122 αναγνώστες online
Find us on FacebookJoin us on Facebook
sideBar



Σαββέρια Μαργιολά - «Αλισάχνη»

ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ «Τι έχω να χάσω»

Τάσος Π. Καραντής
Τάσος Π. Καραντής
Πρώτη Παρουσίαση
ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ - «Τι έχω να χάσω»
18.11.2017
Ορφέας | Main Feed
Κείμενο: Δώρα Παπαδοπούλου

Ιάκωβος Καμπανέλλης (1922 - 2011)

Τα πρόσωπα

Δώρα Παπαδοπούλου

Πήρα τους δρόμους τ΄ουρανού, τα σύννεφα κυνήγησα,
μίλησα με τ΄αστέρια ...
(Τ. Λειβαδίτης) (*)

Τα νέα από την «Αυλή των θαυμάτων» δεν είναι ευχάριστα. Ο πολιτισμός μας είναι από σήμερα φτωχότερος. Ο σεναριογράφος του "Μεγάλου μας τσίρκου", ο εμπνευστής της "Στέλλας", ο στιχουργός του "Αντώνη" δεν υπάρχει πια. Έφυγε σήμερα, 29 Μαρτίου 2011, το μεσημέρι από τη ζωή σε ηλικία 89 ετών, πλήρης ημερών, δημιουργικότητας και αναγνώρισης  ο θεατρικός συγγραφέας, σεναριογράφος και ακαδημαϊκός, Ιάκωβος Καμπανέλλης.

Ο Ιάκωβος Καμπανέλλης γεννήθηκε στη Νάξο το Δεκέμβρη του 1922. Ήταν μέλος πολύτεκνης οικογένειας. Λόγω φτώχειας, η οικογένειά του αναγκάστηκε να έλθει στην Αθήνα για να επιβιώσει. Ο ίδιος μεγάλωσε στο Μεταξουργείο, εργαζόταν για να βοηθά την οικογένειά του και παράλληλα φοιτούσε στη Σιβιτανίδειο νυχτερινή τεχνική σχολή. Ήταν μαράζι του που δεν κατάφερε να τελειώσει το γυμνάσιο. Όμως, την ίδια στιγμή η λογοτεχνία είχε γίνει το κέντρο του κόσμου του.
Το 1943, εν μέσω γερμανικής κατοχής, κι ενώ προσπαθούσε να διαφύγει στο εξωτερικό, συλλαμβάνεται από τους Γερμανούς και μεταφέρεται στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Μαουτχάουζεν. Ήταν μόλις είκοσι χρονών. Ο ίδιος περιγράφει στον τηλεοπτικό φακό του Γιώργου Σγουράκη, στην εκπομπή «Μονόγραμμα» της κρατικής τηλεόρασης, το πως βρέθηκε στην κόλαση του Μαουτχάουζεν. «Ένας φίλος μου, λίγο μεγαλύτερος από μένα, με είχε πείσει ότι μπορούμε να αποδράσουμε από την Ελλάδα, για τη Μέση Ανατολή. Αυτός πιο δραστήριος από μένα ανέλαβε να βρει τον τρόπο κι αυτός ήταν να πάμε σε κάποια ακτή της Αττικής και κάποια καΐκια να μας περάσουν απέναντι. Αυτό δε μπορούσε να γίνει γιατί διαπίστωσε πως έπρεπε ο καθένας μας να έχει 60 χρυσές λίρες στην τσέπη του. Όταν είδε πως αυτό δε γίνεται, βρήκε έναν άλλο τρόπο. Θα περνούσαμε με κάποια χαρτιά από τη Γιουγκοσλαβία και θα φθάναμε στη Βιέννη, όπου με 200 μάρκα που θα βγάζαμε πουλώντας τσιγάρα, θα αποκτούσαμε πλαστά ιταλικά διαβατήρια. Αυτό κάναμε. Μας συλλάβανε στο Ινσμπρουκ και μας πήγαν σε μία φυλακή στη Βιέννη... Το πιο απλό πράγμα ήταν να σε στείλουν σε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης. Έτσι κι έγινε...».
Γράφει ακόμη ο συγγραφέας στο «Μαουτχάουζεν»: «Δεν έχουμε πια ψευδαισθήσεις. Στο βάθος βλέπουμε το «Μαουτχάουζεν» καθισμένο σαν κάστρο στην κορφή του λόφου. Μια μακριά σειρά ηλεκτρικοί γλόμποι δείχνουν το δρόμο. Όσο πλησιάζουμε, οι λεπτομέρειες φανερώνονται. Ψηλό πέτρινο τείχος. Συρματόπλεγμα στη ράχη με ηλεκτρικούς μονωτήρες. Ψηλοί πέτρινοι πύργοι με πολυβόλα. Το σήμα «νεκροκεφαλή» στην κορφή της στέγης. Μια καμινάδα που βγάζει φωτιά. Τιναχτή φωτιά έτσι όπως στα διυλιστήρια πετρελαίου. Ο αέρας μυρίζει καμένο κρέας... Προσέχουμε πως το χαλίκι του δρόμου είναι ανάμιχτο με αποκαΐδια. Ανάμεσά τους βλέπουμε κομμάτια κόκαλα. Κανείς δε μιλά... Ποιος τολμά να πει: «Έχεις ακούσει πως απ' τους ανθρώπους βγάζουν σαπούνι κι άλλα χημικά προϊόντα;»»
Για δύο και πλέον χρόνια μένει στο στρατόπεδο συγκέντρωσης μέχρι την απελευθέρωσή του από τους συμμάχους, μαζί τους υπόλοιπους επηζήσαντες της θηριωδίας των Ναζί, τον Απρίλη του ‘45.
Με την επιστροφή του στην Αθήνα, τυχαία, όπως λέει ο ίδιος, ένα βράδυ βρίσκεται θεατής σε παράσταση του Θεάτρου Τέχνης του Καρόλου Κουν. Μαγεύεται. Παρακολουθεί από εκεί και πέρα τη μία παράσταση μετά την άλλη και γρήγορα αποφασίζει, μη μπορώντας να γίνει ηθοποιός, μιας και δεν είχε απολυτήριο γυμνασίου να γράψει για το θέατρο. Η εμπειρία ζωής του Μαουτχάουζεν και ο βίος του στη δοκιμαζόμενη Ελλάδα επηρέασε ολόκληρο το έργο του, όπως και ο ίδιος παραδέχεται στην εκπομπή της ΕΡΤ «Ιστορία των χρόνων μου». «Έρχομαι από το στρατόπεδο συγκεντρώσεως, από την κόλαση. Κόλαση, κόλαση, κόλαση! Σε μία Ελλάδα που ήταν ένα σπίτι ρημαγμένο, είχε αλληλοσφαγεί και ετοιμαζόταν για έναν άλλο αλληλοσπαραγμό. Αυτός ήταν και ένας λόγος που εμείς εκείνο τον καιρό, όχι μόνο εγώ, μιλάω για μία ολόκληρη γενιά, δεν ήταν δυνατόν παρά να ασχοληθούμε με μία θεματολογία που αφορούσε το βίο αυτής της χώρας και αυτών των ανθρώπων».
Το ξεκίνημά του ως θεατρικός συγγραφέας έρχεται το 1950, με το έργο «Χορός πάνω στα στάχυα» που ανεβαίνει από το θίασο του Αδαμάντιου Λεμού. Πέντε χρόνια αργότερα ακολουθεί το έργο «Έβδομη ημέρα της δημιουργίας» που παρουσιάζεται στη Β’ σκηνή του Εθνικού Θεάτρου τη σεζόν 1955 – 56 και την ίδια περίοδο ο ηθοποιός Βασίλης Διαμαντόπουλος τα μονόπρακτα «Αυτός και το παντελόνι του» και «Κρυφή ζωή». Το 1957 γνωρίζει τον Κάρολο Κουν και πολύ σύντομα, την ίδια περίοδο 1957 - 58 συνεργάζονται στην παράσταση «Η αυλή των θαυμάτων» που τότε έγραφε ο Καμπανέλλης. Η παράσταση θα ανέβει αρκετά χρόνια αργότερα, την περίοδο 1982 – 83 και στη Νέα Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου. Με το Θέατρο Τέχνης του Κουν θα συνεργαστεί και την επόμενη χρονιά με το έργο «Η ηλικία της νύχτας».
Ακολουθούν τα έργα «Ο γορίλλας και η ορτανσία» από το θίασο της Έλσας Βεργή, το 1959, «Παραμύθι χωρίς όνομα», από το Νέο Θέατρο του Βασίλη Διαμαντόπουλου και του Μάριου Αλκαίου, την περίοδο 1959 – 60 και η πρώτη συνεργασία του Ιάκωβου Καμπανέλλη με το θίασο της Τζένης Καρέζη στο έργο «Γειτονιά των αγγέλων» που ανεβαίνει στο Θέατρο Κοτοπούλη, σε σκηνοθεσία του ιδίου και με πρωταγωνιστές την Καρέζη και το Νίκο Κούρκουλο, και με το Γιάννη Πουλόπουλο να τραγουδά.
Τη σεζόν 1966 – 67 συνεργάζεται ξανά με το θίασο Καρέζη στο έργο «Βίβα Ασπασία» και με το Θέατρο Τέχνης στο έργο «Οδυσσέα γύρισε σπίτι». Το θεατρικό έργο του Καμπανέλλη "Το μεγάλο μας τσίρκο" ανέβηκε το 1973 εν μέσω της χούντας, στο θέατρο Αθήναιον με πρωταγωνιστές τον Κώστα Καζάκο και τη Τζένη Καρέζη και ένα καστ από γνωστούς ηθοποιούς. Η παράσταση ντύνεται μουσικά από το Σταύρο Ξαρχάκο και τα τραγούδια της ερμηνεύει ο Νίκος Ξυλούρης.
Λέει ο ίδιος ο Καμπανέλλης: "Ουρές ... από κόσμο! Ο κόσμος που παρακολουθούσε αυτή την παράσταση ήταν έτοιμος μετά να κάνει πορεία στα χρόνια της χούντας.". Και συνεχίζει: "θα λεγα ότι δεν το έχω στη σειρά των καλών μου έργων, αυτών που προτιμώ. Όμως το ξεχωρίζω γιατί είναι σημαντικό το να γράφεις θέατρο και να ξέρεις πως ξεφεύγει ένα έργο από τη θεατρική του υφή και να γίνεται κάτι πολύ περισσότερο από ένα θεατρικό γεγονός. Ένα πολιτικό γεγονός. Νομίζω ότι είναι ότι πιο πολύ μπορεί να προσδοκά ένας συγγραφέας".
Μετά την επιτυχία που γνώρισε η παράσταση "Το μεγάλο μας τσίρκο", τον Ιούνιο του 1975, ανεβαίνει στο θέατρο το έργο του Ιάκωβου Καμπανέλλη με τον τίτλο «Ο εχθρός λαός», που είναι και μία άτυπη συνέχειά του, αν και δεν έτυχε της ίδιας μεγάλης ανταπόκρισης. Τη μουσική έγραψε ο Μίκης Θεοδωράκης, στη δεύτερη συνεργασία του με τον Καμπανέλλη μετά τη "Γειτονιά των αγγέλων", ενώ τραγούδησε επί σκηνής ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου.
Ακολουθούν την ίδια χρονιά το έργο «Πρόσωπα για βιολί και ορχήστρα»  σε σκηνοθεσία Καρόλου Κουν από το Θέατρο Τέχνης και μετά οι θεατρικές παραστάσεις «Τα τέσσερα πόδια του τραπεζιού» (1978)  από το Θέατρο Τέχνης, «Ο μπαμπάς ο πόλεμος» (1980) από το Θέατρο Τέχνης σε σκηνοθεσία Γιώργου Λαζάνη, «Ο αόρατος θίασος» (1980) από το Εθνικό Θέατρο, «Ο δρόμος περνά από μέσα» (1993) από το Πειραματικό Θέατρο Μαριέτας Ριάλδη, «Γράμμα στον Ορέστη» (1995) από το  Εθνικό Θέατρο, «Ο επικήδειος» (1997) σε σκηνοθεσία Θανάση Παπαγεωργίου από το Θέατρο Στοά, «Μια συνάντηση κάπου αλλού» (1998) από το Θέατρο Τέχνης  σε σκηνοθεσία Μίμη Κουγιουμτζή, «Η τελευταία πράξη» (2001) από το Ανοιχτό Θέατρο, «Μια κωμωδία» (2002) σε σκηνοθεσία Γιώργου Μιχαηλίδη από το Ανοιχτό Θέατρο στο Φεστιβάλ Αθηνών. Μέσα στα χρόνια που προηγήθηκαν, όλες οι θεατρικές παραστάσεις με έργα Καμπανέλλη που ανέβηκαν, ήταν γραφτό να αφήσουν κληρονομιά τραγούδια σε στίχους του συγγραφέα, που άντεξαν στα χρόνια που ακολούθησαν.

Πέρα από το θέατρο, το 1959, ο Καμπανέλλης συνεργάστηκε με το Σταύρο Ξαρχάκο στο δίσκο «Κόσμε αγάπη μου». Ο δίσκος σχεδόν στο σύνολό του περιείχε τραγούδια που ακούγονταν στην κινηματογραφική ταινία «Γυμνοί στο δρόμο», με ιδιαότυπη κινηματογραφική μεταφορά της «Γειτονιάς των αγγέλων» από το Δαλιανίδη με πρωταγωνιστές τους Λάσκαρη και Κούρκουλο. Στο δίσκο, τα τραγούδια ερμήνευσαν η Βίκυ Μοσχολιού, ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης και ο Σταμάτης Κόκοτας.
Ενδεικτικά μόνο, από όλα τα παραπάνω, ας αναφέρουμε κάποια: «Στρώσε το στρώμα σου» (μουσική: Μίκης Θεοδωράκης, πρώτη εκτέλεση: Νίκος Κούρκουλος, Βαγγέλης Σειληνός), «Δόξα το Θεό» (μουσική: Μίκης Θεοδωράκης, πρώτη εκτέλεση: Γιάννης Πουλόπουλος), «Το ψωμί είναι στο τραπέζι» (μουσική: Μίκης Θεοδωράκης, πρώτη εκτέλεση: Γιάννης Πουλόπουλος), «Από το παράθυρό σου» (μουσική: Μίκης Θεοδωράκης, πρώτη εκτέλεση: Νίκος Κούρκουλος, Τζένη Καρέζη), «Μην πιεις νερό» (μουσική: Σταύρος Ξαρχάκος, κινηματογραφική εκτέλεση: Νίκος Κούρκουλος, δισκογραφική εκτέλεση: Βίκυ Μοσχολιού), «Στην ποταμιά σωπαίνει το κανόνι» (μουσική: Μάνος Χατζιδάκις, πρώτη εκτέλεση: Λάκης Παππάς), «Φίλοι κι αδέλφια» (μουσική: Σταύρος Ξαρχάκος, πρώτη εκτέλεση: Νίκος Ξυλούρης), «Μανούλα μου» (μουσική: Μάνος Χατζιδάκις, πρώτη εκτέλεση: Λάκης Παππάς), «Μαργαρίτα Μαγιοπούλα» (μουσική: Μίκης Θεοδωράκης, πρώτη εκτέλεση: Κλειώ Δερνάρδου), «Τα ρολόγια» (μουσική: Σταύρος Ξαρχάκος, κινηματογραφική εκτέλεση: Νίκος Κούρκουλος, δισκογραφική εκτέλεση: Γρηγόρης Μπιθικώτσης). Ο Ιάκωβος Καμπανέλλης είναι ο σεναριογράφος δύο εκ των σημαντικότερων και πλέον αναγνωρίσιμων ελληνικών κινηματογραφικών παραγωγών. Έγραψε το 1955 το σενάριο για την ταινία «Στέλλα» του Μιχάλη Κακογιάννη με τη Μελίνα Μερκούρη και το Γιώργο Φούντα και λίγο μετά το σενάριο της ταινίας του Νίκου Κούνδουρου «Δράκος» με πρωταγωνιστή το Ντίνο Ηλιόπουλο. Έχει γράψει ακόμη σενάριο για τις ταινίες «Η αρπαγή της Περσεφόνης» (1956), «Το αμαξάκι» (1957), «Η λίμνη των πόθων» (1958), «Η Χιονάτη και τα 7 γεροντοπαλίκαρα» (1960), «Το ποτάμι» (1960), «Το ραντεβού της Κυριακής» (1960), «Με τη λάμψη στα μάτια» (1966 – βραβείου σεναρίου στο Κινηματογραφικό Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης), «Έβδομη μέρα της δημιουργίας» (1966), «Κορίτσια στον ήλιο» (1968), «Σκιές στην άμμο» (1970).
Το 1965, ο Μίκης Θεοδωράκης γράφει μουσική για τέσσερα ποιήματα του Ιάκωβου Καμπανέλλη, από το «Χρονικό του Μαουτχάουζεν» στα οποία περιγράφει την κόλαση που έζησε στο στρατόπεδο των Ναζί. Ο ίδιος ο Καμπανέλλης διηγείται (όπως περιγράφεται στο βιβλίο του Guy Wagner «Μίκης Θεοδωράκης: Mια ζωή για την Ελλάδα»): «Το Χρονικό Μαουτχάουζεν ετοιμάζεται να κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Θεμέλιο. Ο εκδότης, ο αείμνηστος Μίμης Δεσποτίδης, είχε μία ιδέα που μας βρήκε σύμφωνους, το Θεοδωράκη κι εμένα: να ηχογραφηθεί μία συλλογή τραγουδιών έτσι ώστε βιβλίο και δίσκος να κυκλοφορήσουν ταυτόχρονα. Έτσι ακριβώς και έγινε. Το Δεκέμβριο της ίδιας χρονιάς (1965) διάβασα σε κάποιο θέατρο αποσπάσματα απο το Χρονικό και έπειτα παρουσιάστηκαν τα τραγούδια. Ήταν μία αξέχαστη βραδιά, όχι μόνο για μένα, αλλά και για το Θεοδωράκη και τη Φαραντούρη».
Το μουσικό έργο ηχογραφήθηκε το 1966 με τη Μαρία Φαραντούρη. Στην ελληνική έκδοση περιλαμβάνονται τα τέσσερα μελοποιημένα ποιήματα του Ιάκωβου Καμπανέλλη («Άσμα ασμάτων», «Ο Αντώνης», «Ο δραπέτης» και «Όταν τελειώσει ο πόλεμος»), μαζί με έξι ακόμη τραγούδια σε ποίηση και άλλων ποιητών («Κουράστηκα να σε κρατώ» του Δημήτρη Χριστοδούλου, «Ο ίσκιος έπεσε βαρύς» του Γεράσιμου Σταύρου, «Πήρα τους δρόμους του ουρανού» του Τάσου Λειβαδίτη, και «Στου κόσμου την ανηφοριά», «Το εκκρεμές» και «Τ' όνειρο καπνός» του Νίκου Γκάτσου). Τα τραγούδια του Μαουτχάουζεν παρουσιάστηκαν για πρώτη φορά στον ίδιο τον τόπο του μαρτυρίου, σε μία συναυλία ιστορική, παρόντος και του Ιάκωβου Καμπανέλλη με τη Μαρία Φαραντούρη, την Ελινόαρ Μοάβ Βενιάδη και τη Γερμανίδα καλλιτέχνιδα Γκίζελα Μάι, παρουσία δεκάδων χιλιάδων επισκεπτών.
Ο Ιάκωβος Καμπανέλλης, στην εκπομπή «Μονόγραμμα» διηγείται την ιστορία του Αντώνη. «Ο Αντώνης ήταν ένας Αθηναίος, που έμενε στους Αμπελοκήπους, 35 χρονών, απλός, λαϊκός άνθρωπος. Στην Αθηνα, πούλαγε, όπως μας έλεγε, φρούτα, μαναβικά στο καρότσι, ήταν εκείνο τον καιρό, επάγγελμα, σύνηθες. Αυτόν, για κάποιους λόγους τον είχανε για καθάρισμα, στην κομπανία των τιμωρημένων, όπως τους έλεγαν. Έπρεπε να πάρουν στην πλάτη ένα αγκωνάρι από το λατομείο και να ανέβουν κάπου εκατόν τόσα σκαλιά, να το πάνε ένα χιλιόμετρο πιο πέρα που γινόταν μία οικοδομή, δική τους, των Ες Ες να ξαναγυρίσουν  πίσω, να ξαναπάρουν κι άλλο αγκωνάρι. Οι περισσότεροι από τους ανθρώπους αυτούς ήταν κυρίως Εβραίοι. Σε ένα ανέβασμα ένας από τους Εβραίους άρχισε να τρεκλίζει και είπε στον Αντώνη που βρισκόταν δίπλα του "Βοήθα σύντροφε. Βοήθησέ με". Και ο Αντώνης απλώνει το χέρι να του συγκρατήσει την πέτρα. Τον είδαν οι Ες Ες, που φρουρούσαν αυτό το πήγαινε - έλα βγάζει ένας τον περίστροφο, καθαρίζει τον Εβραίο. Όταν ξαναγυρίζουν κάτω στο λατομείο, φωνάζει τον Αντώνη και του δείχνει ένα αγκωνάρι, μιάμιση και δύο φορές πιο μεγάλο από τα συνηθισμένα. Κι ο Αντώνης τότε του δείχνει ένα πολύ μεγαλύτερο και του λέει: "Όχι αυτό, αυτό!". Ο αξιωματικός τα έχασε, τον κοίταξε χωρίς να πει και να κάνει απολύτως τίποτα.»
Ο Ιάκωβος Καμπανέλλης συνέχισε το δημιουργικό του έργο ως το θάνατό του. Η ελληνική πολιτεία τον τίμησε κι αυτή με τη σειρά της τα χρόνια που πέρασαν. Υπήρξε ένας βιωματικός λογοτέχνης. Ένας λογοτέχνης που προσέφερε στους θεατές και ακροατές των έργων του την ίδια την πραγματικότητα, τις βγαλμένες από τη ζωή εικόνες, την απλότητα και την πολυπλοκότητα του αληθινού βίου, την πράξη και το συναίσθημα που καθημερινά προσπερνάμε ή λησμονούμε να καταγράψουμε γιατί φοβόμαστε, ως αγαθό και ως πολύτιμη παρακαταθήκη για τους συνεχιστές και τους απογόνους. Μια πραγματικότητα, που ζεις και ίσως απεύχεσαι, μα βλέποντάς την στο θεατρικό σανίδι μπορείς ακόμη και να την αγαπήσεις.
Ο ίδιος λέει (στο σημείωμά του στο πρόγραμμα του έργου «Η αυλή των θαυμάτων», Εθνικό Θέατρο, 1982): «Μέσα στο ίδιο άτομο βλέπεις να γεννιούνται τα πιο αντίθετα μεταξύ τους αισθήματα, που καλύπτουν όλη την κλίμακα από το καλό ως το κακό –κι αντιστρόφως- μία διαρκής, δηλαδή αποκάλυψη ψυχικού πλούτου, μία σειρά από μικρά θαύματα.»
Η «Αυλή των θαυμάτων» είναι από χθες φτωχότερη. Δε συμβαίνει όμως το ίδιο και με τη «Γειτονιά των αγγέλων». Μην πιεις νερό και με ξεχάσεις, μην πιεις νερό της λησμπονιάς, σύνννεφο γίνε και περπάτα, στον ουρανό της γειτονιάς. (**)


Πηγές
1. Ντοκυμαντέρ «Ιστορία των χρόνων μου», «Ιάκωβος Καμπανέλλης - 1957», ΕΡΤ / Ψηφιακό Αρχείο / www.ert-archives.gr
2. Εκπομπή «Μονόγραμμα», Γιώργου Σγουράκη, ΕΡΤ / Ψηφιακό Αρχείο / www.ert-archives.gr
3. «Μίκης Θεοδωράκης: Μια ζωή για την Ελλάδα», Guy Wagner, εκδόσεις ΤΥΠΩΘΗΤΩ – ΓΙΩΡΓΟΣ ΔΑΡΔΑΝΟΣ
4. «Μαουτχάουζεν», Ιάκωβος Καμπανέλλης, εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ, 1981
5. Αρχείο Παραστάσεων Εθνικού Θεάτρου / www.nt-archive.gr

(*) «Πήρα τους δρόμους του ουρανού». Στίχοι: Τάσος Λειβαδίτης. Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης.
(**) «Μην πιεις νερό». Στίχοι: Ιάκωβος Καμπανέλλης. Μουσική: Σταύρος Ξαρχάκος. Ερμηνεία: Βίκυ Μοσχολιού: Από το δίσκο: «Κόσμε αγάπη μου» (1969)

Οι απόψεις και οι σκέψεις των συνεργατών του Ορφέα δεν ταυτίζονται απαραίτητα με τη γνώμη του περιοδικού.
Απαγορεύεται αυστηρά η χρήση και η αναδημοσίευση του συνόλου ή μέρους των άρθρων του Ορφέα, χωρίς προηγούμενη άδεια των υπευθύνων του περιοδικού και του συντάκτη και χωρίς ταυτόχρονη αναφορά της επωνυμίας του περιοδικού, του ονοματεπωνύμου του συντάκτη και του ακριβούς συνδέσμου του άρθρου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΧΟΛΙΑ

RSS

ΤΑ ΠΙΟ ΔΙΑΒΑΣΜΕΝΑ (90d)

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

ΕΙΠΑΝ - ΕΓΡΑΨΑΝ

Όταν ψήλωσαν τα σπίτια, χώρισαν κι οι άνθρωποι. Ξεχάσαμε τις ζωές μας. Φλυαρούσαμε μόνο για τις ζωές των άλλων. Πότε σε ρώτησαν «πως νιώθεις;». Μόνο ο γιατρός μου έκανε αυτήν την ερώτηση.
Χάρις Αλεξίου

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ / ΑΥΡΙΟ

18/11/1985 Πέθανε ο συνθέτης και τραγουδιστής του ρεμπέτικου Δημήτρης Γκόγκος ή Μπαγιαντέρας
19/11/1944 Γεννήθηκε στη Λευκάδα η μέτζο-σοπράνο Αγνή Μπάλτσα
19/11/1959 Γεννήθηκε ο συνθέτης Νίκος Ζούδιαρης