158 αναγνώστες online
Find us on FacebookJoin us on Facebook
sideBar



Σαββέρια Μαργιολά - «Αλισάχνη»

ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ «Τι έχω να χάσω»

Τάσος Π. Καραντής
Τάσος Π. Καραντής
Πρώτη Παρουσίαση
ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ - «Τι έχω να χάσω»
22.10.2017
Ορφέας | Main Feed
Γεράσιμος Ανδρεάτος
Αναζήτηση με tags

Γεράσιμος Ανδρεάτος : «Μ’ αρέσει να τραγουδάω ότι αγγίζει την ψυχή μου»

Κείμενο : Τάσος Π. Καραντής


Λαϊκός αλλά και λυρικός, μουσικός και τραγουδιστής με χαρακτηριστική φωνή κι ευρεία ερμηνευτική γκάμα, ο Γεράσιμος Ανδρεάτος, εδώ και περισσότερες από δυο δεκαετίες, υπηρετεί με συνέπεια το καλό ελληνικό τραγούδι κι έχει χτίσει ένα καλλιτεχνικό προφίλ, που όλοι, δημιουργοί, συνάδελφοι, αλλά και το κοινό, το αγαπούν και το εκτιμούν.
Έχει συνεργαστεί με τα μεγαλύτερα ονόματα του ελληνικού τραγουδιού, από τη Γαλάνη μέχρι τον Νταλάρα, κι έχει ένα πλούσιο ρεπερτόριο(προσωπικές δουλειές, συμμετοχές, ζωντανές ηχογραφήσεις) που αγγίζει σχεδόν τους 50 δίσκους.
Έχει τραγουδήσει από Μαρκόπουλο και Σταυριανό, μέχρι Άκη Πάνου,  Νικολόπουλο και Σούκα κι από Λάκη Παπαδόπουλο κι Apurimac, μέχρι Θαλασσινό και Κουμπιό. Και, βέβαια, έχει ταυτιστεί με τα ωραία καθαρόαιμα λαϊκά τραγούδια του Βαγγέλη Κορακάκη. Παρόλα αυτά συνεχώς ψάχνεται καλλιτεχνικά και δισκογραφικά για τα τραγούδια εκείνα που είναι καλά, γιατί περιέχουν τέχνη κι αγγίζουν την ψυχή.
Ο Γεράσιμος Ανδρεάτος, με αφορμή τα άμεσα καλλιτεχνικά και δισκογραφικά του σχέδια, μίλησε στην «ΑΥΛΑΙΑ», για τη διαδρομή του στο ελληνικό τραγούδι, τις συνεργασίες του, αλλά και για τις ανησυχίες του και τα όνειρά του.


Πότε και πως πήρες την απόφαση ότι θα γίνεις μουσικός και τραγουδιστής; Πως πρωτοξεκίνησες;

«Μεγάλωσα με τη μουσική. Από πολύ μικρός άκουγα τραγούδια μέσα στο σπίτι μας, αφού τραγουδούσαμε συνέχεια στις οικογενειακές γιορτές. Από παιδί αισθανόμουνα κάτι ιδιαίτερο για τη μουσική και τα τραγούδια και το ‘χα όνειρο, πως, όταν μεγαλώσω θα γίνω μουσικός και τραγουδιστής. Αργότερα, μου πήρε ο πατέρας μου μπουζούκι και κιθάρα κι άρχισα να παίζω μόνος μου. Επαγγελματικά ξεκίνησα, τελείως συμπτωματικά, μετά τα 20. Είχε αρρωστήσει ένας επαγγελματίας μπουζουξής που ’παιζε μαζί με κάποιους φίλους μου σ’ ένα συνοικιακό μαγαζί, στο “Ανώγειο” στην Τερψιθέα Γλυφάδας και μου ζήτησαν να τον αντικαταστήσω. Μάλιστα, σ’ αυτό το μουσικό σχήμα έπαιζε, τότε, κι ο Πάνος Κατσιμίχας. Αυτό ήταν! Ξαναζεστάθηκε η μεγάλη μου αγάπη για τη μουσική. Μέχρι τότε έκανα άλλες δουλειές,  δούλευα με τον πατέρα μου σ’ ένα εμπορικό μαγαζί που ‘χαμε στην Ομόνοια, είχα εργαστεί ως πολιτικό προσωπικό στην Αμερικανική Βάση στο Ελληνικό, ως πλασιέ βιβλίων κι άλλες. Ξεκίνησα λοιπόν από το “Ανώγειο” και μετά συνέχισα και σε άλλα μαγαζιά, σαν μπουζουξής και τραγουδιστής.».

Έχεις κάνει μουσικές σπουδές; Ποια όργανα παίζεις;


«Ναι, έχω κάνει μουσικές σπουδές και θεωρία της μουσικής. Έχω κάνει και πολλή εντατική πρακτική εξάσκηση στο μπουζούκι με τον Θέμη Παπαβασιλείου. Συγχρόνως καλλιέργησα και το τραγούδι κι είχα την τύχη να ’χω έναν πολύ μεγάλο δάσκαλο, που δεν υπάρχει πια στη ζωή, τον Φραγκίσκο Βουτσίνο, έναν κλασικό μπάσο τραγουδιστή, έναν από τους καλύτερους στην Ευρώπη με 3500 παραστάσεις στο ενεργητικό του. Είχα λοιπόν την τύχη και την τιμή να τον έχω για 5 χρόνια δάσκαλο, μέχρι που έφυγε από τη ζωή κι ορφανέψαμε όλοι εμείς οι μαθητές του! Δεν ήταν μόνο ένας πολύ καλός δάσκαλος, αλλά κι ένας άνθρωπος- φάρος για τη ζωή.
Παίζω, κυρίως, μπουζούκι, αλλά και μπαγλαμά και τζουρά και, δευτερευόντως, κιθάρα. Η κιθάρα ήταν ένα όνειρό μου από μικρό παιδί. Έπαιζα έτσι ερασιτεχνικά, αλλά εδώ κι ένα χρόνο αγόρασα μια καλή κιθάρα και προσπαθώ να βελτιωθώ. Μπορώ και συνοδεύω κάποια τραγούδια, αλλά δεν μπορώ να πω ότι είμαι και κιθαρίστας ακόμα.».    
   
Ποιοι ήταν οι μπουζουξήδες που σε επηρέασαν, ως μπουζουξή, στο παίξιμό σου;

     - «Ήταν πολλοί και με δικό του χρώμα ο καθένας. Ήταν ο Ζαμπέτας, ένας πολύ συγκινητικός κι εκφραστικός οργανοπαίχτης, που μ’ έχει επηρεάσει τα μέγιστα και θα ’λεγα ότι αυτός ήταν η αφορμή που ασχολήθηκα με το όργανο. Ήταν ο Μανώλης Χιώτης, που προχώρησε το μπουζούκι πάρα πολύ δεξιοτεχνικά. Ήταν ο Χάρης Λεμονόπουλος, όπου μόλις τον άκουσα, εκεί που νόμιζα ότι κάτι παίζω, παράτησα το μπουζούκι για μήνες! Ήταν οι κλασικοί, ο Ζαφειρίου, ο Παπαδόπουλος κι ο Καρνέζης. Και, βέβαια, ο Τσιτσάνης κι ο Παπαϊωάννου. Ιδιαίτερα ο Παπαϊωάννου ήταν πάρα πολύ μερακλής, τόσο στο παίξιμο, όσο και στα τραγούδια του. Κουβαλάει στο παίξιμό του τη Μικρά Ασία. Όταν παίζει κάποια ταξίμια είναι σα να ακούς κανονάκι! Εμένα μ’ αρέσει εξαιρετικά και σαν τραγουδιστής. Τον θεωρώ από τους καλύτερους τραγουδιστές, που μ’ έχουν επηρεάσει.».    

Ποιοι ήταν οι άνθρωποι που στάθηκαν δίπλα σου στα πρώτα σου βήματα στη δισκογραφία;


«Θεωρώ τον εαυτό μου πολύ τυχερό, γιατί με το “καλημέρα” γνωρίστηκα και ξεκίνησα με σημαντικούς καλλιτέχνες, που, από τότε, δέθηκα μαζί τους και με πολλούς είμαστε και φίλοι μέχρι σήμερα.
Ο Βαγγέλης Κορακάκης ήταν ο πρώτος που κάναμε μαζί δίσκο, το “Λαύριο” κι αργότερα και τον πρώτο προσωπικό μου, το “Πικρό φιλί”. Ήταν ένας άνθρωπος που μου στάθηκε, του στάθηκα και, σαν δυο φίλοι αχώριστοι, πορευτήκαμε μαζί σύμφωνα με το ένστικτο και την αγάπη μας.
Παράλληλα, υπήρξαν ο Πέτρος Ταμπούρης κι ο Θοδωρής Γκόνης, που μαζί κάναμε τα “Πορφυρά Καμπάγια”. Παίξανε κι αυτοί, στο ξεκίνημά μου, μεγάλο ρόλο στη διαμόρφωση του επαγγελματικού μου χαρακτήρα. Η καθοδήγησή τους ήταν πολλή καθοριστική. Το τραγούδι μέχρι τότε ήταν για μένα βιωματικό. Τα τραγούδια όμως από τα “Πορφυρά Καμπάγια” ήταν διαφορετικά κι οι Ταμπούρης και Γκόνης προσπάθησαν στο στούντιο να μου δώσουν να καταλάβω ότι θα έπρεπε να τα προσεγγίσω μ’ έναν άλλο τρόπο, πολύ πιο απαλό, τρυφερό κι εσωτερικό. Δούλεψα πάρα πολύ μαζί τους και κατάφερα να κάνω πράγματα παραπέρα απ’ αυτά που νόμιζα ότι μπορούσα. Από τότε, από τα πρώτα μου βήματα, απόκτησα δύο πρόσωπα, δύο ερμηνευτικές ταυτότητες, μια καθαρά λαϊκή και μια άλλη, πιο λυρική, που την ακολούθησα, αργότερα, και στα τραγούδια του Παπαδημητρίου, στις μπαλάντες του Θαλασσινού και, πρόσφατα, στα τραγούδια του Κουμπιού.
Μου στάθηκε, επίσης, η Δήμητρα Γαλάνη. Τραγούδησα για δυο χρόνια μαζί της στο “Χάραμα”, και την ένιωθα σαν μια μεγάλη αγκαλιά προστασίας.
Μεγάλο ρόλο, όμως, έπαιξαν, στα πρώτα μου βήματα, ο Χάρης κι ο Πάνος Κατσιμίχας. Συνεργάστηκα μαζί τους σε πολλές ζωντανές εμφανίσεις. Πήγαμε μαζί στην Ολλανδία, εμφανιστήκαμε στην τηλεόραση και συμμετείχα σ’ ένα 20ήμερο πρόγραμμα που έκαναν στο “Σείριο” του Μάνου Χατζιδάκι. Ο Χάρης κι ο Πάνος με επηρέασαν και σαν μουσικοί και σαν προσωπικότητες. Ενώ ήμουν λίγο “κλεισμένος” στην ελληνική λαϊκή μουσική, εκείνοι μ’ έμαθαν να ακούω και να σέβομαι μουσικές απ’ όλο τον κόσμο. Ο Πάνος μου ’χει χαρίσει κι ένα πολύ ωραίο λαϊκό τραγούδι του, που το λέω στα προγράμματά μου και κάποια στιγμή θα μπει και σε κάποιο δίσκο.».
     
Υπήρχαν τραγουδιστές που σου άρεσαν και τους μελέτησες, που ήταν οι “δάσκαλοί” σου;

«Με επηρέασαν οι κλασικοί τραγουδιστές του λαϊκού τραγουδιού. Αυτούς που θεωρώ μια εξάδα που ’ναι, αδιαπραγμάτευτα, στην κορυφή είναι οι : Στέλιος Καζαντζίδης, Γρηγόρης Μπιθικώτσης, Μανώλης Αγγελόπουλος, Στράτος Διονυσίου, Πάνος Γαβαλάς και Βαγγέλης Περπινιάδης. Είναι, όλοι τους, πολύ μεγάλες φωνές που μ’ έχουν συγκινήσει.
Υπάρχουν και κάποιοι άλλοι τραγουδιστές που με επηρέασαν πολύ, τους αγάπησα πολύ και τους θεωρώ δασκάλους μου, όπως ο Παναγιώτης Μιχαλόπουλος, ο Απόστολος Νικολαϊδης, ο Πέτρος Αναγνωστάκης, ο Γιάννης Κουλουκάκης, ο Μανώλης Καναρίδης κι ο Σταύρος Καμπάνης.  
Υπάρχουν, επίσης, και νεότεροι σπουδαίοι ερμηνευτές που λειτούργησαν ως δάσκαλοι, όπως ο Γιώργος Νταλάρας, ο Μανώλης Μητσιάς κι ο Δημήτρης Μητροπάνος που μ’ άγγιξε ιδιαίτερα.
Μ’ έχουν επηρεάσει όμως και κάποιες φωνές που δεν ανήκουν στο ελληνικό τραγούδι, αλλά είναι πολύ μεγάλες, όπως ο Nat King Cole, που ’χει την ομορφότερη χροιά που ’χω ακούσει, ο Φρανκ Σινάτρα, ο Έλβις Πρίσλεϋ κι η Σεζάρια Εβόρα, η οποία είναι πάρα πολύ συγκινητική.».
 
Αν θα σου ζητούσα απ’ όλες τις συνεργασίες της, μέχρι σήμερα, διαδρομής σου, να ξεχωρίσεις κάποιες, ακόμα και για συναισθηματικούς λόγους, σε ποιες θα στεκόσουν;

«Μ’ όλους είχα όμορφη συνεργασία κι ωραία τραγούδια κι έχω καλές σχέσεις μέχρι και σήμερα. Έχω τις καλύτερες αναμνήσεις. Απλά υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι με τους οποίους, εκτός του ότι μοιραστήκαμε τις ίδιες αγωνίες κι ελπίδες, γίναμε και φίλοι, αυτοί είναι ο Βαγγέλης Κορακάκης, ο Παντελής Θαλασσινός κι ο Θοδωρής Γκόνης.».  

Το 2001 και 2004 εμφανίστηκες στο Μέγαρο Μουσικής, δίπλα στον Γιώργο Νταλάρα, στο μεγάλο κι επιτυχημένο αφιέρωμα στον Βασίλη Τσιτσάνη(«Ό,τι κι αν πω δεν σε ξεχνώ») το οποίο αποτυπώθηκε και δισκογραφικά, όπως, το 2002, αποτυπώθηκε δισκογραφικά και η κοινή σας εμφάνιση με τον Νταλάρα στο «Ζυγό»(«Από καρδιάς»). Πως προέκυψε αυτή η συνεργασία και πως είναι να δουλεύει κανείς με τον Νταλάρα, που έχει τη φήμη του “ακούραστου εργάτη του ελληνικού τραγουδιού”;

«Δεν την έχει τυχαία τη φήμη αυτήν. Αν το τραγούδι είναι επάγγελμα ο Νταλάρας είναι ο καλύτερος επαγγελματίας. Είναι πολύ προσεχτικός, κοιτάζει την ουσία κι είναι πάρα πολύ μελετηρός. Δουλεύει πάρα πολύ και κάνει πρόβες τόσο σαν μουσικός παίζοντας με την κιθάρα τα τραγούδια που θέλει να παρουσιάσει, όσο και σαν ερμηνευτής, τραγουδώντας τα με διάφορους τρόπους για να δει τι ταιριάζει πιο πολύ, ακόμα και σε κάθε φράση. Όταν είχε βγάλει τότε το “Amor” , ήταν, επί μέρες, κλεισμένος στο στούντιό του και το ‘κανε πρόβες συνέχεια.
Ο Νταλάρας έχει καταφέρει να αξιοποιήσει τις δυνατότητές του στο 100%. Κι αυτό δεν αφορά μόνο τις φωνητικές ή τις μουσικές του δυνατότητες, αλλά και την εξυπνάδα του, την αντίληψη, την οξυδέρκεια και την αισθητική, τα οποία τα ’χει βάλει στην υπηρεσία του τραγουδιού κι είμαστε όλοι ωφελημένοι απ’ αυτό. Ο Νταλάρας, από τότε που εμφανίστηκε στη δισκογραφία μέχρι και σήμερα, έχει στηρίξει το καλό ελληνικό τραγούδι, είτε σαν τραγουδιστής και μουσικός, είτε σαν παραγωγός. Με τις εμφανίσεις του στο Μέγαρο, στο Ηρώδειο και στο εξωτερικό έχει ανεβάσει το επίπεδο και το γόητρο της ελληνικής μουσικής διεθνώς. Του χρωστάμε πάρα πολλά νομίζω, τα οποία κι απολαμβάνει θέλω να πιστεύω.
Ήρθε και με γνώρισε, από τα πρώτα μου βήματα, όταν εμφανιζόμουνα στο “Χάραμα” με τη Γαλάνη, και μου επισήμανε την ικανότητά μου και την ιδιαιτερότητα να μπορώ να τραγουδάω δυο και τρία διαφορετικά είδη τραγουδιού. “Δεν το έχουν πολλοί αυτό”, μου είπε, “πρόσεξε να μην το χάσεις!”. E, μετά με κάλεσε σ’ ένα τηλεοπτικό πρόγραμμα που ’χε κάνει το ’99 για το μιλένιουμ κι ακολούθησαν οι συνεργασίες στο Μέγαρο και στο “Ζυγό”. Φέτος το καλοκαίρι με κάλεσε να συμμετάσχω στο αφιέρωμα στο Μάνο Λοΐζο που παρουσίασε στην Κύπρο. Έχουμε μια συνεργασία που κρατάει και συνεχίζεται με αλληλοεκτίμηση κι αγάπη.».      

Παρατηρώ ότι, πέρα απ’ τον Τσιτσάνη, έχεις συμμετάσχει και σε αφιερώματα, τα οποία έχουν κι αυτά αποτυπωθεί δισκογραφικά, για τους : Γρηγόρη Μπιθικώτση, Βαγγέλη Περπινιάδη, Στράτο Διονυσίου, κι έχεις τραγουδήσει ρεμπέτικα και Άκη Πάνου. Είναι, το λαϊκό και το ρεμπέτικο, τα δυο πιο αγαπημένα σου είδη μουσικής;

«Το λαϊκό και το ρεμπέτικο εγώ θα ’λεγα ότι είναι ένα είδος, δεν τα ξεχωρίζω, υπάρχει το παλιό λαϊκό που κάποιοι το λένε ρεμπέτικο κι η συνέχειά του που αρχίζει να μεταλλάσσεται, εκεί, στα τέλη της δεκαετίας του ’60. Έχω αγαπήσει πάρα πολύ το λαϊκό τραγούδι. Αγαπώ όμως και την παραδοσιακή μουσική, μου αρέσει η έντεχνη, μου αρέσουν απίστευτα τα μεγαλειώδη έργα του Θεοδωράκη και του Χατζιδάκι και, γενικά, μου αρέσει η καλή μουσική που αγγίζει τις ευαίσθητες χορδές μου και μου ανεβάζει το επίπεδό μου αισθητικά και πολιτιστικά.».

Έχεις τραγουδήσει από Μαρκόπουλο και Σταυριανό, μέχρι Νικολόπουλο και Σούκα κι από Λάκη Παπαδόπουλο και Apurimac, μέχρι το «Γκρεμό» του Χατζιδάκι! Ποια άλλα είδη μουσικής σου αρέσουν; Αλλά και, ποια ταυτότητα θα έδινες, εσύ ο ίδιος, στον μουσικό κι ερμηνευτή Ανδρεάτο;  

«Μ’ αρέσει να τραγουδάω ότι αγγίζει την ψυχή μου. Προσπαθώ πάντα για το καλύτερο, αλλά πάντα θα υπάρχουν περιθώρια να βελτιώνω την ερμηνεία μου. Οι εμπειρίες που αποκτώ στη ζωή κι οι δοκιμασίες που περνάω με κάνουν πιο ώριμο και μπορώ να περιέχω περισσότερα πράγματα και να τα βγάζω και στην ερμηνεία μου σιγά-σιγά. Αυτό είναι κάτι πολύ γοητευτικό, παρήγορο και ελπιδοφόρο, δεν με στενοχωρεί ότι μεγαλώνω, αντιθέτως χαίρομαι να μεγαλώνω ωριμάζοντας και να μπορώ να προσθέτω περισσότερα στοιχεία στον εαυτό μου, είτε σαν ερμηνευτή είτε σαν άνθρωπο.
    Ακούω μουσικές που θεωρώ ότι έχουν κάποιο ενδιαφέρον. Προσπαθώ να ενημερώνομαι, ακούω παλιά, ελληνικά και ξένα, τραγούδια, ακούω ορχήστρες. Μου αρέσει κι η κλασική μουσική, κάποιες ερμηνείες από βαρύτονους ή τενόρους, με βοηθάνε στη σωστή τοποθέτηση της φωνής και στη σωστή προφορά των φωνηέντων.».

Ένα πρόσωπο που έχεις ταυτιστεί μαζί του στη δισκογραφία - από το «Λαύριο» μέχρι την πιο πρόσφατη δουλειά σας «Απ’ την αγάπη γυρίζω μόνος» - είναι ο συνθέτης Βαγγέλης Κορακάκης. Πως γνωριστήκατε και συνεργαστήκατε και τι σημαίνει για σένα ο Κορακάκης;

«Μας γνώρισε ένας κοινός φίλος, ο Αντρέας Τσεκούρας κι αμέσως ο Κορακάκης μου πρότεινε να συμμετάσχω στο “Λαύριο”. Έχω τραγουδήσει πολλά τραγούδια του Κορακάκη, 50 και παραπάνω. Μας ένωσε η αγάπη για το λαϊκό τραγούδι, αλλά δεθήκαμε κι οικογενειακά. Τον αγαπάω, τον παρακολουθώ, είναι ένας άνθρωπος που όταν ακούω τραγούδι του στο ραδιόφωνο είναι σα να ανοίγω την πόρτα του σπιτιού μου. Είναι από τους λίγους αυθεντικούς λαϊκούς συνθέτες στις μέρες μας, αλλά ζει κι αυθεντικά λαϊκά. Δεν έχει άλλες βλέψεις απ’ το τραγούδι κι άλλες απαιτήσεις και διεκδικήσεις, θέλει μόνο την ταύτιση της ψυχούλας του με τον λαϊκό κόσμο. Αυτό το πράγμα, το τόσο αγνό και ταπεινό πόσοι το έχουνε σήμερα;».

Πολύτιμη πρέπει να ήταν κι η συνεργασία σου με τον Παντελή Θαλασσινό(«Όλα πολύτιμα»). Ποια η σχέση σου με τον Θαλασσινό;

«Ο Παντελής Θαλασσινός είναι ο πιο γλυκός και καλός άνθρωπος που υπάρχει στο χώρο του τραγουδιού. Απ’ αυτόν έχω πάρει πάρα πολλά μαθήματα και τρόπου ζωής, αλλά κι από το πώς κινείται στο χώρο του τραγουδιού. Μ’ αρέσει πολύ, τον λατρεύω και θεωρώ ότι είναι σπουδαίο ταλέντο και στη δημιουργία τραγουδιών και στην εκτέλεση. Είναι πάρα πολύ ωραίος τραγουδιστής, μ’ ένα πάρα πολύ μοναδικό χρώμα, μου θυμίζει “άλλες πατρίδες”, παλιές, απ’ τις οποίες κατάγεται κιόλας ο ίδιος. Ο Παντελής Θαλασσινός είναι μεγάλη ελπίδα για τη σύγχρονη ελληνική μουσική.».

Έχεις εμφανιστεί κι ως συνθέτης στον δίσκο σου «Το στοίχημα». Γράφεις τραγούδια μόνο για σένα, για τη φωνή σου, ή, θα έδινες τραγούδια και σε συναδέλφους σου τραγουδιστές κρατώντας, αποκλειστικά, το ρόλο του συνθέτη;

«Δεν θεωρώ τον εαυτό μου συνθέτη με την αληθινή έννοια του όρου, γιατί συνθέτης είναι αυτός που έχει σπουδάσει όχι μόνο μουσική, αλλά και μουσική σύνθεση, ξέρει ποιες είναι οι εκτάσεις του κάθε οργάνου, ξέρει ποια έιναι τα ηχοχρώματα, ξέρει με ποιο τρόπο πρέπει να γράψει για το κάθε όργανο. Δεν μπορείς να γράφεις νότες που ’ναι για το κλαρίνο με τρόπο που ’ναι σα να παίζεις ένα έγχορδο, γιατί, απλούστατα, δεν παίζονται. Είναι μεγάλη κουβέντα να πεις ότι είσαι συνθέτης επειδή έχεις γράψει δυο μελωδίες. Τραγουδοποιός μπορεί, μελοποιός θα μπορούσα να πω ότι είμαι. Γράφω κάποιες μελωδίες από δική μου ανάγκη, γιατί είναι λίγα αυτά που ’χω γράψει μέχρι τώρα, τα οποία τα ’χω περάσει από κόσκινο, έχω πετάξει κάποια που δεν μ’ αρέσανε κι απ’ όσα έχω εκδώσει τα πιο πολλά τα ’χω τραγουδήσει εγώ. Είχα όμως την τύχη να μ’ εμπιστευτούν και να τραγουδήσουν δικά μου τραγούδια, η Λένα Αλκαίου, που είπε ένα αγαπημένο μου τραγούδι σε στίχους του Γιάννη Καλαμίτση, το “Χωρίς παλτό”, η Δέσποινα Ολυμπίου, που είπε, σε α΄ εκτέλεση, το “Όσοι τα μαύρα φόρεσαν” σε στίχους Ηλία Κατσούλη κι, ο Βασίλης Σκουλάς, που το είπε σε β΄ εκτέλεση, όχι πιο πετυχημένη, γιατί θα αδικούσα τη Δέσποινα που ’ναι πάρα πολύ καλή τραγουδίστρια και καλή μου φίλη, αλλά πιο ταιριαστή, γιατί το συγκεκριμένο τραγούδι έχει κρητικό χρώμα, κι από μουσική κι από στίχους, και του πάει γάντι.».  

Πριν λίγους μήνες συμμετείχες στον δίσκο του Μιχάλη Κουμπιού «Εδώ μένω», σε τραγούδια διαφορετικού ύφους, από το λαϊκό, που σ’ έχουμε, κυρίως, συνηθίσει. Κι άφησες πολύ καλές εντυπώσεις. Η ερμηνεία σου στο τραγούδι «Του έρωτα το αχ! Πεθαίνω» άρεσε πολύ! Με τον Κουμπιό συνεργαστήκατε και ζωντανά, τον χειμώνα που μας πέρασε, στο πρόγραμμα «Ηλεκτρικά, λυρικά και λαϊκά», μαζί με τη Μαρία Σπυροπούλου. Μίλησέ μας λίγο για την καλλιτεχνική σου σχέση με τον Κουμπιό.

«Ο Κουμπιός είναι ένας άνθρωπος του τραγουδιού κι έχει πολλά ταλέντα και πολλούς τρόπους με τους οποίους ασχολείται με αυτό. Είναι δημιουργός, γράφει πολύ καλή μουσική, γράφει εμπνευσμένους στίχους, θα μπορούσε να τον χαρακτηρίσει κάποιος και σύγχρονο ποιητή. Έχει πολύ ωραίες ιδέες για τις ενορχηστρώσεις, αλλά και πολύ μεγάλο ταλέντο στην παραγωγή. Ήταν, για χρόνια και με μεγάλη επιτυχία, διευθυντής στο “ΔΙΦΩΝΟ”. Στα πλαίσια αυτά γνωριστήκαμε, με αφορμή κάποια συνεργασία μας για το περιοδικό. Μου έδωσε ιδέες για πράγματα που εγώ δεν είχα σκεφτεί, ήρθαμε πιο κοντά, κάναμε παρέα κι έτσι, όταν άκουσα τα καινούρια τραγούδια του, μου κάνανε κλικ, του πρότεινα να τα τραγουδήσω, το συζητήσαμε κι όχι μόνο έγινε, αλλά ήταν και κάτι πολύ ιδιαίτερο για μένα. Το όλο αποτέλεσμα πιστεύω πως ήταν ωραίο, αγαπήθηκε από μια μερίδα του κοινού και παίχτηκε στο ραδιόφωνο. Φίλος ηθοποιός μου έπλεξε εγκώμια γι’ αυτή τη δουλειά. Μου είπε ότι είναι πολύ μπροστά απ’ την εποχή της κι ότι στο μέλλον θα αναγνωριστεί.».

  
 


Έχεις συνεργαστεί με σημαντικούς και μεγάλους συνθέτες, στιχουργούς και τραγουδιστές. Είσαι όμως και πολύ νέος, αφού μπήκες νωρίς στο χώρο. Τι άλλο ονειρεύεσαι να κάνεις; Πως σκοπεύεις να κινηθείς στο μέλλον δισκογραφικά;

«Έχω πάρει μια απόσταση από τα πράγματα, περιμένω και πορεύομαι πολύ διακριτικά κι απαλά. Ο τελευταίος προσωπικός μου δίσκος είναι αυτός με τα τραγούδια του Κορακάκη που κάναμε πριν από σχεδόν 3,5 χρόνια.
Ένα χρέος που έχω, πρώτα στον εαυτό μου, είναι να ολοκληρώσω κάποια στιγμή, δισκογραφικά, τη συνεργασία μου με το Νίκο Μαμαγκάκη. Πέρασα μεγάλο διάστημα δουλεύοντας μαζί του και τον αγαπώ πάρα πολύ. Με βοήθησε να εξελίξω τους τρόπους της ερμηνείας μου.».

 Ποια είναι τα πιο αγαπημένα σου τραγούδια, απ’ αυτά που εσύ έχεις ερμηνεύσει σε πρώτη εκτέλεση και ποια τραγούδια άλλων, που τα τραγουδάς πάντα σε ζωντανές εμφανίσεις σου;

«Όλα τα τραγούδια μου τα αγαπάω. Αισθάνομαι όμως κάτι ιδιαίτερο, μεταξύ άλλων, στα εξής : “Κράτα καρδούλα μου”, “Θάλασσες”, “Το πρώτο φθινόπωρο”, “Πικρό φιλί”, “Στη σκέψη της τρελής”, “Χρώμα δεν αλλάζουνε τα μάτια”, “Το σκάκι”, “Δέκα χρόνια στου Μπακάκου”, “Λόγια κλέβω απ’ τη μέρα”, “Του έρωτα το αχ πεθαίνω”.
Μου αρέσουνε πολλά τραγούδια, που τ’ αγαπάω και τα λέω στις ζωντανές εμφανίσεις μου. Υπάρχει όμως ένα ξεχωριστό, είναι ένα τραγούδι των αρχών του περασμένου αιώνα, του Παναγιώτη Τούντα, το “Είναι ευτυχής ο άνθρωπος που αγάπη δε γνωρίζει”. Αυτό το τραγούδι δεν το λέω κάθε βράδυ, αλλά όταν είμαι πολύ μερακλωμένος κι είναι η κορυφαία μου στιγμή σαν τραγουδιστής. Περιμένω κι εγώ ο ίδιος απ’ τον εαυτό μου να ’μαι πολύ καλά και να ’ρθει η στιγμή να το ζητήσω απ’ την ορχήστρα για να το τραγουδήσω. Εκεί ξεχνάω τα πάντα, κλείνω τα μάτια μου και ταξιδεύω στο χρόνο. Ενώνομαι κατευθείαν με το σύμπαν μ’ αυτό το τραγούδι.».


Που και μαζί με ποιους θα σε απολαύσουμε το χειμώνα και τι καινούριο ετοιμάζεις δισκογραφικά;

«Το χειμώνα θα είμαι μαζί με την Ελένη Βιτάλη στη “Σκηνή δίπλα στο ποτάμι”. Ένα μεγάλο μου όνειρο πραγματοποιείται, γιατί τη θεωρώ μία από τις σπουδαιότερες και συγκινητικότερες φωνές του ελληνικού τραγουδιού. Θα ξεκινήσουμε κοντά στις γιορτές.
Δισκογραφικά, ετοιμάζω μια δουλειά, έναν κύκλο τραγουδιών, σε μουσική του Μάριου Τόκα και σε στίχους του Άλκη Αλκαίου. Έχω μπει στην όλη διαδικασία της προετοιμασίας, αλλά η δουλειά θα γίνει χωρίς βιασύνη. Υπολογίζουμε να κυκλοφορήσει σε ένα χρόνο περίπου.».  

*Πρώτη δημοσίευση : περιοδικό «ΑΥΛΑΙΑ», τεύχος 38(Σεπτέμβριος 2007), σελ. 34-37.

 
Ηλίας Κατσούλης: «Φεύγουν τα τραγούδια».
Το τέταρτο CD της σειράς «Άξιος Λόγος» που επιμελούνται ο Γιώργος Νταλάρας και ο Μιχάλης Κουμπιός είναι αφιερωμένο στον Ηλία Κατσούλη. Τον στιχουργό που διαπέρασε θριαμβικά τη δεκαετία του ’90 με τραγούδια όπως τα «Χαλκίδα», «Με τα φτερά του έρωτα», «Εισιτήριο στην τσέπη σου», «Σμυρναίικα τραγούδια», «Κράτα για το τέλος» και πολλά άλλα. Το «Φεύγουν τα τραγούδια» είναι ένα άλμπουμ που ξεκίνησε να ηχογραφείται πριν φύγει από τη ζωή ο Ηλίας Κατσούλης (21/08/2008) νικημένος από την επάρατη νόσο. Για ότι συμβαίνει εδώ είχε τον πρώτο λόγο, όπως συνέβη και με τους άλλους τρεις δίσκους αυτής της σειράς, όπου πρωταγωνιστές είναι οι ίδιοι οι στιχουργοί.
 
Από τις πιο αυθεντικές λαϊκές κι ωραίες φωνές της γενιάς του ο Γεράσιμος Ανδρεάτος, συνεχίζει την παράδοση του λαϊκού μας τραγουδιού, αν κι οι ερμηνευτικές του δυνατότητες προεκτείνονται και πέρα απ’ αυτό.
Καλλιτέχνης χαμηλών τόνων και προφίλ, κι ίσως αυτό να του στοίχισε μια μεγαλύτερη καριέρα, αλλά, απ’ την άλλη, ίσως και να τον ωφέλησε επί της ουσίας.

 
Τραγουδιστής, από τους καλύτερους της γενιάς του, με ευρεία ερμηνευτική γκάμα, χαρακτηριστική φωνή, σημαντικό ρεπερτόριο και σεμνό καλλιτεχνικό προφίλ, ο Γεράσιμος Ανδρεάτος, κυκλοφορεί νέο δίσκο και μιλά γι’ αυτόν στον «ΟΡΦΕΑ».
Στη σύντομη αυτή κουβέντα μας όμως, δεν παρέλειψα – πέρα από τα του νέου δίσκου του – να συζητήσω μαζί του και για ένα από τα κομβικά θέματα της εποχής μας, που είναι η ταυτότητα του σημερινού λαϊκού τραγουδιού. 

 
Ήταν μια πολύ όμορφη και ζεστή βραδιά η χθεσινή, στον φιλόξενο χώρο του ΙΑΝΟΥ, όπου έγινε η παρουσίαση του νέου άλμπουμ του Γεράσιμου Ανδρεάτου «Ψυχή που δεν αμάρτησε ποτέ της δεν αγιάζει» σε μουσική Δημήτρη Παπαδόπουλου και κυκλοφορεί από το label «Μικρός Ήρως» της Ε.Γ.Ε. Πολλοί φίλοι, συνεργάτες παλιοί και νέοι, συνάδελφοι και δημοσιογράφοι ήρθαν να μοιραστούν τη χαρά του Γεράσιμου Ανδρεάτου και να του ευχηθούν καλή επιτυχία κι εκείνος χάρισε σε όλους τους παραβρισκόμενους υπέροχες στιγμές με τις ερμηνείες του.
 
Ο Δημήτρης Μπάσης συναντά φέτος το καλοκαίρι στη σκηνή τον Γεράσιμο Ανδρεάτο σε μια συνεργασία στην οποία πρωταγωνιστεί το καλό ελληνικό τραγούδι. Η δεκαπενταετής δισκογραφική  πορεία του Δημήτρη Μπάση, η  δυναμική παρουσία του σε live εμφανίσεις οι οποίες αποτυπώθηκαν ηχητικά στο τριπλό cd που κυκλοφόρησε πρόσφατα, καθώς και η συνεργασία του με κορυφαίους  καθώς και η συνεργασία του με κορυφαίους δημιουργούς και ερμηνευτές, τον καθιστούν έναν από τους πλέον καταξιωμένους λαϊκούς και όχι μόνο, τραγουδιστές της νεότερης γενιάς.
 
Powered by Tags for Joomla

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΧΟΛΙΑ

RSS

ΤΑ ΠΙΟ ΔΙΑΒΑΣΜΕΝΑ (90d)

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

ΕΙΠΑΝ - ΕΓΡΑΨΑΝ

Βαραίνουν τα σώματα μέσα στο χρόνο, σηκώνοντας απάνω τους τη θλίψη τους την ακατάλυτη, σηκώνοντας τη μοναξιά.
Γιώργος Θέμελης

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ / ΑΥΡΙΟ

22/10/1937 Γεννήθηκε ο συνθέτης Μάνος Λοίζος
23/10/1925 Γεννήθηκε στην Ξάνθη ο συνθέτης Μάνος Χατζιδάκις