76 αναγνώστες online
Find us on FacebookJoin us on Facebook
sideBar



Σαββέρια Μαργιολά - «Αλισάχνη»

ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ «Τι έχω να χάσω»

Τάσος Π. Καραντής
Τάσος Π. Καραντής
Πρώτη Παρουσίαση
ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ - «Τι έχω να χάσω»
23.08.2017
Ορφέας | Main Feed
DASHO KURTI
Αναζήτηση με tags

DASHO KURTI : «Το τραγούδι είναι ο καθρέφτης της ζωής μας»


Συνέντευξη στον : Τάσο Π. Καραντή



Ήρθε από την Αλβανία στην Ελλάδα, όπως χιλιάδες συμπατριώτες του. Βίωσε όλες τις δυσκολίες του μετανάστη, αλλά πάλεψε, δούλεψε και τα κατάφερε να πατήσει στα πόδια του. Τα μόνα μέσα του ήταν η σεμνότητα, το ήθος του και, βέβαια, η καλλιτεχνική αξία του, αφού είναι ένας βιρτουόζος του ακορντεόν. Βρήκε το δρόμο του στο ελληνικό μουσικό τοπίο, συνεργάστηκε με τα μεγαλύτερα ονόματα του τραγουδιού και κυκλοφόρησε τον πρώτο του δίσκο στην Ελλάδα – τα “Έρημα χωριά”(UNIVERSAL / 2006) - με ερμηνευτή τον Γιώργο Νταλάρα! Παράλληλα, έκανε οικογένεια εδώ, έφτιαξε το δικό του  μουσικό σχήμα και τα καλλιτεχνικά όνειρά του πετούν πάνω από τα όποια – έτσι κι αλλιώς τεχνητά – σύνορα, με στόχο να ενώσουν, μέσα από τη μουσική, τους ανθρώπους!
Ο συνθέτης Dasho Kurti μιλάει στην “ΑΥΛΑΙΑ” για τη διαδρομή του στη ζωή και στη μουσική και δηλώνει, πως ό,τι και να κάνει στην καριέρα του, η Ελλάδα θα ’ναι το σπίτι του!

Γεννήθηκες και μεγάλωσες στην Αλβανία. Από ποιο μέρος της κατάγεσαι και κατά πόσο ο γενέθλιος τόπος σου κι η οικογένεια έπαιξαν ρόλο στην ιδιαίτερη σχέση αγάπης που έμελλε να έχεις με τη μουσική;

«Γεννήθηκα στο Ελμπασάν στις 26 Μάη του 1972. Το Ελμπασάν έχει παράδοση στο τραγούδι και γενικότερα στη μουσική, έχει βγάλει σημαντικούς μουσικούς και συνθέτες. Η πόλη μου ήταν από τις πιο ζωντανές και λαϊκές  πόλεις της Αλβανίας. Τα πιο λαϊκά τραγούδια της πατρίδας μου, αυτά που εμείς οι Αλβανοί θεωρούμε λαϊκά τραγούδια, είναι γραμμένα από συνθέτες του Ελμπασάν, ή, έστω, επηρεασμένα από τα τραγούδια που έγραψαν αυτοί. Είμαι τυχερός που μεγάλωσα σε μια πόλη που ’χε τόσο ζωντανή την παράδοση. Απ’ την οικογένειά μου, ο άνθρωπος που με έσπρωξε στη μουσική ήταν ο πατέρας μου. Ενώ ήμασταν τέσσερα αδέρφια, φαίνεται πως σε μένα κάτι είδε και μ’ έστειλε στο μουσικό σχολείο της πόλης μου, στο “Onufri”.».


 
Σε ποια δηλαδή ηλικία ξεκίνησες τις μουσικές σπουδές σου; Παίζεις άλλα όργανα, πέρα από το ακορντεόν;

«Ξεκίνησα σε ηλικία 6 ετών να μαθαίνω βιολί στο μουσικό σχολείο, στο οποίο, φυσικά, διδασκόμασταν κι όλα τα γενικά μαθήματα. Το εκπαιδευτικό σύστημα βοηθούσε πάρα πολύ στο να αγαπήσουμε τα παιδιά τη μουσική. Μας γίνονταν έλεγχος κάθε μήνα κι αναγκαζόμασταν να μελετάμε πολύ. Επίσης καλλιεργούνταν από το σχολείο κι η άμιλλα. Ξεκίνησα λοιπόν με το βιολί, αλλά, κάποια στιγμή, έφυγε ο καθηγητής μου από το σχολείο για πολιτικούς λόγους. Είχα δεθεί τόσο πολύ μαζί του, ήταν ο δεύτερος πατέρας μου, και με πείραξε πάρα πολύ το γεγονός της απομάκρυνσής του. Γι’ αυτόν, εξάλλου, το λόγο άφησα το βιολί και ξεκίνησα μαθήματα στο ακορντεόν. Για καλή μου τύχη βρέθηκα με μια καθηγήτρια που ήταν σπουδαία κι ως μουσικός κι ως άνθρωπος. Αυτή με βοήθησε πολύ να καταλάβω ότι το θέμα δεν είναι το ποιο όργανο μαθαίνεις, αλλά το πώς μπορείς μέσα από ένα μουσικό όργανο να εκφραστείς ως καλλιτέχνης κι ως προσωπικότητα. Αγάπησα το ακορντεόν εξαιτίας αυτής της δασκάλας μου, η οποία με έκανε να αγαπήσω περισσότερο και τη μουσική. Παράλληλα δε με το ακορντεόν, έμαθα, ως δεύτερο όργανο, και πιάνο. Ολοκληρώνοντας τα 12 χρόνια του σχολείου, ολοκλήρωσα, ταυτόχρονα, και τις σπουδές μου στο ακορντεόν. Στη συνέχεια, και με την παρότρυνση της δασκάλας μου, έδωσα, με πολύ αυστηρούς διαγωνισμούς, εξετάσεις και πέρασα, πρώτος, στη Μουσική Ακαδημία των Τιράνων, για σπουδές πάνω στη σύνθεση. Σπούδασα ένα χρόνο εκεί και πήρα υποτροφία για να συνεχίσω τις σπουδές μου στο Μιλάνο, όπου και πήγα. Την εποχή αυτή όμως(1989-1990) άλλαξε το πολιτικό σύστημα στην Αλβανία, οι οικονομικές και πολιτικές καταστάσεις ήταν πολύ δύσκολες, πέθανε ο πατέρας μου, σταμάτησε η οικονομική βοήθεια από το σπίτι κι έτσι επέστρεψα στην Αλβανία. Όταν γύρισα οι καλύτεροι καθηγητές της Ακαδημίας είχαν φύγει λόγω των γεγονότων και βρήκα στη θέση του καθηγητή έναν πρώην συμμαθητή μου. Δεν μπορούσα όμως εγώ να μάθω αυτά που ήθελα από έναν άπειρο νέο καθηγητή που μας χώριζαν μόνο δυο χρόνια στη σχολή, όταν δηλαδή εγώ ήμουν πρωτοετής, αυτός ήταν τριτοετής. Απογοητεύτηκα. Παράλληλα κι η οικονομική κατάσταση δεν μου επέτρεπε να συνεχίσω τις σπουδές.».

Κι έτσι πήρες την απόφαση να έρθεις στην Ελλάδα; Ποια ήταν η πρώτη – πρώτη σου εντύπωση όταν πέρασες τα σύνορα;

«Ναι. Αποφάσισα να έρθω στην Ελλάδα κι ήρθα, το 1993, με τα πόδια! Πέρασα τα σύνορα από την Κορυτσά. Ήταν χειμώνας κι ήταν πάρα πολύ δύσκολα. Βέβαια, επειδή είχα πάει πριν και στην Ιταλία, δεν έπαθα την πλάκα μου που είδα τον “δυτικό κόσμο”. Εξάλλου προερχόμουν από μια οικογένεια που είχε καλλιέργεια και κάποια οικονομική επιφάνεια. Έτσι δεν μου φάνηκαν όλα εδώ “παράδεισος”, όπως σε πολλούς άλλους συμπατριώτες μου. Αυτό που πρωτοαισθάνθηκα πάντως είναι, ότι σαν λαοί είμαστε πάρα πολύ κοντά. Οι Έλληνες είναι πολύ πιο κοντά σε εμάς τους Αλβανούς από οποιονδήποτε άλλον λαό! Έχουμε πάρα πολλά στοιχεία σε σχέση με την παράδοση, τη μουσική και τη νοοτροπία. Αυτό που μου έκανε εντύπωση ήταν κι η γλώσσα, τα ελληνικά. Νόμιζα ότι δεν τα μάθω ποτέ! Δεν μπορούσα να ξεχωρίσω τις λέξεις! Άκουγα έναν άνθρωπο να μιλάει χωρίς να σταματάει ποτέ! Βέβαια, την έμαθα τη γλώσσα και πολύ γρήγορα, πρακτικά, χωρίς να έχω μελετήσει κάποια μέθοδο, κυρίως μέσα από την τηλεόραση. Είχα φυσικά και την θέληση. Το θεωρούσα αναγκαίο το να μπορέσεις να μάθεις την γλώσσα του τόπου στον οποίο μένεις. Ανακάλυψα, επίσης, τη μεγάλη μουσικότητα που έχουν τα ελληνικά! Σήμερα πια είναι η δεύτερη γλώσσα μου.».
 
Πως ήταν τα πρώτα χρόνια η ζωή σου, ως μετανάστης, στην Ελλάδα; Πως σε αντιμετώπισαν οι άνθρωποι εδώ; Αντιμετώπισες δυσκολίες και ξενόφοβες συμπεριφορές;

«Ήταν πάρα πολύ δύσκολα, από χίλιες δυο πλευρές. Ήμασταν παράνομοι. Αυτό ήταν ένα γεγονός που με ενοχλούσε πάρα πολύ. Δούλεψα σε οικοδομή και σε διάφορες άλλες δουλειές, έκανα ότι μπορείς να φανταστείς. Δεν πρόκειται να τα ξεχάσω ποτέ αυτά τα χρόνια. Με ρωτάς αν υπήρχαν ξενόφοβες συμπεριφορές. Υπήρχαν. Αλλά θεωρώ ότι παντού συμβαίνουν αυτά. Δεν μπορώ να κριτικάρω ούτε στην ελληνική ούτε την αλβανική κοινωνία. Νομίζω ότι τώρα πια όλοι έχουν καταλάβει πως προσφέρουμε σε πολλούς τομείς στην ελληνική κοινωνία. Εγώ θέλω να προσφέρω μέσα από τη μουσική.».

Στον χώρο του ελληνικού τραγουδιού πως και πότε μπήκες;

«Κοίτα, αρχικά έμεινα στην παλιά Κοκκινιά και μετά στην Καισαριανή, στα προσφυγικά σπίτια, όπου γνώρισα την ομορφιά και την ανθρωπιά που ήξερα κι από τον τόπο μου. Στην Καισαριανή ένιωθα όπως στη γειτονιά μου στο Ελμπασάν. Την αγαπάω πάρα πολύ την Καισαριανή γιατί οι άνθρωποι εδώ με αγκάλιασαν. Γι’ αυτό και παρέμεινα και κατοικώ εδώ. Ξεκίνησα λοιπόν να παίζω ακορντεόν στις ταβέρνες, ως γυρολόγος μουσικός, για να παίρνω το μεροκάματο. Στην αρχή έπαιζα κλασικά κομμάτια, ότι θυμόμουνα από το σχολείο, Λιστ, Μπραμς, Σοπέν. Έβλεπα όμως ότι ο κόσμος αγαπούσε το λαϊκό τραγούδι και ξεκίνησα να μαθαίνω τραγούδια του Καζαντζίδη, του Διονυσίου, του Πάριου, του Νταλάρα και της Αλεξίου, που μου αρέσανε πάρα πολύ. Πέρναγαν στον κόσμο κι έφτιαχνα και ρεπερτόριο σιγά-σιγά.
Μάλιστα, ένα βράδυ, εκεί γύρω στα 1994-1995, έπαιξα μαζί με τον Στέλιο Καζαντζίδη στην ταβέρνα του “Τσοπανάκου” στην Καισαριανή. Βρέθηκα τυχαία εκεί κι αυτός ήταν σ’ ένα τραπέζι με την παρέα του Νικηφόρου τον οποίο εγώ γνώριζα. Μόλις με είδε ο Νικηφόρος, μου φώναξε να πάω να παίξω να με ακούσει ο Καζαντζίδης. Πήγα, πήρε κι ο Στέλιος μια κιθάρα και παίξαμε τα : “Άσπρο πουκάμισο φορώ”, “Κάτω απ’ το πουκάμισό μου” και κάποια άλλα. Θυμάμαι που μου είπε ο Καζαντζίδης : “ Ρε μπαγάσα, παίζεις όλα τα τραγούδια στον τόνο που τα ’χα πει τότε στους δίσκους, που να τα λέω τώρα εγώ έτσι, έχουμε μεγαλώσει κιόλας.”. Είχε όμως έναν όγκο φωνής που είχα πάθει την πλάκα μου! Μάλιστα έπεσε σύρμα ότι τραγουδούσε ο Καζαντζίδης στην ταβέρνα και πλάκωσε κόσμος να τον ακούσει! Από τα λεφτά που μάζεψα εκείνο το βράδυ έκανα 20 μέρες να δουλέψω! Γιατί δεν αισθανόμουν και πολύ καλά να παίζω έτσι στα μαγαζιά σα ζητιάνος. Ήταν πολύ δύσκολη δουλειά και μεγάλη εμπειρία για μένα. Γνώρισα σπουδαίους ανθρώπους, αλλά κι ανθρώπους που με είχαν προσβάλει. Για να ολοκληρώσω πάντως αυτό το περιστατικό με τον Καζαντζίδη, εκείνο το βράδυ μου ζήτησε να του παίξω κι ένα αλβανικό τραγούδι κι έπαιξα ένα τραγούδι που άρεσε πολύ στον πατέρα μου, το “Τζάνεμ αμάν”(είναι το τραγούδι που το βάλαμε στο δίσκο “Έρημα χωριά” με τον Νταλάρα, με τον τίτλο “Δέκα χειμώνες”, και το ‘χει πει πάρα πολύ καλά ο Γιώργος). Μόλις το άκουσε ο Στέλιος μου ζήτησε να του το γράψω για να το λέει κι αυτός και μάλιστα στα αλβανικά! Ε, όπως ήταν τότε οι καταστάσεις για μένα, δεν έγινε ποτέ αυτό. Θα πω και τούτο, πρότεινε ο Νικηφόρος στον Καζαντζίδη να με βοηθήσει, να μιλήσει να με πάρουν σε κάποιο σχήμα. Του απάντησε : “Άστον να ψηθεί και θα βρει μόνος του το δρόμο”.  Εγώ, τότε, το πήρα πολύ βαριά το ότι δεν με βοήθησε. Με χτύπησε εδώ στην καρδιά! Δεν το ξεχνάω, αλλά δεν κράτησα και κακία όμως. Μετά από πολλά χρόνια κατάλαβα τι εννοούσε ο Καζαντζίδης, ειλικρινά το λέω.
Σιγά – σιγά άρχισα να παίζω, πότε σε καμιά ταβέρνα, πότε σε κανένα ρεμπετάδικο, όποτε ζητούσαν έναν ακορντεονίστα, μέχρι που γνώρισα τον Ηλία Λιούγκο. Τότε κατάλαβα και την άλλη πλευρά του τραγουδιού, με τον Μάνο Χατζιδάκι, που μου άρεσε πάρα πολύ. Ο Λιούγκος, αυτός ο σπουδαίος καλλιτέχνης, με πήρε, στα τέλη του ’96, στο σχήμα του κι έτσι μπήκα κι “επίσημα” στο χώρο του ελληνικού τραγουδιού.».
      
Με ποιους Έλληνες τραγουδιστές έχεις συνεργαστεί σε ζωντανές εμφανίσεις και δισκογραφικά;

«Μετά τον Λιούγκο έπαιξα με τη Νένα Βενετσάνου, με τον Τάκη Μπουρμά, με τον Γιώργο Ζήκα και συνέχισα με πολύ γνωστά ονόματα σε ζωντανές εμφανίσεις και σε δίσκους, όπως με τον Θανάση Παπακωνσταντίνου. Με εκτιμάει πολύ ο Θανάσης, ο οποίος είναι ένας από τους πιο δημιουργικούς ανθρώπους στο ελληνικό τραγούδι, όπως, βέβαια, κι ο Μάλαμας κι ο Περίδης, οι δουλειές τους είναι από τα λίγα καλά πράγματα που γίνονται στην Ελλάδα. Έχω, κατά καιρούς, συνεργαστεί με τους : Μαρινέλλα, Γιάννη Πάριο, Δημήτρη Μητροπάνο, Δήμητρα Γαλάνη, Γλυκερία,  Ελευθερία Αρβανιτάκη, Κώστα Μακεδόνα, Αλκίνοο Ιωαννίδη, Μανόλη Λυδάκη, Μελίνα Κανά, Μελίνα Ασλανίδου, Δημήτρη Ζερβουδάκη, Λιζέτα Καλημέρη, Ανδρέα Καρακότα κ.ά. Απ’ όλους αυτούς πήρα και κάτι καλλιτεχνικά.».


Με τον Γιώργο Νταλάρα πως γνωρίστηκες κι από πότε είσαι στην ορχήστρα του;  

«Ο Νταλάρας είχε δυο σπουδαίους ακορντεονίστες μαζί του, τον Ηρακλή Βαβάτσικα, ο οποίος άνοιξε δρόμο στο όργανο και το έβαλε στα μεγάλα σχήματα, και την μαθήτριά του, τη Ζωή Τηγανούρια. Καταλαβαίνεις λοιπόν τι βάρος είχα στις πλάτες μου, όταν, μετά απ’ αυτούς πήρε εμένα. Εγώ είχα φίλους μουσικούς που παίζαμε μαζί σε διάφορα σχήματα - όπως ο Μανώλης Καραντίνης, ο Γιώργος Κοντογιάννης κι ο Θανάσης Σοφράς – οι οποίοι έπαιζαν με τον Νταλάρα. Όταν λοιπόν ο Νταλάρας ζήτησε έναν ακορντεονίστα, όλοι τους, με μια φωνή, πρότειναν εμένα. Συνέπεσε τότε, το 2002, που ο Νταλάρας έκανε τη συνεργασία του με τη Μαρινέλλα στο Μέγαρο Μουσικής. Από τότε συνεχίζω να είμαι στο σχήμα του, αλλά, ταυτόχρονα, παίζω και σε άλλα σχήματα.».

Ο Νταλάρας θεωρείται σήμερα ο μεγαλύτερος Έλληνας τραγουδιστής. Εσύ, ως μουσικός, ποιο νομίζεις ότι είναι το στοιχείο που τον χαρακτηρίζει ως μουσικό και τραγουδιστή;


«Με όσους τραγουδιστές έχω συνεργαστεί, ο καθένας τους είναι ξεχωριστός. Την ενέργεια όμως που βγάζει ο Νταλάρας και την δουλειά που κάνει δεν την έχω ξαναδεί. Ψάχνεται με τέτοιο κέφι, σα να ’ναι μικρό παιδί! Εγώ του βγάζω το καπέλο, ειλικρινά στο λέω. Τον καιρό που ηχογραφούσαμε τα “Έρημα χωριά”, τον έβλεπα πως δούλευε στο στούντιο, πως μελετούσε την πεντατονική, αφιέρωνε ώρες πολλές! Γι’ αυτό κι όταν άκουσαν τις ερμηνείες του στο δίσκο, κι, ιδιαίτερα, στο τραγούδι “Δέκα χειμώνες”, Αλβανοί μουσικοί, συνάδελφοί μου, έπαθαν την πλάκα τους!  Όταν παίζουμε μαζί στις συναυλίες με ερεθίζει στο να παίξω καλύτερα, με κάνει να ασχολούμαι ακόμα και με τις λεπτομέρειες. Είναι δουλευταράς κι έχει πολλές αξίες. Ο Νταλάρας έχει προσφέρει πάρα πολλά πράγματα. Είναι σπουδαίος μουσικός. Τον εκτιμώ αφάνταστα. Τώρα πια είμαστε και φίλοι. Δεν είναι εξάλλου τυχαίο ότι κορυφαία ονόματα(Paco De Lucia, Al Di Meola, Ian Anderson(Jethro Tull), Sting, Emma Shapplin, Dulce Pontes κ.ά.), τα οποία δεν έχουν και καμιά ανάγκη, έχουν συνεργαστεί μαζί του. Δείχνουν κι αυτές οι συνεργασίες το μεγαλείο του.».

Πότε άρχισες να γράφεις τραγούδια και πως προέκυψε η κοινή σας δισκογραφική δουλειά με τον Νταλάρα, τα «Έρημα χωριά» ;

«Άρχισα να συνθέτω από την εποχή που σπούδαζα μουσική στην Αλβανία. Ήμουν όμως πολύ ταπεινός, ντρεπόμουνα να το πω,  όχι μόνο στους καθηγητές μου, αλλά ακόμα και στους φίλους μου. Τους έλεγα, “ακούστε ένα κομμάτι των Μπητλς”, που ήταν απαγορευμένοι εκείνη την εποχή στην Αλβανία, κι αυτό ήταν δική μου σύνθεση!
Τα “Έρημα Χωριά” προέκυψαν ως εξής. Ο Ορφέας Περίδης έκανε την παραγωγή ενός δίσκου της Καίτης Κουλλιά κι έπαιζα κι εγώ. Μου είπε μια μέρα στο στούντιο η Κουλλιά : “έχει δώσει στον Ορφέα κάτι στίχους(τα “Έρημα χωριά”) ο Ηλίας Κατσούλης κι ο Ορφέας λέει ότι μόνο εσύ μπορείς να τους μελοποιήσεις, γιατί τα έχεις βιώσει όλα αυτά που περιγράφουν οι στίχοι”. Κι έτσι ο Ορφέας Περίδης μου εμπιστεύτηκε και μου δώρισε αυτούς τους στίχους. Όταν έφτιαξα το τραγούδι του άρεσε πάρα πολύ του Ορφέα και τότε που συνεργαζόμουν στο “Χαμάμ” με τη Λιζέτα Καλημέρη μ’ έβαζαν και το ’λεγα. Ένα βράδυ είχε έρθει κι ο Ηλίας Κατσούλης και το ’πα και συγκινήθηκε, ήρθε και μ’ αγκάλιασε και μ’ ευχαρίστησε. Ε, μετά απ’ αυτό ξεκίνησα να γράφω κι άλλα τραγούδια με τους υπόλοιπους σπουδαίους στιχουργούς(Αγαθή Δημητρούκα, Λιζέτα Καλημέρη και Σμαρώ Παπαδοπούλου),τους οποίους τους ευχαριστώ όλους που με εμπιστεύτηκαν. Είχα γράψει πια κάποια τραγούδια όταν άκουσε ο Νταλάρας τα “Έρημα χωριά”, του άρεσαν και μου είπε : “δωσ’ μου ό,τι έχεις κάνει”. Του τα πήγα, μαζί και με κάποιες διασκευές παραδοσιακών τραγουδιών της Αλβανίας που ’χα κάνει και μου πρότεινε να κάνουμε ένα δίσκο με όλο αυτό το υλικό. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά προχωρήσαμε και στη ζωντανή παρουσίαση των τραγουδιών μέσα από συναυλίες στην Ελλάδα, στο Μέγαρο, στην Ευρώπη και, πρόσφατα, τον περασμένο Σεπτέμβρη, στο Ισραήλ.».  
        
Επισημάνθηκε, από αρκετούς και μια, θετική, κοινωνικοπολιτική διάσταση μέσα απ’ αυτήν τη δισκογραφική συνεργασία σου με τον Νταλάρα, δηλαδή, το ότι ένας μεγάλος Έλληνας καλλιτέχνης κάνει δίσκο με τα τραγούδια ενός “Αλβανού μετανάστη” - ο οποίος, είναι βέβαια και πολύ καλός συνθέτης - θεωρήθηκε ως μια συμβολική προσπάθεια υπέρβασης της, υπαρκτής, στην Ελλάδα ξενοφοβίας κι ως μια καλλιτεχνική κίνηση πλησιάσματος των δύο λαών, Ελλήνων κι Αλβανών. Τι σήμανε για σένα αυτή η συνεργασία;    

«Αυτό είναι αυτός ο δίσκος, η συνεργασία ενός μεγάλου τραγουδιστή μ’ έναν άνθρωπο που δεν τον ήξερε κανείς. Θέλαμε μέσα απ’ αυτήν τη δουλειά να δει ο κόσμος τα κοινά μουσικά στοιχεία που έχουμε οι δυο λαοί. Να ενώσουμε μέσα από το τραγούδι τους ανθρώπους. Νομίζω ότι βοηθάνε πάρα πολύ προς αυτή την κατεύθυνση τα “Έρημα χωριά”, τόσο τους ίδιους τους μετανάστες, όσο και τους Έλληνες που βλέπουν ότι οι μεγάλοι καλλιτέχνες τους συνεργάζονται με ανθρώπους που δεν είναι Έλληνες.».

  
  
 

 


Ποιο και γιατί είναι το πιο αγαπημένο σου τραγούδι από τα «Έρημα χωριά»;

«Το “Βγαίνω μέσα απ’ τη φωτιά” γιατί είναι όλη η ιστορία μου. Μου ζήτησε ο Νταλάρας να το τραγουδήσω στις δυο συναυλίες που ’κανε τον περασμένο Γενάρη στο Μέγαρο για τους πρόσφυγες. Δεν ήθελα, αλλά με έπεισε λέγοντάς μου “θέλω να το τραγουδήσεις να το πεις εσύ που το αισθάνεσαι”. Δεν είναι διασκεδαστικό τραγούδι, αλλά έχει συγκίνηση. Είναι η ιστορία χιλιάδων μεταναστών σ’ όλο τον κόσμο :”Βγήκα μέσα απ’ τη φωτιά/με καμένη τη καρδιά … σύνορα και ποταμοί/μαυροβούνια και γκρεμοί/πάθη και τυφλοί θυμοί/δε με σκλαβώνουν τώρα … ψάχνω για καινούρια πατρίδα/ ψάχνω για καινούρια ελπίδα .. ” . Είναι μια εικόνα αυτό το τραγούδι.».

Τα περισσότερα τραγούδια του δίσκου τα διέπει ένας ήχος που έρχεται κατευθείαν από την αλβανική παράδοση – που σε εμάς εδώ μας θυμίζει την ηπειρώτικη - εξάλλου, κάποια απ’ αυτά είναι διασκευές σου σε αλβανικά παραδοσιακά τραγούδια. Θα ήθελα λοιπόν, να μου πεις τη γνώμη σου, ως ένας μουσικός που γνωρίζει τόσο την αλβανική όσο και την ελληνική μουσική, για το ποια είναι τα κοινά στοιχεία τους.

«Είναι πολλά. Έχουμε αρκετά κοινά όργανα. Έχουμε το κλαρίνο. Στη νότια Αλβανία χρησιμοποιείται ως πρώτο μουσικό όργανο, όπως χρησιμοποιείται και στην Ήπειρο στην Ελλάδα. Η πεντατονική είναι, επίσης, ένα κοινό στοιχείο. Όταν είχα πάει μικρός στη Δερόπολη σ’ ένα μικτό γάμο, όπου ο γαμπρός ήταν Αλβανός κι η νύφη ελληνικής καταγωγής, αυτό που μου έκανε εντύπωση ήταν ότι άκουγα τα ίδια τραγούδια σε δυο διαφορετικές γλώσσες! Ακόμα και τα μοτίβα είναι κοινά στα δημοτικά μας τραγούδια. Έχουμε κι εμείς 9άρι στα ρυθμικά τραγούδια, έχουμε κι εμείς το απτάλικο, όπως το “Τζάνεμ αμάν”, ένα τραγούδι 100 χρόνων, που το είπε εξαιρετικά ο Νταλάρας στο δίσκο “Έρημα χωριά” με τον τίτλο “Δέκα χειμώνες”.».  

Θα ήθελα να σε ρωτήσω και το εξής : πως υποδέχτηκαν τα «Έρημα χωριά» οι εδώ συμπατριώτες σου;

«Ο δίσκος κυκλοφόρησε στην Ελλάδα το 2006 και, φέτος, στην Ευρώπη. Στην Αλβανία τον βρίσκει κανείς στη μαύρη αγορά, γιατί δεν υπάρχει εκεί αυστηρός έλεγχος. Πάντως οι μεγάλοι Έλληνες τραγουδιστές είναι πολύ αγαπητοί στην Αλβανία. Οι Αλβανοί έχουν λατρεία για τον Νταλάρα, την Αλεξίου, τη Μαρινέλλα και τον Πάριο. Εδώ στην Ελλάδα με έχουν πιάσει πολλοί συμπατριώτες μου και μου ’χουν πει πόσο υπερήφανοι είναι γι’ αυτόν τον δίσκο!».

Έχετε σκεφτεί με τον Νταλάρα να παρουσιάσετε τα «Έρημα χωριά» στην Αλβανία;

«Και βέβαια! Και μάλιστα για καλό σκοπό, αφού τα κέρδη από τη συναυλία αυτή του Νταλάρα θα διατεθούν για την ολοκλήρωση του θεάτρου του Αρσακείου Ελληνοαλβανικού Κολλεγίου Τιράνων. Στην Αλβανία την περιμένουν πως και πως αυτή τη συναυλία με τον Νταλάρα και τα τραγούδια από τα “Έρημα χωριά”. Θα είναι μια συναυλία – γεγονός, όπου θα συμμετάσχουν και θα τραγουδήσουν μαζί με τον Νταλάρα οι μεγαλύτεροι τραγουδιστές της Αλβανίας.».

Ήρθες στην Ελλάδα ως ένας μουσικός, με διαφορετικά όμως ακούσματα. Τι σου άρεσε, τι δεν σου άρεσε απ’ το ελληνικό τραγούδι; Πως βλέπεις το τραγούδι σήμερα;

«Όταν πρωτοήρθα στην Ελλάδα μου είχαν κάνει αρνητική εντύπωση τα τραγούδια που άκουγα καθημερινά από το ραδιόφωνο και την τηλεόραση. Δεν μου άρεσαν! Έλεγα, βρε παιδί μου δεν είναι δυνατόν να υπάρχει αυτό το είδος τραγουδιού. Μετά, βέβαια, ανακάλυψα τα παλιά τραγούδια, τα ρεμπέτικα, τα λαϊκά του Καζαντζίδη και του Διονυσίου, τα τραγούδια του Νταλάρα, της Αλεξίου και του Πάριου, που μου άρεσαν πολύ!
Το σημερινό τραγούδι είναι ο καθρέφτης της ζωής μας. Αν θεωρούμε ότι το τραγούδι σήμερα είναι σε χαμηλό ή υψηλό επίπεδο, έτσι είναι κι η ζωή μας.».

Ποιο είναι το μουσικό τοπίο της Αλβανίας;

«Αυτό που επικρατεί σήμερα στην Αλβανία είναι, δυστυχώς, το σκυλάδικο! Παλιά, πριν ανοίξουν τα σύνορα, τα μουσικά πράγματα ήταν πολύ πιο παραδοσιακά. Διασκεδάζαμε με τα παραδοσιακά τραγούδια, όπως εσείς εδώ στα πανηγύρια. Μ’ αυτόν το ήχο μεγαλώσαμε. Εγώ από πιτσιρικάς όποτε γινόταν γάμος πήγαινα για να δω τους μουσικούς που παίζανε. Ορχήστρες που έπαιζαν ευρωπαϊκά κομμάτια υπήρχαν μόνο στα ξενοδοχεία …».

Γράφεις νέα τραγούδια ; Ετοιμάζεις κάτι καινούριο δισκογραφικά;

«Ετοιμάζω μια δουλειά με ορχηστρικά που, ίσως, κυκλοφορήσει στο εξωτερικό. Θα συνδυάζει την παράδοση που φέρω μέσα μου με τους καινούριους ήχους με τους οποίους ψάχνομαι. Συνεργάζομαι στις ενορχηστρώσεις με τον Γιώργο Ζαχαρίου. Είναι σπουδαίος μουσικός και με βοήθησε πολύ και στις ενορχηστρώσεις των “Έρημων χωριών”.
Ετοιμάζω και μερικά τραγούδια που μου ’χουν ζητήσει κάποιοι σημαντικοί τραγουδιστές. Γράφω, επίσης, αυτήν την περίοδο και λαϊκά τραγούδια. Έχει περάσει πια κι αυτό το είδος μέσα μου. Θα προσπαθήσω να δώσω κάτι το καινούριο.».
 
Ποιες θα είναι οι δραστηριότητές σου το φετινό χειμώνα;

«Θα είμαι με τον Γιώργο Νταλάρα στο “Παλλάς”, από τις 16 Νοέμβρη, στις μουσικές παραστάσεις του με τίτλο “Όλα από την αρχή”. Και βέβαια, παράλληλα, κάπου θα εμφανιστώ με το μουσικό σχήμα μου(Ελένη Νάσιου – τραγούδι, Βασίλη Κετεντζόγλου – κιθάρα, Σωκράτη Γανιάρη – κρουστά, Παρασκευά Κίτσο – μπάσο και Απόστολο Βαγγελάκη – κλαρίνο / πνευστά)  παίζοντας και παρουσιάζοντας ορχηστρικά, Βαλκάνια, Αλβανία, Ήπειρο, Τουρκία, Λίβανο, Μεσόγειο, Ισπανία, μέχρι τραγούδια του Μάλαμα του Ιωαννίδη και του Θανάση Παπακωνσταντίνου. Επίσης θα συμμετάσχω και στη συνέχεια των αφιερωμάτων του Β’ Προγράμματος στους στιχουργούς.».

Σκέφτεσαι κάποια στιγμή να επιστρέψεις στην Αλβανία και να κάνεις πράγματα εκεί ή, οριστικά πια, η Ελλάδα αποτελεί την καλλιτεχνική σου πατρίδα;

«Η οικογένειά μου, η γυναίκα μου, ο γιος μου είναι εδώ στην Ελλάδα κι αυτό με δένει ακόμα περισσότερο με τον τόπο. Όπως με δένει και το γεγονός ότι η Ελλάδα μου άπλωσε το χέρι κι έκανα πραγματικότητα κάποια όνειρά μου. Είναι πια για μένα έδαφος. Η Αλβανία πάλι είναι δίπλα, μπορώ κι από εδώ να παρακολουθώ τα μουσικά πράγματα εκεί και να εμφανίζομαι όποτε χρειαστεί, αλλά με βάση μου την Ελλάδα. Γενικότερα, ό,τι και να κάνω στην καριέρα μου, όπου και να πάω, η Ελλάδα θα ‘ναι το σπίτι μου!».  

*Πρώτη δημοσίευση : περιοδικό «ΑΥΛΑΙΑ», τεύχος 40(Νοέμβριος 2007), σελ. 30-33

 
Powered by Tags for Joomla

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΧΟΛΙΑ

RSS

ΤΑ ΠΙΟ ΔΙΑΒΑΣΜΕΝΑ (90d)

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

ΕΙΠΑΝ - ΕΓΡΑΨΑΝ

Θα ’ρθει η μέρα που η νέα φτώχεια θα εκδικηθεί πολύ σκληρά τους άθλιους τραπεζίτες. Για τη μέρα αυτή τραγουδώ πάντα.
Μανώλης Μητσιάς

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ / ΑΥΡΙΟ

23/8/1952 Γεννήθηκε στην Κέρκυρα η τραγουδίστρια Βίκυ Λέανδρος

ΤΥΧΑΙΑ TAGS