113 αναγνώστες online
Find us on FacebookJoin us on Facebook
sideBar



Σαββέρια Μαργιολά - «Αλισάχνη»

ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ «Τι έχω να χάσω»

Τάσος Π. Καραντής
Τάσος Π. Καραντής
Πρώτη Παρουσίαση
ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ - «Τι έχω να χάσω»
28.03.2017
Ορφέας | Main Feed
Κώστας Λαδόπουλος
Αναζήτηση με tags

Οι άνθρωποι που αγαπούν το Ρεμπέτικο χωρίζονται, χονδρικά, σε δυό κατηγορίες. Πρώτον, σ΄αυτούς που ψάχνουν, θέλουν να μάθουν, να γνωρίσουν, να παίξουν και να νιώσουν, κύρια να νιώσουν και δεύτερον σ΄αυτούς που για να πιστέψουν σ΄οτιδήποτε παρεμβαίνει κι εκφράζει γνώμες και απόψεις για τη Μυθολογία που έχει αναπτυχθεί, απαιτούν επιστημονικά κριτήρια και πονήματα, μπροστά στα οποία έχουν μάθει να στέκονται προσοχή. Τί είναι ένα επιστημονικό πόνημα για το Ρεμπέτικο; Προφανώς, μιά εργασία που ερευνά τα υπάρχοντα στοιχεία, τα συγκρίνει μεταξύ τους και με άλλα παρόμοιων παραδοσιακών μουσικών, τα εναποθέτει κάτω από μιά επιστημονική μεθοδολογία ή πολιτική ιδεολογία και εξάγει συμπεράσματα. Μέχρι εδώ υπάρχουν δυό αδύνατα σημεία.

 
Τα τραγούδια είναι πουλιά. Μπαίνουν μέσα μας από τις διόδους των αυτιών, εγκαθίστανται και φτερουγίζουν τιτιβίζοντας, πάνω στις καλλωδιώσεις του μυαλού μας. Το χρώμα του καιρού, η χημεία της στιγμής, το περιβάλλον και η συναισθηματική μας κατάσταση, τη στιγμή που μπήκαν μέσα μας, αποφασίζουν γιά το μήκος της ζωής τους.
 
Μπαίνω και κοιτάζω στο Forum του Ορφέα. Κενό, σιωπή επικρατεί. Γιατί; Ήταν λάθος κίνηση ν΄ανοίξει ένα ακόμα Forum; Όχι, γιατί να είναι λάθος;  Κι όμως είναι κενό. Κάτι σημαίνει αυτό. Λογικά, δε ξεκινάν κουβέντες, προβληματισμοί, ανταλλαγές σκέψεων γιατί υπάρχει κορεσμός απ΄αυτό το φρούτο. Ο κόσμος άρχισε να βαριέται. Άλλωστε και δυστυχώς, δεν έχουν όλοι οι άνθρωποι κάτι να πουν. Ή δε τολμούν, ή περιμένουν κάποιους άλλους να κάνουν την αρχή.
Έκανα μιά αρχή ακροπατώντας και πήρα δυό φιλικές απαντήσεις που συμφωνούν για την ανάγκη κάποια Νέας Γλώσσας αλλά, μέχρι εκεί. Δεν είναι παράξενο. Προφανέστατα, αναρωτιούνται τι εννοώ λέγοντας έτσι. Κάνω λοιπόν μιά παραληρηματική προσπάθεια να εξηγήσω. Η προσπάθειά μου δε θα αφορά αποκλειστικά το Ρεμπέτικο, θα έχει γενικότερη χροιά.
 
Τα παρακάτω προέκυψαν από μιά σύγκλιση γραπτών μου για τον Κώστα Μασσέλο –Νούρο και τη ζωγραφιά από το εξώφυλλο του Νερό στο πρόσωπο” του εξαιρετικού Νίκου Χουλιαρά.
 
Η στήλη ”τα παλιόπαιδα του Ορφέα” φιλοξενεί κείμενα που, άμεσα ή έμμεσα, άπτονται του Ρεμπέτικου. Ήταν μιά σωστή πρωτοβουλία της σελίδας για μιά μουσική που υπάρχει πιά σχεδόν παντού και αγαπιέται πλατιά και απ΄τα δυό φύλα, πλην με διαφορετικό τρόπο.
 
Πήγαινε με γοργό βήμα. Σχεδόν έτρεχε. Στο κεφάλι της κουβάρι οι σκέψεις. Ένα νεύρο χτύπαγε στ΄αριστερό της μάτι. Κάποιον θα δεις, λέει ο κόσμος και στ΄αλήθεια, είδε κάτι. Είδε μιά μπουνιά το πρωί νά΄ρχεται προς το μάτι της, έσκυψε λίγο και την έφαγε στο μάγουλο. ”Γαμημένε”, έτριξε τα δόντια της. Κοίταξε σ΄ένα μεγάλο ρολόι και δεν είδε τη λεμονόκουπα. Το σώμα της αποσπάστηκε από το δρόμο κι έμεινε μετέωρο στον αέρα. Μ΄ένα κωμικό τρόπο έκανε κάποιες απεγνωσμένες προσπάθειες να ξανάβρει ισορροπία αλλά, σα να ακινητοποιήθηκε στο κενό. Κανείς δε φάνηκε να το βλέπει, αν και προχωρούσε ανάμεσα σε πολλούς περαστικούς.
 

(επανάληψη ενός ήδη διαπραγμένου φόνου)
"Έλα να πάμε πέρα, φως μου, στη Γλυφάδα και κει με την
αράδα, από μιά σφαίρα ο καθένας στο κεφάλι, όπως και τόσοι άλλοι..."

Η ύπαρξη μέσα στο σόι ενός παππού που αυτοκτόνησε στα νιάτα του μαζί με την αγαπημένη του, δεν είναι ακριβώς κάτι συνηθισμένο. Και άντε, ας πούμε ότι δεν είναι και κάτι συγκλονιστικό δα, μα τα πράγματα γίνονται πιό περίπλοκα όταν υπάρχουν μαρτυρίες ότι αυτοί οι δύο άνθρωποι θεάθηκαν επανειλημμένα, μετά το συμβάν, να κάνουν τη βόλτα τους σε ώρες κυκλοφορίας, σα να μην είχε συμβεί τίποτα.

 
O καθένας μ' ότι του έλαχε πορεύεται στη ζωή. Μέσα στον υγρό κόσμο του μητρικού κόλπου, σ' αυτό που η ανθρώπινη φαντασία βασίστηκε γιά να δημιουργήσει τη μυθολογία του παράδεισου, αόριστοι μηχανισμοί, οι μοίρες που λένε οι απλοί άνθρωποι, συνθέτουν το μωσαϊκό των γονίδιων, ψηφίδα ψηφίδα, πάνω στο έμβρυο. Εκεί μέσα, σ' αυτό το υγρό στρατηγείο, χτίζεται ο πρόλογος του κάθε ανθρώπου. Κι όταν όλα είναι έτοιμα, φτάνει η στιγμή που γεννιέται. Τα πρώτα χρόνια είναι μαγικά. Ψηλαφίζει κανείς τον κόσμο, χωρίς να καταλαβαίνει τι του επιφυλάσσεται. Τα χρόνια περνούν και φτάνει η στιγμή του καθρέφτη. Εκεί βλέπει κανείς ένα καθοριστικό κομμάτι της μετέπειτα πορείας. Κάθε μέρα και κάτι καινούριο ανακαλύπτει.
 
Όσο κι αν ακουστεί τραβηγμένο απ' τ' αυτιά, είμαστε ακόμα "θύματα", σ' ότι αφορά (και) το ρεμπέτικο, του νόμου λογοκρισίας του Ι. Μεταξά (1937). Και ακόμα, "θύματα" του απόηχου της Καταστροφής του ΄22, του βάρους (αλλά και της πάσης φύσεως ΠΡΟΟΔΟΥ) πού έπεσε στην Ελλάδα από τον ερχομό τόσων ΕΛΛΗΝΩΝ προσφύγων από τη Μικρασία (ένας στους τέσσερεις κατοίκους στην Ελλάδα ήταν πρόσφυγας). Eίμαστε ακόμα "θύματα" της στάσης απέναντι στη μουσική τους που δε τη θεωρούμε δικιά μας, του τρόπου που τραγούδαγαν που δε τον θεωρούμε δικό μας, των εξαίσιων φωνών τους που δε μοιάζαν με τις φωνές της ελλαδίτικης μαγκιάς. Τα λέω όλ' αυτά με τόση σιγουριά γιατί, τηρουμένων των αναλογιών, τα νιώθω στο πετσί μου, ζώντας σε μιά χώρα όπου ο ένας στους εννιά είναι ξένος. Η γλώσσα μου, η προφορά μου είναι άψογες, αλλά με βλέπουν σα ξένο σώμα (ΚΑΙ ΕΙΜΑΙ!) Λέω πράγματα που είναι ασυνήθιστοι ν' ακούν, τους μπερδεύω... Πρόβλημά τους. Αυτοί χάνουν, όχι εγώ...
 
Προδημοσίευση από το βιβλίο
Λεξικό των θωρακικών ανθρώπων και πραγματεία για τα μικρασιάτικα, ρεμπέτικα και λαϊκά τραγούδια (1900 - 1960)

αλάνης ο, αλάνι το
, ουσ. [+] (για χαρακτηρισμό ανδρών) (τουρκ. alan = ξέφωτο δάσους) (βλ. ΣΧΟΛΙΟ): ”εγώ είμ’ αλάνης, μάνας γιος, μάγκας (βλ.λ.) σωστός στην τρίχα ” (βλ.λ.)|”Στου Πειραία το λιμάνι μου συστήσαν έν’ αλάνι “|”αμολάς (βλ.λ.) τα βράδια και γυρνάς μ’ όλα τ’ αλάνια “|”αν είσαι μόρτισσα (βλ.λ.) εσύ, αλάνι λεν εμένα, κι αν έχεις δυνατό αρκά (βλ.λ.), δε νοιάζομαι κανέναν “ ( = δε φοβάμαι κανέναν) | αλανιάρης ο, αλανιάρα, αλάνα η, ουσ.[+](ειδικότερα γιά τον ξεχωριστό ορισμό αρσενικού – θηλυκού, βλ. παρόν σχόλιο και προβληματισμό στις εισαγωγικές σελ. του λεξικού, κεφ. Στίχοι περί των «ελευθέρων» γυναικών του ΄30) : “Αλανιάρα, με τους μάγκες, κάθε βράδι ξενυχτάς, κι όλο με μπαγλαμαδάκια, αχ, και με μαύρο την περνάς “|”μού’κανε τη χωριατάρα (βλ.λ.) μιά χαρά, μα αυτή ήταν αλανιάρα, στα γερά “|”γιατί ’μαι ’γω η αλανιάρα η Λιλή, η πρώτη σκανταλιάρα (βλ.λ.) που δε δίνω γρόσι (βλ.λ.)γιά τους μάγκες (βλ.λ.) και δεν τρώω κρύγιες ματσαράγκες “ (βλ.λ.)|“σα το κεράκι, αλανιάρα μου, θα λειώσεις “|”θυμάσαι, όταν γύριζες στους δρόμους, αλανιάρα, γιά σένανε δεν έδινε κανένας μιά δεκάρα “|”Tώρα με αποστρέφονται, με λένε αλανιάρη “|”Αχ, έγινα αλανιάρης, κακούργος και γκρινιάρης και μεθάω κάθε μέρα, κούκλα μου, εγώ γιά σένα “|”Είμαι αλανιάρης στους δρόμους και γυρίζω, κι απ’ την πολλή μαστούρα (βλ.λ.) μου κανέναν δε γνωρίζω “| αλανάκι το, ουσ.[ν](υπκρ.)(γιά χαρακτηρισμό γυναικών) :“Αλανάκι με φωνάζουν ( = με ονομά- ζουν), αλανάκι με καλούν γιατί όλοι το σεβντά (βλ.λ.) τους τον περνούν “ | αλανιάρικο, επιθ.[ν](χαϊδευτικό υπκρ. γιά τις αλανιάρες γυναίκες): “όλο μες τα ταβερνειά πας και μπεκρουλιάζεις, αλανιάρικο | αλάνικο το, ουσ.[ν](χαϊδευτικό υπκρ.): “κάθε μέρα μια γουλιά, αλάνικο, φαρμάκι με ποτίζεις“

 
"Εγώ δεν ήρθα εδώ απόψε να γλεντήσω.
ήρθα μονάχα να παρηγορηθώ"

(στίχος του Β.Τσιτσάνη από το τραγούδι "Τσιγγάνε, σπάσε το βιολί" (1949) Ρένα Στάμου, Β.Τσιτσάνης

Τα παρακάτω είναι μερικές σκέψεις γιά το μαύρο χρώμα και ότι αυτό συμβολίζει, σε σχέση με το ρεμπέτικο και τη σημερινή ζωή.
Ζούμε σε μιά χώρα που λούζεται απ' τον ήλιο. Ο ήλιος τα κάνει όλα διάφανα, χαρωπά, ελαφρά. Αυτό είναι και το επίσημο πρόσωπο της Ελλάδας, μ' αυτό αποτεινόμαστε στον έξω κόσμο. Ένα, κάπως επιφανειακό, "ελάτε να γλεντήσετε, να φάτε, να κάνετε μπάνια στις γαλάζιες μας θάλασσες".
Μπορούμε να πούμε ότι αυτή η συνεχώς φωτισμένη χώρα έβγαλε και "μαύρα" τραγούδια; Ναι, και δεν είναι παράξενο. Ο ελληνικός λαός έχει περάσει ουκ όλίγα, είχε ατέλειωτες μετωπικές συγκρούσεις κλπ., κλπ. και, "έσφιξε το πετσί του". Ακόμα, είχαμε πολύ πάρε-δώσε, από αμνημονεύτων χρόνων, με την Ανατολή. Από κει πήραμε, μεταξύ άλλων, την εγκαρτέρηση, το παράπονο, μιά βαθύτερη φιλοσοφική θεώρηση των εγκοσμίων, κάτι που εκφράστηκε έντονα στους μανέδες. Το μαύρο χρώμα, χρώμα μυστηριακό, χρώμα του πένθους, ήταν για αιώνες βαθιά ριζωμένο μέσα στην ελληνική πραγματικότητα και πέρασε, ήδη απ' την εποχή του Όμηρου, μέσα στη γλώσσα. "Μαύρος Άδης", "μαύρη μέρα", "μαύρη κατάρα".

 
Αν βλέπαμε στο δρόμο τον άνθρωπο της πρώτης φωτογραφίας, δε θα του δίναμε την παραμικρή σημασία. Αν σκεφτόμασταν κάτι θα ήταν του τύπου, ”ένα φουκαριάρικο, εγκαταλειμένο γεροντάκι. Συνταξιούχος δημόσιος υπάλληλος, πρώην λογιστής, κάτι τέτοιο... Αυτός λοιπόν ο άνθρωπος ήταν ο Γρηγόρης Ασίκης! Κωνσταντινουπολίτης, γενημμένος το 1890 από την Πολίτισσα Μαριάνθη και τον Μυτιληνιό Βίκτωρα. Ένας ικανότατος (με κεφαλαίο Ιώτα), αρκετά παραγνωρισμένος μουσικοσυνθέτης και στιχουργός που ”στραγγαλίστηκε” απ΄το Νόμο Λογοκρισίας όπως και πολλοί άλλοι. Ας τον αφήσουμε λίγο στην άκρη, προς το παρόν.
 
(Το κόκκινο είναι ένα ζεστό χρώμα και η λέξη φλεγόμενο ζεσταίνει ακόμα πιό πολύ. Μάλλον ακατάλληλος τίτλος μέσα στις ζέστες. Όμως η φωνή που γι αυτή θα σας πω, είναι γεμάτη δροσιά…)
Ψάχνω, ψαύω, ψαχουλεύω πολύ προσεκτικά / γιά να βρω το κατάλληλο κείμενο να σας
ακουμπήσω, μ΄αυτό το ευαίσθητο θεμα του ρεμπέτικου / που του είμαι ταγμένος.
Γιατί το ρεμπέτικο έχει δυό πρόσωπα. / Το ένα είναι σα κολλητικός βάκιλλος που, αν καθίσει σωστά,
δε σ΄εγκαταλείπει ποτέ και δίνει στο νου αέρα / και στην καρδιά παρηγοριά.
Το άλλο είναι ένα ”κόλλημα” που στενεύει τους ορίζοντες και σε κάνει / ένα είδος φανατικού και μίζερου γενίτσαρου.
Αγαπώντας τους ανανεωτικούς ανέμους / και τους νέους τρόπους πλησιάσματος των πραγμάτων,
θα προσπαθήσω σήμερα να σας φέρω κοντύτερα / σε μιά ιδιότυπη περίπτωση ενός παλιού (αλλά και πολύ σύγχρονου) ανθρώπου.

 

Η πρώην ”φθοροποιός μηχανή” και το πλάσμα από αέρα και φως…

Χαρτογράφηση, εν έτει 2009, των πρόσφατων κινήσεων ενός παλιού, πρώην νταή, γεννηθέντος εν έτει 1899 και της συνάντησής του μ΄ένα θηλυκό πλάσμα, φτιαγμένο από αέρα και φως.
Ο χρόνος τον είχε ολότελα λησμονήσει. Το ήξερε και δε το συλλογιόταν καθόλου. Έμοιαζε βία πενηνταπεντάρης. Δε θα σας τον περιγράψω, δεν έχει σημασία. Θα πω μοναχά ότι είχε ελαφρά μελαψό δέρμα και γκρίζα, μυστηριακά και λαμπερά μάτια σα γάτας. Δεν είχε την παραμικρή ενόχληση απ΄το μέσα του, ούτε συνάχι δε τον έπιανε. Μιά ευθεία γραμμή που τραβούσε μπροστά.
 

Όσες/οι έκαναν "κλικ" στα "Παλιόπαιδα του Ορφέα" ίσως παραξενεύτηκαν με το ουρανοκατέβατο διήγημα γιά τον Παναή Αλτσίτζογλου. Κι εγώ θα παραξενευόμουνα.
Η ιστορία αυτή δεν ήταν παρά ένα στίγμα αυτών που θα ακολουθήσουν. Κι αυτό που θα ακολουθήσει είναι η άρθρωση ενός διαφορετικού λόγου γι αυτό που ονομάζουμε "ρεμπέτικο".
Γιατί η λέξη αυτή τρίβεται καθημερινά και "πήρε να φαγώνεται απ΄τα μαλάματα το πρόσωπό της..."

 

Το παραπάνω σκίτσο του ζωγράφου Τάκη Σιδέρη είναι ένα απ' αυτά που κοσμούσαν την πρώτη έκδοση "Ρεμπέτικα τραγούδια" του Ηλία Πετρόπουλου. Ο ζωγράφος έχει φτιάξει έναν άγγελο που περνάει πίσω από τους μουσικούς του πάλκου. Κάποιοι "σκληροί" θιασώτες του ρεμπέτικου μπορεί να βρίσκουν περιττά κάτι τέτοια "κουλτουριάρικα". O Σιδέρης όμως είχε δίκηο. Οι Ισπανοί μιλάνε γιά το "ντουέντε", μιά δαιμονική, σκοτεινή δύναμη που μπαίνει μέσα στους δημιουργούς και τραγουδιστές του φλαμένκο και τους βάζει φωτιά. Φωτιά που μεταδίνεται κατόπιν στους ακροατές. Εγώ, σαν Έλληνας, βλέπω τους αγγέλους στη θέση του ντουέντε. Άσχετα με το αν πιστεύει κανείς σε τέτοια πράγματα, χρειάζομαι κάτι γιά να εξηγήσω το διαβολεμένο ταλέντο των περισσότερων που κυκλοφορούσαν μέσα στον κόσμο του ρεμπέτικου. Αυτό το κάτι, θεωρώ πως δε το ήξεραν.

 
Powered by Tags for Joomla

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΧΟΛΙΑ

RSS

ΤΑ ΠΙΟ ΔΙΑΒΑΣΜΕΝΑ (90d)

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

ΕΙΠΑΝ - ΕΓΡΑΨΑΝ

Ο Έρωτας είναι ο θάνατος.
Μίλτος Σαχτούρης

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ / ΑΥΡΙΟ

29/3/1943 Γεννήθηκε ο συνθέτης Βαγγέλης Παπαθανασίου
29/3/2011 Πέθανε στην Αθήνα, σε ηλικία 89 ετών ο θεατρικός συγγραφέας Ιάκωβος Καμπανέλλης