87 αναγνώστες online
Find us on FacebookJoin us on Facebook
sideBar



Σαββέρια Μαργιολά - «Αλισάχνη»

ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ «Τι έχω να χάσω»

Τάσος Π. Καραντής
Τάσος Π. Καραντής
Πρώτη Παρουσίαση
ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ - «Τι έχω να χάσω»
16.12.2018
Ορφέας | Main Feed
Δώρα Παπαδοπούλου

Συναντηθήκαμε με το συνθέτη Βαγγέλη Γιαννάκη στις αρχές του μήνα, σε ένα μικρό και όμορφο στέκι, τον «Κύκλο» στο κέντρο της Αθήνας. Εκείνος το πρότεινε, δεν είχα λόγο να αρνηθώ. Η αφορμή ήταν ο δίσκος του «Ο Μεγαλέξανδρος» με τα τραγούδια της ομώνυμης θεατρικής παράστασης του Δήμου Αβδελιώτη, τα οποία τραγουδά ο Παντελής Θαλασσινός και που κυκλοφορεί στα δισκοπωλεία ήδη από την περασμένη χρονιά. Επέμεινε να με κεράσει ζεστή σοκολάτα, είχε τους λόγους του, λέει. Και αυτοί οι λόγοι πολύ γρήγοα επιβεβαιώθηκαν. Κι ενώ για πολλή ώρα πάλευα να δοκιμάσω το γευστικό ρόφημά μου δίχως να καταστρέψω το πανέμορφο ιστιοφόρο που ο καλλιτέχνης υπεύθυνος του «Κύκλου» είχε «ζωγραφίσει» στον αφρό της σοκολάτας μου, η κουβέντα μας για τη μουσική και το τραγούδι εξελίχθηκε πολύ πιο άνετα και αβίαστα. Μιλήσαμε πολύ και αυτή η συνομιλία που κατέγραψα ίσως ξυπνήσει σε κάποιους όμορφες σκέψεις απο μία άλλη εποχή, μακρινή και ... μακάρι μελλοντική.
Πως ξεκινήσατε να ασχολείστε με τη μουσική;
Β.Γ.: Ξεκίνησα σαν ακροατής. Γι΄αυτό πίστευα και πιστεύω πως το γνώρισμα του καλού μουσικού είναι ο καλός ακροατής. Εκείνος που αυτοβαφτίζεται μουσικός, χρειάζεται παντού και πάντα έναν καλό ακροατή απέναντι. Ο καλός ακροατής είναι το σπέρμα του καλού μουσικού και όχι κατ΄ανάγκη, σε πρώτη φάση το αν παίζει καλά ένα όργανο ή όχι. Αυτός ο δέκτης, που είναι καλός ακροατής είναι και καλός μουσικός. Και υπάρχουν πολλοί άνθρωποι τέτοιοι. Και είναι πραγματικά πολύ καλύτεροι, παρα πολύ καλύτεροι από κάποιους που κρατούν ένα όργανο και επιμένουν να αυτοβαφτίζονται μουσικοί.
Εσείς είστε αυτοδίδακτος;
Β.Γ.: Θεωρώ πως κατά μία έννοια δεν υπήρξα ποτέ αυτοδίδακτος. Η δουλειά μου πάντα ήταν –κι ακόμη είναι, ακόμη τη θεωρώ δουλειά μου και μου αρέσει- να γυρνώ να βλέπω και να ακούω. Στην πράξη, δεν υπάρχει η έννοια «αυτοδίδακτος». Από κάπου δέχεται κανείς ερεθίσματα. Κάποιον είδες, κάτι άκουσες. Γιατί έπαιξε έτσι, πως έβαλε τα δάχτυλά του. Κάπως πλάθεις την εικόνα μέσα σου και αυτό γίνεται γρήγορα, «δουλειά», συνήθεια, βίωμα. Και από ένα σημείο και μετά πια, αρχίζεις κι εσύ ο ίδιος και εκτίθεσαι.
Μουσικά όργανα παίζετε;
Β.Γ.: Λίγο τρίχορδο, λίγο μπαγλαμά. Μου αρέσει να τα σκαλίζω.

Την εκπαίδευση στα ωδεία πως τη βλέπετε; Εσείς περάσατε από εκεί;
Β.Γ.: Είχα παρακολουθήσει κάποια μαθήματα, πολύ λίγα. Η αλήθεια είναι πως χρειάζονται και τα δύο, και το ωδείο και αυτό που λέμε «πρακτική άσκηση». Όντως, χρειάζονται και τα δύο. Ομως, το μεν ωδείο σε κλείνει σε μια οξυζενέ γυάλα, ίσως και αποστειρωμένη, η δε πρακτική είναι πολύ «χύμα». Η εκπαίδευση πρέπει πάντα να είναι ένας συγκερασμός αυτών των δύο. Η νότα στα ελληνικά σημαίνει «φθογγόσημο», δηλαδή κάτι σημαίνει. Πρέπει να είσαι μέσα σε αυτό το κάτι, σε αυτό που κάνεις. Χωρίς την πρακτική, μόνο με τη θεωρία, απλά θα παίξεις επιδερμικά μία καλή μουσική, τίποτε άλλο. Και είναι αυτό που λείπει από τα ωδεία. Ο συγκερασμός αυτών των δύο είναι το μυστικό. Πρέπει να είσαι θεωρητικός, αλλά να μπαίνεις μέσα σε αυτό που λέμε μουσική ή στίχος. Πιστεύω πολύ στο λόγο.

Αλήθεια; Πιο πολύ από τη μουσική;
Β.Γ.: Ο λόγος γεννάει τη μουσική. Ο λόγος γεννάει τη σκέψη. Η σκέψη είναι εικόνα. Που αρχίζεις και την πλάθεις, την εκστομίζεις, την κάνεις λόγο. Είναι απίστευτη διαδικασία. Γι΄αυτό και οι μουσικοί πρέπει να διαβάζουν, να βλέπουν κινηματογράφο και θέατρο. Η μουσική δεν είναι ένα ξεχωριστό πράγμα, άντε παίζω καλά και τελείωσε. Κανέναν δεν ενδιαφέρει αυτό. Είναι η οπτική του πως βλέπεις τον κόσμο μέσα από τη μουσική. Άλλος μέσα από το να φτιάχνει σοκολάτα. Άλλος μέσα από την πληροφορική. Αλλά απέξω να οργώνει το σύμπαν.

Δεν είναι προνόμιο λίγων αυτό;
Β.Γ.: Δε νομίζω. Όχι, δε νομίζω. Εγώ είχα την ευτυχή συγκυρία να με περιστοιχίζουν πάντα καλύτεροί μου. Καλύτεροί μου με κεφαλαίο. Και καμαρώνω. Και είχα πάντα αυτή την απίστευτη τύχη. Και σήμερα.

Με το Δήμο τον Αβδελιώτη και τον Παντελή Θαλασσινό πως βρεθήκατε;
Β.Γ.: Είναι δύο άνθρωποι με τους οποίους ... Ας το πω αλλιώς. Για να κάνω νταλαβέρι με κάποιον, ακόμη και να πιω καφέ, πρέπει να τον παρακολουθώ. Να τον ακολουθώ από κοντά. Παρακολουθούσα τον Παντελή πως άνοιγε το ρεπερτόριο. Ενώ ξεκίνησε ποπ, πως άνοιγε τις ορχήστρες, πως άνοιγε τις μουσικές. Πως έβαζε δημοτικά στοιχεία, λαϊκά, λαϊκότατα, ροκ στοιχεία! Και έκανε αυτό το άνοιγμα. Τον παρακολουθούσα πάρα πολλά χρόνια. Όπως και το Δήμο. Στην πρώτη ταινία που είχε κάνει, την τρίτη ημέρα προβολής, έπεσα φάτσα κάρτα σε ένα σινεμά, στο οποίο δεν ξέρω αν έχω ξαναπάει. Στην Κυψέλη, στο Κολοσσαίο. Ίσως, δύο φορές στη ζωή μου. Η μία ήταν όταν πέρασα απέξω και βλέπω «Αθέμιτος συναγωνισμός» και λέω ποιος είναι άραγε αυτός ο τύπος –πριν από είκοσι τόσα χρόνια- και κοιτάω και μπαίνω μέσα. Και στην πορεία έκανα κάποια live, εκεί γύρω στο 2000 – 2001 σε κάτι «αζήτητα», σε κάτι χώρους μικρούς που μου αρέσουν πάρα πολύ κι έρχονταν τότε και ο Παντελής και ο Δήμος. Στην πράξη πάντα παρακολουθούσα τη δουλειά τους.

Και η συνεργασία στην παράσταση;
Β.Γ.: Είχα την τύχη αυτό το έργο που κάνουμε τωρα με το Δήμο να είναι το τέταρτο στη σειρά, θεατρικό. Είναι το «Μαράν Αθά» στο Μεταξουργείο, δύο έργα του Βυζηινού, η «Βαβυλωνία» που έχει ανέβει τώρα στη Θεσσαλονίκη. Ο Δήμος άκουσε τις «Ιχνογραφίες». Μου έκανε μία απίστευτη τηλεφωνική κριτική στα καλά καθούμενα. Με πήρε από τη Χίο τηλέφωνο και για δύο ώρες μου έκανε μία απίστευτη κριτική για το δίσκο. Και μετά, ήλθε, είδε μία πρόβα σε ένα live, δε χρειάστηκε να τη δει όλη. Είχαμε μία ορχήστρα, ένα τρίχορδο εδώ, ένα πιάνο πιο εκεί, ένα τσέλο πιο πέρα. Που με την ευκαιρία είναι όλα λαϊκά όργανα, λαϊκότατα. Μετά με φώναξε στις παραστάσεις και έτσι ξεκίνησε.
Είναι ο τρίτος χρόνος συνεργασίας. Όχι μόνο για το Μεγαλέξανδρο αλλά και για τα άλλα, τα προηγούμενα έργα τα οποία είναι απίστευτα. Είναι μεγάλο σχολείο ο Δήμος. Ο Μεγαλέξανδρος παίζεται με ζωντανή ορχήστρα, την οποία έχουμε επιλέξει.


Τα τραγούδια του δίσκου, που έχουν γραφτεί για τη συγκεκριμένη αυτή παράσταση, πόσο εύκολα μπορούν να λειτουργήσουν και να ακουστούν και έξω από αυτή;
Β.Γ.: Αν κάποιος έχει δει την παράσταση, θα ξέρει πως η ζωντανή μουσική, τα παιδιά που παίζουν, η ορχήστρα δηλαδή, είναι ένα πιο «κλειστό» κύκλωμα, πιο θεατρικό. Στο δίσκο, προσπαθήσαμε αυτό να το πάρουμε, να το βάλουμε πρώτα στο αυτί του άλλου, ώστε από την ακρόαση να πηγαίνει σιγά σιγά στη σκηνή. Και προσφέρθηκε ο Παντελής, ο οποίος έχει δει την παράσταση αμέτρητες φορές τα τελευταία διόμισυ χρόνια και ο οποίος μας έκανε τη χάρη να «ζηλέψει» την παράσταση και να θέλει να συμμετέχει. Όμως, ποτέ νομίζω δε θα σας απαντήσω σ’ αυτό. Δεν πιστεύω πως απαντιέται αυτό το ερώτημα που λες. Ή μοιραία γίνεται κάτι, να βρει ο τζέτζερης το καπάκι και να γίνει κάτι ή δε γίνεται. Δεν το ξέρει κανείς αυτό, δεν το ορίζει κανένας, μόνο οι ... συνυπάρξεις.

Η συγκυρία δηλαδή;
Β.Γ.: Η συγκυρία δεν είναι τυχαίο πράγμα. Επειδή πιστεύω ότι όλα αισθάνονται και όλα καταγράφονται σε ένα «σκληρό» σύμπαντος. Όλα καταγράφονται, τα πάντα. Αυτό που θα κάνεις, μπορεί να μην το πάρουν είδηση δίπλα σου, πέντε, δέκα, πενήντα, εκατό άνθρωποι, όμως αυτό κάποιος θα το δει, κάπου θα καταγραφεί.

Κάτι αντίστοιχο, δηλαδή, συνέβη και με το δίσκο που κάνατε πριν από χρόνια με τον Ανδρέα Καρακότα, τις «Ιχνογραφίες»; Ήταν ένας καλός δίσκος που όμως δεν έγινε ευρύτερα γνωστός. Καλοί δίσκοι υπάρχουν πολλοί, που δε γίνονται γνωστοί. Τι είναι αυτό που φταίει και αυτοί οι δίσκοι δε βγαίνουν προς τα έξω, αλλά έχουμε να κάνουμε με πέντε, δέκα το πολύ δίσκους κάθε χρόνο που συγκεντρώνουν το ενδιαφέρον;
Β.Γ.: Καταρχήν, καλοσύνη σας που βαφτίσατε το δίσκο καλό. Τότε ο Καρακότας μου ζήτησε, είχα κάποια τραγούδια, ήταν να τα πει ο Ανδρεάτος, ο Γεράσιμος, όμως επειδή τότε ο Γεράσιμος έκανε κάποια άλλη δουλειά τα είπε τελικά ο Ανδρέας ο Καρακότας, μαζί με εξαιρετικούς μουσικούς, με αυτούς που ξεκινήσαμε τα live. Τονίζω μόνιμα τους μουσικούς, αν και το συνάφι μου δεν το πάω πολύ, να μη σου πω ότι το αποστρέφομαι κιόλας. Γι΄αυτό σου είπα και στην αρχή, είμαι ευτυχής που έρχονται δίπλα μου παιδιά τσαλακωμένα και διψασμένα για μουσική. Αυτούς θεωρώ μουσικούς.
Οι «Ιχνογραφίες» παίχτηκαν και ακούστηκαν πάρα πολύ, δουλεύτηκαν σε πολλούς χώρους. Στο Χαμάμ, στη Λήμνο παίξαμε, σε πολλά μέρη. Εϊναι μία ώσμωση, αλλά αν με ρωτήσεις τι γεύση έχει θα σου πω δεν ξέρω. Ήταν ένας δίσκος πιο προσωπικός. Ήταν κομμάτια τα οποία τα είχα, τα έπαιζα, δοκιμάστηκαν.
Και κάτι άλλο. Εγώ πιστεύω τελικά πως αυτό που αξίζεις, στο τέλος θα το πάρεις. Γι΄αυτό και πιστεύω τελικά πως μέχρι εκεί ήταν ο δίσκος.


Δεν είναι λίγο απαισιόδοξη άποψη αυτή;
Β.Γ.: Όχι, όχι, πιστεύω απόλυτα σ΄αυτά τα πράγματα. Κοίταξε, έχει ένα προσόν ο τραγουδοποιός, αυτό το κάτι που έχει φτιάξει, στην πορεία να του βγει πάλι και να το παραλλάξει, να το κάνει κάπως αλλιώς. Να μην το ξεχνάμε αυτό. Αύριο, μπορεί κάποια τραγούδια από τις «Ιχνογραφίες» να παραλλαχθούν.

Αυτό που έκανε ο Χατζιδάκις, δηλαδή.
Β.Γ.: Ακριβώς! Οι παραλλαγές όταν στηρίζονται σε κάτι και δεν είναι τυχαίες, παρά μόνο πηγαίες, τότε πιστεύω ότι αξίζουν τον κόπο. Αν είναι κατασκευασμένες, δηλαδή απλά τεχνικά παραλλαγμένες, τότε δεν έχουν να πάνε πουθενά. Αν όμως είναι πηγαίο και σου βγει και λες «αμάν, τι γίνεται πάλι», τότε μόνο θα σου βγει. Μόνο αν είναι πηγαίο και το δεις με μία άλλη οπτική.

Το 2000 δώσατε κάποια τραγούδια στην Αφεντούλα Ραζέλη. Το 2004 έγινε ο δίσκος με τον Καρακότα. Το 2009 ήταν η σειρά της παράστασης «Ο Μεγαλέξανδρος και ο καταραμένος δράκος». Δηλαδή, σχεδόν ένας δίσκος ανά πενταετία. Είστε έξω απο τη λογική της δισκογραφίας που θέλει, ας πούμε, ένα δίσκο το χρόνο ή και περισσότερους;
Β.Γ.: Είναι τρία χρόνια που θέλαμε με το Δήμο να συγκεντρώσουμε τα θεατρικά. Είναι απίστευτες δουλειές. Είναι τρία χρόνια αυτά. Ένα χρόνο τηλεόραση στο «Κυριακάτικο τραπέζι» το οποίο το έστησα, το στήσαμε μαζί με άλλους δύο ανθρώπους, από το τίποτα. Ουσιαστικά, δεν έχουμε σταματήσει. Και επειδή δεν έχει καθισιό αυτή η δουλειά, πιστεύω πως πρέπει κάποιος να δουλεύει συνέχεια, να μη σβήσει η μηχανή, είτε έχει δύο μποφώρ, είτε έχει δέκα μποφώρ. Δουλεύω αυτόν τον καιρό πάρα πολύ και πιστεύω πως σύντομα θα βγει ένας δίσκος, πάλι μαζί με τον Παντελή, με κάποια τραγούδια. Να’ μαστε καλά να μη μας σταματάει τίποτα.

Απλώς, η δισκογραφία είναι τελικά ο καθρέφτης, το τελικό προϊόν, αυτό που φαίνεται προς τα έξω για να μπορέσει ο κόσμος να γνωρίσει και να μάθει.
Β.Γ.: Σωστά. Εγώ πιστεύω Δώρα, ότι έξω από τη δισκογραφία, παράλληλα, πρέπει να τα παίζεις αυτά στον κόσμο. Τελείωσε παιδιά η δισκογραφία, αυτή η στεγνή, μέσα από τα γνωστά κανάλια. Όχι! Θα βγω θα τα παίξω έξω. Ο δίσκος δίσκος και το live live! Κι από πίσω, δε σταματάς ποτέ να σκαρώνεις. Μα ποτέ!

Κι αυτό είναι που δίνει ζωή στο μουσικό, έτσι;
Β.Γ.: Ακριβώς. Εγώ πιστεύω πως αυτό συμβαίνει και σε όλες τις δουλειές των ανθρώπων. Πιστεύω στους καθημερινούς ποιητές. Υπάρχουν άνθρωποι που κάνουν καθημερινά αριστουργήματα, γιατί ο ένας συμπληρώνει τον άλλο και δε σταματάει να σκέφτεται. Είμαι καλός, σημαίνει «δε σταματάω να σκέφτομαι». Από τη σκέψη ξεκινούν όλα.

Γράφετε και στίχους.
Β.Γ.: Όπως όλος ο κόσμος.Όπως όλος ο κόσμος. Επιμένω. Είμαι σίγουρος για αυτό. Όλοι. Ακόμη κι αυτός που σκέφτηκε και δεν το συνέταξε γραπτά, έχει συντάξει το λόγο, το στίχο. Ακόμη κι αυτός που σιωπά, αυτό που βλέπει, οι εικόνες που περνάνε μέσα του που έρχονται από δίπλα, γεννούν λόγο. Όλος ο κόσμος πιστεύω πως έχει θετική σκέψη, εκτός από τους φονιάδες. Η μάνα μου, η γιαγιά μου, αυτό που θα σκεφτεί και θα τρομάξει το κάνει με άλλο τρόπο. Η νοικοκυρά με άλλο. Ο φούρναρης με άλλο. Ο μουσικός με άλλο. Το πιστεύω απόλυτα.

Πείτε μας λίγο και για το «Κυριακάτικο τραπέζι».
Β.Γ.: Μια χαρά τραπεζάκι είναι αυτό εδώ, Δώρα. Είναι πιο καθαρό και πιο τίμιο τραπέζι, αυτό που καθόμαστε εδώ, τώρα. Απίστευτα πιο καθαρό και πιο τίμιο. Η τηλεόραση ειναι ένα παμφάγο, ένα αδηφάγο δημιούργημα. Όσο μπορεί το ματάκι μου να δει ή το αυτί μου να ακούσει, πίστεψέ με, το πιο καθαρό και τίμιο τραπέζι είναι αυτό εδώ που καθόμαστε.

Αυτό το λέτε γιατί είναι ένα κύκλωμα που πνίγει τη δημιουργικότητα;
Β.Γ.: Είναι άλλο πράγμα η τηλεόραση. Είναι το φαίνεσθαι, είναι μία εικονική πραγματικότητα. Δεν τους αφορά ο λόγος. Γι΄ αυτό και πλην εξαιρέσεων, γιατί πάντα υπάρχουν εξαιρέσεις, είναι ένα παμφάγο στο οποίο αν ενδώσεις θα σε κάνει να μη σκέφτεσαι. Η εικονική πραγματικότητα πουλάει. Θα σε κάνει να μη σκέφτεσαι.

Δηλαδή, τελικά ολόκληρη αυτή την εμπειρία, πως την είδατε, μιας και κράτησε και αρκετό καιρό η εκπομπή αυτή.
Β.Γ.: Εγώ ήμουν στην αρχή. Με φώναξε ο Σωτήρης ο Τριανταφυλλόπουλος και να ‘ναι καλά εκεί που είναι. Γιατί είδα πέντε πράγματα, πως στήνεται κάτι τέτοιο από μέσα. Όμως, στην πράξη είναι ένας άλλος μηχανισμός, μακριά από τη μουσική.

Στη μουσική κάνουν καλό τέτοιες προσπάθειες;
Β.Γ.: Έλα ντε! Δεν το ξέρω. Και δε πιστεύω δε θα βρεθεί η απάντηση. Το θέμα είναι ότι αν γίνεται κάτι πραγματικά δοσμένο από κάποιους ανθρώπους με την ψυχή τους και το μεράκι τους, πρακτικά κάτι σημαίνει πάντα. Ακόμα και οι πιο απλοί το καθαρό το ξεχωρίζουν, έστω κι αν σφυρίζουν αδιάφορα. Αυτό που γίνεται με μεράκι το ξεχωρίζουν, αυτό που γίνεται μεταξύ «αδερφάτων» και «ξεφωνάτων» το βάζουν στην άκρη. Περνάει, πουλάει, αλλά δε θα μείνει. Στην τηλεόραση επικρατεί αυτή η νοοτροπία, αυτό έχει πέραση και άρα ίσως το θέλω κι ο κόσμος. Και για να τελειώσω με όλη αυτή τη φλυαρία, δεν είμαι ποτέ του μονόδρομου. Και στραβός είναι ο γιαλός και στραβά αρμενίζουμε.

Μουσική ακούτε, εννοείται. Τι προτιμάτε;
Β.Γ.: Η σιωπή να ξέρεις, είναι η καλύτερη μουσική. Η σιωπή είναι η πηγή.

Εκτός από τη σιωπή; (γέλια)
Β.Γ.: Ναι, ακούω κλασική παραδοσιακή, ρεμπέτικο, ..., τους ογκόλιθους τους δικούς μας εδώ, τους συνθέτες. Από που να πρωτοπιάσεις και που να τελειώσεις. Και διάφορα συγκροτήματα, ξένα, παρακολουθώντας τους ρυθμούς τους, τις πηγές τους. Jethro Tull, Ian Anderson για παράδειγμα, Mike Oldfield. Θυμάμαι δηλώσεις τους εδώ και χρόνια, το θυμάμαι πάρα πολύ καλά, σπάνιες ότι οι πηγές τους ήταν οι δημοτικές μουσικές. Όπως κι εδώ υπάρχουν τέτοια τραγούδια με ταμπέλα, με όνομα, που ο στίχος είναι κέντημα, είναι αριστούργημα, δε χρειάζεται επιπλέον μουσική. Ο τόπος αυτός μπορεί να παράγει, Δώρα, έχει παράδοση στο λόγο. Η γλώσσα μας είναι από μόνη της μία μουσική. Τα παραδοσιακά τραγούδια είναι κεντήματα.

Η γλώσσα μας όμως έχει πια, κι αυτή πρόβλημα.
Β.Γ.: Πάνε να την ευνουχίσουν. Είναι δεδομένο. Γιατί; Γιατί δε θέλουν να σκέφτεσαι. Το οποίο πιστεύω όμως, θα περάσει. Πιστεύω πως υπάρχουν και φωτεινά μυαλά μέσα στους χειρότερους υπονόμους.

Τραγουδοποιός είστε, θέλετε να τραγουδάτε ο ίδιος τα τραγούδια σας; Γιατί υπάρχουν δύο σχολές πάνω σε αυτό το θέμα.
Β.Γ.: Δεν το ορίζεις όταν γίνεται. Μόνο προκύπτει, πίστεψέ με. Πιστεύω οι περισσότεροι τραγουδοποιοί έχουν αυτό που «μυρίζει τσαγκάρικο ή φούρνος», αλλά ο τραγουδιστής θα το μεταφέρει πολύ πιο μακριά. Είναι δηλαδή μεν, δια χειρός οι φωνές κάποιων τραγουδοποιών, αλλά θα το πάνε μόνο μέχρι εκεί. Οι τραγουδιστές είναι οι γέφυρες που περνάνε στην απέναντι όχθη και το πάνε πιο μακριά. Τέτοια περίπτωση, ας πούμε, χωρίς να προσπαθήσει ποτέ, πίστεψε με, το ξέρω καλά πως δουλεύει, είναι ο Παντελής. Δεν προσπάθησε ποτέ να τραγουδήσει. Υπάρχει μία απίστευτη δουλειά από πίσω κι όμως δεν προσπαθεί. Όπως μιλάει, έτσι τραγουδάει. Για να γυρίσουμε σε αυτό που λέγαμε, εγώ πιστεύω ότι χρειάζονται και τα δύο. Και ο τραγουδιστής ο οποίος θα το απλώσει, θα το στείλει πιο μακριά και ο τραγουδοποιός που πρέπει ο κόσμος να τον ακούσει γιατί το τραγούδι είναι «δια χειρός του». Και τα δύο είναι μαγικά. Έρχεται ο κόσμος για παράδειγμα να ακούσει τη φωνή του Μάνου (σ.σ.. Λοίζου) στα δικά του τραγούδια, του Χατζιδάκι, του Μίκη ... Όταν ο Μίκης ερμηνεύει και τραγουδάει «Νύχτα μαγικιά» σας έφηβος και πατάει στις νότες είναι μαγικό, ή ο Λοίζος ... Είναι μαγικά πράγματα αυτά...

Με το διαδίκτυο ασχολείστε; Είναι τρόπος να προωθήσετε τη μουσική σας;
Β.Γ.: Δεν είμαι χρήστης των πάντων. Όμως δεν απαρνούμαι. Αυτή τη στιγμή ορίστε, δίνω συνέντευξη σε διαδικτυακό περιοδικό, άρα γίνομαι χρήστης. Και ένας που είναι χρήστης, δε δικαιούται να λέει εγώ δεν ... Είμαι χρήστης, άρα έχω σχέση. Μπορεί να μην χρησιμοποιώ ο ίδιος, αλλά το χρησιμοποιώ μέσω άλλων. Το έχω χρειαστεί, το χρησιμοποιούν οι δικοί μου άνθρωποι, μπορεί αύριο να έχω, είναι χρήσιμο στη μουσική. Θα ήταν ωραίο αν και οι δύο τρόποι εναλλάσσονταν. Δηλαδή να γράφεις δια χειρός και να πατάς και το πλήκτρο. Τίποτα δεν είναι μονόδρομος.

Το λαϊκό τραγούδι υπάρχει σήμερα; Έχει πολλές εκφράσεις;
Β.Γ.: Βεβαίως. Το λαϊκό τραγούδι μπορεί να έχει πολλές πλευρές. Έχω δει λαϊκό άνθρωπο να παίζει ηλεκτρική κιθάρα, λαϊκό μουσικό. Κι έχω δει ρεμπετοκούταβο αποστειρωμένο να μιμείται Μάρκο Βαμβακάρη, ας πούμε, με ένα μπαγλαμά. Το λαϊκό τραγούδι δεν ορίζεται, γίνεται και μυρίζει. Δε μπορεί κανείς να ορίσει το λαϊκό. Λαϊκό τραγούδι μπορείς να παίξεις και με ροκ και ηλεκτρονική μουσική και να είναι απίστευτη γοητεία αυτό που θα βγάλει, γιατί περνάει από μέσα του. Και μπορούν να παίξουν πέντε μπουζούκια και να μη νοιώσει κανείς τίποτα. Δεν ορίζεται το λαϊκό. Απλά γίνεται και μυρίζει. Είναι η μυρωδιά αυτού του νόστιμου φαγητού που ξαφνικά σε παίρνει το ντουμάνι και λες .. εδώ είμαι!

Είναι λάθος ο τρόπος με τον οποίο συνήθως χαρακτηρίζουμε τα λαϊκά τραγούδια. Μόνο από τον ήχο;
Β.Γ.: Ακριβώς! Γιατί δηλαδή να μην είναι λαϊκή μουσική αυτή του Μπαχ. Δεν κατάλαβα. Γιατί να μη χωρέσει ο Καζαντζίδης με το μπουζούκι σε ένα λαϊκό πάλκο, μαζί με δύο κομμάτια, ας πούμε, κλασικής μουσικής. Και καπάκι να κλείσει με το παραδοσιακό, αυτή την τρέλα του παραδοσιακού, του δημοτικού. Γιατί; Ποιος απαγορεύει αυτές οι τρεις δέσμες μουσικής και τραγουδιών να είναι λαϊκό στοιχείο; Ποιος αποκλείει; Ή μήπως το Τρίτο; Που τα ερτζιανά του τα ‘χουν οι τραπεζίτες! Δεν κατάλαβα! Είναι γκέτο; Ο Δημήτρης Παπαδημητρίου, που έχω την τύχη να τον ξέρω από κοντά, θέλει να κάνει ακριβώς αυτό το άνοιγμα. Να φύγει η κλασική από εκεί και να αρχίζει να πηγαίνει σε άλλα στρώματα. Όπως μπαίνει το ρεμπέτικο, όπως μπαίνει η δεκαετία του 60, όπως μπαίνει ο Γούναρης έτσι θα μπει και η κλασική μουσική. Είναι λαϊκή η κλασική μουσική.

Έτσι έχει περάσει και στον κόσμο. Γιατί είναι στην απομόνωση και ο κόσμος νομίζει πως είναι κάτι ξένο.
Β.Γ.: Ακριβώς! Μόνο όταν αρχίζει να διευρύνεται, όταν σκέφτεσαι ευρυγώνια, τότε μόνο αρχίζεις να διακρίνεις. Όταν σου πουν «φάε», αυτό που πουλάνε, το «τρως». Όταν όμως βλέπεις πως υπάρχει και κάτι παρακάτω, τότε κάτι γίνεται.

Δουλειές άλλων έχετε ζηλέψει;
Β.Γ.: Άπειρες! Άπειρες! Με κεφαλαίο Α και θαυμαστικό. Αμέτρητες. Κι αυτά είναι δάνεια, δανείζεσαι από αυτά. Γιατί αν αγαπήσεις πραγματικά κάτι από όλα αυτά, θα σου δώσει το αντίδωρό του. Η μουσική δεν είναι το άπαν. Είναι όμως προξενήτρα. Καλή προξενήτρα. Και βοηθά να διευρύνονται οι παρέες και οι ομάδες των ανθρώπων που αν μη τι άλλο σκέφτονται.

Μιας και μιλήσαμε πριν για τον Καζαντζίδη, πως βλέπετε όλες αυτές τις επανεκτελέσεις των τραγουδιών του; Μήπως είναι η εύκολη λύση;
Β.Γ.: Έχω τρέλα, έχω αρρώστια με τον Καζαντζίδη. Είναι ναι, είναι έτοιμο φαγητό, γιατί δε στρώνονται κάτω να βγάλουν κάτι σα Βαγγέλης, κι ας είναι και σούπα. Η προσπάθεια θα μείνει. Δε θέλω έτοιμο φαγητό, θα κάνω κάτι δικό μου κι ας μην πιάσει, ας είναι κακό. Από το κακό, θα διδαχθώ να γίνω καλύτερος. Από όλους διδασκόμαστε, Δώρα. Είμαστε μόνιμα σε ένα θρανίο. Δεν αποφοιτάμε ποτέ. Θα βρίσκεις πάντα κάτι δίπλα σου, κάποιους ανθρώπους που θα σου υπενθυμίζουν πως «δικέ μου, υπάρχουν και καλύτεροι». Δεν τελειώνει. Πιστεύω πως πιο ζωντανός είναι ο Καζαντζίδης να τον βάλουμε τώρα να τον ακούσουμε σα να τον βλέπουμε, παρά να τον παίξει ένας Βαγγέλης, καζαντζιδολάγνος. Όχι. Θα παίξεις το Στέλιο σε live, όταν πρέπει, εκεί που πρέπει και όχι για χόρταση. Τα live είναι προτάσεις, ο άλλος θα καταλάβει.

Μελλοντικά σχέδια υπάρχουν;
Β.Γ.: Βήμα - βήμα Δώρα μου, αφού τελειώσουν οι παραστάσεις του Μεγαλέξανδρου. Πιστεύω πως αυτό το έργο είναι άχρονο, ο Καραγκιόζης δεν έχει ηλικία και θα έχει ακόμη δρόμο. Είναι ο πέμπτος σταθμός νομίζω. Πάτρα, ΔΗΠΕΘΕ Χίου, Παλλάς, εδώ. Απλά θα συνεχίσει να αλλάζει χώρους. Είναι αυτή η συνεργασία με το Δήμο ένα απίστευτο σχολείο.

Και μετά;
Β.Γ.: Δεν το ξέρω Δώρα μου. Να ‘μαστε καλά. Πιστεύω πως το μετά γίνεται, δεν λέγεται. Να ‘μαστε καλά, μόνο αυτό. Και να έχουν όλη την τύχη, όπως εγώ, να είμαι συνέχεια δίπλα σε τέτοιους ανθρώπους. Μαθαίνω και καμαρώνω. Ακολουθούμε τις στιγμές. Η στιγμή είναι απίστευτη, μέχρι να πεις «στιγμή» έχει γίνει παρελθόν. Το σύμπαν καταγράφει το πιστεύω απόλυτα. Και είναι απίστευτο δώρο η στιγμή. Και στη δουλειά μας δεν ορίζουμε το χρόνο. Μας ορίζει ο χρόνος. Θα σου πει σε αυτό το πλαίσιο θα κινηθείς, αυτό το χρόνο έχεις. Ποτέ ο χρόνος δεν ήταν δικός μας.

Φωτογραφίες: Μανώλης Χιώτης
Οι απόψεις και οι σκέψεις των συνεργατών του Ορφέα δεν ταυτίζονται απαραίτητα με τη γνώμη του περιοδικού.
Απαγορεύεται αυστηρά η χρήση και η αναδημοσίευση του συνόλου ή μέρους των άρθρων του Ορφέα, χωρίς προηγούμενη άδεια των υπευθύνων του περιοδικού και του συντάκτη και χωρίς ταυτόχρονη αναφορά της επωνυμίας του περιοδικού, του ονοματεπωνύμου του συντάκτη και του ακριβούς συνδέσμου του άρθρου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΧΟΛΙΑ

RSS

ΤΑ ΠΙΟ ΔΙΑΒΑΣΜΕΝΑ (90d)

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

ΕΙΠΑΝ - ΕΓΡΑΨΑΝ

Δεν έχει τοίχους η χαρά δεν έχει χώρισμα η αγάπη.
Γιάννης Ρίτσος

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ / ΑΥΡΙΟ

16/12/1974 Έφυγε από τη ζωή ο λογοτέχνης Κώστας Βάρναλης
17/12/1900 Γεννήθηκε η ηθοποιός Κατίνα Παξινού

ΤΥΧΑΙΑ TAGS