153 αναγνώστες online
Find us on FacebookJoin us on Facebook
sideBar



Σαββέρια Μαργιολά - «Αλισάχνη»

ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ «Τι έχω να χάσω»

Τάσος Π. Καραντής
Τάσος Π. Καραντής
Πρώτη Παρουσίαση
ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ - «Τι έχω να χάσω»
26.05.2019
Ορφέας | Main Feed

Συνεντεύξεις

Τάσος Π. Καραντής

Σε μια από τις πιο δημιουργικές περιόδους του βρίσκεται αυτόν τον καιρό ο Χρήστος Θηβαίος, αφού μόλις κυκλοφόρησε ο δίσκος με τα καινούρια τραγούδια του, οι «Πέτρινοι κήποι» (LEGEND), ενώ, παράλληλα, ξεκινά τις εμφανίσεις του (με τον τίτλο «ΓΙΝΑΜΕ ΘΕΑΜΑ») στην «ΑΚΤΗ ΠΕΙΡΑΙΩΣ», δίπλα στους Βασίλη Παπακωνσταντίνου, Γιάννη Ζουγανέλη, Σάκη Μπουλά και Σωτήρη Καλυβάτση.
Τον συναντήσαμε λοιπόν κατά τη διάρκεια των προβών του και, κάπου ανάμεσα στις δοκιμές του «Άμλετ της Σελήνης», αλλά και των ολοκαίνουριων κομματιών «Ας χαθείς» κι «Εσύ, η πόλη μου», αποτραβηχτήκαμε στα καμαρίνια, για μια κουβέντα, που ξεκίνησε από τα χρόνια της Ιταλίας και τις σπουδές στη φιλοσοφία, πέρασε στην εμμονή του για το τραγούδι, που ’ναι το καταφύγιό του, και κατέληξε στο πολιτικό τραγούδι των ημερών μας που, όπως μας τόνισε, δεν πρέπει να έχει ημερομηνία λήξης.
Θυμήθηκε τις “αδέσποτες μέρες” των «Συνήθων Υπόπτων», μας ανέλυσε τις δυο του ιδιότητες – του τραγουδοποιού και του ερμηνευτή – και στάθηκε στα πρόσωπα με τα οποία έχει μια ιδιαίτερη καλλιτεχνική σχέση, το Θάνο Μικρούτσικο, το Γιώργο Νταλάρα, το Γιώργο Ανδρέου και το Nicola Piovani.
Τέλος, μας αποκάλυψε ποιοι είναι οι “πέτρινοι κήποι” του, ενώ μας περιέγραψε πως δημιουργεί τα τραγούδια του στη “φωλιά” του, υπό το φως των κεριών!
Ο Χρήστος Θηβαίος είναι ο τραγουδοποιός με την πιο ιδιαίτερη χροιά φωνής στο ελληνικό τραγούδι. Μια χροιά που την χαρακτηρίζει η αλήθεια, η ευαισθησία, η τρυφερότητα, αλλά κι η θεατρικότητα και το πάθος. Μέσα από τη συνέντευξή του αυτή στον «ΟΡΦΕΑ» μας δίνεται η ευκαιρία να αφουγκραστούμε αυτό που, τελικά, βρίσκεται πίσω απ’ όλα αυτά τα ερμηνευτικά χαρακτηριστικά του και, δεν είναι άλλο, από την ευγένεια και τη ζεστασιά της ψυχής του!

Μεγάλωσες μες στους περιοδεύοντες θιάσους, μια κι οι γονείς σου ήταν ηθοποιοί και σπούδασες φιλοσοφία στη Μπολόνια της Ιταλίας. Δεν έγινες όμως ούτε ηθοποιός, ούτε καθηγητής. Τι ήταν αυτό που σε οδήγησε ολοκληρωτικά στον κόσμο της μουσικής και του τραγουδιού;
Χ.Θ.: Η αλήθεια είναι ότι από πολύ μικρός είχα καταφύγιο στη φόρμα αυτή της μουσικής που την ονομάζουμε τραγούδι. Μου άρεσε πάρα πολύ η μικρή, σε χρόνο, αυτή ενότητα, η οποία εμπεριείχε κι ανεξάρτητη μουσική σύνθεση κι ανεξάρτητο ποιητικό κείμενο. Κι αν συνοδευόταν κι από μια καλή φωνή, όλο αυτό το σύνολο με συγκινούσε πολύ. Μπορώ να σου φέρω και μερικά παραδείγματα και ξεκινάω από τις πρώτες μου αγάπες που ήταν οι Beatles, οι Genesis, οι Pink Floyd, οι Doors, οι Rolling Stones, οι Queen κι άλλα συγκροτήματα. Σιγά – σιγά, με την πάροδο του χρόνου, άρχισαν να με απασχολούν και τραγουδοποιοί, όπως ο Bob Dylan κι, επίσης, άκουγα και κλασική μουσική.

Χρήστος ΘηβαίοςΕλληνικά τραγούδια άκουγες;
Χ.Θ.: Ελληνικά άκουσα πιο μεγάλος, όταν έφυγα για την Ιταλία, το ’78-’79, ξεκίνησα με Χατζιδάκι και Θεοδωράκη και, μετέπειτα, συνέχισα με Μούτση, Λοίζο και Μικρούτσικο. Δυο έργα, που, μέχρι σήμερα, τα θεωρώ πυλώνες στην ελληνική τραγουδοποιία και μουσική είναι ο “Σταυρός του Νότου” κι ο “Μεγάλος Ερωτικός”. Μεγάλο ρόλο έπαιξε ο Διονύσης Σαββόπουλος κι η γενιά των τραγουδοποιών, οι Αδερφοί Κατσιμίχα, ο Λαυρέντης Μαχαιρίτσας κι ο Διονύσης Τσακνής, γιατί, πραγματικά, αυτοί οι άνθρωποι μας άνοιξαν το δρόμο. Μπορούμε, δηλαδή, να πούμε ότι κι η δική μας η σημερινή ή, μάλλον, χτεσινή, πιο σωστά, γενιά, όπως ο Αλκίνοος Ιωαννίδης, ο Σωκράτης Μάλαμας, ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου, ο Μίλτος Πασχαλίδης, ο Παντελής Θαλασσινός κι εγώ, αποτελούμε τη συνέχεια των κρίκων μιας αλυσίδας, που ξεκινάει από τον πραγματικά μεγάλο τραγουδοποιό που ήταν ο Βασίλης Τσιτσάνης! Και, βέβαια, να μην ξεχάσουμε και την πλευρά που ’χει πιο έντονο λαϊκό χαρακτήρα, όπως ο Νίκος Μαμαγκάκης, ο Νίκος Παπάζογλου, ο Νίκος Ξυδάκης κι ο Γιώργος Καζαντζής. Κι, επίσης, να αναφέρω και τους σύγχρονους συνθέτες, οι οποίοι, ενίοτε, ασχολούνται και με την τραγουδοποιία, όπως είναι ο Γιώργος Ανδρέου, ο Δημήτρης Παπαδημητρίου κι ο Σταμάτης Κραουνάκης. Για να επανέλθω λοιπόν στο αρχικό ερώτημά σου, όλοι αυτοί, Έλληνες και ξένοι, με οδήγησαν και στη μουσική φόρμα του τραγουδιού.

Εμφανίστηκες στη δισκογραφία, στα μέσα της δεκαετίας του ’90, με το συγκρότημα «Συνήθεις Ύποπτοι» κι, αμέσως, δώσατε το ιδιαίτερο στίγμα σας στο σύγχρονο ελληνικό τραγούδι. Μετά από λίγα χρόνια ήρθε το τέλος του σχήματος κι ακολούθησες τη δική σου προσωπική διαδρομή. Τι σου μένει πιο έντονα μέσα σου από εκείνες τις “αδέσποτες μέρες” των «Συνήθων Υπόπτων»;
Χ.Θ.: Γενικότερα απ’ αυτά τα χρόνια, μου μένουν το πανεπιστήμιο κι η ακαδημαϊκή μου καριέρα, γιατί χωρίς αυτά και χωρίς την εμπειρία μου στο εξωτερικό και την Ιταλία, δεν θα μπορούσα να έχω προσωπικό στίγμα ως τραγουδοποιός. Ερχόμενος από την Ιταλία, έφτιαξα τα τραγούδια των “αδέσποτων ημερών” και συναντήθηκα με τον Αλέκο Βασιλάτο, τον Τάσο Λώλη και, μετά από κάνα-δυο χρόνια, με τον Βασίλη Βασιλάτο, που ήρθε κι αυτός στην παρέα μας. Αυτοί ήμασταν οι “Συνήθεις Ύποπτοι”, κι αποτελέσαμε μέρος της σύγχρονης τραγουδοποιίας, σ’ αυτήν, την πολλή δυνατή τότε περίοδό της, όπου προεξάρχοντες ήταν ο Σωκράτης Μάλαμας κι ο Ορφέας Περίδης. Θυμάμαι με πολλή αγάπη και συγκίνηση αυτές τις μέρες.

Τι, τελικά, νομίζεις ότι είναι αυτό που οδηγεί ένα συγκρότημα στο τέλος του;
Χ.Θ.: Κοίτα, στα συγκροτήματα υπάρχει πάντα μια “ηγετική μορφή”, που είναι αυτός που γράφει και λέει τα τραγούδια, όπως συνέβη με τον Μαχαιρίτσα, τον Πορτοκάλογλου, τον Στόκα, τον Πλιάτσικα κι εμένα. Κάποιοι αναφέρουν ως αιτία και το ρόλο – μπαμπούλα των εταιρειών, που θέλουν εξώφυλλο με έναν τραγουδιστή, αλλά εγώ τον θεωρώ δικαιολογία. Ο εφιάλτης αυτός, της διάλυσης, των συγκροτημάτων, έχει να κάνει, αποκλειστικά, με την ιδιάζουσα ανάγκη του κάθε τραγουδοποιού, όπου θέλει να τραβήξει το δρόμο του, να γράφει τα τραγούδια του και να τα λέει. Και, τις περισσότερες φορές, οι μουσικοί που τον πλαισιώνουν δεν μπορούν να τον ακολουθήσουν σ’ αυτή την διαδρομή του. Όπως, στην περίπτωση των “Συνήθων Υπόπτων” όπου ήθελαν έναν δρόμο instrumental , όπως κι έγινε. Ο Αλέκος Βασιλάτος είναι μια πολλή εξέχουσα μορφή έθνικ ερμηνείας στο κοντραμπάσο, ο Τάσος Λώλης μια εξέχουσα μορφή στην προκλασική και μεσαιωνική μουσική κι ο Βασίλης Βασιλάτος μια εξέχουσα μορφή στα κρουστά. Ο καθένας μας τράβηξε έναν άλλο δρόμο και νομίζω ότι αυτό έπρεπε να γίνει.

... διδάσκομαι το ίδιο, τόσο από τον Jim Morrison όσο κι από τον Γρηγόρη Μπιθικώτση!



Τραγουδοποιός, αλλά κι ερμηνευτής, έχεις παρουσιάσει στο κοινό και τις δυο σου αυτές ιδιότητες. Ποια όμως σε χαρακτηρίζει περισσότερο;
Χ.Θ.: Κι οι δυο! Τη στιγμή που βρίσκομαι μόνος μου στο γραφείο μου, με την κιθάρα μου, τα χαρτιά μου και τα κεριά μου, είμαι ο Χρήστος Θηβαίος τραγουδοποιός. Δεν σκέφτομαι καν, όπως ποτέ δεν σκέφτηκα, ότι έχω μια ιδιαίτερη φωνή. Απλά, έχει μια ιδιαίτερη χροιά η φωνή μου κι έτσι, θέλησαν, κι είναι προς τιμήν μου, μεγάλοι συνθέτες, όπως ο Θάνος Μικρούτσικος, ο Γιώργος Ανδρέου, ο Δημήτρης Παπαδημητρίου κι ο Nicola Piovani, να με χρησιμοποιήσουν ως ερμηνευτή.
Όταν όμως καλούμαι ως επαγγελματίας να παίξω αυτό το ρόλο πρέπει να τον παίξω με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, να υποταχτώ και να υποκλιθώ στο τραγούδι του άλλου, καθώς, επίσης, και στα κείμενα των ποιητών που τυχαίνει να ερμηνεύσω. Κι αυτό με κάνει, ως τραγουδοποιό, να εκτιμήσω το έργο του εκάστοτε συνθέτη κι, ως ερμηνευτή, να αφουγκραστώ το ειδικό βάρος της ερμηνείας των μεγάλων τραγουδιστών, που ’χα την τύχη στο πλευρό τους να τραγουδήσω, από το Γιώργο Νταλάρα, το Δημήτρη Μητροπάνο και τον Πασχάλη Τερζή, ως τη Χαρούλα Αλεξίου και τη Δήμητρα Γαλάνη.
Και, φυσικά, όταν μου τυχαίνει να μου ζητήσει κάποιος να τραγουδήσω ένα λαϊκό τραγούδι, διδάσκομαι το ίδιο,
τόσο από τον Jim Morrison
όσο κι από τον Γρηγόρη Μπιθικώτση
.


Παρατηρώ ότι τις ερμηνείες σου τις διακρίνει μια έντονη θεατρικότητα, που εξωτερικεύεται τόσο από το ηχόχρωμα της φωνής σου όσο κι από τις κινήσεις του σώματος και των χεριών σου. Έχουν παίξει ρόλο σ’ αυτό το ερμηνευτικό σου χαρακτηριστικό οι γονείς σου που ήταν ηθοποιοί;
Χ.Θ.: Ναι, έχουν παίξει πολύ μεγάλο ρόλο, γιατί αυτά τα πράγματα είναι πια πολύ βαθιά χωμένα μέσα μου. Θα σου πω όμως και ποιοι, κατά τον ά ή β΄ τρόπο, με έχουν διδάξει, εμένα προσωπικά, ακόμη κι ερήμην τους, με την ιδιαίτερη, λιγότερο ή περισσότερο θεατρική, χειρονομία που έχουν επί σκηνής. Ξεκινάω από τους τραγουδοποιούς, το Διονύση Σαββόπουλο και τους Αδερφούς Κατσιμίχα και καταλήγω σε μια σειρά χατζιδακικών τραγουδιστών - όπως είναι ο Βασίλης Λέκκας κι ο Μανώλης Μητσιάς - οι οποίοι έχουν μια θεατρική χειρονομία σ’ ένα τραγούδι λυρικό, αλλά και στην μπρεχτική δύναμη του Γιάννη Κούτρα, καθώς και στην τρομερή ροκ στάση του Βασίλη Παπακωνσταντίνου. Νομίζω ότι δεν θα υπήρχα, όχι μόνο εγώ προσωπικά, αλλά κι οι συνάδελφοί μου, αν δεν υπήρχαν όλοι αυτοί οι μεγάλοι πυλώνες του τραγουδιού, οι οποίοι ενέχουν και μια θεατρική ερμηνεία, πέρα από τις τραγουδιστικές τους ικανότητες.

Κυκλοφόρησε το 2007 ο δίσκος σου «Αφιέρωμα στον Nicola Piovani» με τη ζωντανή ηχογράφηση της συναυλίας σου με την Ορχήστρα Νυκτών Εγχόρδων του Δήμου Πατρέων. Ποια η σχέση σου με την ιταλική μουσική κι ιδιαίτερα με τον Piovani;
Χ.Θ.: Η σχέση μου με την ιταλική μουσική είναι μια σχέση που ανέπτυξα όλα αυτά τα χρόνια στην Ιταλία, ακούγοντας τους μεγάλους τραγουδοποιούς, όπως τον Fabrizio De Andre και τον Lucio Battisti καθώς, επίσης, τις κινηματογραφικές και θεατρικές συνθέσεις του Nino Rota και του Nicola Piovani. Όλα αυτά ήταν για μένα ένα πολύ μεγάλο μουσικό μάθημα. Έχοντας αποκτήσει λοιπόν αυτήν την ιταλική ευχέρεια ως ερμηνευτής κι αφού με άκουσε κι ο Piovani και του άρεσα, ήρθε η στιγμή να γίνει αυτός ο δίσκος με το αφιέρωμα, με τη συνεργασία του μαέστρου Θανάση Τσιπινάκη και τη διδασκαλία των τραγουδιών από τον Θοδωρή Κοτεπάνο. Και, τώρα, ετοιμάζομαι να μπω στο στούντιο για μια νέα δουλειά που ετοιμάζουμε μαζί με το Nicola Piovani.

Θάνος Μικρούτσικος. Μετά τον συγκλονιστικό «Άμλετ της Σελήνης»(2002), συνεργάστηκες μαζί του, δισκογραφικά, στην επανεκτέλεση των έργων του «Σταυρός του Νότου / Γραμμές των οριζόντων»(2005) και συμμετείχες στην εξαιρετική δουλειά του «Υπέροχα μονάχοι»(2006). Είναι ο Θάνος Μικρούτσικος ο “συνθέτης σου”;
Χ.Θ.: Καταρχήν ο Θάνος Μικρούτσικος είναι ο πρώτος μεγάλος μου δάσκαλος, έχω φοιτήσει τόσα χρόνια δίπλα του και του χρωστάω πάρα πολλά πράγματα. Η σχέση που έχουμε, έχει περάσει, πέρα από τη σφαίρα του τραγουδιού, σ’ ένα χαρακτήρα πιο ακαδημαϊκό, γιατί κάνουμε πολλά μαθήματα σύνθεσης και ρυθμολογίας. Γενικά, είναι για μένα ένα μεγάλο σχολείο.




















Γιώργος Ανδρέου. Ποια είναι η καλλιτεχνική χημεία σας, που ξεκίνησε από την επανεκτέλεση (μαζί με τον Γιώργο Νταλάρα) της «Μικρής πατρίδας» και κορυφώθηκε με το «Μυστήριο τραίνο»(2006), αλλά και συνεχίζεται στους «Πέτρινους κήπους»(2008);
Χ.Θ.
: Με το Γιώργο έχουμε μια πολύ ιδιαίτερη σχέση, από τότε που άκουσα τη “Μικρή πατρίδα”, σε στίχους του Παρασκευά Καρασούλου και μπήκα στη διαδικασία να μεταφέρω με διαφορετικό τρόπο, ένα ήδη τραγουδισμένο τραγούδι και να το πάω από τη δισκογραφία στα Εξάρχεια κι από ’κει σε όλη την Ελλάδα. Από τότε έχουμε και μια πιο συναισθηματική σχέση, εκτιμάω αφάνταστα το Γιώργο και σαν πιανίστα και, μαζί με το Μίλτο Πασχαλίδη, αποτελούν τους πιο κοντινούς μου φίλους στο χώρο του τραγουδιού.

Χρήστος ΘηβαίοςΓιώργος Νταλάρας. Μια συνεργασία που ξεκίνησε, πριν από 10 χρόνια στην «Ιερά Οδό», συνεχίστηκε με μια μεγάλη περιοδεία το 2001 και που έφτασε ως το καλοκαίρι του 2007 με τη συμμετοχή σου στην παράσταση «ΟΤΑΝ ΣΥΜΒΕΙ ΣΤΑ ΠΕΡΙΞ – ΤΣΙΛΙΕΣ ΚΑΙ ΜΙΑ ΝΥΧΤΕΣ» και στην έκδοσή της σε διπλό cd/dvd («Τραγούδια με ουσίες» /UNIVERSAL, 2008), αλλά και τις συμμετοχές σου στη σειρά του «Άξιου Λόγου», τόσο στον δίσκο του Αλκαίου («Οι τροβαδούροι της καρδιάς μου») όσο και σ’ αυτόν του Ελευθερίου («Πάντα κάτι μένει»), όπου μάλιστα ανταλλάσσετε και τραγούδια, ο Νταλάρας τραγουδά ένα δικό σου («Ένας ζητιάνος στα χρυσά») κι εσύ ένα δικό του («Τα τραγούδια που ’χω γράψει»). Τι σας συνδέει;
Χ.Θ.: Ακριβώς, έγινε μια ωραία ανταλλαγή, η οποία δεν είχε ξαναγίνει ποτέ , γιατί εγώ δεν είχα δώσει τραγούδι μου σε κάποιον. Έδωσα λοιπόν αυτό το τραγούδι μου, πάνω σε ποίηση του Μάνου Ελευθερίου, να το πει ο Γιώργος Νταλάρας κι εκείνος μου έδωσε να τραγουδήσω, για πρώτη φορά, ένα δικό του τραγούδι. Έπρεπε να γίνει αυτό το πράγμα νομίζω, το χρωστάγαμε ο ένας στον άλλον όλα αυτά τα χρόνια. Με το Γιώργο Νταλάρα μας συνδέει μια αλληλοεκτίμηση, ένας σεβασμός και μια αξιοπρέπεια. Είναι ένας πολύ μεγάλος καλλιτέχνης και μου ’χει δώσει πάρα πολλά, πιστεύω, όμως, ότι κι εκείνος έχει πάρει από τη δική μας τη γενιά. Και, θα πω πάλι, αυτό που λέω πάντα, όσο είμαστε μαζί, όλοι μαζί, είμαστε μια πολλή μεγάλη δύναμη, δεν είμαστε τίποτα όσο είμαστε μόνοι μας.

Πραγματοποιείς αυτόν τον καιρό κοινές εμφανίσεις με το Βασίλη Παπακωνσταντίνου, το Σάκη Μπουλά, το Γιάννη Ζουγανέλη και το Σωτήρη Καλυβάτση στην «ΑΚΤΗ ΠΕΙΡΑΙΩΣ». Ποια είναι, κατά τη γνώμη σου, τα βαθύτερα κοινά σας στοιχεία που σας ενώνουν σ’ αυτήν τη μουσική παράσταση («ΓΙΝΑΜΕ ΘΕΑΜΑ»). Ποιο είναι το ιδιαίτερο στίγμα αυτού του προγράμματος;
Χ.Θ.: Καταρχήν, αυτή είναι μια ιστορία που ξεκίνησε από το “Αχ Μαρία” με τον Παπακωνσταντίνου, το Ζουγανέλη και τον Μπουλά. Εγώ βρέθηκα μαζί τους όλο αυτό το καλοκαίρι και μπήκα σ’ αυτόν τον πυρήνα, που, πραγματικά, είναι μια πολλή όμορφη παρέα, αλλά δέχονται κι όποιον θέλει να γίνει φίλος τους και να παίξει μαζί τους. Και, σίγουρα, είναι πολύ όμορφο που ενταχτήκαμε, ένας σόουμαν, όπως ο Σωτήρης Καλυβάτσης κι ένας τραγουδοποιός, όπως εγώ, σ’ αυτήν την παρέα. Εμένα μου ξύπνησε πολλές μνήμες από τις επιθεωρήσεις με αξία, που είχα παρακολουθήσει βλέποντας τους γονείς μου να παίζουν. Στο πρόγραμμα λοιπόν αυτό, όλοι έχουμε ένα λόγο κι ένα χώρο και, νομίζω, ότι κι ο κόσμος έχει ανάγκη να δει ένα πρόγραμμα διαφορετικό, να τα δει όλα, να δει διαφορετικές στιγμές της μουσικής, καθώς και της θεατρικής και πολιτικής σάτιρας. Και νομίζω ότι αυτό είναι και το μυστικό της επιτυχίας, το οξύμωρο σχήμα που μας περικλείει όλους.

Κυκλοφόρησε ο καινούριος δίσκος σου, οι «Πέτρινοι κήποι», όπου τραγουδάς τα δικά σου τραγούδια. Ποιο είναι το κυρίαρχο χαρακτηριστικό αυτής της νέας σου δουλειάς;
Χ.Θ.
: Η εμμονή μου στο ότι ο κάθε άνθρωπος έχει κάτι πάρα πολύ όμορφο μέσα του, το οποίο, έτσι και το αναζητήσεις με καλή προδιάθεση, θα στο χαρίσει. Κι αυτό ακριβώς είναι εκείνο που τον σώζει στο τέλος της μέρας, ώστε, αν και κουρασμένος από τα πολιτικά και συναισθηματικά γεγονότα τα οποία τον βαραίνουν, κάθεται στον καναπέ του σπιτιού του κι ανθίζει μέσα του κάτι, σα να εφευρίσκει την αντοχή του κι αυτό τον κάνει να ανθίζει κι ο ίδιος κι οι τοίχοι της πολυκατοικίας του να γίνονται “πέτρινοι κήποι”! Οφείλω, επίσης, να ομολογήσω ότι, μετά από όλη αυτήν την περιοδεία που έκανα στην Ελλάδα κι όχι μόνο, κατάλαβα ότι, ο κάθε άνθρωπος κρύβει μέσα του έναν μικρό θησαυρό κι είναι έτοιμος, ανά πάσα στιγμή, ν’ ανοίξει την πόρτα και να στον χαρίσει. Γιατί, υπάρχουν και ζουν στην Ελλάδα άνθρωποι που μπορούν να προσφέρουν πολλά στα πολιτιστικά, πολιτικά και κοινωνικά δρώμενα, οι οποίοι, στην καθημερινότητά τους, ζουν στα ποτάμια ή σαν ακρίτες στα βουνά κι είμαι πάρα πολύ τυχερός που τους γνώρισα. Κι αυτοί οι ίδιοι άνθρωποι είναι οι “πέτρινοι κήποι”!

Χρήστος ΘηβαίοςΈντεκα καινούρια τραγούδια που έγραψα μέσα στη φωλιά μου…», αναφέρεις στο σημείωμα του νέου σου cd. Θα ήθελα να μας περιγράψεις πως γεννιέται και “χτίζεται” ένα τραγούδι μέσα σ’ αυτή τη “φωλιά” που αναφέρεις. Πως, δηλαδή, λειτουργείς ως δημιουργός στο εργαστήρι σου;
Χ.Θ.: Οι σημειώσεις που παίρνω δεν είναι πάρα πολύ συχνές, δεν παίρνω καθημερινά, αλλά μια φορά το μήνα. Και γράφω στο χαρτί σαν Χρήστος, αλλά και σα να ταυτιζόμουνα μ’ αυτούς τους ανθρώπους που ’χω γνωρίσει, σα να ’ταν το μηνιαίο ημερολόγιο, όχι μόνο του δικού μου κορμιού, αλλά και του σώματος και του πνεύματος των ανθρώπων που μου άνοιξαν την καρδιά τους. Από ’κει ξεκινάει ο λόγος μου. Οι μουσικές μου είναι όλες αυτές οι μουσικές που ζήλεψα και θα ήθελα να τις έχω γράψει εγώ και που προσπάθησα, μαθαίνοντάς τες κι αφουγκραζόμενος όλο αυτό το συνθετικό μεγαλείο, να καταφέρω, με το δικό μου τρόπο, να το διυλίσω και να το κάνω ένα τραγούδι που να μπορεί να το τραγουδήσει ο καθένας. Πάντως, από τότε που ξεκίνησα να γράφω, γράφω με τον ίδιο τρόπο, θέλω δηλαδή η μουσική μου να έχει μια αυτονομία αν την ακούσεις χωρίς λόγια και τα κείμενά μου να έχουν μια λογοτεχνική αυτονομία αν τα διαβάσεις χωρίς τη μουσική.

Στους «Πέτρινους κήπους», υπάρχουν τραγούδια – όπως «Το νερό» και «Τα δέντρα» - με ξεκάθαρο οικολογικό περιεχόμενο και σαφή πολιτικά μηνύματα. Επιδιώκεις, πάντα, μέσα από τα τραγούδια σου και, γενικότερα, την όλη εικόνα σου, να παρουσιάζεις και να υποστηρίζεις, πέρα από το καλλιτεχνικό κι ένα συγκεκριμένο πολιτικό προφίλ;
Χ.Θ.: Ναι, αλλά με τον τρόπο που μου επιτρέπουν οι γνώσεις κι η ιδιοσυγκρασία μου. Δηλαδή, δεν πιστεύω ότι μπορούμε να γράψουμε ένα πολιτικό τραγούδι όπως αυτό που έγραφαν οι προηγούμενες γενιές. Κανένας δεν μπορεί να γράψει ένα πολιτικό τραγούδι όπως έγραφε τότε ο Γκαϊφίλιας ας πούμε. Μπορούμε όμως να γράψουμε ένα πολιτικό τραγούδι της σημερινής μας καθημερινότητας βλέποντας αυτές τις εκπομπές κι αυτές τις πολιτικές καταστάσεις και, ναι μεν να αντιταχτούμε σε μια πραγματικότητα που δεν μας αρέσει, αλλά να το κάνουμε με τρόπο ούτως ώστε να μπορούν να το τραγουδούν κι οι επόμενες γενιές. Να μην έχει δηλαδή το πολιτικό μας τραγούδι ημερομηνία λήξης.

Οι απόψεις και οι σκέψεις των συνεργατών του Ορφέα δεν ταυτίζονται απαραίτητα με τη γνώμη του περιοδικού.
Απαγορεύεται αυστηρά η χρήση και η αναδημοσίευση του συνόλου ή μέρους των άρθρων του Ορφέα, χωρίς προηγούμενη άδεια των υπευθύνων του περιοδικού και του συντάκτη και χωρίς ταυτόχρονη αναφορά της επωνυμίας του περιοδικού, του ονοματεπωνύμου του συντάκτη και του ακριβούς συνδέσμου του άρθρου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΥ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΥ ΣΕ ΑΛΛΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΧΟΛΙΑ

RSS

ΤΑ ΠΙΟ ΔΙΑΒΑΣΜΕΝΑ (90d)

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

ΕΙΠΑΝ - ΕΓΡΑΨΑΝ

Γελάω άμα ακούω για ελληνικό ροκ. Είναι σα να μου λένε αμερικάνικο τσάμικο.
Στέλλα Βλαχογιάννη

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ / ΑΥΡΙΟ

Δεν έχουν καταχωρηθεί γεγονότα.

ΤΥΧΑΙΑ TAGS