136 αναγνώστες online
Find us on FacebookJoin us on Facebook
sideBar



Σαββέρια Μαργιολά - «Αλισάχνη»

ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ «Τι έχω να χάσω»

Τάσος Π. Καραντής
Τάσος Π. Καραντής
Πρώτη Παρουσίαση
ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ - «Τι έχω να χάσω»
23.11.2017
Ορφέας | Main Feed
Γιώργος Ανδρέου
Αναζήτηση με tags

Γιώργος Ανδρέου : «Το τραγούδι για μένα είναι μια σχέση»


Συνέντευξη στον : Τάσος Καραντή


Ο συνθέτης Γιώργος Ανδρέου προσφέρει, για παραπάνω από δυο δεκαετίες, μέσα από τα αγαπημένα τραγούδια του και, γενικότερα, τις πολυποίκιλες δημιουργίες του, στον μουσικό πολιτισμό του τόπου μας.
Ο ανήσυχος και πολύπλευρος δημιουργός μίλησε στην «ΑΥΛΑΙΑ», σε μια εφ’ όλης της ύλης, συνέντευξη, όπου κατέθεσε  τις   απόψεις και τις θέσεις του για το ελληνικό τραγούδι κι ευρύτερα τη μουσική στην Ελλάδα, ενώ, παράλληλα, μας διηγήθηκε  την μέχρι σήμερα καλλιτεχνική διαδρομή του, που ξεκινά απ’ τους «ΑΛΕΡΕΤΟΥΡ» των αρχών της δεκαετίας του ’80 και φτάνει μέχρι το σήμερα, όπου, μέσα σ’ ένα 3ετές πλάνο, ετοιμάζει εννιά(9) νέες  συνθετικές εργασίες!    


Γεννήθηκες στις Σέρρες. Στο ταξίδι ζωής στη μουσική, που ακολούθησε, τι ρόλο έπαιξε ο γενέθλιος τόπος σου ως αφετηρία;


«Οι Σέρρες είναι ένα από τα πιο εμβληματικά μέρη λαϊκού πολιτισμού στη βόρεια χώρα. Πρώτο και βασικό, έχουν τα Aναστενάρια με τις θρακικές λύρες τους, στην Αγία Ελένη. Επίσης, έχουν  ένα ισχυρότατο κομμάτι παράδοσης με ζουρνάδες. Ο αείμνηστος Δημήτρης(Μήτσος) Χίντζος, από το χωριό Ηράκλεια, θεωρείται ένα από τα λαμπρότερα πρόσωπα του ζουρνά παγκοσμίως, οι δίσκοι του έχουν διεθνή κυκλοφορία κι είχε βραβευτεί από την Ουνέσκο. Στο ορεινό χωριό Ξηρότοπος υπάρχουν οι ασκομαντούρες(τσαμπούνες) με τελείως διαφορετική προσέγγιση από τη νησιωτική - τη δωδεκανησιακή. Αν σ’ όλα αυτά προσθέσει κανείς και τους προσφυγικούς πληθυσμούς με τη δική τους μουσική παραδοσιακή κουλτούρα(Πόντιοι, Βλάχοι, Σαρακατσάνοι, Καραμανλήδες, Καππαδόκες Τσιγγάνοι- με τα κλαρίνα, τα βιολιά και τα λαούτα τους), τότε καταλαβαίνει το εύρος της μουσικής ποικιλίας της περιοχής. Στην οικογένειά μου πάλι, η γιαγιά μου ήταν μισή Σμυρναία, μισή Κωνσταντινουπολίτισσα κι έλεγε διάφορα δημοτικά τραγούδια. Στην εκκλησία δε, έψελνε ο περίφημος ψάλτης Καχραμάνης, ένας από τους καλύτερους ψαλταίους στη χώρα. Όλα αυτά τα «άκουγα», σχεδόν ασυνείδητα. Ρόλο έπαιξε και το παράρτημα του Εθνικού Ωδείου στις Σέρρες όπου έμαθα πιάνο. Ακόμα, τότε, στα ραδιόφωνα πιάναμε Βουλγαρία και Γιουγκοσλαβία, όλο αυτό το βόρειο τόξο που ’χει ενιαίες μουσικές, κι ακούγαμε ράδιο - Σκόπια και ράδιο – Σόφια. Είχαμε και παραθεριστές από τη Γιουγκοσλαβία, στον Πλαταμώνα και την Ασπροβάλτα, όπου έρχονταν με τις κιθάρες τους και τις μουσικές τους. Υπήρχε σε μένα, παράλληλα, κι η κλασική  μουσική, στη δε εφηβεία προστέθηκε κι η ροκ. Αυτό το ανακάτεμα του γενέθλιου τόπου μου είναι το μουσικό μου πρόσωπο.».
 
Έχεις πολλές ιδιότητες: μουσικός, συνθέτης, στιχουργός, ενορχηστρωτής, παραγωγός δίσκων, ηχολήπτης. Αν σου ζητούσαν με μια λέξη, να ορίσεις την καλλιτεχνική σου ταυτότητα, τι θα απαντούσες;

«Η κοινωνία έχει αποφασίσει ότι είμαι συνθέτης. Όλοι με αναφέρουνε ως συνθέτη. Αν κι έχω γράψει πάρα πολλά τραγούδια με δικά μου λόγια, εντούτοις κανείς δεν με ονόμασε ποτέ στιχουργό. Και πράγματι, έδωσα πολύ ενέργεια, κι αυτό με χαρακτηρίζει, στο καθαρό μουσικό υλικό, που το αντιμετωπίζω με όρους σύνθεσης. Δεν υποτιμώ τις οποιεσδήποτε διαφορετικές προσεγγίσεις γύρω από το τραγούδι, μιλάω για μένα. Η δική μου “λόξα” ήταν να επαναφέρω - σύμφωνα με τα πρότυπα των μεγάλων συνθετών που αγάπησα, όπως ο Χατζιδάκις κι ο Θεοδωράκης – τη μουσική σε μια εξισορροπημένη σχέση με το στίχο. Στην Ελλάδα, επειδή είμαστε λογοκρατούμενη χώρα κι η μεγάλη μας τέχνη είναι η ποίηση, διακατεχόμαστε συνεχώς από το σύνδρομο του τί λέει ένα τραγούδι, κι έτσι, σιγά-σιγά μετατρέψαμε τη μουσική σε συνοδό των στίχων. Προσπάθησα λοιπόν με τη συνθετική μου δουλειά να αποτυπώσω αυτό που εννοώ εγώ αριστοκρατική ελληνοκεντρική μουσική παράδοση, που δεν είναι μόνο το μπουζούκι – το έχω πει πολλές φορές αυτό, σε σημείο να με λένε εχθρό του μπουζουκιού! Κατά δεύτερον, θεωρώ τον εαυτό μου μουσικό-ενορχηστρωτή, άνθρωπο δηλαδή του ηχοχρώματος. Επειδή παραβιάζονται λίγο οι έννοιες της προσωπικής δημιουργίας όταν αυτός που δημιουργεί δεν έχει προσωπική εικόνα για το ηχόχρωμα. Η ενορχήστρωση από κάποιο άλλο πρόσωπο είναι μια διαδικασία, η οποία στην ουσία αναδεικνύει έναν μέσο όρο. Εγώ πιστεύω ότι δεν νοείται δημιουργός ο οποίος να μην οφείλει να δημιουργήσει τον δικό του ήχο. Τέλος, ηχολήπτης κι άνθρωπος του ήχου έγινα (επειδή συνειδητοποίησα αρκετά νωρίς ότι η μουσική γίνεται τεχνοκρατική-για την καταγραφή της μπερδεύονται πλέον οι υπολογιστές και η τεχνολογία γενικότερα) ώστε να μπορώ να διατυπώνω τις μουσικές μου ιδέες και να ελέγχω αποτελεσματικά τη διαδικασία της ηχογράφησης».
   
Το ξεκίνημά της μουσικής πορείας σου έγινε  με τη δημιουργία – στη Θεσσαλονίκη – του συγκροτήματος «ΑΛΕΡΕΤΟΥΡ», μαζί με τον Στάθη Παχίδη, μάλιστα κάνατε κι έναν δίσκο μαζί («Σαν ελληνική ταινία»), και, κατόπιν - στην Αθήνα – με το συγκρότημα «Morel». Ποιες ήταν οι αναζητήσεις σου αυτήν την εποχή; Και τι σου ’χει μείνει απ’ αυτήν την περίοδό σου, των συγκροτημάτων;

«Η περίοδος των “ΑΛΕΡΕΤΟΥΡ” είναι η περίοδος της Θεσσαλονίκης. Έκανα τρία πράγματα. Το ένα, ήταν αυτή η μπάντα με τον Παχίδη, που για μας, αυτήν την περίοδο(1979-1983), ήταν το “πανεπιστημιακό ροκ”. Είχαμε, μαζί με τον Παχίδη, ένα ένστικτο, ότι θα αναδυθεί ο ηλεκτρικός ήχος μετά την αποτυχία του νεορεμπέτικου. Γιατί, μετά την μεταπολίτευση, η μεγαλύτερη καταστροφή που έπαθε η ελληνική μουσική είναι ότι, ενώ δημιούργησε όλη αυτή τη μεγάλη αναγέννηση του ρεμπέτικου, ατυχώς, απ’ όλη αυτή την τεράστια κινητοποίηση δεν προέκυψε  ένα αληθινά καινοτόμο σύγχρονο τραγούδι, που να ανανεώσει το ύφος και το είδος. Οπότε, σιγά-σιγά, περάσαμε στην αλλαγή του εκφραστικού τρόπου και μπήκαμε στον ηλεκτρισμό, κάτι που εμείς το είχαμε δει από πολύ νωρίς. Το δεύτερο σημαντικό ήταν η γνωριμία μου με το Νίκο Παπάζογλου κι η συμμετοχή μου στην μπάντα του, που ήταν ένα τεράστιο σχολείο, αφού έπαιζε ολιστικά, έπαιζε τα πάντα, από ροκ μέχρι ρούμπες και τσιφτετέλια. Την περίοδο αυτή η «Ταχεία Θεσσαλονίκης» ήταν ό,τι πιο προχωρημένο υπήρχε στην εκτέλεση τραγουδιών επί σκηνής κι έζησα όλη αυτή τη λαϊκή γιορτή με κομμάτια σαν τα : “Μπαγλαμαδάκι”, “Τρελή κι αδέσποτη”, “Μπαίνουμε στον Υδροχόο”, “Αύγουστος” κ.λπ. Επίσης, δούλεψα σαν ηχολήπτης και στο στούντιο του Παπάζογλου, το “Αγροτικόν”, μπαίνοντας έτσι και σ’ ένα περιβάλλον στουντιακό. Η σχέση μου με τον Παπάζογλου υπήρξε σημαντική για μένα και τον θεωρώ ως έναν από τους ανθρώπους που με επηρέασαν.
Βλέποντας ότι, απ’ το ’85-’86, η Θεσσαλονίκη άρχισε να εξελίσσεται σε πεδίο ανάπτυξης σκυλάδικων - ψευτοπολυτελών και κιτς, εγκαταστάθηκα στην Αθήνα. Εκεί γνώρισα τον Γιώργο Κούκιο, ο οποίος ήταν ο δημιουργός του σχήματος “Morel”. Είχε μαζί του δυο πολύ προικισμένους μουσικούς, τον πολύ γνωστό ντράμερ Νίκο Σιδηροκαστρίτη και τον εξαιρετικό κιθαρίστα και δημιουργό Μιχάλη Βερναδάκη, που δυστυχώς «έφυγε» νεότατος, σε ηλικία μόλις 27 ετών. Ηχογραφήσαμε τότε το δίσκο “Μυστικά τοπία” και πήγαμε στη μπιενάλε της Μπολόνια, όπου μας βράβευσαν ως το καλύτερο γκρουπ εκεί. Με τα παιδιά αυτά κάναμε και μια μπάντα- την “Intra”, μας προσκάλεσαν στη μπιενάλε της Λυών κι ήμασταν έτοιμοι να κάνουμε δίσκο μαζί με τον γνωστό τρομπετίστα της ECM Μάρκους Στοκχάουζεν. Υπάρχει, απ’ αυτήν την περίοδο ένας σπάνιος δίσκος που λέγεται “Intra” με κάποιες πρώιμες ηχογραφήσεις που περιέχουν αξιόλογα δείγματα γραφής των συνθετικών προσεγγίσεων του Βερναδάκη -ένα αυτοσχεδιαστικό μεσογειακό fusion πολύ ενδιαφέρον. Χάθηκε ο φίλος και συνεργάτης μας και τα παρατήσαμε. Στην Αθήνα συνάντησα τους “Οπισθοδρομικούς” (Άγγ.Σφακιανάκης,Θοδ. Παπαδόπουλος,Γιαν.Εμμανουηλίδης) και το Νίκο Ξυδάκη. Τον Ξυδάκη τον γνώρισα στο “Σείριο” το ’88, όπου έπαιζα μαζί με τον Παπάζογλου σε ‘κείνη τη μεγάλη παράσταση του Χατζιδάκι(με Φατμέ, Δυνάμεις του Αιγαίου, Σαββόπουλο κ.α). Αργότερα έγινα  παραγωγός και ενορχηστρωτής σε πολλούς δίσκους του ,γίναμε φίλοι και συνεργάτες. Πήρα πολλά από τον Ξυδάκη  και του έδωσα άλλα τόσα. Τέλος, την ίδια αυτή περίοδο με επηρέασε πολύ η συνάντησή μου με την Τάνια Τσανακλίδου- παίζαμε, μαζί με τον Σέμση σε ένα τρίο, πιάνο – βιόλα – φωνή. Αυτή η μεγάλη θεατρίνα κι ερμηνεύτρια της σκηνής, μου έμαθε πολλά.».
            
Ξεκίνησες τις μουσικές σπουδές σου, εδώ στην Ελλάδα, μαθαίνοντας πιάνο, κι, αργότερα, έκανες εξειδικευμένες σπουδές, στη μουσική και στην ηχοληψία, στο εξωτερικό. Ποιοι ήταν οι στόχοι που σε οδήγησαν σ’ αυτήν την ιδιαίτερη κατάρτιση;

«Είχα φτάσει το πιάνο στο πτυχίο, έκανα ανώτερα θεωρητικά, ήμουν δηλαδή στον αυτόματο των σπουδών ενός ανθρώπου που πάει σ’ ένα ωδείο. Επειδή όμως σκεφτόμουνα πολύ σοβαρά ότι θα ασχοληθώ γενικά με τη μουσική, αποφάσισα να πάω στο εξωτερικό για να δω τι συμβαίνει  στο παγκόσμια “μουσικό  χωριό”».

  
 

 


    Ο πρώτος ολοκληρωμένος δίσκος σου ήταν το «Κορίτσι και γυναίκα»(1989) με την Ελένη Τσαλιγοπούλου. Η συνεργασία σας συνεχίστηκε τόσο τη δεκαετία του ’90(«ΑΡΖΕΝΤΙΝΑ» - 1996) όσο και πιο πρόσφατα(«ΧΡΩΜΑ» - 2003). Η Ελένη Τσαλιγοπούλου είναι και η σύντροφος του βίου σου. Νομίζω ότι είσαι ο πιο κατάλληλος να μας μιλήσει για την ερμηνεύτρια Τσαλιγοπούλου, καθώς και να μας επισημάνει τα βασικά γνωρίσματα της, εν γένει, καλλιτεχνικής προσωπικότητάς της.  

«Γνώρισα την Ελένη Τσαλιγοπούλου μέσα από τους “Οπισθοδρομικούς”, τραγουδούσε μαζί τους. Συνεργαστήκαμε όλοι μαζί σε μια παράσταση που λεγόταν “Το Μήλο”. Εγώ μέχρι τότε δεν είχα κάποιο ιδιαίτερο κίνητρο ώστε να γράψω τραγούδια, προσανατολιζόμουν σε πιο ανοιχτές μουσικές φόρμες. Όταν όμως άκουσα, τότε, το ’88, την Ελένη να τραγουδάει, είπα ότι αν κάποιος μπορεί να τραγουδήσει έτσι, τότε κι εγώ μπορώ να γράψω τραγούδια γι’ αυτόν! Έτσι έγραψα το “Κορίτσι και γυναίκα”, το ’89, μέσα σε 40 μέρες, όλο το δίσκο! Εκεί βρίσκεται κι ένα κομμάτι που με συνοδεύει σα μοίρα, το “Να μ’ αγαπάς”, αυτό το περίεργο θρακιώτικο τζαζ κομμάτι, το οποίο από τότε δεν έχει πάψει να παίζεται όλα αυτά τα χρόνια. Μέσα στα 2,5 λεπτά του περιλαμβάνει-θα έλεγα- το σύνολο της μουσικής μου σκέψης (σχέση παράδοσης και σύγχρονου ήχου).
Η Τσαλιγοπούλου συνδυάζει τη δημοτική και τη λαϊκή ρίζα, με την πρωτοτυπία και φρεσκάδα που χαρακτηρίζει τις μεγάλες τραγουδίστριες. Μπορεί να προσωποποιεί και να ανασυνθέτει το τραγούδι. Δεν μιμείται κάποια παλιά τραγουδίστρια, αλλά μεταφέρει στο σώμα της το τραγούδι, το κάνει δικό της.  Τα τελευταία 10 χρόνια κατάφερε να ξαναβάλει, μέσα στην ελληνική κοινωνία των ακροατών, ένα τραγούδι 100 χρόνων όπως “Τα παιδιά της γειτονιάς σου”, ένα παλιό sixty’s του Χατζιδάκι όπως το “Ήσουν ένα περιστέρι”, έκανε σημερινό ένα συγκλονιστικό τραγούδι απώλειας κι απουσίας όπως το “Τζιβαέρι”, ανανέωσε ένα παλιό λαϊκό όπως το “Μην περιμένεις πια”, ενώ την ίδια στιγμή αποτελεί εκφραστικό όχημα για τον Ζούδιαρη, τον Πορτοκάλογλου, τον Λειβαδά, εμένα κι άλλους πολλούς της γενιάς μας. Η Τσαλιγοπούλου είναι ένα πολυσυλλεκτικό πρόσωπο, μ’ ένα ισχυρό όμως πυρήνα, που είναι ο εαυτός της μέσα σε διαφορετικά ηχοχρώματα. Και βέβαια η Ελένη Τσαλιγοπούλου είναι το αγαπημένο παιδί της νεότερης γενιάς των συνθετών, αφού τους έχει τραγουδήσει σχεδόν όλους!».

Όλα αυτά τα χρόνια έχεις συνεργαστεί - είτε δισκογραφικά είτε ως ενορχηστρωτής σε live προγράμματα - με μεγάλα ονόματα, από την Βιτάλη, την Αρβανιτάκη και την Τσανακλίδου, ως τον Λιδάκη, τον Μπάση και τον Μάριο Φραγκούλη και, βέβαια, με τον Παπακωνσταντίνου και τον Νταλάρα. Υπάρχει κάποιο ανεκπλήρωτο όνειρο, να κάνεις ας πούμε έναν κύκλο τραγουδιών με κάποιον συγκεκριμένο μεγάλο καλλιτέχνη ή να αναλάβεις την επιμέλεια ενός ζωντανού προγράμματός του;

«Στη φάση που βρίσκομαι τώρα, νιώθοντας αρκετά ώριμος πια, δεν νομίζω ότι το “πρόβλημά” μου είναι η αναζήτηση ενός προσώπου-το “πρόβλημά” μου είναι η πραγμάτωση μιας δημιουργικής ιδέας. Κι εφόσον η ιδέα αυτή προϋποθέτει κάποιες ερμηνευτικές συμμετοχές, «φτάνω» και στην επιλογή του ερμηνευτή. Έχω κάνει σημαντικά πράγματα για μένα με πολύ μεγάλες φωνές αλλά και με πολύ νέα παιδιά. Έχω κάνει Βιτάλη, Τσανακλίδου και Νταλάρα και την ίδια στιγμή Αλκίνοο και Παυλίδη, Τσαϊρέλη, Μουτσάτσου και Τσαλιγοπούλου, όταν όλοι αυτοί ήταν νέοι και πρωτοεμφανιζόμενοι. Για μένα το θέμα είναι, αυτό που γράφω να το προσωποποιήσω- έτσι μόνο μπορώ να δουλέψω, δεν έχω τραγούδια στο συρτάρι. Το τραγούδι για μένα είναι μια σχέση. Τα τραγούδια, για παράδειγμα, που ’χω γράψει για τον Λιδάκη, τα ’χω γράψει μόνο για τον Λιδάκη. Το όνειρό μου δεν είναι να τραγουδήσει κάποιος τραγούδια μου, το όνειρό μου είναι να δω πρόσωπα και περσόνες ερμηνευτικές να ανθίζουν και να μετέχουν σ’ αυτά που δημιουργώ και ονειρεύομαι».


Έχει γραφτεί για σένα, ότι κάνεις ευρεία χρήση του ηλεκτρικού ήχου κι ότι μπολιάζεις παραδοσιακά όργανα, όπως το ούτι και το κανονάκι, με δυτικούς ήχους, ενώ δεν πολυχρησιμοποιείς το μπουζούκι. Θα ήθελες να μας μιλήσεις λίγο για τις προτιμήσεις σου σε όργανα και ήχους;

  -      «Σαν μουσικός δεν αισθάνομαι εγκλωβισμένος πολίτης της Ελλάδας. Αισθάνομαι πολίτης του κόσμου, που ζει στην Αθήνα. Φυσικά αυτό δεν σημαίνει ότι παύω να νιώθω Έλληνας και μεσόγειος, κάθε άλλο! Δάσκαλοί μου σ’ αυτό επιδίωξα να ’ναι οι Έλληνες εκείνοι που αντιμετώπισαν την ελληνική ιδιότητα μ’ ένα είδος κοσμοπολίτικου εξωτισμού, που είδαν τον Έλληνα σαν ένα μεγάλο ταξιδευτή, όπως ο Τσιτσάνης φερ’ ειπείν, που πολλά τραγούδια του ήταν περιγραφές ταξιδιών, που έβαζε θάλασσα μέχρι και στην Παραγουάη - που δεν έχει! Για μένα ο Έλληνας είναι το αρχέτυπο του Οδυσσέα, έχει ανοιχτό ορίζοντα. Υπ’ αυτήν την έννοια κι εγώ, νωρίς, πειραματίστηκα με λούπες και  ηλεκτροακουστικά κόλπα. Δεν ανακάλυψα βέβαια την Αμερική, αλλά αισθανόμουν ότι ο τρόπος της οχύρωσης ενός πολιτισμού με υψηλά τείχη για να μην μπουν οι «ξένοι» είναι ένας κουτός τρόπος. Τι να προστατεύσουμε δηλαδή, την «καθαρότητα» του λαϊκού τραγουδιού, που πολλά κομμάτια του έχουν ρυθμό ρούμπας (που ’ναι ισπανική), άλλα τσιφτετελιού (που ’ναι αράβικο) κι  άλλα τσα-τσα και μάμπο και μπαγιόν (που ’ναι λατίνικα); Ό,τι μου άρεσε το χρησιμοποίησα. Δεν έχω κανένα πρόβλημα με το όργανο και τη μείζονα παράδοση των τραγουδιών του μπουζουκιού. Απλά, επειδή εμείς είμαστε παιδιά της δικτατορίας, και μες στη χούντα το μπουζούκι υπήρξε - άθελα του φυσικά - σύμβολο εκχυδαϊσμού της μουσικής(σκυλάδικα, πιάτα κ.λπ.), η γενιά μου το αντιπάθησε, το απώθησε και στράφηκε προς την ξένη ροκ μουσική για να αναζητήσει πεδίο έκφρασης και δημιουργικής επιρροής. Έναν τόπο με τόσο πλούσιο και σύνθετο μουσικό πολιτισμό όπως η Ελλάδα, θα τον προσωποποιήσουμε και θα τον εκφράσουμε  αποκλειστικά με τη φιλολογία ενός νέου σχετικά οργάνου, όπως είναι το μπουζούκι, το οποίο εμφανίζεται γύρω στα 1920; Ήθελα το μπουζούκι στη φυσιολογική του θέση, ισότιμα με τόσα άλλα όργανα και στοιχεία τη Παράδοσής μας. Ας το αφήσουμε να “ξεκουραστεί” για λίγο κι ας το χρησιμοποιήσουμε με περίσκεψη. Το ίδιο έκανε κι ο Χατζιδάκις, το αντικατέστησε πολλές φορές με το μαντολίνο και το χρησιμοποίησε λιτά αλλά εμπνευσμένα. Γενικά, ό,τι μου αρέσει στο παγκόσμιο χωριό το θεωρώ «δικό μου». Το τραγούδι είναι τεράστια δεξαμενή κι όσο περισσότερο «παγκόσμιος» αισθάνεσαι και ταξιδευτής, τόσο πιο αποτελεσματικά αναδεικνύεται το δικό σου πρόσωπο. Δεν γίνεται «κλείνοντας» να αποκτήσεις ταυτότητα, μόνο «ανοίγοντας»! Πρέπει να τα αγκαλιάσεις όλα και να αφεθείς στη γοητεία των πραγμάτων. Μέσα σου, με μαγικό τρόπο, μαζί με το ταλέντο, υπάρχει πάντα κι η πληροφορία της «καταγωγής» σου κι αυτή θα αναδυθεί.».            

Η «Μικρή πατρίδα»(1996), σε στίχους του Παρασκευά Καρασούλου, με τους Νταλάρα, Τσαλιγοπούλου, Ιωαννίδη, Θεοχαρίδη και Τσαϊρέλη, θεωρήθηκε από πολλούς ως ένα από τα πιο ώριμα έργα σου. Πως αποφάσισες αυτή τη συνεργασία σου με τον Καρασούλο και τι ήταν αυτό που σε ενέπνευσε και λειτούργησε ως κεντρικός άξονας στον συγκεκριμένο κύκλο τραγουδιών;

«Τον Καρασούλο τον γνώρισα από την εξαιρετική τραγουδοποιό Αφροδίτη Μάνου. Η “Μικρή πατρίδα” έχει ένα άρωμα καταγωγής απ’ τη γενιά του ’30. Μέσα στην στιχουργική πρόθεση του Καρασούλου υπάρχουν ο Σεφέρης, ο Ελύτης, ο Εμπειρίκος, ο Εγγονόπουλος, υπάρχουν δηλαδή θραύσματα από τον πολιτισμό ενός τέτοιου λόγου και μια επιρροή από την ιδέα του τραγουδιού όπως το εννοούσε ο Γκάτσος. Η Μικρή Πατρίδα δεν σχετίζεται άμεσα με τη λαϊκή στιχουργική της Παπαγιαννοπούλου ή του Βασιλειάδη, κατάγεται από τον κόσμο των ποιητών. Η συνομιλία με τον Καρασούλο κράτησε 2,5 χρόνια. Γράφαμε-σβήναμε, κάναμε και την παραγωγή μόνοι μας, δημιουργώντας τη “Μικρή Άρκτο”, ως μια συμβολική διαμαρτυρία κατά της ακατανοησίας και της προχειρότητας των δισκογραφικών εταιρειών. Ήταν κι εκδοτικά ένα κόσμημα. Μέσα σ’ αυτό το δίσκο, ο προσεκτικός ακροατής θα βρει-ως επιρροή- εξίσου τον Χατζιδάκι, τον Θεοδωράκη, τον Καλδάρα, ένα ραφινάτο Τσιτσάνη, έναν Ζαμπέτα, θραύσματα δημοτικής μουσικής, κάποιες μακρινές αποχρώσεις από ξένους συνθέτες που αγαπώ- όπως ο Βάϊλ, ο Ρότα, ο Πιατσόλα, ο Μπανταλαμέντι, ο Νάυμαν. Η “Μικρή Πατρίδα” είναι ένας δίσκος μελοποιημένης ποίησης. Ίσως το ομώνυμο τραγούδι σκίασε τον υπόλοιπο δίσκο, αγαπήθηκε πάρα πολύ και θεωρείται πια ένα σημαντικό “λαϊκό” τραγούδι, όμως, η “Μικρή Πατρίδα” έχει ενιαία θεματική και οφείλει να την ακούσει κανείς ολόκληρη, ως ένα πλήρες έργο.».     

Μια ιδιαίτερη δουλειά σου είναι τα «Χελιδόνια της βροχής»(2000) σε ποίηση του Διονύση Καρατζά, με τους Τσαλιγοπούλου, Τσανακλίδου, Φραγκούλη και Μπάση, σε συνεργασία με την Ορχήστρα νυκτών εγχόρδων του Δήμου Πατρέων. Πως προέκυψε η όλη ιδέα κι η υλοποίησή της;


«Τα τελευταία 15 – 20 χρόνια έχει εγκαταλειφθεί από την πραγματικότητα του τραγουδιού αυτή η ιδέα της επικοινωνίας της μουσικής με την ποίηση. Με ελάχιστες τιμητικές εξαιρέσεις, έχουμε επικεντρωθεί στο στιχούργημα. Δεν προσβάλλω καθόλου τον στίχο, αλλά εγώ μεγάλωσα με το “Άξιον Εστί”, τον “Μεγάλο Ερωτικό” και τον “Άγιο Φεβρουάριο”, με ενιαία, δηλαδή, πράγματα, όπου γευόμουνα από έναν δημιουργό, σε σχέση πάντα μ’ έναν μείζονα ποιητή ή στιχουργό, ένα σύνολο προβληματισμών του κι όχι απλά ένα τραγούδι. Ακόμα και στο λαϊκό τραγούδι, όλα τα μεγάλα αριστουργήματά του ανήκουν σε 3-4 μεγάλα πρόσωπα, είτε είναι τραγουδοποιοί οι ίδιοι(Βαμβακάρης, Μητσάκης) είτε είναι στιχουργοί(Παπαγιαννοπούλου, Βασιλειάδης, Βίρβος) είτε, βέβαια, εξαιρετικές περιπτώσεις όπως του Άκη Πάνου. Παραμένει για μένα μεγάλης σημασίας ζήτημα το να παράγει ο δημιουργός ολοκληρωμένο έργο συνομιλώντας με τον ποιητικό λόγο. Το λέω με αγάπη,  όλη αυτή η έκρηξη των τραγουδοποιών  ανανέωσε το ελληνικό τραγούδι, αλλά γέννησε δύο ζητούμενα που πρέπει να λυθούν και να απαντηθούν: Ένα είναι το ηχητικό θέμα, αφού γίνεται κατάχρηση του ήχου που ονομάζουμε “μπαλαντο-ροκ-ποπ αισθητικής”, ενός ύφους που έχει πετάξει έξω από το παράθυρο τη δημιουργική δυνατότητα συνομιλίας με τον ιδιαίτερο ήχο του ελληνικού πολιτισμού. Έχουμε γίνει κάτι μεταξύ Ιταλίας κι ουδέτερης Βρετανίας. Έχουμε και τον ποιητικό λόγο του τραγουδοποιού, ο οποίος- αφού έχει δώσει, στις καλές περιπτώσεις, κάποια σημαντικά κι ενδιαφέροντα δείγματα - καταλήγει αρκετά συχνά σε επανάληψη, σε αναμάσημα.
Τα “Χελιδόνια της βροχής” είναι, πολύ αποφασιστικά, η συνομιλία μου μ’ έναν ποιητή. Ο Καρατζάς είναι ποιητής, δεν είναι άνθρωπος του τραγουδιού. Από αγάπη προς το τραγούδι- και λόγω της προσωπικής μας σχέσης- μπήκε στην  περιπέτεια  να γράψει κάποια ποιήματα που να μπορούν να μελοποιηθούν. Τώρα, όσον αφορά τη συνεργασία μου με την Ορχήστρα νυκτών εγχόρδων του Δήμου Πατρέων, ήθελα την ιδέα μου για την ενότητα του ήχου να την φτάσω στα άκρα. Αυτή η ορχήστρα, ενώ είναι μια έντεχνη, μια λόγια ορχήστρα, μια καμεράτα, θυμίζει εξίσου τον ελληνικό ήχο, τον ελληνικό πολιτισμό. Έγραψα στοιχηματίζοντας σ’ έναν ήχο που  μένει “ο ίδιος” - ο ήχος μιας ορχήστρας με μαντολίνα και κιθάρες είναι ένας ήχος με μαντολίνα και κιθάρες, πρέπει μ’ ένα μινιμαλιστικό τρόπο να βρει κανείς τις εσωτερικές ποιότητες και τα ηχοχρώματα του. Το γεγονός ότι ο ήχος αυτός έφτασε στα ραδιόφωνα κι αγαπήθηκαν κάποια τραγούδια, όπως το “Άγιος ο έρωτας”, είναι για μένα κάτι πολύ σημαντικό. Δείχνει επίσης πως ο κόσμος δεν είναι τόσο αφελής ούτε διαλέγει μόνο τα “εύκολα” ακούσματα. Ο δίσκος, για το είδος του, έκανε εξαιρετικά απρόβλεπτες πωλήσεις και μου “άνοιξε την όρεξη” κατά καιρούς να επαναλαμβάνω αυτό που λέμε έργο με συνολική οργάνωση».   

Δυο από τα πιο  σπουδαία τραγούδια που ’χεις γράψει, το «Στο μεταξύ η Ελλάδα ταξιδεύει» και την «Μικρή πατρίδα» τα ερμήνευσε, σε β΄ εκτέλεση, ο Γιώργος Νταλάρας, δίνοντάς τους μια άλλη διάσταση και περνώντας τα σε ένα πολύ μεγαλύτερο κοινό. Ένα από τα ταμπού της ελληνικής δισκογραφίας είναι πως οι πρώτες εκτελέσεις είναι ανεπανάληπτες. Πιστεύεις –ως δημιουργός -  ότι ένας κορυφαίος ερμηνευτής ή έστω κι ένας, απλά, καλός ερμηνευτής, μετά από δεκαετίες, μπορεί να καταθέσει ερμηνείες που να ξεπερνούν ή να φωτίζουν από ένα άλλο πρίσμα, τις πρώτες – ακόμα και πολύ καλές – εκτελέσεις ενός τραγουδιού;  

   -    «Άλλο είναι η ένταξη ενός τραγουδιού στην ιστορική μνήμη λόγω μιας παράδοσης που το συνοδεύει κι άλλο είναι η καθαρή μουσική αξία μιας διασκευής. Θα σου πω ένα παράδειγμα από τον εαυτό μου. Πριν μερικά χρόνια στη Μικρή Επίδαυρο, διασκεύασα, μόνο για πιάνο, κι έπαιξα με την Ελένη Τσαλιγοπούλου τη “Μαρκίζα”. Δεν φιλοδοξώ ότι η “Μαρκίζα” που εκτέλεσα εγώ - με τη μινιμαλιστική της σιωπή - θα αντικαταστήσει ποτέ το σπουδαίο λαϊκό τραγούδι του Σπανού και του Ελευθερίου με τη Μοσχολιού. Θεωρώ όμως ότι άνοιξα ένα παράθυρο σε μια διαφορετική προσέγγιση αυτής της σύνθεσης. Η γνώμη μου είναι πως,  από άποψη μουσικής, αισθητικής κι καλλιτεχνικής προσέγγισης, ο δημιουργικός μουσικός επιβάλλεται να διασκευάζει και να επαναδιαμορφώνει, γιατί ο τρόπος της επανεκτέλεσης και της επαναδιαμόρφωσης βοηθά ώστε να τηρείται, να διασώζεται και να εξελίσσεται  αυτό  που  ονομάζουμε  Παράδοση».    

«Η Ελλάδα ταξιδεύει» είναι ένα εκπληκτικό τραγούδι σου, στο οποίο έχεις γράψει έναν, ταυτόχρονα, ρεαλιστικό και συγκλονιστικό στίχο που αποτυπώνει εύστοχα τη νεοελληνική κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα. Ποια είναι η “ιστορία αυτού του τραγουδιού”; Ποια συγκεκριμένα ερεθίσματα σου γέννησαν αυτούς τους στίχους;

   -    «Ανάμεσα στο ’83 και στο ’87, έτος που τελικά κατέβηκα στην Αθήνα, ταξίδευα πολύ συχνά Θεσσαλονίκη – Αθήνα. Έβλεπα λοιπόν τα σκοτωμένα ζώα στην εθνική οδό. Αυτή η εικόνα μου προξενούσε τεράστια αγανάκτηση, όχι μόνο για το θάνατο των ζώων, αλλά και επειδή κανείς δεν απέσυρε από το οδόστρωμα και  δεν  μεριμνούσε για τη  σωρό τους. Το θεωρούσα φρικώδες κι απίστευτα προσβλητικό για τον πολιτισμό μας. Μετά, πήγα στο στρατό το Σεπτέμβρη του ’90. Εκεί, λοιπόν, εγώ, ένας άνθρωπος που μέχρι τότε ζούσα μεταξύ πανεπιστημίων και ροκ συγκροτημάτων, μεταξύ Ελλάδας κι εξωτερικού, βρέθηκα στο “τσαντίρι του ελληνισμού”, ανάμεσα σε ανθρώπους που δεν ήξεραν πότε γεννήθηκαν, δεν γνώριζαν γραφή, άνθρωποι νέοι που μιλούσαν με εκατό όλες κι όλες λέξεις, ανυπεράσπιστοι και αδαείς, αντιμέτωποι με αυτή τη βλακώδη όσο και γελοία εθνικιστική ιεραρχία κάποιων ανθρώπων του στρατεύματος, που δεν έχει καμμία σχέση με την ελληνική υγιή φιλοπατρία.  Είχα μαζί μου στο στρατόπεδο στην Τρίπολη τα άπαντα του Σεφέρη και διάβασα ξανά το περίφημο ποίημά του με τον στίχο “Στο μεταξύ η Ελλάδα ταξιδεύει”, που ’ναι γραμμένο πριν από τον β΄ παγκόσμιο πόλεμο. Διαπίστωσα ότι όλα αυτά που έγραφε παρέμειναν αμετάβλητα  κι ότι καμμιά αλλαγή προς το καλύτερο δεν είχε συντελεστεί! Έγραψα λοιπόν ένα τραγούδι που στην αρχή ήθελα να ’ναι ένα σχόλιο πάνω σ’ αυτό το τίποτα. Όμως, λίγο-λίγο, άρχισαν κι άλλοι ήρωες να μου έρχονται στο μυαλό, όπως ο Τσιτσάνης, στον οποίο παραπέμπει ο στίχος “τα μαγικά σου βράδια σκουπίδια και ρημάδια” (“Νύχτες μαγικές κι ονειρεμένες”), ή ο Σολωμός, γιατί από τον “Ύμνο εις την ελευθερίαν” αντλεί το τραγούδι μου το εύρημα της ερώτησης στην προσωποποιημένη Ελλάδα “Πού ’ναι το φως σου το κρυμμένο, αυτό που χρόνια περιμένω .... Εσύ που .... μόνο για λίγο ξαποσταίνεις ...”. Άρχισα δηλαδή να  συνειδητοποιώ ότι η Ελλάδα “μου” ήταν η ίδια κι αμετάβλητη με την Ελλάδα που βίωνε ο Σολωμός! Κατάλαβα λοιπόν ότι έπρεπε να γράψω ένα τραγούδι στο οποίο ο θυμός μου να επιτρέπει στον ακροατή να βρει  ένα δρόμο. Κι ο δρόμος είναι ο καθρέφτης. Το πιο σημαντικό νομίζω σ’ αυτό το τραγούδι δεν είναι τόσο τα άλλα του σύμβολα, η μπάλα, οι ψηφοφόροι, η διαπλοκή κι η ανοησία, αλλά αυτό που λέει στο ρεφρέν του : “Και μη μου πεις ξανά ποιος φταίει κι έχουμε μείνει τελευταίοι”. Γι’ αυτό αρέσει αυτό το τραγούδι, επειδή, έτσι πιστεύω,  όλοι όσοι το ακούνε  έχουν σκεφτεί και αισθανθεί όσα  λέει, πολλές φορές ιδιωτικά ο καθένας τους. Όλοι ξέρουμε ότι εμείς φταίμε».     

Το 2006 έκανες έναν δίσκο, το «Μυστήριο τραίνο», με τον Χρήστο Θηβαίο. Πως προέκυψε αυτή η συνεργασία σας και γιατί επέλεξες να ερμηνεύσει τα τραγούδια σου ένας τραγουδοποιός που γράφει τα δικά του τραγούδια κι έχει το ύφος του, κι όχι ένας τραγουδιστής;


   -    «Το “Μυστήριο τραίνο” είναι ένας δίσκος ενός ενήλικου άνδρα δημιουργού ο οποίος προσωποποιεί τη σχέση του μ’ ένα αστικό τοπίο. Και το λέω αυτό, επειδή κατόρθωσα επιτέλους να ηχογραφήσω έναν δίσκο με “ανδρική” περσόνα. Επειδή το μεγαλύτερο κομμάτι του υλικού μου έχει ερμηνευτεί από γυναίκες, περιέχει την υπόδυση του θηλυκού εαυτού, γιατί μέσα στην τέχνη όλοι έχουμε και θηλυκό και αρσενικό εαυτό. Το “Τραίνο” είναι ένας δίσκος που θα “ανοίξει” σιγά-σιγά, μέσα απ’ τα χρόνια, γιατί κάποια από τα τραγούδια του περιέχουν μια τόλμη στιχουργική και θεματική που δεν μασάει τα λόγια της και δεν κολακεύει τις ευκολίες των ανθρώπων που παίζουν τους τυραννισμένους - μια από τις αρρώστιες της σημερινής ελληνικής τραγουδοποιίας. Το “Τραίνο” δεν είναι εύκολος δίσκος γιατί δεν ταυτίζεται με τον οπαδό οποιασδήποτε τάσης. Διαλέγοντας το Χρήστο Θηβαίο – τον οποίον τον θαυμάζω βαθειά γιατί είναι χαρισματικός τραγουδιστής και λαμπρός τραγουδοποιός  - γνώριζα ότι, χωρίς να κάνουμε καμιά συζήτηση, ζει την ίδια αγωνία και τον ίδιο προβληματισμό που ζω κι εγώ. Ένας τραγουδιστής ίσως δυσκολευόταν  να “μπει” στα τραγούδια κι ίσως θα ένιωθε λίγο άβολα επειδή θα καλούνταν να αρθρώσει λόγια και να δώσει διαστάσεις σε πράγματα που ίσως να του πλακώνανε τις πλάτες, ενώ, ο Χρήστος καθόλου δεν πλακώνεται, είναι σαν αερικό. Αισθάνομαι πολύ τυχερός που ο Χρήστος Θηβαίος ερμήνευσε το υλικό μου, υλικό διαμορφωμένο  έτσι  κι  αλλιώς αποκλειστικά  γι’ αυτόν. Τέλος, ο δίσκος έχει ηλεκτρικό ήχο, αφού - για μένα - ο πιο ειλικρινής λαϊκός ήχος σήμερα είναι ένας ήχος που άπτεται του ηλεκτρισμού, αλλά δεν υιοθετεί τα κλισέ του.».     

Φέτος(2007) κυκλοφόρησε, από την SONY MUSIC – BMG,  το «Ανθολόγιό» σου, στο οποίο περιλαμβάνονται δώδεκα(12) από τα καλύτερα και πιο πολυτραγουδισμένα τραγούδια σου. Αν  σου ζητούσα, με το χέρι στην καρδιά, να επιλέξεις, ένα, ως το καλύτερο μέχρι τώρα ή το πιο σημαντικό, για σένα, τραγούδι σου, ποιο θα επέλεγες;


   -     «Δεν μπορώ να επιλέξω ένα τραγούδι, μπορώ όμως να επιλέξω δυο – τρεις τάσεις μου. Στην τάση του λυρικού τρόπου υπάρχουν δείγματα γραφής πίσω από την “Μικρή πατρίδα”, με την οποία ολοκληρώνεται το “Γαλάζιο-καστανό”, το “Δωμάτιο μικρό” κι “Η πόλη που ονειρεύτηκα”. Υπάρχει ο κόσμος του ντοκουμεντάζ, όπου μιλάς για κάτι πολύ οικείο στον ελληνισμό που χάθηκε, μιλάς ιστορώντας κάτι, όπως γίνεται μέσα από τα τραγούδια “Γράμμα στον κύριο Νίκο Γκάτσο”, “Στο μεταξύ η Ελλάδα ταξιδεύει”, καθώς και με αρκετά από τα τραγούδια του “Μυστήριου τραίνου”. Και, υπάρχει κι ο άλλος κόσμος, ο κόσμος του μουσικού, όπου παίζω με τους ήχους, μέσα από τραγούδια σαν τα : “Να μ’ αγαπάς”, “Το λιμάνι”, “Άγιος ο έρωτας”, και “Αρζεντίνα”. Αυτοί είναι οι βασικοί μου άξονες και πάνω σ’ αυτούς κινείται η δουλειά μου.».  

Είσαι βορειοελλαδίτης, γεννήθηκες στις Σέρρες και ζεις πια στην Αθήνα. Λένε, για παράδειγμα, ότι στη Θεσσαλονίκη, το λαϊκό τραγούδι είναι πιο ζωντανό σε σχέση με την Αθήνα. Υπάρχει, νομίζεις κάποια διάκριση, ως προς την προσέγγιση του τραγουδιού, τόσο των καλλιτεχνών όσο και του κοινού, ανάμεσα στις δυο πόλεις;

   -    «Το ότι το λαϊκό τραγούδι το σεβόντουσαν πιο πολύ στη Θεσσαλονίκη είναι μια από τις πολλές ατυχείς μυθολογίες μας.  Αν υπάρχει μια διαφορά στην Αθήνα, είναι το ζήτημα της καταγωγής. Η Αθήνα είναι ένα τόσο μεγάλο μέρος σε μια τόσο μικρή πληθυσμιακά χώρα, που τελικά οι άνθρωποι που γεννήθηκαν μέσα στην Αθήνα υποφέρουν από ένα βαθύτερο αίτημα καταγωγής. Κάτι που ίσως εμείς, οι μη Αθηναίοι, δεν το έχουμε βιώσει. Αν μιλήσουμε για καταγωγή, τουλάχιστον μέχρι τη δική μου γενιά, αυτοί που γεννήθηκαν εκτός Αθηνών, αισθάνονται πως το μικρότερο “μέγεθος” του γενέθλιου τόπου υπαγορεύει μια πιο φυσική στάση απέναντι στην κοινωνική εμπειρία και την συναισθηματική  μνήμη. Απ’ την άλλη μεριά, πρέπει να πω ότι η Αθήνα, εδώ και τουλάχιστον 10 χρόνια, είναι η ειλικρινέστερη, η λαϊκότερη κι η πιο ουσιωδώς ανήσυχη πόλη της χώρας, επειδή το δράμα και η δυσκολία είναι μεγαλύτερα και η απομυθοποίηση πολύ ισχυρότερη. Είναι δε και ειλικρινέστεροι όλοι οι άνθρωποι στο τοπίο της, χωρίς ψευδαισθήσεις και αναγωγές. Αυτό που νομίζω ότι πρέπει να γίνει, είναι, να ξαναρχίσει η επικοινωνία κι η επαφή ανάμεσα στο κέντρο και την περιφέρεια, να αποσυμφορηθεί η Αθήνα και να αποκεντρώσει ρόλους και θέσεις.».    

Ποια είναι τα επόμενα άμεσα καλλιτεχνικά σου σχέδια; Τι ετοιμάζεις;

   -     «Είναι πολλά κι αρκετά σημαντικά για μένα. Τα δουλεύω παράλληλα, όλα συγχρόνως  και τα ’χω φτάσει σ’ ένα όριο, έτσι έχω ένα πλάνο για την επόμενη τριετία. Πρέπει να κυκλοφορήσω τις θεατρικές μου δουλειές κι εννοώ το τρίπτυχο : Ηλέκτρα – Ιφιγένεια εν Αυλίδι – Λυσιστράτη, εργασίες όλες για το ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας. Πρέπει, επίσης, να παρουσιάσω τη μουσική από το “Δον Περλιμπίν και Μπελίσα” του Λόρκα  που συνέθεσα για την παράσταση  του ΔΗΠΕΘΕ Αγρινίου- όπως και να ηχογραφήσω το “Καρόλου Ντηλ και Τσιμισκή” , σε λόγια και κείμενα Θοδωρή Γκόνη, που παρουσιάστηκε πρόσφατα στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών. Αυτόν τον καιρό ηχογραφώ και το έργο “Ο μπερντές του Καραγκιόζη και η λάμπα της συνείδησης”,έργο παραγγελία του οργανισμού «Πάτρα Πολιτιστική πρωτεύουσα της Ευρώπης 2006» με τους Χρήστο Θηβαίο και Ελένη Τσαλιγοπούλου, σε λόγια Μ. Ελευθερίου, Θ. Γκόνη, Οδ. Ιωάννου, Ν. Ζούδιαρη, Χρ. Θηβαίου, Φ. Δεληβοριά, Κ. Φασουλά, Ν. Μωραϊτη. Ακόμα, τελειώνω έναν κύκλο ποίησης, με τον οποίον ασχολούμαι εδώ και 5 χρόνια - μελοποιημένα ποιητικά σπαράγματα , από Ευριπίδη μέχρι Καρούζο –που θα ερμηνεύσει η Αθηνά Ανδρεάδη, μια σημαντική ελληνίδα ερμηνεύτρια και δημιουργός που ζει και εργάζεται στην Αγγλία. Τώρα, ηχογραφώ την μουσική για μια ταινία, ελληνοκαναδικής παραγωγής, με τον τίτλο “Αθανασία”, σε σκηνοθεσία Παν. Καρκανεβάτου.  Ευελπιστώ, μέχρι το τέλος του 2008 να έχω ηχογραφήσει και τον πρώτο ορχηστρικό μου δίσκο, που θα λέγεται “Το τέλος της παιδικής ηλικίας”, του οποίου, ένα μεγάλο κομμάτι θα ηχογραφηθεί στη Νέα Υόρκη με Έλληνες και ξένους μουσικούς. Επίσης, μια δεκαετία αφότου σταμάτησα να ενορχηστρώνω και να παράγω μουσικές εργασίες άλλων, αισθάνομαι ότι πρέπει να επιστρέψω, αναλαμβάνοντας κάποιες παραγωγές νέων προσώπων, ώστε να μπορέσουν να διατυπώσουν τις ιδέες τους, το ταλέντο τους και το πιστεύω τους σε μια πολύ δύσκολη για τους νέους εποχή της δισκογραφίας. Επίκειται δε κι ένας δίσκος της Ελένης Τσαλιγοπούλου σε συνεργασία με κάποιους σημαντικούς δημιουργούς του τραγουδιού.».


 
*Πρώτη δημοσίευση : περιοδικό «ΑΥΛΑΙΑ», τεύχος 41(Δεκέμβριος 2007), σελ. 14-22.   

 

 
Το τραγούδι του Γιώργου Ανδρέου «Στο μεταξύ η Ελλάδα ταξιδεύει» έχει έναν ρεαλιστικό και ταυτόχρονα, συγκλονιστικό στίχο που αποτυπώνει, εύστοχα, τη νεοελληνική κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα. Ποια συγκεκριμένα λοιπόν ερεθίσματα το γέννησαν; Ζητήσαμε από το δημιουργό του – στα πλαίσια συνέντευξης που μας παραχώρησε – να μας διηγηθεί την ιστορία του τραγουδιού. Ο λόγος στον ίδιο τον Γιώργο Ανδρέου ...
 

Έντεχνη νοοτροπία στο θέατρο Badminton

Γράφει η Κωνσταντίνα Μακρογιάννη

Την προηγούμενη Κυριακή 8 Σεπτεμβρίου ο «Ορφέας» βρέθηκε στον αύλειο χώρο του Βadminton. Μια μουσική βραδιά που πλαισιώνονταν από τους "πέντε" σύμφωνα με το πρόγραμμα πρωταγωνιστές, τον συνθέτη Γιώργο Ανδρέου, την Μελίνα Κανά και τους νέους καλλιτέχνες Αλέξανδρο Μανουηλίδη, την Ευτυχία Μητρίτσα  και την Μαρία Παπαγεωργίου. Ανάμεσά τους κι ο προστιθέμενος Στέργιος Γαργάλας με το Βιολί του.
   Ένα πρόγραμμα που ξεκίνησε με την εναλλαγή παραδοσιακών τραγουδιών από την Μαρία Παπαγεωργίου και την Ευτυχία Μητρίτσα και συνοδεία του Γιώργου Ανδρέου στα πλήκτρα.
    Η Μαρία Παπαγεωργίου, καλλιτέχνιδα με νέες δυνατότητες και δυνάμεις, ερμήνευσε, στο πρώτο μέρος, το τραγούδι <<Σελίδα Λευκή>>, του Γιώργου Ανδρέου και τη σκυτάλη πήρε ο Αλέξανδρος Μανουηλίδης, o οποίος, με την ακουστική του κιθάρα ,παρουσίασε το τραγούδι του <<Όμορφοι και ηττημένοι>>.
    Η Ευτυχία Μητρίτσα, ταλαντούχα καλλιτέχνιδα, άλλοτε με το ακκορντεόν της και άλλοτε με στα πλήκτρα, απόδοσε άξια των δυνατοτήτων της τραγούδια όπως το <<Τις θάλασσες σταμάτα>> και το <<Πεθύμησα ένα σύννεφο>> του Γιώργου Ανδρέου.
  

Έπειτα στη σκηνή ανέβηκε και η Μελίνα Κανά για να τιμήσει και να αποδώσει τραγούδια των τραγουδοποιών που ήδη βρίσκονταν στη σκηνή. Προτεραιότητά της ήταν να δώσει βήμα στους νέους καλλιτέχνες ακόμη σε τραγούδια γνώριμα από την ίδια όπως το <<Αχ ζωή μάγισσα>> του Θανάση Παπακωνσταντίνου.
    Το δεύτερο μέρος της βραδιάς κύλησε με πιο γνωστές μελωδίες, όπως το παραδοσιακό <<Τσάμπασιν>> από τη Μαρία Παπαγεωργίου, με την μικρού μεγέθους κιθάρα της, το λαϊκό τραγούδι <<Η γκαρσόνα>> του Πάνου Τούντα. 

  
  
  
  
 

Συγκινητική στιγμή ήταν όταν αποδώθηκε από τους καλλιτέχνες και ηγείτο από την Μελίνα Κανά, το <<Φεϊρούζ>>  του Θανάση Παπακωνσταντίνου.
  Ιδιαίτερη μνεία χρήζει και στην ερμηνεία του τραγουδιού <<Στο μεταξύ η Ελλάδα ταξιδεύει>> του Γιώργου Ανδρέου από τον ίδιο τον συνθέτη. Τραγούδι, αν και γραμμένο πριν περίπου μια δεκαετία, εκφράζει και τα γεγονότα του σήμερα στην Ελλάδα, σύμφωνα και με την παρατήρηση του Γιώργου Ανδρέου.
Μοναδική παρατήρηση η τρόπον τινάν μονοτονία και η εμφανής τάση στην απόδοση της σύνθεσης του προγράμματος να δημιουργήσουν έντεχνο τραγούδι, σε βαθμό που κούραζε τον ακροατή. Ευχή για περισσότερη έμπνευση, τόλμη, δυναμισμό και πρωτοτυπία.

 


Φωτογραφίες: Κωνσταντίνα Μακρογιάννη

 

 

Η kazandb παρουσιάζει την παρασταση
ΔΥΟ ΣΥΝΘΕΤΕΣ – ΔΥΟ ΕΡΜΗΝΕΥΤΕΣ
ΜΟΥΣΙΚΟΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ 2 ΣΥΝΘΕΤΩΝ ΜΕ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΟΥΣ ΠΟΥ ΓΙΝΑΝΕ ΕΠΙΤΥΧΙΕΣ
Ερμηνεύουν: ΜΕΛΙΝΑ ΚΑΝΑ - ΒΑΣΙΛΗΣ ΛΕΚΚΑΣ
Μουσική: ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΝΔΡΕΟΥ - ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΗΣ
ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 16 ΜΑΡΤΙΟΥ 2012
ΜΥΛΟΣ CLUB
Ο Γιώργος Ανδρέου και ο Γιώργος Καζαντζής παρουσιάζουν ένα κύκλο από γνωστά τραγούδια τους, επιτυχίες με τις εξαίσειες  φωνές της Μελίνας Κανά, του Βασίλη Λέκκα και με την μαγική συνοδεία των πιάνων τους. Οι δύο συνθέτες άλλοτε ο καθένας μόνος του και άλλοτε  οι δύο μαζί παίζουν τα τραγούδια τους απέριττα και ατμοσφαιρικά  οσμώνοντας    μουσικά τις ιδέες τους  σε ένα αποτέλεσμα δημιουργικής φαντασίας και εξέλιξης .
 Οι υπέροχες ερμηνείες των  τραγουδιστών ολοκληρώνουν τον γόνιμο διάλογο των δύο συνθετών στέλνοντας ένα κρεσέντο συγκίνησης  στους ακροατές. Μία λυρική βραδιά όπου η δύση συναντάει την ανατολή, μην τη χάσετε! Μεταξύ άλλων θ’ ακουστούν τα τραγούδια : …«Μικρή πατρίδα» ..«Ήταν αέρας».. «Άγιος ο έρωτας» …«Σαν καταιγίδα»…«Εγώ με την αγάπη μάλωσα» …«Σεντόνια δίχτυα» …«Τις θάλασσες σταμάτα»… «Χειμωνανθός» …«Γράμμα στον κο Νίκο Γκάτσο».. «Φωτιά κι’ αρμύρα» «Να μ’ αγαπάς» …
Μια και μοναδικη παρασταση στο club του Μυλου, την Παρασκευη 16 Μαρτιου.

http://www.youtube.com/watch?v=lm--PMk38iU
http://www.youtube.com/watch?v=D5oFJpAnH1A
http://www.youtube.com/watch?v=7QUiWghStxs
http://www.youtube.com/watch?v=IxJ_muuNjfI
http://www.youtube.com/watch?v=vSyI5_MeHc8
http://www.youtube.com/watch?v=gbu0CtohHUk
http://www.youtube.com/watch?v=XEgHwlq2wFc
http://www.youtube.com/watch?v=oEsDCrFb4aQ

Club Μύλος, Ανδρέου Γεωργίου 56, περιοχή Σφαγεία
Προσελευση: 21:00
Τηλ κρατήσεων: 2310 510081
Εισιτηριο θεάματος: 15€, Φοιτητικο: 12€
e-ticket (12€): http://thessticket.eventbrite.com

 

Γιώργος Ανδρέου, Αλέξανδρος Εμμανουηλίδης, Μαρία Παπαγεωργίου, Ευτυχία Μητρίτσα
«Τέσσερα»
ΣΤΑΔΙΟΥ 24   ΑΘΗΝΑ
Παρασκευή 8 & Σάββατο 9 Φεβρουαρίου 2013, 21:30
Μουσική παράσταση: «Τέσσερα»


Ο Γιώργος Ανδρέου εμπιστεύεται τρεις νεότερους δημιουργούς.
Μαζί του στη σκηνή του Ιανού ο Αλέξανδρος Εμμανουηλίδης, η Μαρία Παπαγεωργίου και η Ευτυχία Μητρίτσα.

Την Παρασκευή 8 και το Σάββατο 9 Φεβρουαρίου στις 21:30, στον ΙΑΝΟ, Σταδίου 24.

Τέσσερα πρόσωπα στη σκηνή, σε μια μουσική σκυταλοδρομία.
Τέσσερα πρόσωπα σε όλους τους ρόλους μιας μουσικής παράστασης!
Οι Τέσσερις μαζί στήνουν μαζί ένα μουσικό δρώμενο, μια παράσταση όπου οι ίδιοι παράγουν τον ήχο (πιάνο, αρμόνια, κιθάρες, ακορντεόν, τζουράδες, μεταλλόφωνα, κρουστά) και τραγουδούν.

Προτείνουν τραγούδια τους, διασκευάζουν τραγούδια άλλων που αγαπούν, μπερδεύουν γλυκά εποχές και ήχους, προσωποποιώντας τη διαδρομή από την ιδιωτική έκφραση στη δημόσια ενσάρκωση, από την κληρονομιά στην ανταπόδοση, από την Παράδοση στο Σήμερα.

Είσοδος: 10€ Ελάχιστη κατανάλωση: 6€

Πληροφορίες   Κρατήσεις:
IANOS | τηλ. 210 32 17 810, Σταδίου 24   Αθήνα
Προπώληση εισιτηρίων: στα ταμεία του ΙΑΝΟΥ και στο www.ianos.gr

 

andreou_tsalig_1.jpg «Λεπτή Γραμμή για Μια Φωνή και Ένα Πιάνο». Αισθαντική και λυρική, ερωτική και μελωδική. Επίθετα που χαρακτηρίζουν την παρουσία (φωνητική και σκηνική) της Ελένης Τσαλιγοπούλου την Τετάρτη 12 Δεκεμβρίου στο Δημοτικό θέατρο Καλαμαριάς. Στην τελευταία από τις 3 συνολικά βραδιές που εκμεταλλεύτηκε το ρεπό από τις εμφανίσεις της στο «Πόλις stage» των Αθηνών (μαζί με τη Γιώτα Νέγκα και την Ανδριάνα Μπάμπαλη) και με τον- και στη ζωή- συνοδοιπόρο της Γιώργο Ανδρέου στο πιάνο παρουσίασαν ένα πρόγραμμα με τίτλο «Λεπτή γραμμή για μια φωνή και ένα πιάνο». Ένα πρόγραμμα που παρόμοιο του παρουσιάζουν συχνά πυκνά και με κάθε ευκαιρία τα τελευταία 15 χρόνια σε όλη την Ελλάδα.

 
Powered by Tags for Joomla

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΧΟΛΙΑ

RSS

ΤΑ ΠΙΟ ΔΙΑΒΑΣΜΕΝΑ (90d)

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

ΕΙΠΑΝ - ΕΓΡΑΨΑΝ

Όταν αγαπάς η μισή αγάπη είναι φόβος για το χαμό της αγάπης, η άλλη μισή είναι μίσος για τη σκλαβιά της αγάπης, όλη η αγάπη είναι πόνος που λείπει η αγάπη.Που ’ναι η χαρά της αγάπης; Που ’ναι η αγάπη;
Γιάννης Ρίτσος

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ / ΑΥΡΙΟ

23/11/1989 Δόθηκε στο θέατρο Παλλάς η πρώτη συναυλία της Ορχήστρας των Χρωμάτων που ίδρυσε ο αξέχαστος Μάνος Χατζιδάκις
24/11/1980 Ολοκληρώθηκαν οι ηχογραφήσεις του ιστορικού δίσκου Εδώ Λιλιπούπολη στα στούντιο της Columbia.