85 αναγνώστες online
Find us on FacebookJoin us on Facebook
sideBar



Σαββέρια Μαργιολά - «Αλισάχνη»

ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ «Τι έχω να χάσω»

Τάσος Π. Καραντής
Τάσος Π. Καραντής
Πρώτη Παρουσίαση
ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ - «Τι έχω να χάσω»
13.12.2017
Ορφέας | Main Feed

Τα πρόσωπα

Δώρα Παπαδοπούλου

Είμαι Έλληνας και το όνομά μου είναι Μιχάλης Κακογιάννης. Αυτή είναι η Κύπρος, η πατρίδα μου. Η Κύπρος κατοικείται από τους Έλληνες εδώ και πάνω από 3.000 χρόνια. Επιζήσαμε από πολλούς κατακτητές. Ρωμαίους, Φράγκους, Βενετσιάνους, Τούρκους, αλλά πάντα μείναμε με την ελληνική μας κληρονομιά. (*)

Ο Μιχάλης Κακογιάννης γεννήθηκε στη Λεμεσό της Κύπρου το 1919. Ο δικηγόρος πατέρας του ήλπιζε πως ο πρώτος του γιος θα ακολουθήσει το επάγγελμά του. Γι΄ αυτό και ο Μιχάλης Κακογιάννης πήγε στην Αγγλία για να σπουδάσει νομικά. Το όνειρο του ιδίου ήταν να γίνει ηθοποιός. Τέλειωσε τη Νομική Σχολή, σπουδάζοντας συγχρόνως και στη δραματική σχολή του Λονδίνου. Γρήγορα ξεκίνησε την καριέρα του  ως ηθοποιός κάνοντας ντεμπούτο με το ρόλο του Ηρώδη και παίζοντας σε πολλές παραστάσεις με αποκορύφωμα τον πρωταγωνιστικό ρόλο στον Καλιγούλα του Αλμπέρ Καμύ. Αμέσως μετά παίρνει την απόφαση να εγκαταλείψει την υποκριτική για να συνεχίσει την πορεία του σα σκηνοθέτης. Το 1953 επιστρέφει στην Ελλάδα και σκηνοθετεί την πρώτη του ταινία, το “Κυριακάτικο ξύπνημα” με πρωταγωνιστές την Έλλη Λαμπέτη και το Δημήτρη Χορν. Ο ίδιος λέει: “Η Ελλάδα ήταν μία φτωχή χώρα κι όμως μου άνοιξε την πόρτα. Ενώ στην Αγγλία, που ήμουν πασίγνωστος, μόλις είπα θέλω να κάνω ταινία βρήκα τις πόρτες κλειστές”. Ο συντάκτης της εφημερίδας “Αυγή” Γ. Σταύρου με τον τίτλο: “Ένας Έλληνας σκηνοθέτης που ξέρει τη δουλειά του” γράφει: το “Κυριακάτικο ξύπνημα” ανατρέπει την αντίληψη πως ο πιο σίγουρος τρόπος για την επιτυχία μιας ταινίας είναι να κινηματογραφούμε ορισμένα καλαμπούρια, με τη μόνη αλήθεια: ότι ο κινηματογράφος είναι μία τέχνη με δικούς της νόμους και για να καταπιαστεί κανένας μαζί του πρέπει να τους ξέρει, όχι εμπειρικά. Με ουσιαστικότερη μελέτη και φροντίδα.
Για το Κυριακάτικο Ξύπνημα ο ίδιος ο σκηνοθέτης λέει πως ήταν μια ταινία για την Αθήνα. “Είχα ερωτευτεί την Αθήνα”, λέει χαρακτηριστικά. Δύο χρόνια μετά, το 1955 ήλθε η σειρά της “Στέλλας”. Κι αμέσως μετά η ταινία “Το κορίτσι με τα μαύρα” με πρωταγωνίστρια την Έλλη Λαμπέτη. Και οι δύο ταινίες κέρδισαν το βραβείο της Χρυσής Σφαίρας Καλύτερης Ξένης Ταινίας από την Επιτροπή Ανταποκριτών Ξένου Τύπου στο Χόλιγουντ το 1955 . Ο Μιχάλης Κακογιάννης ήταν ήδη ένας διεθνώς αναγνωρισμένος σκηνοθέτης.
Ακολούθησαν οι ταινίες “Το τελευταίο ψέμα” (1958), “Ερόικα” (1960), “Χαμένο κορμί” (1961) και Ηλέκτρα (1962), η πρώτη ταινία της αρχαίας τριλογίας, για να φθάσουμε στο Ζορμπά (1964) και την παγκόσμια καταξίωση του Κακογιάννη.
Μετά το Ζορμπά, ο Κακογιάννης εξέπληξε γυρίζοντας το 1967 μία τελείως διαφορετική ταινία, μία σατιρική ταινία με τον τίτλο “Όταν τα ψάρια βγήκαν στη στεριά”, η οποία ήταν και η πρώτη έγχρωμη ταινία του. Οι επόμενες τρεις παραγωγές του όμως έμελλε να είναι όλες “τραγικές”. Ολοκλήρωσε την τριλογία του με δύο ακόμη έργα του Ευριπίδη, τις “Τρωάδες” (1971) και την “Ιφιγένεια” (1977), αφού προηγουμένως (1975) είχε γυρίσει το ντοκιμαντέρ “Αττίλας 1974” με θέμα την τραγωδία της Κύπρου. Η φιλμογραφία του ολοκληρώνεται με τις ταινίες “Γλυκιά πατρίδα”, “Πάνω κάτω και πλαγίως” (1992) και Βυσσινόκηπος (1999).

Ο Μιχάλης Κακογιάννης ως ένας θα λέγαμε κατεξοχήν κοινωνικοπολιτικός εκφραστής  της τέχνης του, σκηνοθέτησε από το ντεμπούτο του το 1950 έως το 2005 συνολικά 15 κινηματογραφικές ταινίες, 36 θεατρικά έργα και 7 όπερες στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Και σκηνοθέτησε μερικούς από τους σημαντικότερους ηθοποιούς του ελληνικού αλλά και του παγκόσμιου θεάτρου και κινηματογράφου όπως ήταν η Έλλη Λαμπέτη, ο Δημήτρης Χορν, η Κάθριν Χέρμπορν, η Σάρλοτ Ράμπλινγκ, η Μελίνα Μερκούρη, η Ειρήνη Παππά, ο Άντονυ Κουίν, ο Άλαν Μπέιτς, η Βανέσσα Ρέντγκρειβ.
Ο Κακογιάννης είχε μία πολύ πιο ιδιαίτερη και ουσιαστική σχέση με τις ταινίες του, πατρική θα λέγαμε. πέρα από τη σκηνοθετική τους πλευρά. Ήταν ο επί της ουσίας εμπνευστής και καθοδηγητής τους.  Εκτός από τη σκηνοθεσία, έγραψε και το σενάριο στις περισσότερες από τις ταινίες του, ενώ στις πιο πολλές έκανε ο ίδιος και το μοντάζ.
Το θέατρο υπήρξε το δεύτερο πεδίο δράσης του σκηνοθέτη Κακογιάννη, με ένα ιδιαίτερα σημαντικό έργο.  Σκηνοθέτησε πολλάκις στο θεατρικό σανίδι Σαίξπηρ και Ευριπίδη και άλλους, δείχνοντας όμως έμπρακτα τη μεγάλη αγάπη του για τους δύο πρώτους. Οι σκηνοθετημένες από τον Κακογιάννη θεατρικές παραστάσεις ανέβηκαν σε δεκάδες θέατρα της Ελλάδας, της Ευρώπης και της Αμερικής. Το σκηνοθετικό ξεκίνημά του στο θέατρο ήλθε λίγο μετά το κινηματογραφικό, το 1954, με το έργο “Μια γυναίκα χωρίς σημασία” του Όσκαρ Ουάιλντ που ανέβηκε από το θίασο της Κυβέλης στην Αθήνα. Ακολούθησαν πλήθος παραστάσεων και με δυσκολία μπορεί κανείς να διακρίνει τις πιο σημαντικές ή έστω τις πιο επιτυχημένες. Οι μεταφράσεις έργων του Σαίξπηρ και του Ευριπίδη ήταν ένας ακόμη παράλληλος βίος. “Έχω περάσει υπέροχες νύχτες παρέα με το Σαίξπηρ και τον Ευριπίδη βεβαίως”, δηλώνει ο ίδιος. Μεταξύ άλλων, η μετάφραση του έργου του  Ευριπίδη “Βάκχες” στην αγγλική γλώσσα θεωρείται μία από τις καλύτερες που έγιναν ποτέ.

 

Όταν ο Αλέξης Ζορμπάς συνάντησε τη Στέλλα

Αλήθεια θα μπορούσε ποτέ κανείς να φανταστεί αυτή τη συνάντηση; Θα μπορούσε άραγε η Στέλλα κι ο Ζορμπάς να συνυπάρξουν στην ίδια ταινία; Αυτές οι δύο προσωπικότητες, σχεδόν ίδιες κι απαράλλαχτες θα μπορούσαν να βρεθούν στο ίδιο μαύρο φιλμ, τόσο αυτές όσο και οι καλλιτέχνες που τους έδωσαν πνοή; Μοιάζει σχεδόν αδύνατο. Στην πράξη βέβαια, αυτή η συνάντηση έγινε. Έγινε στο μυαλό του δημιουργού των δύο κινηματογραφικών χαρακτήρων. Κι αν η δύναμη της προσωπικότητας της Στέλλας και του Ζορμπά και τα δέκα χρόνια που χωρίζουν τη σύλληψή τους επέβαλε να βγουν χώρια στην οθόνη, στην πράξη πρόκειται για τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος.

Στέλλα (1955)

Η τολμηρή και ανατρεπτική, για τα δεδομένα της εποχής “Στέλλα” ήταν η ταινία που έκανε τον Κακογιάννη γνωστό μέσα και έξω από τα σύνορα της Ελλάδας. Βασισμένη στο θεατρικό έργο του Ιάκωβου Καμπανέλλη “Η Στέλλα με τα κόκκινα γάντια”, γραμμένο από το θεατρικό συγγραφέα πάνω στο χαρακτήρα της Μελίνας, ήταν και το ντεμπούτο της Μελίνας Μερκούρη στον κινηματογράφο. Ήταν ακόμη η πρώτη κινηματογραφική ταινία στην οποία εμφανίστηκαν μπουζούκια. Ο Κακογιάννης λέει  μάλιστα πως ο ίδιος ο Μάνος Χατζιδάκις είχε αρχικά ενδοιασμούς για το κατά πόσον το μπουζούκι ήταν αρκετά “αξιοπρεπές” για να πρωταγωνιστήσει στην ταινία αυτή ως μουσικό όργανο. Πρόσωπο της ταινίας η Στέλλα, μία τραγουδίστρια στο κέντρο ο "Παράδεισος". Στην ταινία συμμετείχαν ο Γιώργος Φούντας, ο Αλέκος Αλεξανδράκης, η Σοφία Βέμπο.

Ο Μιχάλης Κακογιάννης θυμάται: “Και φτάσαμε στην Αθήνα της Στέλλας που ήταν μια άλλη Αθήνα. Που πάντα με γοήτευε. Η Αθήνα της ταβέρνας, του μπουζουκιού, του Πειραιά, της Τρούμπας, φοβερά γραφική, φοβερά κινηματογραφική. Όλη αυτή η περιοχή, Νεάπολη, Εξάρχεια ήταν μαγική. Η ταβέρνα αυτή υπήρχε, λεγόταν “Ο Παράδεισος”. Η ταινία γράφτηκε έχοντας υπόψη το τοπίο αυτό. Και έχοντας υπόψη μου πως η Μελίνα έδινε την εντύπωση σαν άνθρωπος, μιας απελευθερωμένης γυναίκας. Το τόνισα, παρά τις προσπάθειες πολλών να με αποτρέψουν θεωρώντας τη Μελίνα τελείως αντικινηματογραφική.
Ο Φούντας ήταν ο Μίλτος, ποδοσφαιριστής του Ολυμπιακού. Έπρεπε να τραβήξω σκηνές του Φούντα στο γήπεδο, με πολύ κόσμο. Ήταν ένα ματς Ελλάδα – Γιουγκοσλαβία, αν θυμάμαι καλά. Στο γήπεδο του Παναθηναϊκού. Το έχωσα μέσα στο γήπεδο, μπήκα κι εγώ κι όταν το παιγνίδι παιζόταν από την άλλη πλευρά του έλεγα τώρα μπες και χτύπα το κόρνερ. Ήταν όμως τελείως ατζαμής και έστελνε τη μπάλα ανάμεσα στους παίκτες και κάποια στιγμή βρέθηκαν με δύο μπάλες. Και σταμάτησε το παιχνίδι. Ήτανε παγωνιά θυμάμαι. Αλλά εγώ έπρεπε να το κάνω σα να ήταν καλοκαιρινό παιχνίδι. Είπα λοιπόν στη Μελίνα, “βγάλε τα παλτά, βγάλε τις γούνες”, κι έμεινε με το μπλουζάκι. Και μετά φώναξα με τον τηλεβόα, όσοι είστε παλληκάρια βγάλτε τα παλτά, μείνετε με τα πουκάμισα να ασπρίσει ο τόπος. Και ξαφνικά, όλοι τα έβγαλαν, ήταν καταπληκτικό".

Η ταινία έγινε μεγάλη επιτυχία. Προβλήθηκε στις Κάννες το 1955. Στο φεστιβάλ εκείνης της χρονιάς η Μελίνα Μερκούρη μαζί με την ηθοποιό Μπέτσυ Μπλερ ήταν τα δύο φαβορί για το βραβείο της ερμηνείας του πρώτου γυναικείου ρόλου, αλλά τελικά το βραβείο δεν απονεμήθηκε καθόλου. Ωστόσο, η Στέλλα και το φεστιβάλ έγινε αφορμή να γνωρίσει η Μελίνα Μερκούρη το Ζυλ Ντασέν. Τα επόμενα χρόνια, ο Μιχάλης Κακογιάννης έμεινε πιστός στο ραντεβού του με το Φεστιβάλ των Καννών με τις πιο πολλές ταινίες του να προβάλλονται στο φεστιβάλ και να αποσπούν βραβεία. Το Μάιο του 1997 στις εκδηλώσεις για τα 50 χρόνια του κινηματογραφικού φεστιβάλ των Καννών, ο Μιχάλης Κακογιάννης, όπως και ο Θεόδωρος Αγγελόπουλος, θα τιμηθεί για την προσφορά του. Στο εξωτερικό συνολικά η ταινία απέσπασε πολύ καλές κριτικές και κέρδισε τη Χρυσή Σφαίρα των  Ανταποκριτών Ξένου Τύπου του Χόλιγουντ. Ωστόσο στο εσωτερικό οι γνώμες των κριτικών της εποχής ήταν μοιρασμένες με τις “αρνητικές” να έχουν πιο πολύ “αριστερό” χρώμα. Όσο περίεργο, άλλο τόσο και αληθινό.

Ζορμπάς (1964)

Ο Ζορμπάς μου εξασφάλισε την οικονομική μου βιωσιμότητα εφ' όρου ζωής, δεν ντρέπομαι να το πω”, λέει με νόημα ο Μιχάλης Κακογιάννης, αναφερόμενος στην πράξη στην τεράστια αποδοχή και επιτυχία της ταινίας ανά τον κόσμο, που του απέφερε και μεγάλα οικονομικά οφέλη. Με σενάριο του Κακογιάννη, βασισμένο πάνω στο ομώνυμο  μυθιστόρημα του Καζαντζάκη ο Ζορμπάς κάνει την εμφάνισή του στις αίθουσες το Νοέμβρη του 1964. Τον Καζαντζάκη, ο Κακογιάννης τον γνώρισε στην Αγγλία, εν μέσω του δευτέρου πολέμου, όταν ο δεύτερος παρουσίαζε μία κυπριακή εκπομπή η οποία φιλοξενούσε κατά καιρούς ανθρώπους του πνεύματος. Ωστόσο, ο συγγραφέας του Ζορμπά δεν πρόλαβε να δει το χαρακτήρα του Ζορμπά στη μεγάλη οθόνη αν και είχε εκμυστηριευθεί στον Κακογιάννη πως θα ήθελε να δει ένα από τα μυθιστορήματά του σκηνοθετημένο από αυτόν.
Πρόσωπο του φιλμ ο Αλέξης Ζορμπάς. Ένας Κρητικός, παρορμητικός, σκληρός, άκαμπτος και απρόβλεπτος. Πλάι του ένας νεαρός Βρετανός συγγραφέας που τον συναντά στον τόπο του, την Κρήτη, όπου έχει πάει για να διαχειριστεί μια κληρονομιά που ήλθε στα χέρια του. Ο πρώτος αναλαμβάνει να γίνει ο δάσκαλος του δεύτερου και να του διδάξει τη φωτεινή πλευρά της ζωής.
Πρωταγωνιστές στην ταινία ο Άντονι Κουίν (1915 - 2001) και ο Άλαν Μπέιτς (1934 - 2003). “Χωρίς τον Άντονι Κουίν δε θα είχε γυριστεί η ταινία”, θυμάται ο Κακογιάννης. “Πήγα και τον ρώτησα αν θα μπορεί να παίξει γιατί μόνο έτσι, μόνο με τον Κουίν θα μπορούσα να εξασφαλίσω τα δικαιώματα της ταινίας. 'Ηταν ο ιδανικός πρωταγωνιστής”.
Στο ρόλο της Ορτάνς ήταν η Ρωσίδα ηθοποιός Λίλα Κέντροβα (1918 - 2000). Αρχικά ο ρόλος αυτός προοριζόταν για τη γνωστή Γαλλίδα σταρ Σιμόν Σινιορέ (1921 - 1985), που όμως δε δέχθηκε τελικά να παίξει. Λέει ο Κακογιάννης: “Η αλήθεια είναι μία. Η Σινιορέ δε μας εγκατέλειψε, ούτε διαφωνήσαμε σε καλλιτεχνικής φύσεως ζητήματα, όπως προσπάθησαν να παρουσιάσουν τα πράγματα ορισμένοι δημοσιογρασικοί κύκλοι. Απλούστατα δε μπορούσε να ανταποκριθεί στις ψυχολογικές αξιώσεις του ρόλου της Ορτάνς. Δεν της πήγαινε ο ρόλος. Λυπήθηκα που δε μπόρεσε να παίξει αυτή τη ρόλο. Ικανοποιήθηκα όμως και με το παραπάνω από το παίξιμο της Κέντροβα.
Συμμετείχαν ακόμη η Ειρήνη Παππά, ο Γιώργος Φούντας, η Ελένη Ανουσάκη, ο Σωτήρης Μουστάκας, ο Γιώργος Βογιατζής και η Άννα Κυριακού. Διευθυντής φωτογραφίας ο Ουώλτερ Λάσσαλυ, στα σκηνικά και τα κουστούμια ο Βασίλης Φωτόπουλος, ενώ ο Θεοδωράκης γράφει τη μουσική του Ζορμπά. Ο χορός του έμελλε να γίνει το πιο αναγνωρίσιμο ελληνικό ορχηστρικό, σήμα κατατεθέν από τότε της χώρας μας. Ακούς Ζορμπά, μυρίζεις Ελλάδα.
Ο Ζορμπάς γίνεται με το καλημέρα τεράστια επιτυχία. Κερδίζει πέντε βραβεία των Ανταποκριτών Ξένου Τύπου του Χόλιγουντ, και επτά συνολικά υποψηφιότητες για τα σημαντικότερα από τα βραβεία Όσκαρ (καλύτερης ταινίας, σκηνοθεσίας, διασκευασμένου σεναρίου, φωτογραφίας, σκηνογραφίας, Α’ ανδρικού ρόλου για τον Άντονι Κουίν, Β’ γυναικείου ρόλου για τη Λίλα Κέντροβα) για να κερδίσει τελικά τα τρία από αυτά (φωτογραφίας, σκηνογραφίας, Β' γυναικείου ρόλου). Η πρεμιέρα της ταινίας δόθηκε στο Παρίσι, μέσα σε απίστευτη κοσμοσυρροή. Τα εισιτήρια, αν και πανάκριβα είχαν εξαντληθεί. Τόσο ακριβά εισιτήρια είχαν εκδοθεί στην εμφάνιση της Μαρίας Κάλλας στην όπερα των Παρισίων. Ενώ το θέατρο ήταν ασφυκτικά γεμάτο, εκατοντάδες κόσμος βρισκόταν στο φουαγιέ με την ελπίδα να εξασφαλίσει μία θέση στην αίθουσα. Ο Μιχάλης Κακογιάννης σε πολύ πρόσφατη συνέντευξή του στο BHMAgazino, αναφέρει: «Θυμάμαι ένα εξαιρετικό γεγονός και μη αναμενόμενο. Όταν ήταν να παιχτεί ο “Ζορμπάς” στη Νέα Υόρκη είχε διαδοθεί η φήμη ότι επρόκειτο περί μιας εξαιρετικής ταινίας. Έτσι, όταν εμφανίστηκα στην πρεμιέρα βρήκα ένα σωρό μηνύματα διασήμων που ήθελαν να με γνωρίσουν και να με ασπαστούν. Μεταξύ αυτών ήταν και ένα τηλεγράφημα από τον μεγαλύτερο παραγωγό του Χόλιγουντ, τον Ντέιβιντ Σέλζνικ, παντρεμένο με την Τζένιφερ Τζόουνς, πολλά χρόνια μεγαλύτερό της και προστάτη της. Με παρακαλούσε ταπεινά, επειδή δεν μπορούσε ο ίδιος να με επισκεφτεί, να πάω στο σπίτι του. Θεώρησα εξαιρετική τιμή το ότι με καλούσε. Μην περιμένοντας όμως πολλά πράγματα, γιατί ήμουν δύσκολο παιδί, επέμενα στα δικά μου τα σενάρια. Πήγα στο ξενοδοχείο. Εκείνος έμενε σε ένα τεράστιο διαμέρισμα. Ο Σέλζνικ φορούσε ρομπ ντε σαμπρ και ήταν ξαπλωμένος σε μια ειδική πολυθρόνα. Ήθελε να με συστήσει στη γυναίκα του και με οδήγησε στα ενδότερα του διαμερίσματός του για να τη συναντήσω. Έκλεισε την πόρτα πίσω μας και είπε: “Σας αφήνω να συνεννοηθείτε”. Η Τζόουνς δεν ήταν από τις μεγάλες μου προτιμήσεις ως ηθοποιός. Ηταν όμως συμπαθέστατη. Και πολύ σεμνά μου είπε: “Λυπούμαι που ο άνδρας μου είναι σε ηλικία που κάνει απρόσμενα πράγματα όπως αυτό, αλλά καταλαβαίνω ότι δεν θέλετε να κάνετε ταινία μαζί μου, δεν είμαι αρκετά καλή ηθοποιός”. Ο Σέλζνικ είχε πληρώσει τα δικαιώματα περίπου εκατό μυθιστορημάτων, τα οποία έθετε στη διάθεσή μου να διαλέξω για να σκηνοθετήσω την ταινία που θα είχε πρωταγωνίστρια τη γυναίκα του. Δεν έδωσα συνέχεια. Καταγράφω ως σημαντικό το γεγονός ότι ο μεγαλύτερος παραγωγός του Χόλιγουντ άνοιγε την πόρτα σε ένα παιδί από την Ελλάδα, που η μόνη διάσημη ταινία του ήταν ο “Ζορμπάς”».

 

Κινηματογραφώντας τον Ευριπίδη

Στον Κακογιάννη κατοχυρώνεται η μεταφορά της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας στο κινηματογραφικό πανί. Σε ολόκληρη την πορεία του στο θέατρο σκηνοθέτησε αρχαίες ελληνικές τραγωδίες των δύο Ελλήνων τραγωδών, του Σοφοκλή  και του Ευριπίδη. Ωστόσο, με τον Ευριπίδη να αποτελεί την αδυναμία του, δεν άργησε να συλλάβει το όραμά του για μία μεγάλη κινηματογραφική τραγική τριλογία.

Ευριπίδη Ηλέκτρα (1961)

Η αρχή γίνεται το 1961, με την “Ηλέκτρα” σε δικό του σενάριο, βασισμένο στο αρχαίο δράμα του Ευριπίδη, με μουσική του Μίκη Θεοδωράκη και με τους πρώτους ρόλους στην Ειρήνη Παπά, το Γιάννη Φέρτη, το Μάνο Κατράκη και άλλους. Ο τύπος της εποχής τότε έγραφε: “Ο Μιχάλης Κακογιάννης θα μεταφέρει στην οθόνη την τραγωδία του Ευριπίδου "Ηλέκτρα" με πρωταγωνίστρια την Ειρήνη Παππά! Την ενδιαφέρουσα είδηση ανακοίνωσε ο ίδιος ο διάσημος Έλλην σκηνοθέτης, προσθέτοντας ότι το γύρισμα του φιλμ θα αρχίσει στο τέλος του ερχόμενου Οκτωβρίου. Ως τότε ο δημιουργός της Στέλλας, του "Κοριτσιού με τα μαύρα", του "Ερόικα", του "Χαμένου κορμιού" θα εργάζεται εντατικά για την προετοιμασία του γυρίσματος αυτής της ταινίας. Έχει να τελειώσει το σενάριο που τους διαλόγους γράφει μαζί με γνωστό Αθηναίο λόγιο κατευθείαν από το πρωτότυπο, έχει ακόμα να επιλέξει τους υπόλοιπους ηθοποιούς, να βρει τις κατάλληλες τοποθεσίες για το γύρισμα των εξωτερικών σκηνών κι ένα σωρό άλλα προβλήματα να λύσει, όπως σε ποιο συνθέτη να αναθέσει τη μουσική του φιλμ ή σε ποιον ενδυματολόγο τα κουστούμια των πρωταγωνιστών και των κομπάρσων. Για την ώρα εκείνο που μπορεί να προστεθεί γύρω από αυτή την προετοιμασία είναι ότι οι εξωτερικές σκηνές που είναι και οι περισσότερες στο φιλμ, θα γυριστούν κατά πάσα πιθανότητα στην πεδιάδα του Άργους και σε μια περιοχή κοντά στην Αθήνα, ότι όλοι οι πρώτοι ρόλοι θα ανατεθούν σε επαγγελματίες ηθοποιούς και ότι μάλλον ο Μίκης Θεοδωράκης θα είναι ο συνθέτης που θα προτιμηθεί να αναλάβει τη μουσική της ταινίας.
Αλλά γιατί ο Μιχάλης Κακογιάννης ενώ από χρόνια προετοίμαζε να μεταφέρει στον κινηματογράφο μια άλλη τραγωδία του Ευριπίδη, την Ιφιγένεια εν Αυλίδι, αποφάσισε ξαφνικά να γυρίσει την Ηλέκτρα; Ο ίδιος δίνει την απάντηση στο ερώτημα: "Δεν εγκατέλειψα την ιδέα να γυρίσω την Ιφιγένεια. Απλώς ανέβαλα το γύρισμά της γιατί παρουσιάζει ένα μεγάλο οικονομικό πρόβλημα λόγω του όγκου της παραγωγής της, πράγμα που δε συμβαίνει με τον προϋπολογισμό της Ηλέκτρας. Για να γυριστεί η Ιφιγένεια χρειάζεται απαραίτητα η συμμετοχή μεγάλων ξένων παραγωγών. Βέβαια, παρουσιάσθηκαν αρκετοί μέχρι σήμερα ξένοι παραγωγοί που ενδιαφέρθηκαν να χρηματοδοτήσουν το γύρισμα της Ιφιγένειας, αλλά με όρους απαράδεκτους, όπως η συμμετοχή μη Ελλήνων ηθοποιών ή το γύρισμα στην ξένη γλώσσα”.

Στην ερώτηση γιατί διάλεξε την Ηλέκτρα του Ευριπίδου που είναι μία τραγωδία από τις λιγότερο γνωστές, ο Μιχάλης Κακογιάννης, σα να την περίμενε,  δίνει τη δική του εκδοχή: “Η Ηλέκτρα του Ευριπίδου είναι λιγότερο γνωστή από εκείνη του Σοφοκλέους είναι ένας από τους λόγους που με έκανε να την προτιμήσω. Βασικά όμως εκείνο που με έσπρωξε να διαλέξω τον Ευριπίδη είναι ότι στην Ηλέκτρα του η δράση δε γίνεται στο κλασικό περιβάλλον αλλά στον ανοικτό χώρο της τραχειάς ελληνικής γης. Επειδή μάλιστα για μένα την αιωνιότητα της Ελλάδος μαρτυράνε περισσότερο κι από τα κιονόκρανα, η ελιά και το κυπαρίσσι και ο γυμνός βράχος, πολύ πιο εύκολα θα προβληθεί μέσα σε αυτό το χώρο η αλήθεια του θεάματος. Κι αυτό ακριβώς είναι που με συναρπάζει στην Ευριπίδεια Ηλέκτρα που μπορεί να την χαρακτηρίσει κανείς σαν μία αγροτική τραγωδία. Θα διατηρήσω το Χορό χωρίς όμως τη θεατρική του φόρμα. Γιατί ανάμεσα στη δράση υπάρχει και η συμμετοχή του πλήθους. Ακριβώς αυτό το πλήθος θα είναι ο Χορός”.
Και συνεχίζει: “Είναι πολλά χρόνια τώρα που έχω στο νου μου να χρησιμοποιήσω την Ειρήνη Παππά σε μία ταινία μου. Την είχα προσέξει από εκείνο το έγχρωμο αμερικάνικο φιλμ με τον Τζέιμς Κάγκνει και μου είχε κάνει εξαιρετική εντύπωση το ωραίο και εκφραστικό της πρόσωπο. Πιστεύω ότι η Ειρήνη Παππά θα είναι μια ιδεώδης Ηλέκτρα, και γιατί να το κρύψω, η παρουσία της εξαίρετης αυτής ηθοποιού θα είναι ένα από τα ατού της ταινίας μου”.

Η ταινία γνωρίζει μεγάλη επιτυχία. Παίρνει διθυραμβικές κριτικές στις Κάννες με τους κριτικούς να μιλούν για την Ειρήνη Παππά ως το πρόσωπο – αποκάλυψη του φεστιβάλ. Η γαλλική Φιγκαρό βγαίνει με τίτλο στο σχετικό άρθρο: “Δε θα ξεχάσουμε ποτέ αυτή την Ηλέκτρα”. Το φιλμ κερδίζει δεκάδες βραβεία, μεταξύ αυτών το μεγάλο βραβείο της επιτροπής στο φεστιβάλ των Καννών, τα βραβεία καλύτερης ταινίας, σκηνοθεσίας, α' γυναικείου ρόλου για την Ειρήνη Παππά στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, βραβεία της Ένωσης Ελλήνων Κριτικών, πολλά βραβεία των μεγάλων ευρωπαϊκών φεστιβάλ και μία υποψηφιότητα για Όσκαρ, αυτό της καλύτερης ξένης ταινίας το 1962.
Για το Όσκαρ ο Μιχάλης Κακογιάννης είχε πει σε συνέντευξή του στα “Νέα” και στον Γιώργο Πηλιχό, την ημέρα της απονομής: “Ομολογώ ότι το δέχτηκα χωρίς έκπληξη, ή μάλλον σαν μια ομαλή εξέλιξη αφού ήδη η "Ηλέκτρα" είχε αποσπάσει επαίνους και διακρίσεις σε πολλούς άλλους καλλιτεχνικούς στίβους. Όπως το ίδιο δε θα εκπλαγώ αν δεν πάρει το βραβείο η Ηλέκτρα γιατί ξέρω πολύ καλά πως γίνονται οι απονομές αυτών των βραβείων και ποιοι παράγοντες μπαίνουν στη μέση, ιδίως, όπως στην περίπτωση του Όσκαρ όταν η ψηφοφορία γίνεται μεταξύ 2.500 ατόμων! Κι ένα τέτοιο βραβείο δε μπορεί παρά να είναι αποτέλεσμα τύχης παρά δικαιοσύνης. Γι΄αυτό πιστεύω ότι ένα τέτοιο αποτέλεσμα ούτε αυξάνει ούτε μειώνει την αναγνώριση μιας ταινίας που έχει γίνει με αυστηρά καλλιτεχνικά κριτήρια από μία ολιγομελή και καθαρά επαγγελματική επιτροπή. Το βραβείο αυτό καθαυτό, βοηθάει εμπορικά την ταινία και ίσως έχει κάποια λάμψη γοήτρου στα μάτια του βραβειόπληκτου κόσμου.”

Ευριπίδη Τρωάδες (1971)

Δέκα χρόνια μετά, το 1971, ο Μιχάλης Κακογιάννης σκηνοθετεί τις “Τρωάδες”, σε σενάριο πάντα δικό του. Στο εξωτερικό αυτή τη φορά,  αυτοεξόριστος λόγω της χούντας στην Ελλάδα. Η ταινία γυρίζεται στην Ισπανία και θεωρείται ένα από τα σημαντικότερα καλλιτεχνικά γεγονότα διεθνώς την περίοδο 1970 – 1971. Λέει ο Κακογιάννης (εφημερίδα Los Angeles Times, αναδημοσίευση: εφημερίδα Το Βήμα, 6.10.1970): “Θα μπορούσα να γυρίσω την ταινία πριν πέντε χρόνια, μετά τη σκηνική μου διδασκαλία του έργου, που έγινε τόσο ευνοϊκά δεκτή στο Παρίσι, στη Νέα Υόρκη.  Περίμενα όμως την κατάλληλη στιγμή για να αποκτησει το πράγμα τη σωστή προοπτική”. Για να πει με νόημα: "Νομίζω πως οι "Τρωάδες" είναι η πιο αντιμιλιταριστική και πιο αντιπολεμική λογοτεχνία που έφτασε ποτέ σε εμάς!". Σε συνέντευξή του στην ίδια εφημερίδα (3.12.1970) και στη Λίζα Πετρίδη ο σκηνοθέτης συνεχίζει: “Για μένα η ταινία αυτή είναι απόλυτα επίκαιρη και το μήνυμα είναι και σήμερα τόσο ηχηρό όσο και την εποχή που γράφτηκε. Εγώ ο ίδιος απεχθάνομαι, τον πόλεμο, τη βία, το μιλιταρισμό, το σπαραγμό και δε βρήκα κανένα καλύτερο τρόπο να τα πω, παρά δια μέσου του Ευριπίδη. Δεν είχα καμμιά δυσκολία στο σενάριο, τόσο στις Τρωάδες, όπως και παλιότερα στην Ηλέκτρα, όσο και στην Ιφιγένεια εν Αυλίδι που θα γυρίσω στο μέλλον. Ο λόγος είναι ότι ο Ευριπίδης έχει μία καταπληκτική οπτική φαντασία. Τα βλέπει όλα σε εικόνες. Γι΄αυτό λέω πως στον Ευριπίδη βρήκα τον καλύτερο συνεργάτη”.
Πρωταγωνίστρια η διάσημη ηθοποιός του Χόλιγουντ Κάθριν Χέρμπορν, στο ρόλο της Εκάβης. Ο Κακογιάννης θυμάται: “Η Κάθριν Χέρμπορν ήταν μία ειδική περίπτωση συνεργασίας διότι δεν είχε παίξει ποτέ της τραγωδία και άφησε πίσω της παράσταση, γιατί μου το είχε υποσχεθεί και ήλθε στην Ισπανία, όπου γυρίστηκε η ταινία, ξέροντας το έργο απέξω. Και κάναμε πρόβα μέσα στο ξενοδοχείο. Κι ο πρώτος μονόλογος την είχε πεσμένη κάτω στο χώμα. Κι εκεί, μέσα στο ξενοδοχείο, όταν πρωτοήλθε, έπεσε κάτω στο πάτωμα και μου είπε: Λέγε, τι λέω τώρα.
Αν διάλεξα την Κάθρν Χέρμπορν για το ρόλο της Εκάβης, τη Βανέσα Ρέηντγκρέηβ σαν Ανδρομάχη, τη Ζενεβιέβ Μπυζόλντ σαν Κασσάνδρα και την Ειρήνη Παπά στο ρόλο της Ελένης, είναι γιατί είναι οι καλύτερες για τους ρόλους για τους οποίους τις χρειάζομαι. Τη Βανέσα Ρεντγκρέιβ την ήξερα από παιδί. Όταν την είδα στην ταινία “Ισιδώρα” κατάλαβα πως ήταν η κατάλληλη για να παίξει το ρόλο της Ανδρομάχης. Για μένα, σωματικά και ψυχικά ταυτίζεται απόλυτα με το ρόλο. Είναι η τέλεια Ανδρομάχη. Για την Κασσάνδρα πάλι διάλεξα τήν Ζενεβιέβ Μπυζόλντ, γιατί έβλεπα πάντα την Κασσάνδρα  σαν μιά πανέξυπνη κοπέλα, πού ή εξυπνάδα της ξεπερνάει τα συνηθισμένα όρια και γίνεται τρέλα. Από μια άποψη, η Ειρήνη Παππά μοιάζει να μην ταιριάζει στον ρόλο της Ελένης. Αλλά εγώ βλέπω την ωραία Ελένη σα μία ασυνήθιστη γυναίκα και ασφαλώς όχι σαν τη σαχλή κλασική ξανθή ομορφιά την οποία μερικοί φαντάζονται. Αν ήταν έτσι, δε θα είχε κρατήσει τόσον καιρό. Η Ελένη είναι μία εξαιρετικά δυνατή γυναίκα που το μυστικό της είναι η ανεξαρτησία της. Η Ελένη έκανε πάντα αυτό που ήθελε. Δε νομίζω πως δέθηκε ποτέ με κανέναν άντρα. Αν έπαιζε το ρόλο της μία συνηθισμένη, υπάκουη και παθητική ηθοποιός, δε θα γινόταν πειστική σε κανένα. Σε τέτοιες περιπτώσεις, χρειάζεται κανείς μια θηλυκότητα που να πηγαίνει πέρα από την ομορφιά.”
Οι θεατρικές Τρωάδες πρωτοπαρουσιάστηκαν στο Φεστιβάλ των Δύο Κόσμων, στο  Spoleto της Ιταλίας, το διήμερο 13, 14 Ιουλίου του 1963 και ακολούθως στο Λονδίνο, στη Νέα Υόρκη και  αργότερα στη Γαλλία και αλλού.

Ευριπίδη  Ιφιγένεια εν Αυλίδι (1977)

Πέντε χρόνια μετά, στη μεταπολιτευτική Ελλάδα αυτή τη φορά, ο κύκλος της τριλογίας κλείνει με την “Ιφιγένεια εν Αυλίδι”. Ο Κακογιάννης υπογράφει το σενάριο, ο Θεοδωράκης τη μουσική και μία πλειάδα εκλεκτών Ελλήνων ηθοποιών απαρτίζει το καστ: η μικρή τότε Τατιάνα Παπαμόσχου, η Ειρήνη Παπά που μετέχει και στις 3 ταινίες της τριλογίας και ακόμη οι Μάνος Κατράκης, Αλέκα Κατσέλη, Νότης Περγιάλης, Κώστας Καζάκος, Κώστας Καρράς, Πάνος Μιχαλόπουλος, Γιάννης Φέρτης, Τάκης Εμμανουήλ.
Η ταινία προβάλλεται στο φεστιβάλ των Καννών και αποσπά εξαιρετικές κριτικές και πολλά βραβεία, καθώς και μία ακόμη υποψηφιότητα για το Όσκαρ καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας. Ιδιαίτερα οι ξένοι δημοσιογράφοι υποδέχονται το τρίτο και τελευταίο μέρος της τριλογίας Κακογιάννη με ενθουσιασμό. Ο γνωστός ακαδημαϊκός Ευγένιος Ιονέσκο γράφει στη Φιγκαρό (αναδημοσιεύεται στην Καθημερινή, 15.02.1978): “Ο Ευριπίδης μας μιλάει σα να έγραφε σήμερα. Αυτό που δίνει θάρρος είναι ότι το έργο τυο αποδεικνύει ότι δια μέσου των αιώνων συνεχίζεται μία ανθρώπινη ταυτότητα. Με τον Ευριπίδη ο Κακογιάννης έφθασε στην κορυφή της τέχνης και της γνώσεως του ανθρώπου.”
Ο ίδιος ο Μιχάλης Κακογιάννης λέει για την Ιφιγένεια: “Το γύρισμα της Ιφιγένειας ήταν για μένα μία οργανική ανανέωση. Είχα κοντά μου καταπληκτικούς ηθοποιούς που η συνεργασία τους ήταν πολύτιμη. Πιστεύω πως οι αρχαίες τραγωδίες μας αγγίζουν άμεσα και με αυτή την αίσθηση τις πλησιάζω σκηνοθετικά.”

Η τελευταία φορά που ο Μιχάλης Κακογιάννης σκηνοθέτησε αρχαία τραγωδία ήταν το 2001, με τη θεατρική “Μήδεια” του Ευριπίδη, στην Ισπανία με πρωταγωνίστρια τη γνωστή Ισπανίδα Νούρια Έσπερτ. Ο ίδιος στη συνέντευξη τύπου πριν την επίσημη πρώτη της παράστασης στην Ισπανία, είπε στους δημοσιογράφους: “Ζούμε σε δύσκολους καιρούς και οι άνθρωποι θα πρέπει να αντλούν δύναμη και θάρρος. Κι όλοι βλέπουν αυτά τα έργα και τα εξομοιώνουν με τη σημερινή εποχή και τις δικές τους εμπειρίες, γιατί αυτά τα έργα είναι παγκόσμια και διαχρονικά.“ Ήταν τέτοια η προσέλευση του κόσμου που ενώ η παράσταση ήταν προσαρμοσμένη για καλοκαιρινά θέατρα, τροποποιήθηκε ώστε να παιχθεί και σε χειμερινές αίθουσες. 

 

Ες Γην Εναλίαν ... Κύπρος

Αττίλας 1974

Το πρωινό της 15ης Ιουλίου 1974, τα τανκς βγήκαν στους δρόμους της Λευκωσίας. Λίγη ώρα μετά παντού στην πόλη ακούγονταν πυροβολισμοί και τα άρματα είχαν φθάσει σε όλα τα κεντρικά κτίρια και το Προεδρικό Μέγαρο. Ελάχιστες ώρες αργότερα, το ραδιόφωνο μετέδιδε την παρακάτω ανακοίνωση: «Σήμερον την πρωίαν, η Εθνική Φρουρά επενέβη δια να σταματήσει τον αδελφοκτόνον πόλεμον. Η Εθνική Φρουρά είναι την στιγμήν αυτήν κυρία της καταστάσεως. Ο Μακάριος είναι νεκρός». Ήταν η πρώτη πράξη ενός προαναγγελθέντος δράματος που πήγαζε από τα σχέδια της χούντας των Αθηνών για πραξικοπηματική ανατροπή του Μακαρίου και προσάρτηση της Κύπρου στην Ελλάδα. Στις 20 Ιουλίου 1974 οι Τούρκοι εισέβαλαν στην Κύπρο. Σαν αποτέλεσμα ήταν η κατοχή ενός μικρού μέρους του νησιού. Η τελευταία και πιο αιματηρή πράξη γράφτηκε ένα μήνα μετά, λίγο πριν το δεκαπενταύγουστο του 1974. Μετά την αποτυχία στη Γενεύη των διαπραγματεύσεων Ελλάδας, Τουρκίας και  Βρετανίας για το κυπριακό πρόβλημα, οι Τούρκοι επιτίθενται από αέρος στις κυπριακές πόλεις, η πρώτη μεταπολιτευτική κυβέρνηση στην Ελλάδα δηλώνει “Η Κύπρος είναι μακρυά ” και τα τουρκικά άρματα μαζί με το στρατό προελαύνουν καταλαμβάνοντας τα κυπριακά χώματα, εν μέσω λεηλασιών, εκτελέσεων και αναρίθμητων φρικτών εγκλημάτων. Δύο μέρες μετά, ο Αττίλας ΙΙ ολοκληρώνεται αφήνοντας πίσω 5.000 νεκρούς, 1.600 αγνοούμενους και 200.000 πρόσφυγες.
Ο Μιχάλης Κακογιάννης τον Ιούλιο του ' 74 βρισκόταν στο Λονδίνο σκηνοθετώντας θέατρο.  Λέει ο σκηνοθέτης για την εισβολή (Το Βήμα, 17.07.1994): “Τα νέα έφτασαν σα μαχαιριές κι εγώ δε μπορούσα να δράσω άμεσα, δε μπορούσα να κάνω τίποτα. Το επάγγελμά μου πολλές φορές γίνεται σκληρό κι απάνθρωπο. Ήταν αδύνατο να εγκαταλείψω την παράσταση. Δούλευα αλλά το μυαλό μου και η ψυχή μου βρισκόταν αλλού.“

Λίγο καιρό μετά την εισβολή με μια κάμερα και τη βοήθεια ενός εικονολήπτη και ενός ηχολήπτη ο Κακογιάννης γυρίζει στην Κύπρο το ντοκιμαντέρ “Αττίλας 1974”. Είναι ένα σκληρό και  ρεαλιστικό οδοιπορικό στην κατεχόμενη Κύπρο. Ουδέτερος παρατηρητής ως όφειλε σκηνοθετικά, τηρώντας απόλυτα τη δημοσιογραφική δεοντολογία και αναλαμβάνοντας το ρόλο του αφηγητή - ρεπόρτερ βάζει καρέ καρέ, ένα ένα τα γεγονότα που προηγήθηκαν της εισβολής και τα συμβάντα που ακολούθησαν. Το ντοκιμαντέρ περιλαμβάνει συνέντευξη με τον Πρόεδρο της Κύπρο Αρχιεπίσκοπο Μακάριο, το Γλαύκο Κληρίδη, με το Νίκο Σαμψών που ανέλαβε πρόεδρος μετά το πραξικόπημα κατά του Μακαρίου και με δεκάδες απλούς ανθρώπους που έζησαν τον εφιάλτη της τουρκικής εισβολής. Ο ίδιος ο Κακογιάννης λέει: “Αν δεν αισθανθώ την ανάγκη να κάνω μία ταινία, δεν την κάνω. Έτσι, έκανα κι ένα ντοκιμαντέρ για την ιδιαίτερη πατρίδα μου την Κύπρο. Δεν το θεωρώ σκηνοθεσία. Αισθάνθηκα την ανάγκη να πολεμήσω. Αυτό ήταν το όπλο μου. Ο Αττίλας ήταν μία πολύ καλή ταινία. Μα δεν την έκανα εγώ. Την έκανε η ζωή”.
 
Ες Γην Εναλίαν ... Κύπρος, 20 χρόνια μετά | Ωδείο Ηρώδου του Αττικού (20, 21.07.1994)

Είκοσι χρόνια μετά, δεν έχουν αλλάξει και πολλά. Το βόρειο τμήμα της Κύπρου παραμένει υπό τουρκική κατοχή. Με αφορμή την επέτειο του πρώτου Αττίλα και σε μία προσπάθεια κινητοποίησης και ευαισθητοποίησης ο Μιχάλης Κακογιάννης σκηνοθετεί τη μουσική παράσταση “Ες γην εναλίαν Κύπρον”: “Η παράσταση αυτή δε θέλω να έχει ένα συμβατικό, επετειακό χαρακτήρα. Πρέπει να είναι μια βραδιά κραυγής και αγανάκτησης που απευθύνεται σε ορθώς σκεπτόμενους Έλληνες. Όλα αυτά που νιώθω για την κυπριακή τραγωδία δε μου επιτρέπουν να σκηνοθετήσω μία βραδιά που απλώς θα εντυπωσιάσει ή άλλο ένα ρεσιτάλ τραγουδιού. Πρέπει να γίνει κάτι δυνατό, κάτι που θα ταράξει: θα έχω στη σκηνή τα κυπριακά νιάτα που χορεύουν καταπληκτικά, θα έχω χορογραφίες που θα εκφράζουν καταστάσεις έντασης, που θα εικονογραφούν τον πόνο, το μοιρολόι, την οδύνη, θα έχω τραγούδια κυπρίων ποιητών (και τρία δικά μου) οι στίχοι μερικών από τα οποία λένε πολύ σκληρά πράγματα”. (Το Βήμα, 17.07.2011).

Η παράσταση ανεβαίνει στο Ωδείο Ηρώδου του Αττικού την Τετάρτη 20 Ιουλίου, παρουσία του τότε  προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας Γλαύκου Κληρίδη και την Πέμπτη 21 Ιουλίου του 1994. Ερμηνευτής ο Γιώργος Νταλάρας. Συμμετέχουν η Μελίνα Κανά, ο Δώρος Δημοσθένους, ο Κούλης Θεοδώρου, το Κυπριακό φωνητικό και χορευτικό σύνολο Διάσταση και πολυμελής ορχήστρα υπό τη διεύθυνση του Κύπριου συνθέτη Μιχάλη Χριστοδουλίδη.
Μία συναυλία συγκίνησης, μνήμης και συνειδητοποίησης μέσα από τα τραγούδια σπουδαίων Ελλήνων συνθετών, μέσα από τη δυνατή και καθαρή φωνή του Νταλάρα και το σκληρό σκηνοθετικό make up του Κακογιάννη.
Λίγο πριν τη συναυλία ο Κακογιάννης δηλώνει: “Είκοσι χρόνια μετά από μία πληγή η οποία υπάρχει αδιάκοπα και που αυτή τη στιγμή μόνο την αδιαφορία του κόσμου αντιμετωπίζει ως προς την επούλωσή της. Αδιαφορία θεωρητικά όχι, αλλά πρακτικά ναι και αυτό είναι πολύ χειρότερο.  Είναι τόσο παρούσες οι κόκκινες σημαίες και τα μισοφέγγαρα. Η ευχή μου είναι στα χρόνια που μου μένουν, να δω τους ανθρώπους να γυρνάνε στα σπίτια τους.
Κι ο Νταλάρας: “Εμείς συνεχίζουμε με αυτά που έχουμε, τα όπλα που διαθέτει καθείς. Εμείς έχουμε το λόγο, τη μουσική, την ποίηση, κυρίως έχουμε τη συγκίνηση και το βάρος για την αδικία που γίνεται εδώ και είκοσι χρόνια στην Κύπρο. Το χρέος μεγαλώνει όταν νιώθουμε πως αυτή την αδικία την προκαλέσαμε εμείς. Φτηνές ψυχές, μυαλά με περιορισμένο περιεχόμενο άνοιξαν την πόρτα και χάρισαν ένα από τα ωραιότερα κομμάτια του ελληνισμού, την Κύπρο. ”

Τριανταεπτά χρόνια μετά, πάλι δεν έχουν αλλάξει πολλά. Πριν λίγες ημέρες αποχαιρετίσαμε έναν ακόμη κατεχόμενο Ιούλιο. Σήμερα, τριανταεπτά χρόνια μετά, οι Τούρκοι εξακολουθούν να κατέχουν το 37% του κυπριακού εδάφους  και η Κύπρος παραμένει το μοναδικό μέρος του κόσμου, υπό κατοχή.

 

Το ίδρυμα “Μιχάλης Κακογιάννης”

Το κοινωφελές «Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης» ιδρύθηκε από το σκηνοθέτη στα τέλη του 2003 παίρνοντας και το όνομά του. Ήταν μία δική του επιθυμία πολλών χρόνων. Θέλησε να ιδρύσει έναν φορέα πολιτισμού που θα έχει σκοπό να προωθεί την τέχνη μέσα από μία σκοπιά που θα αντικατοπτρίζει όλα όσα ο ίδιος πρεσβεύει. Στην πράξη οραματίστηκε έναν χώρο στο καλλιτεχνικό σύμπαν που θα βλέπει και θα ακουμπά την τέχνη μέσα από τα δικά του μάτια. Το 2003 αυτό το όραμα έγινε πράξη και σχετικά γρήγορα το έργο και η φιλοσοφία του απέκτησαν και στέγη, σε ένα σύγχρονο κτίσμα στον αριθμό 206 της οδού Πειραιώς. Το πολιτιστικό κέντρο του Ιδρύματος "Μιχάλης Κακογιάννης" λειτουργεί από τον Οκτώβριο του 2009, ενώ τα επίσημα εγκαίνιά του με εκδηλώσεις αφιερωμένες στον έργο του Μιχάλη Κακογιάννη έγιναν το Φεβρουάριο του 2010.
Στη συνέντευξη στο ΒΗΜΑgazino ο Μιχάλης Κακογιάννης λέει: “Το Ίδρυμα είναι ήδη έτοιμο στην οδό Πειραιώς και σύντομα θα λειτουργήσει. Είναι πάρα πολύ όμορφο αρχιτεκτονικά, πρωτότυπο, φωτεινό, έχει προσεχθεί ιδιαίτερα. Και δεν θα αφορά μόνο τη δική μου δημιουργία, όχι. Ο,τι όμως θα συμβαίνει στους κόλπους του θα είναι αντιπροσωπευτικό της δικής μου σχέσης με την τέχνη, του δικού μου γούστου, της δικής μου σφραγίδας. Διαθέτει ένα από τα μεγαλύτερα θέατρα της Αθήνας και δύο σινεμά λίγων θέσεων. Δυστυχώς, δεν μπορώ εγώ να δημιουργήσω για να “απασχολήσω” τις αίθουσες, γιατί οι δυνάμεις μου δεν είναι τέτοιες. Θα παίζονται όμως έργα της επιλογής μου. Θυμάμαι ταινίες από τη διαμονή μου ακόμη στο Λονδίνο εξαιρετικές, όπως του Πρέστον Στέρτζες, οι οποίες έχουν χαραχτεί στη μνήμη μου και προσπαθώ να βρω κόπιες για να τις βγάλω στο φως. Διότι εξαιτίας του πολέμου ένα μεγάλο μέρος του καλού αμερικανικού κινηματογράφου δεν προβλήθηκε ποτέ. Το ίδρυμα διαθέτει επίσης μόνιμο εκθετήριο και αίθουσα για περιοδικές εκθέσεις και μπορεί να φιλοξενεί και συνέδρια. Στα απώτερα σχέδιά του είναι να προσφέρονται και υποτροφίες».

 

 

Ο ιστοχώρος του ιδρύματος Μιχάλης Κακογιάννης (Michael Cacoyannis Foundation), που “εκπέμπει” στη διεύθυνση: www.mcf.gr αποτελεί ένα την ουσία μίας καλλιτεχνικής διαδικτυακής παρουσίας. Τιμά τον ιδρυτή του με εκτενή και πολύ προσεγμένη αναφορά στο σύνολο του έργο του και στις αξίες της τέχνης του. Παρουσιάζεται το σύνολο της εργογραφίας του δημιουργού, μέσα από αναλυτική καταγραφή, φωτογραφικό και κινηματογραφικό υλικό, συνεντεύξεις, κείμενα και ντοκουμέντα από τον τύπο της εποχής. Παρουσιάζονται αναλυτικά και έγκυρα τόσο οι στόχοι του ιδρύματος όσο και οι εκδηλώσεις του. Είναι αναμφίβολα ένας από τους πιο πλήρεις και ουσιαστικούς διαδικτυακούς τόπους που πραγματικά σέβεται την ύπαρξή του.
Δεν έχω σχέση με το Ίδρυμα Κακογιάννης, ούτε γνωρίζω περισσότερα από όσα ο ιστοχώρος κοινοποιεί στους αναγνώστες. Ωστόσο, με βάση αυτά εισπράττω την αύρα μίας προσπάθειας με γερά θεμέλια και δυνατή έμπνευση.

Ιστοχώρος Ιδρύματος Μιχάλης Κακογιάννης (www.mcf.gr)


Αντί επιλόγου
Ο Μιχάλης Κακογιάννης έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 89 ετών τη Δευτέρα 25 Ιουλίου 2011 αφήνοντας κληρονομιά σε όλους όσους αγαπούν την τέχνη ένα πολύτιμο καλλιτεχνικό και επί της ουσίας πολιτικό και κοινωνικό έργο. Η νεκρώσιμη ακολουθία πραγματοποιήθηκε στον Ι.Ν. Αγίου Διονυσίου στο Κολωνάκι την Τετάρτη 28 Ιουλίου 2011 και ακολούθως η ταφή, κατόπιν δικής του επιθυμίας, στον περίβολο του Ιδρύματος Μιχάλης Κακογιάννης στην οδό Πειραιώς, που πλέον φιλοξενεί πνεύμα και σώμα τον ιδρυτή του. Η οικογένειά του και το Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης αποδέχθηκαν την απόφαση της Πολιτείας για την αναγνώριση στο πρόσωπο και το έργο του σκηνοθέτη, τελώντας την κηδεία του δημοσία δαπάνη, ωστόσο επιθυμία τους ήταν να κρατηθεί ο τιμητικός τίτλος της προσφοράς και το χρηματικό ποσό της δαπάνης να αποδοθεί στο Υπουργείο Πολιτισμού. Ο Ορφέας επέλεξε, στα πλαίσια ενός άρθρου, να θυμηθεί τέσσερις σημαντικές πτυχές του έργου του, και ίσως ως προς κάποιες λεπτομέρειές τους άγνωστες, μέσα από καταγραφές και δημοσιεύματα του τύπου της κάθε εποχής. Η μνήμη Κακογιάννη είναι βέβαιο πως θα παραμένει άσβεστη όσο υπάρχουν Έλληνες και όσο υπάρχουν άνθρωποι.

(*) Οι Έλληνες: Μιχάλης Κακογιάννης, ντοκιμαντέρ, ΕΡΤ, 2001


Πηγές κειμένων - φωτογραφιών

 

Οι απόψεις και οι σκέψεις των συνεργατών του Ορφέα δεν ταυτίζονται απαραίτητα με τη γνώμη του περιοδικού.
Απαγορεύεται αυστηρά η χρήση και η αναδημοσίευση του συνόλου ή μέρους των άρθρων του Ορφέα, χωρίς προηγούμενη άδεια των υπευθύνων του περιοδικού και του συντάκτη και χωρίς ταυτόχρονη αναφορά της επωνυμίας του περιοδικού, του ονοματεπωνύμου του συντάκτη και του ακριβούς συνδέσμου του άρθρου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΧΟΛΙΑ

RSS

ΤΑ ΠΙΟ ΔΙΑΒΑΣΜΕΝΑ (90d)

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

ΕΙΠΑΝ - ΕΓΡΑΨΑΝ

Πατρίδα είναι αυτό που αντέχει η καρδιά του κάθε ανθρώπου να υπερασπιστεί.
Γιώργος Νταλάρας

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ / ΑΥΡΙΟ

14/12/1883 Γεννήθηκε στη Σμύρνη της Μικράς Ασίας ο μουσουργός Μανώλης Καλομοίρης