157 αναγνώστες online
Find us on FacebookJoin us on Facebook
sideBar



Σαββέρια Μαργιολά - «Αλισάχνη»

ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ «Τι έχω να χάσω»

Τάσος Π. Καραντής
Τάσος Π. Καραντής
Πρώτη Παρουσίαση
ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ - «Τι έχω να χάσω»
23.06.2017
Ορφέας | Main Feed
ΜΑΝΩΛΗΣ ΜΗΤΣΙΑΣ
Αναζήτηση με tags

ΜΑΝΩΛΗΣ ΜΗΤΣΙΑΣ: Ο ΙΔΑΝΙΚΟΣ ΕΡΜΗΝΕΥΤΗΣ ΤΩΝ ΜΕΓΑΛΩΝ ΣΥΝΘΕΤΩΝ


Συνέντευξη στον Τάσο Π. Καραντή


Ο Μανώλης Μητσιάς, όλες αυτές τις δεκαετίες, έχει περάσει στη συνείδησή μας, ως ο ιδανικός ερμηνευτής των μεγάλων συνθετών, αφού η συντριπτική πλειοψηφία της δισκογραφίας του αποτελείται από κύκλους τραγουδιών.
Τη χρονιά που μας πέρασε συμπλήρωσε 40 χρόνια στη δισκογραφία κι αυτή η επέτειος, συνέπεσε με την κυκλοφορία του νέου του δίσκου(«Ένα τσιγάρο κι ένας ψεύτης» - LEGEND, 2008), ο οποίος διαφοροποιείται από τους προηγούμενους μια κι είναι πολυσυλλεκτικός, με τραγούδια, κυρίως, νέων δημιουργών.
Με αφορμή λοιπόν αυτήν την κυκλοφορία και την διαφοροποίηση, ο Μανώλης Μητσιάς μίλησε στην «ΑΥΛΑΙΑ» για τη νέα του δισκογραφική δουλειά, αλλά, λόγω  και των 40χρονων του μεγάλου ερμηνευτή στο τραγούδι, προσπαθήσαμε, μαζί του, να ψηλαφίσουμε τους σημαντικότερους σταθμούς της πολύχρονης καριέρας του.
Ξεκινήσαμε από τα πρώτα ακούσματα στα Δουμπιά της Χαλκιδικής και τα πρώτα βήματα στις μπουάτ της Θεσσαλονίκης και περνώντας από τα πιο καθοριστικά πρόσωπα της καλλιτεχνικής διαδρομής του( Χατζιδάκις, Θεοδωράκης, Τσιτσάνης, Γκάτσος, Μούτσης, Άκης Πάνου, Μικρούτσικος, Κραουνάκης), φτάσαμε στο σήμερα και στα τραγούδια που γράφει ο ίδιος.   
Του ζητήσαμε να προτείνει συνθέτες, δίσκους και τραγούδια του στους νέους ακροατές αλλά και τραγουδιστές κι ολοκληρώσαμε την κουβέντα μας συζητώντας για “συλλογικά” και “μοναχικά” τραγούδια …



Από τα Δουμπιά της Χαλκιδικής βρεθήκατε, σχεδόν 20χρονος, στη Θεσσαλονίκη του 1967 να τραγουδάτε στο πάλκο. Από μικρό παιδί το είχατε αποφασίσει ότι θα γίνεται τραγουδιστής και μπήκατε τόσο νωρίς στο χώρο;

«Όχι. Δεν είχα ιδέα ότι θα τραγουδήσω και θα γίνω τραγουδιστής. Το τραγούδι, βέβαια, μου άρεσε από τότε που ήμουν πάρα πολύ μικρό παιδί. Έψελνα κιόλας και στην εκκλησία του χωριού μου. Κι όταν πήγα στη Θεσσαλονίκη τραγουδούσα και σε χορωδίες, ήμουν και στη χορωδία της Λέσχης Γραμμάτων και Τεχνών Βορείου Ελλάδος, που είχε τη διεύθυνσή της ο Σταύρος Κουγιουμτζής. Πάντα το τραγούδι ήταν μέρος της ημέρας μου για να εκτονωθώ. Αργότερα, όταν βγήκα από τη φυλακή, έγινα τραγουδιστής.».

Εννοείτε τη γνωστή υπόθεση Χαλκίδη επί χούντας;

 «Ναι, το 1967 με συλλάβανε, για την υπόθεση Χαλκίδη, όπου δικάστηκα από το στρατοδικείο. Όταν αποφυλακίστηκα δεν είχα ούτε τσιγάρο να καπνίσω κι έτσι ξεκίνησα επαγγελματικά το τραγούδι. Τραγούδαγα στην μπουάτ “Ναυαρίνο”, στην ομώνυμη πλατεία και ζαχαροπλαστείο, όπου, πίσω του, υπήρχε ένας κοινόχρηστος χώρος 20-30 ατόμων. Εκεί, μ’ ένα πιάνο, άρχισα να τραγουδάω. Πολύ γρήγορα όμως δεν μας χώραγε αυτός ο χώρος κι, έτσι, πήγα στην μπουάτ “107”. Κάπως έτσι ξεκίνησα να τραγουδάω χωρίς να το καταλάβω.».

Η κάθοδός σας στην Αθήνα, τον επόμενο χρόνο (1968), συμπίπτει και με την είσοδό σας στη δισκογραφία. Πως έγινε, αμέσως, αυτό το μεγάλο βήμα;

«Δεν έγινε κατευθείαν. Κατέβηκα στην Αθήνα το 1968 κι ήμουν στην μπουάτ “Απανεμιά” στην Πλάκα, ήταν δύσκολα τα πράγματα, δεν ήταν εύκολα. Είχα κάνει και μια ακρόαση στην εταιρεία ΛΥΡΑ του Πατσιφά, αλλά εγώ δεν είχα τα προς το ζην κι έπρεπε να συντηρήσω μια οικογένεια, δεν ήμουνα μόνος μου εγώ, ο πατέρας μου ήταν στο χωριό, φτωχός άνθρωπος κι έτσι ανέβηκα πάλι στη Θεσσαλονίκη και τραγούδησα στις μπουάτ “107”, “Μπαρμπαρέλα” και “Σκαμνιά”. Είχα φτιάξει πάρα πολλές μπουάτ στη Θεσσαλονίκη. Το καλοκαίρι της επόμενης χρονιάς ξανακατέβηκα στην Αθήνα, με είχε ακούσει η Σωτηρία η Μπέλλου και με πήρε μαζί της. Παράλληλα γνώρισα και το Δήμο Μούτση και κάναμε την “Ελευσίνα”, με την οποία ξεκίνησε, το 1969, ουσιαστικά, η καριέρα μου.».  

Τα όσα ακολούθησαν αυτό το πρώτο δισκογραφικό βήμα σας, σε όλη σας την μετέπειτα διαδρομή, είναι κι αυτά που σας ξεχωρίζουν ως τον, μοναδικό, ίσως, τραγουδιστή, που έχει τραγουδήσει όλους, σχεδόν, τους μεγάλους Έλληνες συνθέτες. Αλήθεια, υπάρχει κάποιος που θα θέλατε να πείτε τραγούδια του και δεν έτυχε;

«Ναι, δεν τραγούδησα Μάνο Λοίζο γιατί ήμουν σε άλλη εταιρεία. Είχαμε όμως μιλήσει και συμφωνήσει, λίγο πριν πάει στη Μόσχα, για να συνεργαστούμε μόλις επιστρέψει. Δυστυχώς όμως πέθανε κι έτσι δεν μπόρεσα να πω τραγούδια του.».

Επίσης, αυτό που σας διαφοροποιεί από τους άλλους σημαντικούς τραγουδιστές της γενιάς σας, είναι, ότι η δισκογραφία σας αποτελείται αποκλειστικά από κύκλους τραγουδιών, συνήθως, δύο δημιουργών (συνθέτη & στιχουργού). Κι αυτό το δισκογραφικό προφίλ, σας ακολουθεί όλα αυτά τα χρόνια. Τι το καθιέρωσε αυτό το προφίλ; Ήταν θέμα συγκυρίας, είχατε δηλαδή, πολλές και συνεχείς προτάσεις για να ερμηνεύσετε τέτοια ολοκληρωμένα έργα; Ή ήταν και  μια δική σας επιλογή κι αναζήτηση;

«Βασικά ήταν δική μου επιλογή. Υπήρχαν όμως τότε αυτοί οι δημιουργοί που ’χαν αυτό το βάρος και την εμβέλεια για να γράψουν ολόκληρους κύκλους τραγουδιών, που δεν υπάρχουν σήμερα. Αλλά κι η εταιρεία, η COLUMBIA τότε, με το Λαμπρόπουλο, είχε αυτό το χαρακτηριστικό γνώρισμα, ήταν διαφοροποιημένη από τις άλλες εταιρείες κι ήθελε πάντα να παρουσιάζει ολοκληρωμένες δουλειές.».

Από την αρχή της καριέρας σας, αλλά κι αργότερα, συνεργαστήκατε με το Μάνο Χατζιδάκι και το Νίκο Γκάτσο, το μυθικό αυτό δίδυμο του ελληνικού τραγουδιού, σε σπουδαία έργα («Της γης το χρυσάφι»/1971, «Αθανασία»/1976, «Χειμωνιάτικος ήλιος»/1986). Πως έγινε η πρώτη γνωριμία και πως προέκυψε η μακρόχρονη αυτή συνεργασία;

«Τον Γκάτσο μου τον γνώρισε ο Δήμος Μούτσης μέσα στο στούντιο. Έκτοτε, έγινα ένας από τους ανθρώπους που τον έβλεπα πολύ συχνά, τακτικότατα, κάθε μέρα σχεδόν και συνεργάστηκα όσο κανείς άλλος μαζί του, με τόσα πολλά τραγούδια. Το Χατζιδάκι μου τον γνώρισε ο Γκάτσος κι ήταν μεγάλη τιμή για μένα να συγκαταλέγομαι σ’ αυτούς που συναναστρέφονταν ο Γκάτσος κι ο Χατζιδάκις, να ανήκω στον κύκλο τους και να βρισκόμαστε καθημερινά στου “Φλόκα”. Κι αυτό ήταν το σημαντικότερο, πέρα από την καλλιτεχνική συνεργασία, η ανθρώπινη καθημερινή επαφή που ’χα μαζί τους.».

Θα ήθελα να μείνουμε λίγο στο «Χειμωνιάτικο ήλιο», ο οποίος κυκλοφόρησε το 1986 και, μετά από λίγο, με απόφαση του ίδιου του Χατζιδάκι, αποσύρθηκε και κυκλοφόρησε σε β΄ έκδοση, με εντελώς διαφορετική ενορχήστρωση, όπου είχε βγει εντελώς έξω το μπουζούκι και με διαφορετικό εξώφυλλο. Έχω την εντύπωση πως αν δεν ήταν ο Χατζιδάκις, καμιά δισκογραφική εταιρεία δε θα έμπαινε στη διαδικασία και στα έξοδα, να εκδώσει ξανά ένα δίσκο, μόνο και μόνο για μια “καλλιτεχνική παραξενιά”! Βέβαια ο ίδιος ο Χατζιδάκις, σε σημείωμά του στο ένθετο του δίσκου, εξηγεί αυτήν την, ενορχηστρωτική κι ερμηνευτική, αναθεώρησή του. Τι συνέβη πραγματικά τότε;

«Αυτό συνέβη. Φαίνεται πως τα τραγούδια δεν είχαν λάβει την πραγματική φόρμα που ήθελε ο Χατζιδάκις να πάρουν. Όταν, το καλοκαίρι, που κάναμε συναυλίες σε όλη την Ελλάδα, κατάλαβε ποια θα έπρεπε να ήταν η δομή κι η φόρμα των τραγουδιών αυτών, τότε τα επανακαθόρισε και τα επαναπροσδιόρισε.».  

Επίσης, οφείλω να ομολογήσω, ότι, προσωπικά, μου άρεσε περισσότερο η πρώτη λαϊκή εκδοχή του έργου. Εσάς, με την απόσταση πια της 20ετίας, ποια είναι η γνώμη σας;   

«Μ’ αρέσει η δεύτερη εκδοχή, σίγουρα. Είναι πιο κλασική. Τα τραγούδια αυτά είναι λιτά, για κλασική φόρμα, δεν θέλουν πολλά πράγματα και μ’ ένα πιάνο τραγουδιούνται.».


Παράλληλα με τη συνεργασία σας με το Χατζιδάκι, από τα πρώτα βήματά σας, συνεργαστήκατε και με το Μίκη Θεοδωράκη («Τα λαϊκά»/1974), σε μια συνεργασία που συνεχίστηκε κι αργότερα, από την «ΠΟΛΙΤΕΙΑ Γ’» (1994), ως πρόσφατα με την «ΕΡΗΜΙΑ»(2006). Με το Μίκη πως έγινε η γνωριμία και προέκυψε η συνεργασία σας;

-   «Η πρώτη γνωριμία μας έγινε το καλοκαίρι του 1968 στην Αθήνα. Πήγα, μαζί με τη Μαρία Δημητριάδη, στο Βραχάτι και μας άκουσε ο Μίκης. Και, μπορώ να πω, ότι από την πρώτη στιγμή ενθουσιάστηκε μαζί μου. Ήθελε, μάλιστα, να πάω στο εξωτερικό να βρω το συγκρότημά του και τη Μαρία Φαραντούρη, αλλά εγώ δεν μπορούσα να βγω έξω γιατί ήμουν άρτι αποφυλακισθείς! Συνεργαστήκαμε με τη μεταπολίτευση, το 1974, στο “Zoom”  στην Πλάκα. Και μετά έγινε όλο αυτό που έγινε όλα αυτά τα χρόνια.».    

Το 2004 κυκλοφόρησε ένας δίσκος σας («ΑΓΙΟΣ Ο ΕΡΩΤΑΣ») όπου ηχογραφήσατε, σε επανεκτέλεση, 15 ερωτικά τραγούδια του Θεοδωράκη, ενώ, πέρσι (2007) κυκλοφόρησαν άλλα τέσσερα(!) – μέσα στην ίδια χρονιά – cd με επανεκτελέσεις τραγουδιών του («ΦΕΓΓΑΡΙ ΜΑΓΙΑ ΠΟΥ ‘ΚΑΝΕΣ - 14 ΖΕΪΜΠΕΚΙΚΑ ΤΟΥ ΜΙΚΗ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ», «ΜΑΡΙΝΑ», «ΟΜΟΡΦΗ ΠΟΛΗ», «ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΜΑΓΙΟΠΟΥΛΑ» )! Τι σας οδήγησε σ’ αυτήν την μαζική έκδοση όλων αυτών των δίσκων με επανεκτελέσεις;  

«Βασικά με οδήγησε το γεγονός ότι τα τραγούδια αυτά τα έχω αγαπήσει από μικρό παιδί, όταν ήμουν στη Θεσσαλονίκη κι έτρεχα, τότε ως νέος, στις πορείες και στα συλλαλητήρια. Οι πρώτες εκτελέσεις είναι καταπληκτικές, αλλά τις έχουνε στην άκρη, στο ράφι, δεν τις παίζουνε και σκέφτηκα να τα παρουσιάσω με μια άλλη ματιά και σημερινό ήχο, για να ξανακουστούν και στις μέρες μας. Ήθελα με τον “Άγιο Έρωτα” να βγει ένας Θεοδωράκης λυρικός χωρίς μπουζούκια, μόνο με έγχορδα, ενώ τα “14 ζεϊμπέκικα” να είναι με λαϊκή ορχήστρα. Ήθελα να “εκμεταλλευτώ” το κοινό μου – το κοινό που έχει ένας τραγουδιστής κι αγοράζει τα τραγούδια του – για να ακουστούν ξανά τα τραγούδια του Θεοδωράκη. Από την αγάπη μου για τον Μίκη έγιναν όλες αυτές οι δισκογραφικές εκδόσεις.».

Ανάμεσα σε Χατζιδάκι και Θεοδωράκη, που είναι κι οι δυο τους μύθοι, αλλά εντελώς διαφορετικοί, που βρισκόσαστε πιο κοντά ερμηνευτικά κι ιδιοσυγκρασιακά;

«Πραγματικά, δεν μπορώ να πω που είμαι. Κι οι δυο υπήρξαν μύθοι, με διαφορετική άποψη ο καθένας, άλλα παίρνεις από τον έναν, άλλα από τον άλλον. Πιο δύσκολος σε εκτέλεση είναι ο Χατζιδάκις, ενώ ο Θεοδωράκης είναι πιο λαϊκός, πιο βατός, μα κι εκείνος έχει πολλές δυσκολίες. Θα είμαι άδικος αν σου πω ότι είμαι πιο κοντά στον έναν ή στον άλλον.».

Πέρα από το Χατζιδάκι και το Θεοδωράκη, έχετε τραγουδήσει εντελώς ανόμοιους συνθέτες, από Γιώργο Κατσαρό μέχρι Θάνο Μικρούτσικο κι από Γιώργο Χατζηνάσιο μέχρι Άκη Πάνου. Κατανοώ πως είστε ένας μεγάλος ερμηνευτής που μπορεί να πει τα πάντα, θα ήθελα όμως να μου πείτε ποιων το ύφος σας ταιριάζει καλύτερα.

«Ο κάθε συνθέτης έχει το δικό του χρώμα, το δικό του ήχο. Και θα πρέπει ο τραγουδιστής, αν είναι ερμηνευτής, να παίξει το ρόλο ενός καλού ηθοποιού. Όχι να τραγουδήσει απλά, ν’ ανοίξει το στόμα του, αλλά να μπει στην ιδιοσυγκρασία και στο χρώμα του κάθε συνθέτη. Προσπάθησα σε όλους αυτούς να παίξω κάποιο ρόλο, να τους δώσω το χρώμα τους. Δεν μπορώ να πω ότι ήμουν πάντα πολύ καλός ηθοποιός, όμως θα πω ότι πιο πολύ μου ταιριάζουν ο Μούτσης, ο Μικρούτσικος, πιο πολύ μου ταιριάζουν αυτού του είδους οι λαϊκοί συνθέτες.».

Και μια που ανέφερα τον Άκη Πάνου, πως συναντηθήκατε καλλιτεχνικά μαζί του και πως προέκυψε η συνεργασία σας;  

«Ο Άκης, από το 1970 που τραγουδούσα στην Πλάκα, ερχόταν, σχεδόν κάθε βράδυ, και με άκουγε. Ο ίδιος μου πρότεινε να πω αυτόν τον κύκλο τραγουδιών, το “Παρών”.».

 Κι από τον Άκη Πάνου, να περάσουμε στον Τσιτσάνη, τον Ζαμπέτα, τον Γενίτσαρη, που τους έχετε τραγουδήσει μαζί και με επανεκτελέσεις παλιών ρεμπέτικων. Ποια είναι η σχέση σας, ως ερμηνευτής αλλά κι ακροατής, με το ρεμπέτικο και το “καθαρόαιμο λαϊκό”;

«Με τον Τσιτσάνη είχα την τύχη και τη χαρά, όταν ήμουν στρατιώτης, να τραγουδήσω σε έναν δίσκο του, το “Ξεκίνημα” και, θυμάμαι, ότι μ’ είχε καλέσει και είπα, σε πρώτη εκτέλεση, δυο τραγούδια. Αλλά, επειδή ξαναβγήκε αυτός ο δίσκος, με άλλο εξώφυλλο, τη δεύτερη φορά είπα 4 τραγούδια, κατόπιν επιθυμίας του Τσιτσάνη. Με τον Τσιτσάνη ήμασταν φίλοι και συνεργάτες κι ήμουν ο μοναδικός τραγουδιστής που συνεργάστηκα, το 1980-1981, στην θεατρική παράσταση “50 ΧΡΟΝΙΑ ΒΑΣΙΛΗΣ ΤΣΙΤΣΑΝΗΣ”. Επίσης, μαζί του έκανα κι αρκετές συναυλίες. Με αγαπούσε πάρα πολύ και με πίστευε, γι’ αυτό και μου ’δωσε και τραγούδια του σε πρώτη εκτέλεση.
Τώρα, με το ρεμπέτικο δεν είχα πολλές σχέσεις, παρότι μπορώ να πω ρεμπέτικα πολύ καλύτερα από άλλους, γιατί άμα περάσεις από τη βυζαντινή σχολή και ψέλνεις, όλα τα άλλα είναι εύκολα μετά. Το ρεμπέτικο το ανακάλυψα αργότερα, στη Θεσσαλονίκη, γιατί στο χωριό μου ακούγαμε δημοτικά τραγούδια και λαϊκά, της δεκαετίας του ’50 και του ’60, με τον Καζαντζίδη, τον Αγγελόπουλο και το Γαβαλά, που ήταν πολύ μεγάλοι τραγουδιστές εκείνη την εποχή. Τον Μπιθικώτση τον ανακάλυψα πολύ αργότερα, μέσω του Θεοδωράκη.».
 
Έχετε όμως βγάλει και το δίσκο με τα «Μακεδονίτικα» τραγούδια. Αυτή είναι περισσότερο η δική σας παράδοση;  

«’Ετσι είναι, ναι, βέβαια. Εμείς στο χωριό μου τέτοια τραγούδια ακούγαμε. Ερχόντουσαν στο καφενείο του πατέρα μου μεγάλοι δημοτικοί τραγουδιστές κι ακούγαμε παραδοσιακά τραγούδια της Μακεδονίας.».

Και, βέβαια, η βυζαντινή μουσική κι οι εκκλησιαστικοί ύμνοι αποτελούν, επίσης, μέρος της μουσικής παράδοσης σας. Γι’ αυτό έχετε και δυο  τέτοιου είδους δίσκους - τη «ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΙΩΑΝΝΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ» (1984) του Μίκη Θεοδωράκη  και τη «ΘΕΟΓΕΝΝΗΤΩΡ ΜΑΡΙΑ» (1998) του Μάριου Τόκα – στη δισκογραφία σας;

«Νομίζω ότι είναι πολύ σημαντικά αυτά τα δυο έργα. Ο Μίκης στη «ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΙΩΑΝΝΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ» με επέλεξε στο ρόλο του διάκου. Αλλά και το «ΘΕΟΓΕΝΝΗΤΩΡ ΜΑΡΙΑ» του Μάριου Τόκα είναι καταπληκτικό έργο. Είμαι τυχερός που τα είπα αυτά.».

Από την «Πιρόγα» στο «Υπέροχα μονάχοι», από ένα εκπληκτικό τραγούδι σε ένα εκπληκτικό δίσκο με το Θάνο Μικρούτσικο. Τι ενώνει την ένταση και την κραυγή του Μικρούτσικου με το πιο λυρικό προφίλ του Μητσιά;

«Κοίταξε, με το Θάνο είμαστε συνομήλικοι, έχουμε τα ίδια ακούσματα, αλλά και τις ίδιες πολιτικές αγωνίες, αφού ανήκουμε στη γενιά του 1-1-4.  Νομίζω ότι ο Θάνος είναι ο πιο σημαντικός συνθέτης σήμερα στην Ελλάδα. Είναι ο τελευταίος που έμεινε, μετά από τη γενιά του Θεοδωράκη και του Χατζιδάκι. Ο Μικρούτσικος, μπορεί, πράγματι, να δώσει ένα ολοκληρωμένο έργο και να χαράξει καινούριους δρόμους. Θεωρώ ότι η “Πιρόγα” είναι ένα από τα σημαντικότερα τραγούδια που βγήκε τα τελευταία 50 χρόνια. Μόνο και μόνο γι’ αυτό το τραγούδι ο Θάνος χαρακτηρίζεται μεγάλος! Το “Υπέροχα Μονάχοι” υπήρξε, επίσης, ένας καταπληκτικός δίσκος, με πάρα πολύ ωραία τραγούδια, σε στίχους του Άλκη Αλκαίου. Ο Θάνος είναι ένα ανήσυχο πνεύμα, με δικό του ήχο, δεν μιμείται κανέναν. Δίνει μεγάλη σημασία στο λόγο κι αυτό πρέπει να κάνει ένας μεγάλος συνθέτης. Η αγωνία του για τα συμβαίνοντα δίπλα μας είναι αυτό που βγαίνει από τα έργα του.».

Θα ήθελα να σταθώ και σε έναν από τους πιο επιτυχημένους – κι εμπορικά – δίσκους σας, τον «ΕΞ ΑΔΙΑΙΡΕΤΟΥ»(1984), όπου συνδυάζει, ομολογουμένως ταιριαστά, δυο παλιούς κλασικούς λαϊκούς δημιουργούς, το Θόδωρο Δερβενιώτη και τον Κώστα Βίρβο με δυο, νέους σχετικά τότε, έντεχνους κι ιδιαιτέρως καινοτόμους, το Σταμάτη Κραουνάκη και τη Λίνα Νικολακοπούλου. Κι είναι μια δουλειά που έβγαλε κι εκπληκτικά τραγούδια - μεγάλες επιτυχίες, σαν τα: «Σου ’χω έτοιμη συγγνώμη» και το «Ποτέ». Πως προέκυψε κι επιτεύχθηκε τόσο επιτυχημένα αυτή η σύζευξη;

«Ήταν ένα πείραμα. Ο Κραουνάκης ήταν νέος τότε, αλλά είχα ήδη αντιληφθεί ότι πρόκειται για έναν πολύ ταλαντούχο συνθέτη και δικαιώθηκα, όπως κι όλοι όσοι τον πίστεψαν. Ο δε Δερβενιώτης ήταν ένας καταξιωμένος λαϊκός συνθέτης, απ’ αυτούς που τη δεκαετία του ’50 και του ’60 συνδέθηκε με τα τραγούδια της ξενιτιάς και τον Καζαντζίδη κι ο Βίρβος ένας καταξιωμένος στιχουργός. Έγινε λοιπόν ένα πείραμα, δυο νέοι με δυο παλιούς. Και πέτυχε πολύ! Εγώ πίστευα ότι κι ο καθένας μόνος του άντεχε να έβγαζε έναν δίσκο, αλλά, έτσι το σκεφτήκαμε να γίνει.».

Σ’ ένα πολύ νέο παιδί σήμερα, το οποίο θα ήθελε να κάνει μια πρώτη ουσιαστική γνωριμία με τη δισκογραφία σας, ποιους δίσκους σας θα του προτείνατε να ακούσει, ώστε να έχει μια, όσο το δυνατόν, πιο χαρακτηριστική εικόνα του ερμηνευτή Μητσιά;

«Θα του πρότεινα να ακούσει Χατζιδάκι, Θεοδωράκη, Μικρούτσικο και Μούτση. Και, βέβαια, θα του ’λεγα να ακούσει και κανένα Τσιτσάνη και κάνα ρεμπέτικο, να καταλάβει τι πρέπει να ξέρει. Αλλά πέρα από τον ακροατή, τα ίδια θα πρότεινα και σε ένα νέο τραγουδιστή. Οι νέοι τραγουδιστές έχουν πολλή ωραία φωνή, αλλά νομίζω πως τραγουδάνε λίγο ρηχά. Να εντρυφήσουν σ’ αυτούς τους δημιουργούς κι αυτό θα τους κάνει πάρα πολύ καλό.».

  
 
 


Κι από τραγούδια σας, πέρα από τις πασίγνωστες επιτυχίες σας, σε ποια, καθοριστικά για το ερμηνευτικό προφίλ σας, θα στεκόσασταν;

«Θα στεκόμουν στην “Πιρόγα”, στην “Αθανασία” του Χατζιδάκι, στο “Γιάννη το φονιά”, στο “Τσάμικο”, στην “Ερημιά”, αλλά και στην “Πολιτεία Γ΄” του Μίκη Θεοδωράκη και βέβαια στα λαϊκά τραγούδια του Άκη Πάνου.».

Πρόσφατα κυκλοφόρησε η νέα σας δισκογραφική δουλειά («Ένα τσιγάρο κι ένα ψεύτης» / LEGEND), η οποία διαφοροποιείται από την μέχρι τώρα δισκογραφία σας, αφού τολμάτε, για πρώτη φορά, έναν πολυσυλλεκτικό δίσκο και, μάλιστα, με εντελώς νέους - πρωτάρηδες, στην πλειοψηφία τους, δημιουργούς. Πως οδηγηθήκατε σ’ αυτήν τη διαφοροποίηση;   

«Το ’χα χρόνια στο μυαλό μου, γιατί, κάθε μέρα, λαμβάνω πολλά τραγούδια από νέα παιδιά. Κι εμένα, πάντα μου άρεσε να ρισκάρω με νέους ανθρώπους. Όταν ξεκίνησα με το Λουκιανό Κηλαηδόνη, ήταν ένα νέο παιδί, άγνωστο, που, όμως, μου έγραψε έναν καταπληκτικό δίσκο. Αργότερα, με το Μάριο Τόκα, παιδί τελείως άγνωστο, δεν το ήξερε κανείς και κάναμε τα “Τραγούδια της παρέας”, έναν καταπληκτικό δίσκο, με επιτυχίες μεγάλες μέσα, όπως ο “Αλήτης”. Πάντα πιστεύω ότι τα νέα παιδιά θα βγάλουν κάτι καινούριο. Έτσι και τώρα, επειδή – αν εξαιρέσεις το Μικρούτσικο και τον Κραουνάκη – δεν υπάρχει η πληθώρα των μεγάλων συνθετών, για να κάνουμε ένα έργο ολοκληρωμένο, αποφάσισα αυτόν τον δίσκο με τα νέα παιδιά. Τα άκουσα τα τραγούδια, μου άρεσαν πάρα πολύ κι έτσι τους έδωσα την ευκαιρία να βγουν, να κάνουν το πρώτο βήμα. Αν έχουν ταλέντο, θα φανεί στο χρόνο.».

Με αυτό το δίσκο σας, έχουμε και την επιστροφή του Λίνου Κόκοτου, με δυο εξαιρετικά τραγούδια («Σαββάτο βράδυ (Ένα τσιγάρο κι ένας ψεύτης)» & «Το τασάκι (Σε ποια να δώσω τη ζωή μου)»).

«Καμιά εταιρεία δεν έδινε στο Λίνο το βήμα για να βγάλει τραγούδια! Φαντάσου, στο Λίνο, που υπήρξε από τους σημαντικότερους συνθέτες του Νέου Κύματος! Και με τραγούδια καταπληκτικά, που άφησαν εποχή! Αλλά οι εταιρείες τα βλέπουν διαφορετικά τα πράγματα. Θέλουν μόνο ποπ να ακούνε!».

Στον καινούριο δίσκο σας αυτό, για πρώτη φορά, μας παρουσιάζεστε κι ως δημιουργός, με ένα δικό σας – όνομα και πράγμα - «Βάλσαμο τραγούδι». Να περιμένουμε στο μέλλον μια ολοκληρωμένη  δουλειά, αποκλειστικά με δικά σας τραγούδια;

«Εγώ πάντα έγραφα τραγούδια. Είναι πολύ εύκολο να φτιάξεις ένα τραγούδι. Το συγκεκριμένο σε 5 λεπτά το ’χω γράψει. Αλλά, επειδή είχα ρεπερτόριο με μεγάλους δημιουργούς, το θεωρούσα προσβολή να πω “δεν σας θέλω και γράφω τα δικά μου”. Έχω στην άκρη κι άλλα τραγούδια, θα τα βγάλω, σιγά-σιγά, τώρα που λείπουν πια οι μεγάλοι. Δεν ξέρω αν θα κάνω μια ολοκληρωμένη δουλειά με δικά μου τραγούδια, αλλά, που και που, θα βάζω και δικά μου, μέσα σε δίσκους μου.».  

Στην παρουσίαση του δίσκου σας στον  ΙΑΝΟ  είπατε ότι φέτος γιορτάζει τα 40χρονά της η δική σας γενιά, που τόσα έχει προσφέρει στο τραγούδι. Κι αναφερθήκατε ονομαστικά και χρονολογικά στους καταξιωμένους τραγουδιστές της γενιάς σας (Μητροπάνος, Νταλάρας, Πάριος, Αλεξίου, Γαλάνη) στους οποίους ανήκετε κι εσείς. Νιώθω όμως, ότι σήμερα δεν υπάρχει εκείνο το συλλογικό συναίσθημα της εποχής σας, όπου τα τραγούδια ένωναν δημιουργούς κι ερμηνευτές με τον πολύ κόσμο. Στις μέρες μας, υπάρχει η αίσθηση, πως ο καθένας μόνος του απευθύνεται στη μοναξιά του άλλου. Ποια είναι η δική σας άποψη; Το τραγούδι αφορά πλέον το άτομο κι όχι το σύνολο;

«Δεν τραγουδάνε οι άνθρωποι σήμερα πια. Βλέπεις παρέες να τραγουδάνε σήμερα; Κι αν θα τραγουδήσουν, θα πουν τραγούδια της γενιάς μου και πιο παλιά, δηλαδή, γυρνάνε όλοι πίσω για να βρουν τραγούδια να τραγουδήσουν. Πάντα, βέβαια, θα υπάρχει η ανάγκη της παρέας, γιατί, όπως λέει κι η παροιμία, “μοναχός σου ούτε στον Παράδεισο”. Τα τραγούδια της παρέας όμως, τα συλλογικά, απαιτούν κι ανθρώπους ταλαντούχους για να τα γράψουν. Ενώ, “τραγούδια μοναχικά”, μπορεί να γράψει κι ο κάθε ατάλαντος! Κι αυτό βολεύει τις εταιρείες δίσκων! Γιατί, οι άνθρωποι οι ταλαντούχοι, έχουν κι απαιτήσεις, έχουν κι άποψη! Κι αυτό δεν συμφέρει τις εταιρείες!».


*Πρώτη δημοσίευση : περιοδικό «ΑΥΛΑΙΑ», τεύχος 52(2008), σελ. 64-68.

 

ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΠΑΝΟΣ – ΜΑΝΩΛΗΣ ΜΗΤΣΙΑΣ
«…Πλησιάζοντας τον Καβάφη» στον «ΙΑΝΟ»

Ρεπορτάζ : Έλενα Κοσμά

Ποίηση - Μουσική - Ερμηνεία. Τέτοιου είδους συνδυασμοί δεν είναι εύκολο να πετύχουν. Στη περίπτωση όμως που η Έμπνευση συναντήσει την τέχνη της Ποίησης και η Δημιουργία  καταφέρει να εκφραστεί με το Τραγούδι, τότε το αποτέλεσμα μπορεί και να αποδειχτεί υπέροχο.

Όταν ανοίξει ένα παράθυρο / θάναι παρηγορία

Μια τέτοια περίπτωση είναι και ο δίσκος που κυκλοφόρησε: «…Πλησιάζοντας τον Καβάφη», στον οποίο μελοποιούνται 14 ποιήματα του Αλεξανδρινού ποιητή.

Επέστρεφε συχνά και παίρνε με την νύχτα, / όταν τα χείλη και το δέρμα ενθυμούνται...

Όσοι βρέθηκαν στον Ιανό στις 2 Ιουνίου, είχαν την ευκαιρία να απολαύσουν ζωντανά την παρουσίαση του δίσκου, από τον ίδιο τον συνθέτη  και τον ερμηνευτή.

Ομνύει κάθε τόσο  /  ν’ αρχίσει πιο καλή ζωή.
Ο Γιάννης Σπανός έδωσε στα ποιήματα την δική του μελωδική γραμμή. Τις νεοκυματικές – λαϊκές του μελωδίες, αυτές που τον χαρακτηρίζουν και τον ακολουθούν από την δεκαετία του ’60.

Του μέλλοντος οι μέρες στέκοντ’ εμπροστά μας / σα μια σειρά κεράκια αναμένα

Από την άλλη, η ερμηνεία του Μανώλη Μητσιά, θα έλεγε κανείς πως είναι έκπληξη. Τα λαϊκά στοιχεία της φωνής του έρχονται σε κόντρα με τον «ερωτισμό» του Καβάφη. Αυτό, εκ πρώτης, θα μπορούσε να παρασύρει κάποιον και να τον οδηγήσει σε ένα λάθος συμπέρασμα και αυτό ίσως γιατί δεν είμαστε συνηθισμένοι σε τραγούδια που δεν έχουν απόλυτη ομοιοκαταληξία. Όμως το αποτέλεσμα καταφέρνει να σε καθηλώσει.  

Μήνας περνά και φέρνει άλλον μήνα. / Aυτά που έρχονται κανείς εύκολα τα εικάζει·

«…Πλησιάζοντας τον Καβάφη», μια διαφορετική προσέγγιση στον Καβάφη από ένα σπουδαίο Έλληνα συνθέτη και από ένα σπουδαίο Έλληνα τραγουδιστή.

Και με τον ήχο των για μια στιγμή επιστρέφουν / ήχοι από την πρώτη ποίησι της ζωής μας —/ σα μουσική, την νύχτα, μακρυνή, που σβύνει.

Στη παρουσίαση παρευρέθηκαν οι : Γιώργος Μακράκης, Γιώργος Παπαστεφάνου, Γιώργος Τσάμπρας, Σιδερής Πρίντεζης, Κώστας Μαρδάς, Αγαθή Δημητρούκα, Βαγγέλης Δούβαλης, Χρυσούλα Στεφανάκη, Ερωφίλη και πολλοί ακόμα.


Οι στίχοι που βρίσκονται μέσα στο κείμενο Ανήκουν στα ποιήματα που βρίσκονται μελοποιημένα στο δίσκο. Η επιλογή τους έγινε τυχαία.

  
  
  
  
  
 

 

 


Φωτογραφίες: Έλενα Κοσμά

 

 
Powered by Tags for Joomla

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΧΟΛΙΑ

RSS

ΤΑ ΠΙΟ ΔΙΑΒΑΣΜΕΝΑ (90d)

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

ΕΙΠΑΝ - ΕΓΡΑΨΑΝ

Ο Έρωτας είναι ο θάνατος.
Μίλτος Σαχτούρης

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ / ΑΥΡΙΟ

23/6/2005 Έφυγε από τη ζωή ο ποιητής Μανώλης Αναγνωστάκης

ΤΥΧΑΙΑ TAGS