158 αναγνώστες online
Find us on FacebookJoin us on Facebook
sideBar



Σαββέρια Μαργιολά - «Αλισάχνη»

ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ «Τι έχω να χάσω»

Τάσος Π. Καραντής
Τάσος Π. Καραντής
Πρώτη Παρουσίαση
ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ - «Τι έχω να χάσω»
21.10.2017
Ορφέας | Main Feed
Έλενα Δεληχρήστου
Αναζήτηση με tags

Έλενα Δεληχρήστου : «Τα ετερόκλητα μας συνιστούν»



Η Έλενα Δεληχρήστου – αν και τη γνώριζα ως τραγουδίστρια – μου καρφώθηκε, ως εικόνα στο μυαλό, πέρσι, στο «ΝΟΙΖ», όταν η Μελίνα Ασλανίδου την ανέβασε στη σκηνή, στο live της στο γνωστό κλαμπ, όπου ήμασταν χορηγοί επικοινωνίας.
Αμέσως, καταγράφηκε στο μπλοκ(μου) με τα χρέη… Λίγο το f/b, με τις φιλίες του, αλλά, κυρίως, η νέα της δουλειά(«Σου τραγουδώ»), που μου άρεσε, αυτό ήταν! Επικοινωνήσαμε! Και μιλήσαμε!
Αυτήν την κουβέντα μας εύχομαι να απολαύσετε, εξίσου, όπως τις ερμηνείες και τα τραγούδια της Έλενας Δεληχρήστου.
Εγώ, πάντως κάτι κέρδισα : το ζητούμενο που θέτει η Έλενα στο τέλος κι αξίζει να γίνει σύνθημα στις μέρες μας.



Βέροια, Νάουσα, ελληνική περιφέρεια , δηλαδή, ο τόπος καταγωγής σου, αλλά και των παιδικών-εφηβικών χρόνων της ζωής σου. Μουσική παράδοση της περιοχής, αλλά και αθλητισμός και έλξη προς την ομαδικότητα. Όλα αυτά διαμόρφωσαν την ιδιοσυγκρασία σου και την αγάπη σου, αποκλειστικά από κάποια στιγμή και μετά, προς τη μουσική, ως τρόπο ύπαρξης, έκφρασης κι επικοινωνίας;

Ακριβώς. Η μουσική είναι αναπόσπαστο κομμάτι της ιδιοσυγκρασίας των ανθρώπων σ' αυτές τις περιοχές και κυρίως η παράδοση. Μ' αυτήν έρχονται κοντά οι άνθρωποι σε γιορτές αλλά και άλλες κοινωνικές εκδηλώσεις. Δε θα μπορούσε λοιπόν να μην είναι και για μένα ένας τρόπος έκφρασης και επικοινωνίας.

Γίνεσαι μέλος ρεμπετολαϊκής(όπως την χαρακτηρίζεις) ορχήστρας, όπου παίζεις κρουστά και τραγουδάς, στη Νάουσα και, κατόπιν, φοιτήτρια, στο Πανεπιστήμιο, στη Θεσσαλονίκη, όπου μαθητεύεις στο λαϊκό τραγούδι του ’50 και του ’60. Ονειρευόσουν να γίνεις μια λαϊκή τραγουδίστρια; Αυτή  είναι η τραγουδιστική σου ταυτότητα;

Ονειρευόμουν να γίνω τραγουδίστρια. Το ότι στο ξεκίνημά μου μελέτησα παλιές λαϊκές φωνές σημαίνει ότι μάλλον τα πράγματα τα πήρα από την αρχή, θέτοντας γερές βάσεις στη μουσική και ρεπερτοριακή μου κατάρτιση και ευχαριστώ γι' αυτό τους δασκάλους που βρέθηκαν στο δρόμο μου.


Παράλληλα όμως, οι μουσικές σου αγάπες(Μάλαμας, Θ. Παπακωνσταντίνου) δεν αποτελούν τη συνέχεια του λαϊκού τραγουδιού, όπως εκφράστηκε με συνθέτες, π.χ. όπως ο Νικολόπουλος, ο Σούκας, ο Πολυκανδριώτης, ο Μουσαφίρης κ.ά., αλλά δημιουργών μιας νέας «εντεχνολαϊκής σχολής τραγουδοποιών». Εσύ που τοποθετείς τον εαυτό σου, μέσα στο όλο πλαίσιο του τραγουδιστικού μας τοπίου;

Οι τραγουδοποιοί που ανέφερες έχουν καταβολές από την παράδοση ο Θανάσης και από το λαϊκό τραγούδι ο Σωκράτης. Έχουν όμως το προσωπικό τους στίγμα χρησιμοποιώντας ταυτόχρονα κλασικά ελληνικά στοιχεία στη μουσική και το λόγο τους. Θαρρώ πως με τον καιρό και τα χρόνια καθώς και την εμπειρία, θα αποκτήσω κι εγώ το δικό μου ύφος που θα με χαρακτηρίζει, με ετερόκλητα ίσως στοιχεία της παραδοσιακής, της λαϊκής και της δυτικής μουσικής. Άλλωστε τα ετερόκλητα μας συνιστούν. Τα γονίδια της παράδοσης είναι τόσο ισχυρά που δεν έχουν φόβο από επιμειξίες γι' αυτό και τα κουβαλάμε μέσα μας σε ότι κι αν παίζουμε και τραγουδάμε.

 
  
  
 
 


Το πέρασμά σου στον ηλεκτρισμό, που κορυφώνεται με τη συνεργασία σου με τους «ΜΠΛΕ», πως προέκυψε; Συγκυριακά ή ως εσωτερική σου ανάγκη και μουσική διεύρυνση;

Προέκυψε σαν πέρασμα προς την μουσική μου ενηλικίωση, σαν εφηβεία και ομολογώ ότι το απόλαυσα πολύ. Ταίριαζε και ηλικιακά και με τις επιλογές που έκανα στον τρόπο ζωής μου. Οφείλω να πω πως ωρίμασε και τη σκέψη μου αυτή η περίοδος.

Κάπου εκεί, το 2003 κυκλοφόρησε κι ο πρώτος σου δίσκος («Αλλάζει το φως»). Πως θα μας τον περιέγραφες σήμερα, με την απόσταση του χρόνου;

Μια διαδρομή ενός έτους δίπλα στον Γιώργο Παπαποστόλου, που ομολογώ ότι μου έμαθε πολλά όσον αφορά την ηχογράφηση και την παραγωγή ενός δίσκου. Για τα τραγούδια νιώθω μια γλυκιά γεύση και χαμογελώ όταν τα ακούω. Ο δίσκος αυτός ήταν ευκαιρία να μάθω να ενορχηστρώνω τα τραγούδια μου για να μπορούν να παιχτούν όσο το δυνατό πιο πλήρη στα live. Έμαθα να δουλεύω με τη μπάντα μου και τους μουσικούς μου.


Ακολουθούν, τα επόμενα χρόνια, διάφορες και πολυποίκιλες, θα έλεγα, συνεργασίες και δισκογραφικές συμμετοχές σου. Κάνε μερικές στάσεις, όπου εσύ νομίζεις και θέλεις.

Η συνεργασία μου με τον Χρήστο Μητρέντζη νομίζω είναι αυτή που καθόρισε τα επόμενα βήματά μου και τη μέχρι τώρα πορεία μου. Μπορώ να πω ότι σε οποιαδήποτε δουλειά μου ανασύρω από τη μνήμη μου και χρησιμοποιώ πολλά από αυτά που μου έχει διδάξει.

Τη γνωριμία σου, το 2006, και την 5ετή συνεργασία σου με το Νίκο Παπάζογλου, τη θεωρείς, απ’ ότι καταλαβαίνω, κομβική. Έχεις απαντήσει, μέσα σου, για να μας το πεις κι εμάς, το γιατί;

Τη θεωρώ κομβική γιατί έχοντας κάνει τις μουσικές μου διαδρομές και αναζητήσεις σε όλα τα "στέκια" της Θεσσαλονίκης και συνεργαζόμενη με όλες σχεδόν τις προσωπικότητες που τη χαρακτηρίζουν, από το λαϊκό μέχρι το ροκ, ήταν σημαντική η συνάντησή μου με το σύμβολο μιας τέτοιας μουσικής επιμειξίας. Είναι ο μόνος άνθρωπος, σε αντίθεση με όλους τους άλλους, που δε μου είπε "βρες ένα είδος που να είσαι καλή και μόνο αυτό να τραγουδάς". Του άρεσε πολύ που ροκάριζα στα λαϊκά και "αμανέδιαζα" στα δυτικά. Μπορώ να μιλώ ώρες και εκείνον. Το βλέμμα της ικανοποίησης που είχε όταν τα πήγαινα καλά σε μια παράσταση το ένιωθα σαν πατρικό χάδι. Πολλές φορές χόρευε όταν τραγουδούσα την «Πριγκηπέσσα» πίσω από τις κουρτίνες του «ΖΟΟΜ». Ήταν στήριγμα και καθοδηγητής για μένα και μου λείπει πολύ.


Γράφεις στο βιογραφικό σου: 
«Μόλις έφυγε ο Νικόλας (σ.σ. ο Νίκος Παπάζογλου) αποφασίζω να μείνω μόνιμα πλέον στην Αθήνα». Η φυγή του ήταν η αιτία ή η αφορμή για την απόφασή σου αυτή;

Ήταν και τα δύο. Ήταν η εποχή που οι μουσικές σκηνές της πόλης έκλειναν η μία μετά την άλλη και επικρατούσε μια μιζέρια και μια δυστοκία μεταξύ των συναδέλφων. Ο Νίκος ήταν ο λόγος να μοιράζομαι ανάμεσα στις δύο πόλεις. Η Θεσσαλονίκη ήταν το αρχηγείο μας όπως έλεγε, όπου γίνονταν οι πρόβες και οι σχεδιασμοί για τα ταξίδια και τις περιοδείες.


Η μονιμότητα σου αυτή, τι γνώμη σου δημιούργησε – ως άνθρωπο αλλά κι επαγγελματία καλλιτέχνη – για την πρωτεύσουσά μας;

Μου αρέσει η Αθήνα. Αν είσαι λίγο έξυπνος μπορείς να ζήσεις σαλονικιώτικα σε ρυθμούς αθηναϊκούς ή το αντίστροφο. Βλέπεις τι σε βολεύει κάθε φορά και πράττεις. Όσον αφορά τα επαγγελματικά καταλαβαίνεις ότι αναλογικά και μόνο οι ευκαιρίες είναι περισσότερες και αυτό είναι πολύ ευχάριστο.


Φέτος συνεργάστηκες (στο «TAS STAGE»), με δυο δημοφιλή ονόματα, της γενιάς σου και λίγο μεγαλύτερα(Μπάση και Ασλανίδου) και μ’ ένα ιστορικό όνομα από τα ‘70ς, τον Χαράλαμπο Γαργανουράκη. Πως έδεσε το όλο σχήμα και πως εκφράστηκε στο πρόγραμμά σας;

Ο Δημήτρης και η Μελίνα προέρχονται από κοινές καλοκαιρινές εμφανίσεις και λόγω της μεγάλης επιτυχίας που είχαν λογικό ήταν να συνεχίσουν και τον χειμώνα την συνεργασία τους. Ο κ. Γαργανουράκης ήταν μία πρόταση των καλλιτεχνών και των μουσικών που υλοποίησε με χαρά ο κ. Μαροσούλης. Εγώ και ο Βαγγέλης Δούβαλης είμαστε προτάσεις της Μελίνας και του Δημήτρη αντίστοιχα. Είναι ένα πρόγραμμα βασισμένο σε γνωστές επιτυχίες του Δ. Μπάση και της Μ. Ασλανίδου, με κεντρικό στοιχείο το καλό λαϊκό τραγούδι, όπου κορυφώνεται με την εμφάνιση του Χ. Γαργανουράκη και τα κρητικά ακούσματα, που μας επαναπροσδιορίζουν σε μια εποχή που το 'χουμε όλοι πραγματική ανάγκη.

Με τη Μελίνα Ασλανίδου σας συνδέει, νομίζω, μια προσωπική φιλία. Τι εκτίμησες στη Μελίνα άνθρωπο και τραγουδίστρια; Γενικότερα πιστεύεις στις φιλίες με συναδέλφους σου, ή ο ανταγωνισμός τις κάνει εύθραυστες;   

Αρχικά θαυμάζω το ταλέντο της και τη μαγική φωνή της. Το πείσμα της, την ενέργειά της, το πάθος της σε ότι κάνει, τη θετικότητά της, τον αυθορμητισμό της, την καλοσύνη της, το χαμόγελό της και τη δοτικότητά της. Είναι ευθύς και ειλικρινής άνθρωπος και νοιάζεται για τους άλλους. Τη θαυμάζω επίσης για τη μαγειρική της και τη νοικοκυροσύνη της (δεν θα γίνω ποτέ κορίτσι για σπίτι!). Όσον αφορά γενικότερα για τον χώρο και τις φιλίες έχω να πω ότι δεν θυμάμαι να έχω ιδιαίτερα κανένα πρόβλημα με κανέναν. Θεωρώ ότι αν ξέρεις ποιος είσαι, ποιος είναι ο ρόλος σου στα πράγματα και είσαι ειλικρινής και ανοιχτός αποφεύγονται οι παρεξηγήσεις.


Να έρθουμε στο νέο δίσκο σου («Σου τραγουδώ»). Κάπου, έχεις αναφερθεί στον «φαύλο κύκλο των εταιριών». Πως έγινε αυτή η παραγωγή και προέκυψε το αποτέλεσμα που κρατάμε στα χέρα μας;

Η παραγωγή έγινε αποκλειστικά και εξολοκλήρου από εμένα και δεν υπήρξε κανένας διαμεσολαβητής να την διανείμει στο κοινό και να καρπωθεί τα μεγάλα ποσοστά που έχουμε ακουστά. Οι εταιρίες δεν κάνουν ούτε διανομή πια. Είναι παντελώς άχρηστες για ένα νέο δημιουργό, από την αρχή μέχρι το τέλος. Έτσι κι αλλιώς περιμένουν από τον καλλιτέχνη να γίνει μόνος του γνωστός και μετά, μόλις το προϊόν είναι έτοιμο να καρπωθούν τη φήμη του κάθοντας στο σβέρκο του. Εμένα μια εταιρία μου ζήτησε 4000 ευρώ για να μου κάνει μόνο διακίνηση του υλικού μου μέσω ιντερνέτ! Τι δηλαδή; Να στείλει μέσω e-mail τη δουλειά μου σε ραδιοφωνικούς σταθμούς και να ανεβάσει τα τραγούδια μου στο youtube. Σας πληροφορώ ότι μου κόστισε μισή ώρα από το χρόνο μου και ένα κλικ! Έκανα μια σχετική κοπή περιορισμένου αριθμού για τους λάτρεις των cd και από εκεί και πέρα η μουσική μου διατίθεται ελεύθερα για όποιον θέλει να την ψάξει.

Το «βιομηχανικό δισκογραφικό σύστημα» είναι υπεύθυνο και για τη 10ετή απόσταση (2003-2013) που χωρίζει τον πρώτο σου δίσκο από τον δεύτερο;

Μέσα σε αυτά τα 10 χρόνια έπρεπε να βρω τον εαυτό μου. Σε αυτή τη διαδρομή ανακάλυψα ότι χρειάζεται να εκφραστώ και γράφοντας, όχι μόνο τραγουδώντας. Από κει κι έπειτα χρειάστηκε να πείσω τον εαυτό μου ότι μπορώ να το κάνω αρκεί να γίνει το πρώτο βήμα. Επίσης το οικονομικό ήταν άλλο ένα ζήτημα καθώς βιοπορίζομαι αποκλειστικά από το τραγούδι.


Αποφάσισες να υπογράψεις εσύ τις μελωδίες των τραγουδιών σου κι αρκετούς από τους στίχους τους κι όχι να απευθυνθείς σε γνωστούς δημιουργούς τραγουδιών. Επιτακτική εσωτερική ανάγκη;

Εδώ ανοίγεις ένα άλλο ζήτημα. Πολλοί συνθέτες ψάχνουν γνωστές φωνές για να επικοινωνήσουν πιο άμεσα τη δουλειά τους. Ως τέτοια λοιπόν δε  μπορούσα να πω τραγούδια άλλων, αφού δεν είμαι γνωστή στο ευρύ κοινό. Κάθε εμπόδιο σε καλό όμως γιατί αυτό με έκανε πιο δημιουργική και ανακάλυψα και μια άλλη πτυχή του εαυτού μου.


Μίλησέ μας, λοιπόν, για τη νέα σου δισκογραφική δουλειά, το ύφος της, πως έφτασε στην ολοκλήρωσή της, παίρνοντας «σάρκα κι οστά», για το στίγμα που εσύ, ως ο δημιουργός της, θες να της δώσεις.

Είναι μία δουλειά με 11 τραγούδια σε μελωδίες γραμμένες από εμένα και στίχους δικούς μου, του Δημήτρη Καρρά, της Αργυρώς Μάλαμα, της Μίνας Βάστα και της Όλγας Νεράντζη. Ένα τραγούδι έχει ερμηνεύσει η Ειρήνη Χαρίδου και ένα η Ζωή Παπαδοπούλου ντουέτο μαζί μου. Στις ηχογραφήσεις στο στούντιο συναντήθηκα με την Αρετή Κετιμέ και προθυμοποιήθηκε να βοηθήσει παίζοντας σαντούρι σε δύο τραγούδια. Είναι ένας δίσκος που εμπεριέχει όλες μου τις επιρροές από όλα μου τα ακούσματα, ενορχηστρωμένος με τζουράδες, λαούτα, βιολιά, τσέλα, μπουζούκι και νταούλια, με δόσεις ψυχεδελικής ποπ σε μερικές μελωδίες, αλλά κι ενός ζεϊμπέκικου που μυρίζει Σαλονίκη.


Ο τίτλος της δισκογραφικής δουλειάς σου δεν είναι «Σας τραγουδώ», αλλά «Σου τραγουδώ». Απευθύνεται σ’ αυτόν που την αφιερώνεις (στο Νίκο Παπάζογλου); Σε κάποιο δικό σου αγαπημένο πρόσωπο; Στον κάθε ακροατή «ατομικά - προσωπικά»; Όλα αυτά μαζί; Ή τίποτα απ’ όλα αυτά;

Ο τίτλος «Σου τραγουδώ» προέρχεται από τον τίτλο ενός τραγουδιού του Νικόλα «Για το χαμόγελό σου τραγουδώ», το οποίο υπάρχει στο χέρι μου τατουάζ με τον γραφικό του χαρακτήρα. Απευθύνεται και στον ίδιο (που είχε προλάβει να αγαπήσει το «Στης θάλασσας τα κύματα» και το «Κόσμε μου»), στους γονείς μου που καμαρώνουν, στους φίλους μου και τους αγαπημένους μου που χαίρονται να με ακούν, αλλά και σε όποιον μπορέσω να αγγίξω με τα τραγούδια μου και να τον κάνω να χαμογελάσει.


Στο εξώφυλλο και στο ένθετο δεσπόζουν φωτό που εστιάζουν στα χέρια σου κι όχι στο πρόσωπό σου, όπως γίνεται συνήθως. Ποια είναι η σχέση σου με τα «χέρια», υπό το πρίσμα του στίχου του Ανδρέα Εμπειρίκου «Πάρε τη λέξη μου, δώσε μου το χέρι σου».

Έχω μια ιδιαίτερη σχέση με τα χέρια (όχι τα δικά μου). Αν θα μου λείπει κάποιος μπορώ εύκολα να φέρω στη μνήμη μου την εικόνα των χεριών του και να τον φέρω κοντά μου. Τα χέρια ενός ανθρώπου δείχνουν τη στάση που έχει στη ζωή. Είναι το μέσο για το άγγιγμα, το χάδι, τη στοργή, τη φροντίδα, την αγκαλιά. Χέρια απαλά, παιδικά απαίδευτα, χέρια εργατικά, σκληρά, βασανισμένα, χέρια οστεώδη, νευρικά, χέρια μητρικά και στοργικά. Όλες οι εκφάνσεις της ζωής αποτυπωμένες στις γραμμές των χεριών.

Ας ολοκληρώσουμε την κουβέντα μας με την Έλενα. Γράφεις : «Η μουσική … ξεμαγκώνει κάθε συστολή». Μετά από τόσα χρόνια, live εμφανίσεων κι «έκθεσης στο κοινό», έχεις συστολές; Πως είναι η Έλενα στην καθημερινότητά της;

Πολλές φορές τα τραγούδια μιλούν καλύτερα τη γλώσσα της καρδιάς απ’ ότι οι κουβέντες. Η μουσική έχει την αμεσότητα να δημιουργεί την κατάλληλη ατμόσφαιρα και ο στίχος να συμπυκνώνει τα νοήματα με δυο - τρεις λέξεις. Δεν υπάρχει καλύτερη έκφραση συναισθημάτων απ’ αυτό. Και στην καθημερινότητά μου ψάχνω γι’ αυτή την αμεσότητα είτε παίζω μουσική είτε όχι. Το ζητούμενο είναι να παίρνω και να δίνω αγάπη, ακόμη κι εκεί που δε μου ζητείται.

 


Επισκεφτείτε το επίσημο site του καλλιτέχνη στη διεύθυνση

ELENA DELICHRISTOU / ΕΛΕΝΑ ΔΕΛΗΧΡΗΣΤΟΥ | Facebook

 

 
Powered by Tags for Joomla

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΧΟΛΙΑ

RSS

ΤΑ ΠΙΟ ΔΙΑΒΑΣΜΕΝΑ (90d)

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

ΕΙΠΑΝ - ΕΓΡΑΨΑΝ

Χτύπος γλυκόλαλης καμπάνας, μια πασχαλιά που κουβαλά μαζί της και το αεράκι του Επιτάφιου είναι για τους Έλληνες ο Πάριος. Μια ηχώ από τις γυναίκες που αγάπησε. Ένα φωτόδεντρο στην αυλή του ελληνικού τραγουδιού. Δεν είναι τυχαίο πως από πολύ νωρίς ο Καζαντζίδης μου είχε εμπιστευτεί ότι αυτόν θαύμαζε περισσότερο από τη γενιά του. Δεν είναι τυχαίο ότι Φλέρυ Νταντωνάκη, η μεγαλύτερα για μένα Ελληνίδα τραγουδίστρια, τρελαινόταν με τον Πάριο
Γιώργος Λιάνης

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ / ΑΥΡΙΟ

21/10/1907 Γεννήθηκε ο σουρεαλιστής ζωγράφος και ποιητής Νίκος Εγγονόπουλος
22/10/1937 Γεννήθηκε ο συνθέτης Μάνος Λοίζος

ΤΥΧΑΙΑ TAGS