και κάποιο παραδοσιακό όργανο. Πέρα από τη γενίκευση όμως, στην πράξη, υπάρχει αρκετή ποικιλία στα μουσικά γούστα.

Χρήστος Τσακίρογλου: Προσωπικά ακούω τα πάντα, από κλασική μουσική (θιασώτης της ρομαντικής κυρίως εποχής και συγκεκριμένα του Rachmaninov, αλλά και της προκλασικής όπως του Vivaldi) μέχρι heavy metal (ιδιαίτερη συμπάθεια στις μπαλάντες των Iron Maiden). Το μόνο είδος μουσικής που με απωθεί, είναι κάποιες νέες κλασικές συνθέσεις που στηρίζονται σε άτονες και διάφωνες συγχορδίες, τις οποίες δεν κατανοώ ακουστικά. Από την παράδοση με συγκινεί πάρα πολύ η Σμύρνη και η Στερεά Ελλάδα. Αγαπημένες φωνές είναι ο Νταλάρας, η Χαρούλα Αλεξίου, ο Τερζής, η Αρβανιτάκη ο Γαϊτάνος (με τον οποίο είχα την τιμή να συνεργαστώ κάποια στιγμή και να τον ακούσω και δια ζώσης) ο Μπάσης, ο Κλωναρίδης καθώς και ο Γιώργος ο Φανάρας λόγω φωνητικού DNA (καθότι ξεκίνησε ως ψάλτης).

Παναγιώτης Σόμαλης: Εγώ δεν τραγουδάω ιδιαιτέρως. Μου αρέσει το δημοτικό τραγούδι της Ηπείρου (επιρροές από τη μητέρα μου) και η μουσική της παλιάς Αθήνας: οπερέτες κλπ. (επιρροές από τον πατέρα μου). Επίσης ακούω πολύ ελληνικά τραγούδια και έντεχνα και λαϊκά και ποπ.

Πέτρος Γαλάνης: Σίγουρα δεν μπορούμε να πούμε ότι όλοι οι ψάλτες ακούν το ίδιο είδος μουσικής. Σε γενικές γραμμές πάντως, τα είδη τα οποία προτιμώνται από τους περισσότερους ψάλτες είναι το δημοτικό τραγούδι το οποίο χρησιμοποιεί τις κλίμακες της βυζαντινής μουσικής, το ρεμπέτικο και το λαϊκό τραγούδι και αρκετοί φυσικά αρέσκονται και στην Τούρκικη μουσική η οποία επίσης συγγενεύει σε ένα βαθμό με τη Βυζαντινή Μουσική. Όσον αφορά τις φωνές, νομίζω το προβάδισμα το έχουν οι πιο "αισθηματικές" αν μπορούσαμε να το πούμε έτσι φωνές οι οποίες εκφράζουν το ανατολίτικο αίσθημα. Τρανά παραδείγματα είναι ο Στέλιος Καζαντζίδης, ο Αντώνης Νταλγκάς και πολλοί Τούρκοι ερμηνευτές.

Νίκος Θεοτοκάτος: Όσο πιο “βυζαντινός” είναι ένας ψάλτης, τόσο περισσότερο προτιμάει ακούσματα που θυμίζουν βυζαντινή. Κι αυτά που θυμίζουν είναι: α. σε κάποιο βαθμό τα παλιά (και κάποια σύγχρονα) λαϊκά β. τα λεγόμενα “σκυλάδικα” γ. τα παλιά ρεμπέτικα δ. η παραδοσιακή μουσική (κυρίως πολίτικα και μικρασιάτικα) ε. η τουρκική / ανατολική μουσική Προσωπικά, στα πρώτα μου βήματα στη βυζαντινή άκουγα πολλά ελληνικά λαϊκά και ρεμπέτικα. Μετά πέρασα στα παραδοσιακά και τώρα πλέον, μετά από 15 χρόνια ψάλτης, είμαι περισσότερο στην καθαρά ανατολική μουσική. Δεν άκουσα ποτέ “σκυλάδικο” τραγούδι (το θεωρώ μουσική κατάπτωση), αν και πολλοί ψάλτες το προτιμούν (Πανταζή, Γονίδη, Βολάνη, Καρά, Σφακιανάκη - τον τελευταίο βέβαια δεν θα τον έβαζα την ακραία κατηγορία των υπολοίπων).
Ομολογώ πάντως ότι προσέχω κάποια γυρίσματα και πολλές φορές, αν τύχει και παίξει κάτι, το αφήνω για ν' ακούσω μια μουσική φράση. Όμως στο σύνολό του και σαν συστηματικό άκουσμα δεν το μπορώ. Φωνές που μου αρέσουν: σαν λαϊκή φωνή (όχι όμως ανατολική / βυζαντινή) ο Γιώργος Νταλάρας, όχι τόσο στις τελευταίες του δουλειές όσο παλιότερα. Ο καλύτερος, πιστεύω, σήμερα (παλιά φυσικά ο Στέλιος Καζαντζίδης). Σε δεύτερη φάση ο Δημήτρης Μητροπάνος, κυρίως στις νεώτερες εκτελέσεις με την πιο βαριά φωνή. Από γυναίκες η καλύτερη φωνή με διαφορά η Μαρινέλλα (άγνωστες αλλά κορυφαίες οι ερμηνείες της στον παλιό δίσκο “Αλβανία”).
Από κει και πέρα υπάρχουν μεν φωνές με καλά στοιχεία (Μπάσης, Σφακιανάκης, Λάλεζας κ.ά.) αλλά δεν μπορώ να πω ότι με εντυπωσιάζει κάποια ιδιαίτερα, τουλάχιστον από τις γνωστές (δεν ξέρω γιατί οι καλές γυναικείες φωνές στο ελληνικό τραγούδι είναι σε φοβερή έλλειψη, με λιγοστές εξαιρέσεις, όπως τη Γλυκερία και – κυρίως - την Ελένη Βιτάλη.) Εδώ θα μου επιτρέψετε μια παρένθεση: γενικά το ελληνικό τραγούδι δεν είναι πλέον αυτό που ήταν παλιά. Κι όταν λέω παλιά, μην πάτε μακριά: είναι – δεν είναι μια 15ετία που έβγαιναν ποιοτικές συλλογές σωρηδόν: από το “Μένω Εκτός” της Αρβανιτάκη στα “Μεθυσμένα”, το “Καλώς τους” και την “Ιερά οδό” του Νταλάρα ή το “Γυρίζοντας τον κόσμο” της Χαρούλας και το “Βενζινάδικο” της Πρωτοψάλτη. Κι από κοντά σιγόνταραν Παπάζογλου, Θαλασσινός, Γαϊτάνος ή και ακόμα πιο πέρα: Γλυκερία, Αντώνης Βαρδής και τόσοι άλλοι. Η απόσταση από το σήμερα είναι νομίζω τόσο αβυσσαλέα, που οι λιγοστές ποιοτικές δουλειές (π.χ. τα “Έρημα χωριά”) μάλλον επιβεβαιώνουν τον κανόνα.
Αντίθετα, υπάρχουν σήμερα πολλές καλές μη γνωστές φωνές, κυρίως στο χώρο του παραδοσιακού τραγουδιού (ή του έντεχνου/παραδοσιακού), με πρώτη τη Γιασεμή Καναρτζόγλου, τη γυναίκα του γνωστού ουτιέρη κυρ Νίκου Σαραγούδα. ΚΟΡΥΦΑΙΕΣ πάντως φωνές, με μεγάλη διαφορά από τις άλλες, θεωρώ τις Τουρκάλες τραγουδίστριες των παραδοσιακών τραγουδιών. Ονόματα όπως Nazire Yagiz, Aylin Vatankos, Ugurlu, Safiye Ayla, Hamiyet Yuceses μπορεί να μη λένε τίποτα στην Ελλάδα, στους ασχολούμενους όμως με την ανατολική μουσική αποτελούν κορυφές της σύγχρονης έντεχνης μορφής της τουρκικής μουσικής, που δεν έχουν καμία σχέση με ό,τι έχουμε ακούσει στην Ελλάδα. Μπράβο στους Τούρκους, που έχουν φτάσει την ανατολική μουσική σε τόσο υψηλό επίπεδο!

Τη μελοποίηση ύμνων από γνωστούς και σημαντικούς Έλληνες συνθέτες (Θεοδωράκης, Σπανουδάκης, Χάλαρης, Κουγιουμτζής, Τόκας, Λάγιος), πως τη βλέπετε; Υπάρχουν κάποιες συγκεκριμένες δισκογραφικές δουλειές τους που έχετε υπόψη σας και ξεχωρίζετε;

Όταν οι τραγουδιστές ψέλνουνΔημήτρης Κουμπαρούλης: Σαν καλλιτεχνική μουσική δημιουργία είναι σημαντική και ενδιαφέρουσα. Δεν έχω κάποια δισκογραφική δουλειά που ξεχωρίζω, ἐχω ακούσει πάντως κατά καιρούς αποσπάσματικά έργα σαν και αυτά που αναφέρετε (π.χ. από το έργο του Χ. Χάλαρη). Είναι σημαντικό πιστεύω σύγχρονοι μουσικοί να εμπνέονται από την ψαλτική και εν γένει εκκλησιαστική παράδοση. Δείχνει πώς αυτή η παράδοση είναι ζωντανή και δημιουργική. Πέρα από αυτό, προσωπικά, προτιμώ να ακούω ύμνους από ψάλτες. Προτιμώ το αυθεντικό άκουσμα σε αυτή την περίπτωση.

Χρήστος Τσακίρογλου: Χωρίς να θέλω να φανώ “ρατσιστής” ως προς τις συνθέσεις αυτές, από τους ως άνω συνθέτες προτιμώ άλλου είδους δημιουργίες. Συμφωνώ με την άποψη του Bach ότι τους ύμνους προς τον Θεό μόνο η ανθρώπινη φωνή είναι αρκετά ικανή να αποδώσει. Για το λόγο αυτό, ορχηστρικές συνθέσεις, ακόμη κι αν περιέχουν φωνές δεν με ενθουσιάζουν. Θα προτιμήσω το Γρηγοριανό μέλος στον τομέα αυτόν.

Παναγιώτης Σόμαλης: Γνωρίζω την εργασία του Θεοδωράκη (Κασσιανή, Τρίφωνη Λειτουργία, Νεκρώσιμος Ακολουθία) και συνεπώς θα μιλήσω μόνον για αυτή. Πιστεύω ότι τα δύο πρώτα μπορούν να σταθούν ισάξια πλάι σε αντίστοιχα έργα Ελλήνων εκκλησιαστικών συνθετών (Θεμ. Πολυκράτη, Ι. Σακελλαρίδη) και να εμπλουτίσουν το ρεπερτόριο πολυφωνικών εκκλησιαστικών χορωδιών (αν και η Κασσιανή του Θεοδωράκη είναι ιδιαίτερα δύσκολη από ό,τι θυμάμαι). Η Νεκρώσιμος Ακολουθία του Θεοδωράκη καίτοι σπουδαίο έργο είναι για εμένα σαν ψάλτη (παρά τη θητεία μου σε πολυφωνικές χορωδίες) “ξένον άκουσμα” και τη βρίσκω κατάλληλη μόνο για μουσικές εκδηλώσεις και όχι για λατρευτική χρήση.

Πέτρος Γαλάνης: Έχουν γίνει αρκετές προσπάθειες από συνθέτες να μελοποιήσουν Εκκλησιαστικούς ύμνους. Αν και προσωπικά δεν το έχω μελετήσει αρκετά αυτό το θέμα, δεν το αποκλείω αρκεί η προσπάθειά τους να μην είναι στο να κάνουν ένα ανάμεικτο είδος βυζαντινής και ευρωπαϊκής μουσικής αλλά προσανατολίζονται στο να δώσουν τη δική τους καλλιτεχνική σφραγίδα. Στο έργο του Στ. Κουγιουμτζή "Ύμνοι αγγέλων σε ρυθμούς ανθρώπων" νομίζω ότι υπάρχει μια ενδιαφέρουσα προσέγγιση στους εκκλησιαστικούς ύμνους από μια καθαρά δυτικοευρωπαϊκή σύνθεση.

Όταν οι τραγουδιστές ψέλνουνΝίκος Θεοτοκάτος: Όχι, δεν μπορώ να πω ότι ξεχωρίζω κάποια δουλειά, μια και σε όλες το μόνο που θυμίζει βυζαντινή μουσική είναι ο στίχος και οι νότες της μελωδίας (και αυτές όχι πάντα). Το συνολικό άκουσμα είναι άκουσμα έντεχνης ελληνικής μουσικής και τίποτα παραπάνω. Όπου μπλέκονται και παραδοσιακά όργανα πάντως είναι πιο ενδιαφέρον. Είναι κάτι που σαφώς προσφέρει στην ελληνική μουσική σκηνή, αλλά δεν σημαίνει κάτι για τη βυζαντινή μουσική. Η περίπτωση του Χάλαρη όμως κακώς εντάσσεται εδώ: δεν πρόκειται για μελοποίηση και διασκευή ύμνων, αλλά για εκτελέσεις κανονικών βυζαντινών μη εκκλησιαστικών μελών με παραδοσιακά όργανα, αυτό δηλ. που ονομάζουμε κοσμική βυζαντινή μουσική.

Για να επανέλθω στο θέμα των τραγουδιστών, οι όποιες ενστάσεις σας, στο πως αντιμετωπίζουν οι τραγουδιστές τους ψαλμούς, είναι αποκλειστικά ψαλτικές ή και μουσικές;

Δημήτρης Κουμπαρούλης: Εξαρτάται. Όταν ένας τραγουδιστής υποστηρίζει οτι “ψάλλει” ή ότι το μέλος είναι “Βυζαντινή Μουσική” και παρόλα αυτά δεν ακολουθεί τους κανόνες της Ψαλτικής (διαστήματα, χρόνος και ρυθμός, μελωδίες, ύφος κτλ.) τότε οι ενστάσεις είναι ψαλτικές. Όταν όμως δεν παρουσιάζει το έργο σαν ψαλτική (αλλά σαν μουσική εμπνευσμένη από την ψαλτική) τότε οι όποιες ενστάσεις δεν μπορεί παρά να είναι μόνο μουσικές.

Χρήστος Τσακίρογλου: Και τα δύο. Για να δώσω μία πιο σαφή εικόνα αυτού που ήδη απάντησα στο παραπάνω ερώτημα κάνοντας αναφορά σε “ψαλτικά φάλτσα” να αναφέρω τα εξής: Οι σχέσεις των μουσικών φθόγγων της Ευρώπης στηρίζονται στα πειράματα του Πυθαγόρα με τον λεγόμενο Κανόνα. Και η μουσική της ψαλτικής τέχνης έχει την ίδια βάση. Ο Πυθαγόρας λοιπόν, βρήκε μέσω των πειραμάτων του και χώρισε τους μουσικούς τόνους σε υπερμείζονες, μείζονες, ελάσσονες και ελάχιστους. Όμως στην πορεία, στην Ευρωπαϊκή μουσική (εννοώντας και τα κατ’ επέκταση λαϊκά άσματα και οτιδήποτε χρησιμοποιεί όργανα με συγκερασμένα διαστήματα όπως το πιάνο, η κιθάρα, το μπουζούκι κλπ.) έγινε απλούστευση των μουσικών διαστημάτων μόνο σε τόνους και ημιτόνια για την εξυπηρέτηση της πολυφωνίας, κάτι που δεν ακολούθησε η μουσική της Ορθοδόξου Εκκλησίας, εφόσον ως κατ’ εξοχήν μονόφωνη δεν είχε ποτέ τέτοια ανάγκη. Από την στιγμή λοιπόν, όπου κάποιος καλλιτέχνης τραγουδάει έναν ύμνο που χρησιμοποιεί π.χ. ελάχιστους τόνους, χρησιμοποιώντας την λογική της Ευρωπαϊκής μουσικής, δηλαδή μόνο τόνους και ημιτόνια, είναι λογικό να υπάρχει διαφωνία ακούσματος σε βασικά πλέον θεωρητικά πλαίσια, πέραν αυτά που άπτονται του προσωπικού αισθητηρίου του καθενός, όπως το ύφος κλπ. Αυτά ως προς μία βασική τουλάχιστον μουσική ένσταση με την οποία εξ αρχής δεν μπορούμε να μιλήσουμε για συμφωνία των δύο μουσικών πολιτισμών.
Ως προς το ψαλτικό μέρος της ερωτήσεως, θα ήταν εύκολο να πούμε ότι όταν κάποιος προσεύχεται τραγουδιστά, ψάλλει. Δεν είναι όμως τόσο απλό (όσο απλό κι αν μπορεί κανείς να θεωρήσει το να προσευχηθεί τέλος πάντων…). Ο ρόλος του ψάλτη, δεν είναι να προσευχηθεί απλά, διότι όλοι ξέρουμε ότι η προσέγγιση του Θεού επιτελείται με διαφορετικές νοητικές διεργασίες στον καθένα, αλλά να εντάξει τον εαυτό του σε μία “φόρμουλα” ψυχοσωματική, η οποία έχει σκοπό την προσφορά κατανύξεως όχι μόνο στον εαυτό του αλλά και στο εκκλησίασμα. Σε αυτή την “φόρμουλα” όλα παίζουν ρόλο, οι κινήσεις του σώματος που πρέπει να είναι ελάχιστες, χαλαρές και ήρεμες, ο τρόπος εξόδου της φωνής που δεν πρέπει να γίνεται με ορθάνοικτο στόμα ούτε με ένταση, διότι αυτό φανερώνει έπαρση και εγωισμό και πολλά άλλα. Πόσο εύκολο είναι για κάθε καλλιτέχνη να εισέλθει σε ένα τέτοιο “mode” έχοντας υπόψιν του την πίστα, την αίθουσα συναυλιών, το πάλκο; Όπως ακριβώς δεν είναι εύκολο το να γίνει κανείς καλός λαϊκός ερμηνευτής (δεν αναφέρομαι σε όσους αρκούνται στην μετριότητα) έτσι και στην ψαλτική τέχνη, τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά όσο ίσως δείχνουν.

Παναγιώτης Σόμαλης: Και τα δύο. Οι τραγουδιστές για να το πω πιο λαϊκά μερικές φορές “χαλάνε την πιάτσα”. Για να γίνω πιο συγκεκριμένος: το δοξαστικό “Εξέδυσάν με τα ιμάτιά μου” έχει δύο μελωδίες, μια “στάνταρτ” και μια πιο εξεζητημένη, νεώτερη μελωδία. Λόγω της διάδοσης της δεύτερης μελωδίας από τους διάφορους τραγουδιστές το εκκλησίασμα συχνά το θεωρεί αυτονόητο ότι “και ο ψάλτης έτσι θα πει” και αν δεν το πει κάνει αρνητικά σχόλια! Αυτό το θεωρώ απαράδεκτο.

Πέτρος Γαλάνης: Οι ενστάσεις τις οποίες έχω ως προς την ερμηνεία των τραγουδιστών έγκειται κυρίως στη χρησιμοποίηση ύφους το οποίο δεν ταιριάζει στη βυζαντινή μουσική. Αν π.χ. ο Π. Γαϊτάνος το ύφος με το οποίο ψάλλει, το χρησιμοποιούσε σε ένα ερωτικό κομμάτι, θα ήταν πολύ ωραίο το αποτέλεσμα. Όταν όμως χρησιμοποιείς ύφος αλλότριο προς τη βυζαντινή Μουσική για να ψάλεις, νομίζω ότι εκεί υπάρχει πρόβλημα. Κατά τ' άλλα όλοι είναι πολύ καλοί τραγουδιστές και αξιόλογοι μουσικοί.

Νίκος Θεοτοκάτος: Βασικά το πρώτο, αφού το ύφος των τραγουδιστών δεν είναι αυτό που περιμένει ν' ακούσει ο πιστός στην εκκλησία. Και στους πιστούς που αρέσει, αυτό συμβαίνει γιατί ακούνε τους συγκεκριμένους τραγουδιστές και νομίζουν ότι τα ίδια πρέπει να ακουστούν και στην εκκλησία. Το βλέπουν δηλ. σαν μουσική για ευχαρίστηση και μόνο και όχι για προσευχή. Ενώ ο παραδοσιακός βυζαντινός ψάλτης τα έχει και τα δύο. Μουσικές ενστάσεις προσωπικά έχω όταν υιοθετούνται βαριά λαϊκά φωνητικά γυρίσματα στα βυζαντινά μέλη, τα οποία, σε συνδυασμό με το κοσμικό ύφος, προσφέρουν ένα κοκτέιλ τελείως άνοστο σε όποιον έχει ζυμωθεί με παραδοσιακά ψαλτικά ακούσματα. Πολύ μικρότερες αντίθετα είναι οι ενστάσεις μου όταν ακούω φωνές πιο ισορροπημένες που πλησιάζουν το βυζαντινό, όπως του Δημήτρη Μπάση ή της Αράβισσας Fairouz που ψάλει τα εγκώμια (εκεί οι ενστάσεις είναι σχεδόν μηδαμινές...).

Τελικά, η ψαλμωδία πρέπει να ανήκει μόνο στους ψάλτες και να ακούγεται μόνο, στα πλαίσια της λειτουργίας, εντός της εκκλησίας ή να ανήκει σε όλους τους μουσικούς κι ερμηνευτές και να ακούγεται παντού ως είδος μουσικής τέχνης;

Όταν οι τραγουδιστές ψέλνουνΔημήτρης Κουμπαρούλης: Πολλά μπορεί να πεί κάποιος εδώ. Θα ήταν ευχής έργον να ανήκε σε όλους τους μουσικούς όπως λέτε, αλλά υπό κάποιες προϋποθέσεις. Να εκτελείται με σεβασμό στην ιστορία και το περιβάλλον που αυτή η μουσική δημιουργήθηκε για να εξυπηρετήσει. Δεν ταιριάζει πχ. η ψαλμωδία να γίνεται μέρος προγράμματος νυκτερινού κέντρου! Δεν ταιριάζει πάλι να ακούγεται παραμορφωμένη, με συγκερασμένα (δυτικά) διαστήματα, ξένα ρυθμικά σχήματα ή με γλυκανάλατο δυτικότροπο ύφος, ανατολίτικους φωνητικούς αυτοσχεδιασμούς ή αλλόκοτη οργανική συνοδεία. Τουλάχιστον να μην ονομάζεται Ψαλτική. Μουσική ναί, ψαλτική; όχι ακριβώς. Λοιπόν, η ψαλμωδία να ανήκει σε όλους τους μουσικούς και ερμηνευτές που μπορούν να ψάλλουν, εντός ή εκτός εκκλησίας με τις ανάλογες προϋποθέσεις.

Χρήστος Τσακίρογλου: Η ψαλμωδία και η μουσική της, δεν είναι κτήμα κανενός καλλιτεχνικού κλάδου, είναι μία αρχέγονη Ελληνική μουσική παράδοση που ανήκει σε όλους τους Έλληνες, ως δημιούργημά τους, όπως ο Παρθενώνας και έτσι θα έπρεπε πιστεύω όλοι να την βλέπουμε. Ας μην ξεχνάμε, ότι η ψαλμωδία στο ξεκίνημά της ανήκε σε όλο το εκκλησίασμα. Φανταστείτε τα πρώτα χριστιανικά χρόνια όπου όλη η Λειτουργία αποτελούνταν από ψαλμούς του Δαβίδ οι οποίοι μάλιστα ούτε καν ψάλλονταν, ότι εκεί συμμετείχε ενεργά όλος ο λαός. Με τον καιρό, η κοινή αυτή προσευχή άρχισε να εμπλουτίζεται με κανόνες, τροπάρια κλπ. να φτιάχνει δική της μουσική ώστε να δημιουργεί στον πιστό την κατάλληλη προσευχητική διάθεση, φτάνοντας στην σημερινή της μορφή, με χιλιάδες διαφορετικά ψαλλόμενους ύμνους. Για τον λόγο αυτό, η Εκκλησία με κανόνες, θέσπισε ότι για πρακτικούς αλλά και αισθητικούς λόγους πλέον, θα έπρεπε το διακόνημα αυτό να το αναλάβουν άνθρωποι με ιδιαίτερη εκπαίδευση, μόρφωση, εμπειρία, αλλά και εκκλησιαστικό φρόνημα. Έτσι δημιουργήθηκε ο θεσμός του ψάλτη, ο οποίος ποτέ δεν σταμάτησε να εκπροσωπεί τον λαό στα προς προσευχή μέλη, εξ ου και σε πολλά εκκλησιαστικά βιβλία, θα συναντήσουμε τα μέρη που ψάλλωνται να προλογίζονται όχι με το «ο Ά ψάλτης» ή «ο β΄ ψάλτης» αλλά με το «Ο λαός».
Η ψαλμωδία δημιουργήθηκε για να καλύψει λειτουργικές ανάγκες εντός του Ναού, εν ώρα Ακολουθίας. Παρόλα’ αυτά, είναι μία ξεχωριστή μουσική τέχνη και θα έπρεπε να σπουδάζεται και να καλλιεργείται παντού. Είναι πραγματικά ντροπή για την Ελληνική Πολιτεία να μην έχει δράσει για την διατήρηση και πρόοδο μιας τέτοιας κληρονομιάς. Προσωπικά θεωρώ ότι ο κάθε ένας από εμάς, είτε τραγουδιστής είτε ψάλτης, θα έπρεπε να έχει την αυτογνωσία να κατατάσσει τον εαυτό του εκεί όπου εκφράζεται καλύτερα και όχι να ακολουθεί απλά ένα ρεύμα της εποχής, έχοντας αυτό ως αυτοσκοπό της καριέρας του. Δεν άκουσα π.χ. τον αείμνηστο Pavarotti να τραγουδήσει ποτέ jazz ή κινέζικη μουσική… Μοιάζει η λαϊκή και η παραδοσιακή μας μουσική με την ψαλτική μουσική; Υπάρχουν όντως όμοια γνωρίσματα. Μπορεί ένας εκφραστής της μίας εκ των δύο παραδόσεων να ερμηνεύσει την άλλη, έχοντας ως στήριγμα, αντικείμενο μελέτης, βίωμα και εμπειρία μόνο τον ένα κλάδο, ή απλά με όπλο μία καλή φωνή; Όχι, σε καμία περίπτωση. Η ψαλμωδία δεν είναι ένα έργο τόσο απλό όπως εσφαλμένα έχει “περάσει” στη συνείδησή μας, ώστε να μπορεί να το επιτελέσει ο καθένας και αυτό πιστεύω είναι κάτι που οι τραγουδιστές μας το ξέρουν, γι’ αυτό και τις περισσότερες φορές που θα κάνουν μία τέτοια προσέγγιση, γίνεται (προς τιμή τους) με μία τάση ταπείνωσης μπροστά σε αυτό το πραγματικά απύθμενο βάθος μιας μουσικής, η οποία δημιουργήθηκε με μόνο σκοπό την κατάνυξη και το ψαχούλεμα του θείου φωτός και όχι την δημιουργία συναισθημάτων πραγματικών μεν, επιγείων δε
.

Παναγιώτης Σόμαλης: Ίσως φανώ υπερβολικά πουριτανός αλλά δεν με βρίσκουν ιδιαίτερα σύμφωνο οι διάφορες συμφωνίες ψαλτικής είτε από ψάλτες είτε από τραγουδιστές. Οι ύμνοι είναι προσευχή. Φυσικά μπορούμε να προσευχόμαστε παντού, αρκεί βεβαίως να υπάρχει προσευχητική διάθεση. Η εκτέλεση των ύμνων δίκην κονσέρτου ενώπιον ενός φιλόμουσου ακροατηρίου με αμφίεση κοσμική νομίζω δεν θα έβρισκε σύμφωνους ούτε τους υμνογράφους.

Πέτρος Γαλάνης: Η βυζαντινή μουσική δυστυχώς στη δική μας εποχή περιορίζεται αποκλειστικά στο χώρο του Ι. Ναού. Πριν από 50 χρόνια, η παράδοση της Ελληνικής μουσικής είτε μέσα από την εκκλησιαστική μουσική είτε μέσα από τα δημοτικά τραγούδια, ήταν στα στόματα όλων. Οπότε ο περισσότερος κόσμος είχε μεγαλώσει με τα ακούσματα αυτά και είχαν μπει στο συλλογικό υποσυνείδητο. Τώρα, η βυζαντινή μουσική δυστυχώς αφορά μόνο τους γνώστες και κάποιους μουσικόφιλους. Για να απαντήσω ευθέως στο ερώτημα, η βυζαντινή μουσική δεν είναι για λίγους. Απλώς τη σημερινή εποχή είναι λίγοι αυτοί οι οποίοι είναι διατεθειμένοι να την υπηρετήσουν. Και γι' αυτό έχει περιοριστεί μόνο σε όσους κινούνται πιο στενά στο χώρο της Εκκλησίας. Δε νομίζω πάντως ότι όταν ένας τραγουδιστής ερμηνεύει με αυτόν τον τρόπο τη βυζαντινή μουσική, τη φέρνει κοντά στο λαό όπως είπα. Απλώς δίνει στο λαό αυτό το οποίο προσδοκά να ακούσει. Το οποίο μπορεί να του αρέσει, αλλά δεν έχει καμία σχέση με το άκουσμα το οποίο ακούγεται στους Ναούς.

Νίκος Θεοτοκάτος: Η φυσική θέση της ψαλμωδίας είναι μέσα στο ναό. Αυτό είναι αδιαπραγμάτευτο. Και καμία μουσική δεν αποδίδεται καλύτερα αν βγει έξω από το φυσικό της χώρο. Γι' αυτό και οι ηχογραφήσεις των ψαλτών μέσα στην εκκλησία είναι πολύ ανώτερες από αυτές που γίνονται σε studio ή τις συναυλιακές. Ο μεγάλος ψάλτης της Θεσσαλονίκης Χρύσανθος Θεοδοσόπουλος δεν ηχογραφούσε ποτέ σε studio, θεωρώντας το κάτι σαν ιεροσυλία. Όπως το λαϊκό τραγούδι δεν μπορεί να ερμηνευτεί στο αναλόγιο, έτσι και τα ψαλτικά δεν μπορούν να ερμηνευτούν στο λαϊκό πάλκο. Οι όποιοι πειραματισμοί γίνονται απλώς το επιβεβαιώνουν. Από κει και πέρα, με την ελευθερία μουσικής έκφρασης που υπάρχει σήμερα, όλα είναι δυνατά: έχουμε ακούσει πολλές προσπάθειες μίξης διαφορετικών μουσικών τάσεων (κλασσική μουσική με σύγχρονα όργανα, σύγχρονη μουσική με κλασσικά όργανα κλπ.). Σε όλες αυτές, το παραγόμενο αποτέλεσμα χαρακτηρίζεται από τον εκτελεστή: αν ο τραγουδιστής της όπερας τραγουδήσει Τσιτσάνη, θα ακουστεί όπερα. Αν ο λαϊκός τραγουδιστής τραγουδήσει άρια, θα ακουστεί λαϊκό τραγούδι (υπάρχει ένα χαριτωμένο video στο youtube με το λαϊκό βιολιστή Νίκο Χατζόπουλο να παίζει... Mozart!!!). Την ψαλμωδία την έγραψαν ψάλτες για φωνές ψαλτών. Αν επομένως εκτελεστεί από κάποιον άλλο και όχι από ψάλτη, απλώς θα είναι κάτι άλλο, πάντως ΟΧΙ ψαλμωδία.

Επισκεφθείτε ... Αναλόγιον | Ψαλτολόγιον

Οι απόψεις και οι σκέψεις των συνεργατών του Ορφέα δεν ταυτίζονται απαραίτητα με τη γνώμη του περιοδικού.
Απαγορεύεται αυστηρά η χρήση και η αναδημοσίευση του συνόλου ή μέρους των άρθρων του Ορφέα, χωρίς προηγούμενη άδεια των υπευθύνων του περιοδικού και του συντάκτη και χωρίς ταυτόχρονη αναφορά της επωνυμίας του περιοδικού, του ονοματεπωνύμου του συντάκτη και του ακριβούς συνδέσμου του άρθρου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΥ ΣΕ ΑΛΛΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΧΟΛΙΑ

RSS

ΤΑ ΠΙΟ ΔΙΑΒΑΣΜΕΝΑ (90d)

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

ΕΙΠΑΝ - ΕΓΡΑΨΑΝ

Βαραίνουν τα σώματα μέσα στο χρόνο, σηκώνοντας απάνω τους τη θλίψη τους την ακατάλυτη, σηκώνοντας τη μοναξιά.
Γιώργος Θέμελης

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ / ΑΥΡΙΟ

30/6/1957 Γεννήθηκε η στιχουργός Λίνα Νικολακοπούλου