94 αναγνώστες online
Find us on FacebookJoin us on Facebook
sideBar



Σαββέρια Μαργιολά - «Αλισάχνη»

ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ «Τι έχω να χάσω»

Τάσος Π. Καραντής
Τάσος Π. Καραντής
Πρώτη Παρουσίαση
ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ - «Τι έχω να χάσω»
25.04.2017
Ορφέας | Main Feed
Δήμος Μούτσης
Αναζήτηση με tags

Δήμος Μούτσης: «Είμαι επηρεασμένος από την καλή ποιότητα του Βαμβακάρη»

Συνέντευξη στον : Τάσο Π. Καραντή



Ο Δήμος Μούτσης αποτελεί ένα ιδιαίτερο κεφάλαιο του ελληνικού τραγουδιού κι είναι ταυτισμένος, για το ευρύ κοινό, με μεγάλα κι αγαπημένα τραγούδια, («Αύριο πάλι», «Μη μου χτυπάς τα μεσάνυχτα την πόρτα», «Ο Χάρος βγήκε παγανιά», «Δε λες κουβέντα», «Μια φυσαρμόνικα που κλαίει» κ.ά.), μεγάλες φωνές(Μπιθικώτσης, Μοσχολιού, Μητροπάνος, Μητσιάς κ.ά.) και δίσκους - σταθμούς όπως, μεταξύ άλλων, ο «Άγιος Φεβρουάριος», το «Φράγμα», και το  «ΝΑ!».
Πρόσφατα κυκλοφόρησε, από τις εκδόσεις του μουσικού περιοδικού «ΜΕΤΡΟΝΟΜΟΣ», το βιβλίο του «Μια φυσαρμόνικα που κλαίει», όπου συγκεντρώνονται οι στίχοι των τραγουδιών του που ’χει γράψει ο ίδιος. Με αφορμή την κυκλοφορία αυτή, συναντηθήκαμε με το Δήμο Μούτση, ο οποίος μίλησε στην «ΑΥΛΑΙΑ» για το πώς μπήκε στο χώρο του τραγουδιού, για τη σχέση του με το Νίκο Γκάτσο, για την εκτίμηση που τρέφει προς το Μάρκο Βαμβακάρη,  για τους καλύτερους, κατ’ αυτόν, δίσκους και τραγούδια του, για τη Σωτηρία Μπέλλου, για την περίοδο της απόλυτης δημιουργίας του, όπου ο ίδιος έγραφε και τραγουδούσε τα τραγούδια του, για το νέο του βιβλίο αλλά και για τη καινούρια δισκογραφική δουλειά που ετοιμάζει με βασική ερμηνεύτρια τη Χαρούλα Αλεξίου.
Ο λόγος του Δήμου Μούτση, αυθεντικός, στέρεος κι ακέραιος, σαν τα τραγούδια του, αναδεικνύει μια, μοναχική, φιλοσοφική  άποψη, που, όπως μας λέει, είναι αυτή που διακρίνει και το ίδιο του το έργο.     



Την είσοδό σας στο χώρο του ελληνικού τραγουδιού, αλλά και τις δυο πρώτες δεκαετίες σας που ακολούθησαν(του ’60 και του ’70), τις χαρακτήριζε ένας, σαφώς νέος ήχος, αλλά πιο κοντά, σ’ αυτό που, ευρύτερα, λέμε λαϊκό τραγούδι. Θα ήθελα να μου πείτε – αν κι είχατε κλασική μουσική παιδεία -  τι ήταν αυτό που σας ώθησε να γράψετε τραγούδια και ποιοι παλιότεροί σας συνθέτες σας επηρέασαν.   


   -  «Το να γράφει ή να μη γράφει κανείς τραγούδια δεν είναι αποτέλεσμα της παιδείας του, αλλά αυτού που νιώθει και θέλει να εκφράσει. Άλλος εκφράζεται γράφοντας συμφωνική μουσική ή λέγοντας ότι γράφει συμφωνική μουσική, άλλος γράφοντας τραγούδια, άλλος ζωγραφίζοντας κι άλλος γράφοντας ποιήματα. Τώρα, το να γράφει λαϊκά τραγούδια κάποιος που έχει κλασική μουσική παιδεία το θεωρώ φυσικό επακόλουθο, γιατί το λαϊκό τραγούδι είναι υψηλής ποιότητας τραγούδι, όταν, βέβαια, είναι καλό, μ’ αυτήν πάντα την προοπτική. Το λαϊκό τραγούδι είναι το μόνο σημείο όπου μπορεί να συναντηθεί η καλή σου μουσική παιδεία μ’ αυτό που θέλεις να κάνεις. Δηλαδή, “Τα τραγούδια για τα νεκρά παιδιά”  του Μάλερ, που είναι συμφωνικά τραγούδια, είναι ίσης υψηλής ποιότητας μ’ ένα πολύ καλό τραγούδι του Μάρκου Βαμβακάρη. Είναι άλλης αξίας, αλλά ίσης υψηλής ποιότητας, όπως, άλλη αξία μπορεί να έχει ένα έργο του Πικάσο κι άλλη ένα έργο του Θεόφιλου, είναι όμως και τα δύο ίσης υψηλής ποιότητας. Ακολουθώντας λοιπόν αυτό το σκεπτικό βρέθηκα σ’ αυτό το χώρο. Αν είμαι από κάτι επηρεασμένος, νομίζω ότι δεν είμαι από το καθαυτό ηχητικό μέρος, να παίρνω δηλαδή μοτίβα κ.λπ., αλλά είμαι επηρεασμένος από την καλή ποιότητα του Βαμβακάρη, στην οποία οφείλεται κι όλη η αγάπη μου προς το λαϊκό τραγούδι. Γιατί, εδώ που τα λέμε, ο Βαμβακάρης είναι τόσο ολοκληρωμένος, που μόνο απ’ την καλή του ποιότητα μπορείς να επηρεαστείς κι όχι να “κλέψεις” μοτίβο, γιατί, αν το πάρεις ή το παίρνεις όλο ή δεν το παίρνεις. Δεν έχει να πάρεις μια στροφούλα, δεν είναι ο Τσιτσάνης – που κι αυτός είναι μεγάλος - αλλά, εντάξει, κάτι μπορείς να πάρεις. Ο Βαμβακάρης, κατ’ εμέ, είναι η πέτρα που πάνω της χτίστηκε όλο το οικοδόμημα του λαϊκού και γενικά του καλού ελληνικού τραγουδιού.».    
       
- Αν και συνεργαστήκατε με μεγάλους στιχουργούς, σαν το Μάνο Ελευθερίου και τον Κώστα Τριπολίτη, σε έργα σταθμούς, όπως ο «Άγιος Φεβρουάριος» και το «Φράγμα» αντίστοιχα, παρατηρώ ότι τα περισσότερα τραγούδια σας τα γράψατε μαζί με το Νίκο Γκάτσο. Πως προέκυψε αυτή η στενή συνεργασία σας;

«Μη νομίζεις ότι έχω κάνει με το Γκάτσο τόσα πολλά τραγούδια, αλλά, ήταν πετυχημένα και φάνηκαν πολλά. Δηλαδή, με το Μάνο Ελευθερίου στον “Άγιο Φεβρουάριο” και τον Κώστα Τριπολίτη στο “Φράγμα” έχουμε κάνει ολοκληρωμένες δουλειές, απλά, με τον Γκάτσο έγραψα μερικά τραγούδια παραπάνω απ’ ότι με τους άλλους. Αυτό οφειλόταν στο ότι ο Γκάτσος είχε μια ικανότητα να γράφει στίχους πάνω σε μελωδίες κι εγώ, δυστυχώς, δεν μπορώ γράψω πάνω σε στίχους, εκτός αν οι στίχοι είναι ένας Σεφέρης, ένας Καρυωτάκης, ένας Καβάφης κι ένας Ρίτσος, που κι απ’ αυτούς, από τα τόσα ποιήματά τους, διαλέγω αυτό που μου πάει για να το μελοποιήσω κι όχι απαραίτητα το καλύτερο. Με το Γκάτσο, βέβαια, υπήρξε κι άλλους είδους επαφή, γιατί ήταν ο πρώτος άνθρωπος που συνάντησα σ’ αυτό το χώρο κι είναι αυτός που με έμπασε σ’ αυτόν. Ήμουν ένα νέο παιδί, είχα έρθει απ’ το εξωτερικό, είχα τελειώσει το ωδείο, με βρήκε αυτός, μεγάλος πνευματικός άνθρωπος, με οδήγησε απίστευτα. Στον Γκάτσο οφείλω όλη μου την καλλιέργεια σ’ αυτόν το χώρο. Μ’ έμαθε να μη μαθαίνω πράγματα απ’ έξω, αλλά, να οξύνω την ικανότητα της αντιλήψεώς μου, που ’ναι και το βασικότερο πράγμα.».  

  - Μελοποιήσατε και τους σπουδαιότερους ποιητές μας(Καβάφη, Καρυωτάκη, Ρίτσο, Σεφέρη) στην «Τετραλογία». Θα το ξανακάνατε σήμερα με σύγχρονους ποιητές;  

«Αυτά τα πράγματα δεν τα κάνει κάποιος με λογική. Δε λέει θα κάτσω τώρα να κάνω αυτό, άμα το κάνεις έτσι χάθηκες. Θα είναι μια προσπάθεια προκατασκευασμένη, η οποία, κατά κανόνα, δεν οδηγεί πουθενά.  Σήμερα, όταν βλέπεις έναν άνθρωπο, 99% σου λέει γράφω ποιήματα, είναι τραγικό αυτό που συμβαίνει. Δηλαδή, μπαίνεις σ’ ένα καφενείο στα Εξάρχεια κι είναι όλοι ποιητές! Και διαβάζεις αυτά που έχουν γράψει και τρελαίνεσαι και λες, αν δεν ήσουν ποιητής τι χειρότερα θα ’γραφες;! Μέσα σ’ αυτήν την ανακατωσούρα δε θέλω να πω πως δεν υπάρχουν πολύ σημαντικοί ποιητές όπως ο Νίκος Χειλαδάκης κι ο Τάσος Γαλάτης, αλλά, δεν είναι κάτι που μ’ έχει απασχολήσει, είναι και πολύ δύσκολο για μένα να βάλω κάτω ένα κείμενο και να το μελοποιήσω. Είναι ευκολότερο να κάνω μια μουσική και να βρω έναν άνθρωπο και να τον οδηγήσω, γιατί, όταν γράψω μουσική, μετά, ούτε εγώ ο ίδιος, δεν μπορώ να γράψω λόγια πάνω της. Σε όσα τραγούδια έχω γράψει μουσική και στίχους μου ‘ρθανε και τα δυο μαζί.».   

Τραγούδησαν τα τραγούδια σας οι μεγαλύτερες φωνές, από το Μπιθικώτση και τη Μοσχολιού ως τη Μπέλλου και το Μητροπάνο. Υπάρχει κάποιος τραγουδιστής ή τραγουδίστρια που θα θέλατε να πει τραγούδια σας, αλλά δεν έτυχε μέχρι σήμερα;

«Δεν έτυχε και θα γίνει τώρα με μια νέα δουλειά που ετοιμάζω κι είναι η Χαρούλα Αλεξίου. Με τη φωνή αυτή ήμουν χρόνια ερωτευμένος, αλλά δεν έτυχε ποτέ να βρεθούμε στην ίδια εταιρεία για να κάνουμε μια ολοκληρωμένη δουλειά. Είναι πάρα πολλοί αυτοί που προφασίζονται ότι δεν δουλέψανε με μένα επειδή δεν ήμασταν στην ίδια εταιρεία. Η Αλεξίου όμως είναι η μόνη με την οποία δεν συνεργάστηκα, όσο θα ήθελα, επειδή δεν βρεθήκαμε στην ίδια εταιρεία. Τώρα είμαστε ελεύθεροι και τώρα θα το κάνω.».

Απ’ την περίοδο(1965-1981), όπου εκφραζόσασταν αποκλειστικά μέσα από τη σύνθεση, θα ξεχωρίζατε – έστω και για συναισθηματικούς λόγους – κάποια τραγούδια ή δίσκους σας;

«Κατ’ αρχήν τον “Άγιο Φεβρουάριο”, που ήταν ο πρώτος σταθμός στην καριέρα μου όπου μπόρεσα να είμαι εγώ μέσα, χωρίς να δέχομαι πιέσεις από την εταιρεία, όπως κάνε το έτσι, με δυο μπουζούκια, μια κιθάρα, ένα μπάσο, μια ντραμς … Εκεί, πρώτη φορά, μετά από τόσες δουλειές που ’χα κάνει, λειτούργησα πραγματικά σα μουσικός που έκανε μια δουλειά με αρχή, μέση και τέλος. Από ’κει και πέρα μπορώ να σου πω μερικά τραγούδια, όπως το “Αύριο πάλι” το “Κάποια νύχτα”, το “Μη μου χτυπάς τα μεσάνυχτα την πόρτα” και το “Μέσα στο παλιό μου σπίτι”(είναι το πρώτο μου που ’χει πει ο Μπιθικώτσης και το ’χε πει κι ο Πουλόπουλος πιο πριν), σ’ αυτό το τραγούδι, πέρα απ’ τον Χατζιδάκι, έχουμε βάλει μέσα λόγια όλοι και, βέβαια, κι ο Γκάτσος. Τώρα, όσον αφορά τα τραγούδια μου “Στην Ελευσίνα μια φορά” και “Αυτά τα χέρια”, ο μόνος που δεν τα ’χει βαρεθεί είναι ο Μητσιάς, που τα λέει και βγάζει μεροκάματο, γι’ αυτό και τον ενδιαφέρουν απόλυτα, σε αντίθεση με μένα που με αφορά το καλό καινούριο τραγούδι.».

- Το 1983, κάνατε μια στροφή και για μια δεκαετία, ακολουθήσατε έναν μοναχικό δρόμο, γράφοντας τη μουσική, αλλά και τους στίχους στα τραγούδια σας, τραγουδώντας τα ο ίδιος. Τι σας οδήγησε σ’ αυτήν την απόφαση;

«Μετά το “Δρομολόγιο”, βρέθηκα σ’ ένα σημείο όπου κατάλαβα ότι δεν πάει άλλο μ’ αυτή τη μορφή τραγουδιού, ένα κουπλέ, ένα ρεφρέν. Άρχισα να ’χα τεράστιο πρόβλημα κι ήμουν έτοιμος να σταματήσω. Εντάξει και μέχρι εδώ λίγο δεν ήταν. Και ξαφνικά βρέθηκε ο Τριπολίτης. Μου ’φερε κάτι στίχους, δεν ήταν ακριβώς ολοκληρωμένοι και μου είπε “θες να κάνουμε μια δουλειά;”. Κάτσαμε σ’ ένα καναπέ με την κιθάρα και τα φτιάξαμε, μια κουβέντα, μια νότα. Σα να τα ’φτιαχνα μόνος μου, σα να τα ’φτιαχνε μόνος του. Και βγήκε το “Φράγμα”. Εν τω μεταξύ τότε στην EMI  ήταν διευθυντής ένας Ιταλός, ο Μπινιότι, ο οποίος αυτό τον καιρό θα έφευγε από την εταιρεία. Είχε έρθει λοιπόν μια φορά στο σπίτι μου κι εγώ του κουτσόπαιξα τα τραγούδια από το “Φράγμα”. Και μου είπε “αυτή τη δουλειά δε θα μπορέσεις να την κάνεις στην COLUMBIA που είσαι τώρα  , να πας να την κάνεις στη LYRA”. Με το “Δρομολόγιο” λοιπόν πήρα το απαλλαχτικό και βρέθηκα να εκδίδω το “Φράγμα” στη LYRA. Όταν λοιπόν ετέθη το θέμα ποιος θα πει τα τραγούδια, άρχισε να υπάρχει πρόβλημα, ποιον θα έβρισκα να πει την “Ερηνούλα” που να μην προσπαθήσω να του εξηγήσω ότι δεν τραγουδάει το τραγούδι της ειρήνης;! Μίλησα με τον Πατσιφά και μου ’πε “ένας υπάρχει, εσύ!”. Τελικά τα είπα. Μετά, ετέθη πρόβλημα με τα λαϊκά κι όταν πρότεινα τη Μπέλλου, έγινε ο σεισμός του αιώνα! Διότι, δεν ήταν τότε η Μπέλλου της δεκαετίας του ’70 που ΄χε πει το τραγούδι του Σαββόπουλου. Βρε, μου έλεγαν, είναι γριά, αποτραβηγμένη, ξεπερασμένη, εγώ επέμενα και τα είπε κι έγινε αυτό που έγινε. Μετά απ’ αυτή τη δουλειά ο Τριπολίτης δεν μπορούσε να ξαναλειτουργήσει έτσι, όπως κι εγώ. Κι επειδή πάντα “συμμετείχα” στους στίχους, πάντα “διόρθωνα”, ακόμα και το Γκάτσο, έβαζα λόγια, λέω θα το κάνω μόνος μου, θα δοκιμάσω. Και το έκανα. Εκεί, οφείλω να σου ομολογήσω, ήταν η πρώτη φορά που αγάπησα αυτή τη δουλειά που κάνω. Το να ξέρεις ότι αυτό που λες είσαι εσύ, από την αρχή μέχρι το τέλος, Είσαι λάθος είσαι εσύ, είσαι καλός είσαι εσύ. Και μπήκα σ’ αυτήν την πορεία.».
           
Έχει γραφτεί ότι με την στροφή σας αυτή, εγκαταλείψατε το λαϊκό ήχο, περνώντας, οριστικά, στον σύγχρονο. Είναι έτσι; Μια συνειδητή αλλαγή, που την έφερε η διαρκής αναζήτηση;

«Ο αληθινός λαϊκός ήχος δεν είναι δυο μπουζούκια και μια κιθάρα. Λαϊκός ήχος είναι ο ήχος που εκφράζει μια γλώσσα άμεσα, που δεν μιμείται. Λαϊκός συνθέτης είναι εκείνος που εκφράζει σωστά μια γλώσσα μ’ ένα ρυθμό, δεν είναι απαραίτητα το ζεϊμπέκικο και το χασάπικο. Εξάλλου οι μπαλάντες χασάπικο είναι 2/4, δεν είναι η ανακάλυψη του αιώνα τα 2/4 ή τα 4/4. Το άσχημο είναι ότι κάνεις να το κάνεις φτιαχτό, να πεις, τώρα θα κάνω κάτι σαν κι αυτόν…».

Βασικά, στην περίοδό σας αυτή(1983-1994) ήσασταν ο ίδιος ερμηνευτής των τραγουδιών σας. Στον «Ταξιδιώτη»(1990) όμως, ερμήνευσε τα τραγούδια σας η Νάνα Μούσχουρη. Γιατί δεν τραγουδήσατε ο ίδιος κι αυτόν τον κύκλο τραγουδιών σας; Πως  επιλέχτηκε η συγκεκριμένη ερμηνεύτρια;   

«Κατ’ αρχήν ήταν ένας δίσκος που εμένα οικονομικά μου ’κανε πάρα πολύ καλό. Έπρεπε να φτιάξω ένα σπίτι κι αποφάσισα να τον κάνω. Έχει μέσα πάρα πολύ ωραία τραγούδια, πέρα από τον “Ταξιδιώτη”, αυτό το οχτάστιχο που λέω εγώ, που ’ναι, νομίζω, καταπληκτικό νοηματικά. Η Μούσχουρη είναι μια μεγάλη τραγουδίστρια, ενός ύφους βέβαια, αλλά, παρότι προσπάθησα, τα κατάφερα μέχρι ένα σημείο, γιατί τα ελληνικά που μιλάει είναι μυστήρια, σε αντίθεση με τη Μπάλτσα η οποία μιλάει ελληνικά του κερατά και μάλιστα της ιδιαίτερης πατρίδας της. Η Μούσχουρη βγάζει όλο non και oui. Πολλά απ’ αυτά τα τραγούδια θα τα ξανακάνω, γιατί είναι κρίμα, είναι πάρα πολύ καλά τραγούδια. Τέλος, θέλω να πω και κάτι για τον “Ταξιδιώτη”, έκαναν μια εκδήλωση για τον Τζορντάνο Μπρούνο στην Αθήνα κι είχαν στην αφίσα ένα τετράστιχό μου από τον “Ταξιδιώτη”, αλλά χωρίς τ’ όνομά μου και μου κακοφάνηκε!».

Οι στίχοι σας αποτελούν ένα, εξίσου, σημαντικό κεφάλαιο του έργου σας, γι’ αυτό, εξάλλου, πιστεύω, τους εκδίδετε κι αυτόνομα. Τι έχει επηρεάσει περισσότερο τη γραφή σας, η ποίηση ή η στιχουργία;

«Τη γραφή μου την έχει επηρεάσει, περισσότερο, η φιλοσοφική μου άποψη. Περισσότερο λειτουργεί – επέτρεψέ μου να πω αυτή τη λέξη χωρίς να θέλω να κομπάσω – η πνευματικότητά μου. Όπως κι η γνώση μου κι η καλλιέργειά μου γύρω από την ποίηση και τη λογοτεχνία. Αυτό μ’ έχει επηρεάσει περισσότερο παρά η στιχουργική, γιατί δεν είναι έμμετρα, αφού ακολουθούν μια μελωδία και δεν είναι τραγούδια που περιμένουν να βρεθεί το κατάλληλο στιχάκι.».    

Σε ποια τραγούδια, ή και ολόκληρες δουλειές σας, από τις δεκαετίες του ’80 και του ’90, θα στεκόσασταν ιδιαίτερα;  

«Δυστυχώς στο “ΝΑ!” και λέω δυστυχώς, γιατί κόλλησα κι εγώ τόσο πολύ, σα να μην είναι δικά μου! Μιλάω κυρίως για τα δυο τραγούδια, τη “Φυσαρμόνικα” και το “Όνειρο”, εν τω μεταξύ τα βάλανε και στο βιβλίο των Νέων Ελληνικών της Γ΄ Λυκείου. Αυτό έγινε τώρα βέβαια. Ούτε θυμάμαι πως ήμουνα όταν τα ’γραψα. Όπως σκέφτομαι τώρα σκεφτόμουνα, ούτε ήμουνα και σε καμιά υψηλή έξαρση. Αλλά τόσο πολύ μου αρέσουνε που τ’ ακούω σα να μην είναι δικά μου. Όπως όταν ακούω το “Όλα σε θυμίζουν” του Λοΐζου και κάθε φορά βιδώνομαι και λέω γαμώτο γιατί να μην το ’χα γράψει εγώ! Το ίδιο λέω και γι’ αυτά. Κι αυτός είναι ένας πάρα πολύ μεγάλος λόγος της τόσο μακράς αποχής μου, είτε το πιστεύεις είτε όχι.».

  



Από την τελευταία σας λοιπόν δουλειά με νέα τραγούδια, το «Για πούλημα λοιπόν!», του 1994, έχουν περάσει σχεδόν 15 χρόνια αποχής σας από τη δισκογραφία; Γιατί αυτή η πολύχρονη σιωπή σας;

«Είναι πάρα πολλή καλή δουλειά το “Για πούλημα λοιπόν”, αλλά δεν είναι του επιπέδου του “ΝΑ!”. Ήταν και λίγο άτυχη από πλευράς παραγωγής, δεν είχα βοήθεια, ήμουν μόνος μου. Είναι πάρα πολλά τα 15, και περισσότερα, χρόνια, αλλά, ξέρεις, όσο μεγαλώνει ο άνθρωπος, γι’ αυτά που κάνει γυρεύει περισσότερες εξηγήσεις και διευκρινήσεις : να το κάνω; Και γιατί να το κάνω; Έχω κάνει κάτι καλύτερο … Για να υπάρχω; Εντάξει… Καλά είμαι, υπάρχω… Δεν έχω και καμιά ανάγκη. Μέσα σ’ αυτό το παιχνίδι περνάνε οι νύχτες και “τα δευτερόλεπτα δεν είναι βαριά στους λεπτοδείχτες” … Κατεβαίνω από την κρεβατοκάμαρα, μπαίνω στο στούντιο, κοιτάω το πιάνο, το ανοίγω, το κλείνω, λέω, άστο, αύριο κι έτσι περνάει ο χρόνος …».  

Διάβασα όμως, σε πρόσφατη συνέντευξή σας, ότι έχετε γράψει νέα τραγούδια. Ποιο θα είναι το ύφος αυτής της νέας σας δουλειάς; Σκοπεύετε να την εκδώσετε σύντομα;

«Ετοιμάζω μια νέα δουλειά την “Όπερα του δρόμου”. Βασική ερμηνεύτρια θα είναι η Χαρούλα Αλεξίου κι ένας λαϊκός τραγουδιστής που ευχόμαστε να είναι καλά τότε. Θα πω κι εγώ δυο-τρία τραγούδια. Με τη δουλειά αυτή βρέθηκα προ ενός τραγικού φαινομένου. Έκανα τις μουσικές, εκτός από 2-3 τραγούδια που τα ‘φτιαξα ολοκληρωμένα, κι άρχισα να ψάχνω επαγγελματίες στιχουργούς για να βάλουν στίχους. Και βρέθηκα, όπως σου είπα προ τραγικού φαινομένου, λόγια που ’ναι να ξερνάς! Πράγματα τιποτένια! Τέτοια φτήνια! Είναι σα να σου έδινα ένα μέτρο και να σου ’λεγα γράψε πάνω στο “Σε γνωρίζω από την κόψη του σπαθιού την τρομερή” και να μου ‘γραφες “Το τραπέζι, το ποτήρι, το πιατάκι, το κρασί” … Γι’ αυτό λέω, άμα ξεμπλέξω με τους στιχουργούς … Τώρα, τα τραγούδια θα είναι μπαλάντες και λαϊκά, το ύφος μου δηλαδή, Μούτσης.».

Αν και είστε ένας από τους πιο γνωστούς δημιουργούς του ελληνικού τραγουδιού, δεν εκδώσατε το βιβλίο με τους στίχους σας σε έναν μεγάλο – εμπορικό εκδοτικό οίκο, αλλά στον «ΜΕΤΡΟΝΟΜΟ» του Θανάση Συλιβού που “παίζει για τη φανέλα”! Πως πήρατε αυτήν την απόφαση;       

«Εγώ δεν έχω καμιά σχέση με τα βιβλία, με την ιδιότητα του δημιουργού ενός βιβλίου. Μπαίνω σε άλλα χωράφια βγάζοντας αυτό το βιβλίο. Κι εγώ ξέρω τι είναι η ποίηση κι όλοι ξέρουμε τι είναι ένα βιβλίο. Ο Θανάσης ο Συλιβός ήταν αυτός που επέμενε να τα βγάλουμε, γιατί πιστεύει ότι τα λόγια των τραγουδιών μου έχουν ενδιαφέρον και μ’ αυτή τη μορφή. Κι έτσι προχωρήσαμε στην έκδοση.».


*Πρώτη δημοσίευση : περιοδικό «ΑΥΛΑΙΑ», τεύχος 46(2008), σελ.40-43.

 
1994...έτος ορόσημο για το σημαντικό συνθέτη και στιχουργό,τον τραγουδοποιό Δήμο Μούτση , καθώς ο χρόνος της καλλιτεχνικής του δημιουργίας σταμάτησε να κυλάει, γι’ άλλους ανέλπιστα και αιφνιδιαστικά και γι άλλους -όσους πραγματικά είχαν εντρυφήσει στην εως τότε καλλιτεχνική δημιουργία και κυρίως στη στιχουργική θεματολογία του -απόλυτα φυσιολογικά, ως ένα ορόσημο στο χρονικό μιας προαναγγελθείσας σιωπής. Ακολουθεί μια δεκατετράχρονη περίοδος σιωπής και απουσίας απο τα καλλιτεχνικά δρώμενα -κατα την οποία ο συνθέτης αποφασίζει να σώσει την ψυχή του και να τραβήξει κατά την έρημο για να συγκεντρωθεί-την οποία έρχεται να διαταράξει ευχάριστα μια αξιόλογη -ως προς την επιμέλεια και τα κείμενα -έκδοση- συλλογή απο στίχους του σημαντικού δημιουργού, με τον χαρακτηριστικό τίτλο ‘’Μια φυσαρμόνικα που κλαίει’’ που κυκλοφορεί απο τα τέλη Μαϊου απο τις εκδόσεις ‘’Μετρονόμος’’.
 
Το «Φράγμα» των Δήμου Μούτση και Κώστα Τριπολίτη κυκλοφόρησε τον Ιούνιο του 1981. Εικοσιδύο  χρόνια αργότερα, κυκλοφόρησε σε cd. Ο Δήμος Μούτσης γράφει ένα κείμενο με πολύ χιούμορ,στο βιβλιαράκι, ιδού ένα μικρό τμήμα, σχετικό με το αριστούργημα «δε λες κουβέντα». Πέντε μέρες αργότερα χτυπάει ξαφνικά  το κουδούνι του σπιτιού μου στα Ιλίσια – μέναμε πολύ κοντά.
 
Δεν ξέρω πόσο ξεχασμένος μπορεί να θεωρηθεί ένας δίσκος που περιέχει τραγούδια σαν το Αύριο πάλι ή το Μ΄ένα παράπονο. Μάλλον καθόλου ξεχασμένος δε μπορεί να θεωρηθεί ένας δίσκος σαν το ΕΝΑ ΧΑΜΟΓΕΛΟ σε μουσική του Δήμου Μούτση και στίχους του Νίκου Γκάτσου.Ο δίσκος εκδόθηκε το 1969 και εδώ και πολλά χρόνια είναι εξαφανισμένος , ακόμη και από τα καταστήματα μεταχειρισμένων δίσκων. Γνωρίζω πως έχει εκδοθεί σε cd, προφανώς όμως σε λίγα αντίτυπα, αφού πλέον έχει εξαφανισθεί και το cd.
 

Ο Μανώλης Μητσιάς  είναι από τους τραγουδιστές που δεν χρειάζονται συστάσεις. Η σαραντάχρονη και πλέον πορεία του είναι από μόνη της σημείο αναφοράς γι’ αυτό που λέμε «καριέρα». Ξεκίνησε με τραγούδια του Δήμου Μούτση, τραγούδησε Μάνο Χατζιδάκι, Μίκη Θεοδωράκη, Χρήστο Λεοντή, Γιώργο Χατζηνάσιο, Γιάννη Σπανό, Άκη Πάνου, Θόδωρο Δερβενιώτη, Σταμάτη Κραουνάκη, Λουκιανό Κηλαηδόνη και ο κατάλογος δεν έχει τελειωμό… Εκείνος πάντα προσεκτικός στην επιλογή των τραγουδιών, δίδαξε ερμηνεία με τα τραγούδια του και ήθος   με τη στάση ζωής του στους νεώτερους. Ο Μανώλης Μητσιάς  πάντα παρών και στις επάλξεις επέστρεψε με ένα νέο άλμπουμ. Τίτλος του : «Πατρίδα δανεισμένη» σε μουσικές Μιχάλη Τερζή και Χρήστου Νικολόπουλου και στίχους Κώστα Μαρδά. Με αφορμή τη νέα του αυτή δουλειά είχαμε μια ενδιαφέρουσα συνομιλία μαζί του.

 

Δεκατέσσερα χρόνια μεσολάβησαν απο την κυκλοφορία της τελευταίας καλλιτεχνικής δημιουργίας του σημαντικού τραγουδοποιού Δήμου Μούτση ("Για πούλημα λοιπόν...",1994) από τη στιγμή που ο ίδιος αποφάσισε να σώσει την ψυχή του και τραβήξε κατα την έρημο για να συγκεντρωθεί. Μια πραγματικά μεγάλη σε διάρκεια περίοδος σιωπής και απουσίας απο τα καλλιτεχνικά δρώμενα αλλά και γενικότερα απο τη δημόσια ζωή, κατά την οποία οι διαχρονικές δημιουργίες του συνθέτη -σταθερά σημεία αναφοράς στο χρόνο- συντρόφευαν τις στιγμές της καθημερινότητάς μας,παρέπεμπαν στο σημαντικό έργο του συνθέτη και συντηρούσαν τις προσδοκίες για την επαναδραστηριοποίησή του. Προσδοκίες που επιβεβαιώθηκαν με την πρόσφατη κυκλοφορία μιας έκδοσης-συλλογής από στίχους του σημαντικού δημιουργού, με τον χαρακτηριστικό τίτλο ‘’Μια φυσαρμόνικα που κλαίει’’ απο τις εκδόσεις ‘’Μετρονόμος’’. Με αφορμή την κυκλοφορία αυτής της έκδοσης ο Δήμος Μούτσης έλυσε την πολύχρονη σιωπή του και μίλησε στον ‘’Ορφέα’’ για τους λόγους της αποχής του,για το έργο και τις συνεργασίες του,για τη σημερινή κατάσταση που επικρατεί στο ελληνικό τραγούδι και την κοινωνία γενικότερα, για την επερχόμενη δισκογραφική δουλειά που προετοιμάζει...

 
Μια φυσαρμόνικα που κλαίειΤην Παρασκευή 30 Μαίου πραγματοποιήθηκε στο βιβλιοπωλείο Πατάκη στην οδό Ακαδημίας η παρουσίαση του βιβλίου του Δήμου Μούτση ‘’Μια φυσαρμόνικα που κλαίει’’ που κυκλοφορεί απο τις εκδόσεις ‘’Μετρονόμος’’. Πρόκειται για ένα ιδιαίτερα σημαντικό πολιτιστικό γεγονός καθώς διέκοψε και επίσημα την δεκατετράχρονη σιωπή του σημαντικού δημιουργού και την απουσία του απο τα πολιτιστικά δρώμενα και την καλλιτεχνική δημιουργία.
 
Τα « Ίσια ανάποδα» συνεχίζονται… Σε καλοκαιρινή εκδοχή και για λίγες εμφανίσεις σε επιλεγμένους σταθμούς σε όλη την Ελλάδα. Η περιοδεία του Γιώργου Μαζωνάκη αυτό το καλοκαίρι περιορίζεται σε διάρκεια καθώς υπάρχει και ο σταθμός Thalassa People’s Stage στην Αθήνα από τις 26 Αυγούστου  για 10 εμφανίσεις.
Στη σύντομη καλοκαιρινή βόλτα του Γιώργου Μαζωνάκη φέτος στην Ελλάδα αλλά και την Κύπρο θα κυριαρχήσει η κλαμπίστικη διάθεση, δυνατοί ήχοι και ένας Γιώργος Μαζωνάκης όπως πάντα ανατρεπτικός!
ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΖΩΝΑΚΗΣ
TA ΙΣΙΑ ΑΝΑΠΟΔΑ  TOUR
ΑΘΗΝΑ, ΔΗΜΟΣ ΦΥΛΗΣ, ΠΛΑΤΕΙΑ ΗΡΩΩΝ
ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 20 ΜΑΪΟΥ
Ώρα Έναρξης : 20:30

Οργάνωση παραγωγής: Ερωδιός Live Ε.Π.Ε
Τηλ/ Fax. 210 3210890, www.erodios.gr
 
Powered by Tags for Joomla

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΧΟΛΙΑ

RSS

ΤΑ ΠΙΟ ΔΙΑΒΑΣΜΕΝΑ (90d)

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

ΕΙΠΑΝ - ΕΓΡΑΨΑΝ

Κάθε μου λέξη μια σταγόνα αίμα.
Μίλτος Σαχτούρης

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ / ΑΥΡΙΟ

Δεν έχουν καταχωρηθεί γεγονότα.