105 αναγνώστες online
Find us on FacebookJoin us on Facebook
sideBar



Σαββέρια Μαργιολά - «Αλισάχνη»

ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ «Τι έχω να χάσω»

Τάσος Π. Καραντής
Τάσος Π. Καραντής
Πρώτη Παρουσίαση
ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ - «Τι έχω να χάσω»
23.10.2017
Ορφέας | Main Feed
Κείμενο: Καλή Βανδώρου

Νίκος Αβαγιανός «Δεν υπάρχει ολοκλήρωση στον καλλιτέχνη»

Συνεντεύξεις

Καλή Βανδώρου

Ο Νίκος Αβαγιανός είναι ένας καλλιτέχνης με πολλές διαφορετικές πλευρές. Υπήρξε χορευτής, μοντέλο, ηθοποιός και τραγουδιστής και μάλιστα, σε μια εποχή – που όπως αναφέρει και ο ίδιος στη συνέντευξη που ακολουθεί – στην οποία, αν τα έκανε κάποιος όλα αυτά μαζί, τότε τον κορόιδευαν οι συνάδελφοί του. Αν και Αθηναίος, ζει τα τελευταία 22 χρόνια στη Θεσσαλονίκη. Λίγο πριν επιστρέψει μόνιμα στην πόλη του - και συγκεκριμένα στις 8 Απριλίου -, έκανε σε κεντρικό θέατρο της πρωτεύουσας πράξη ένα εξαιρετικό αφιέρωμα στη φίλη του Βίκυ Μοσχολιού, το οποίο είχε τεράστια καλλιτεχνική επιτυχία. Ο Νίκος Αβαγιανός, λοιπόν, μιλάει στον Ορφέα για τη ζωή του, για γεγονότα που έχει ζήσει, αλλά και για καταστάσεις που τον πλήγωσαν και που τον έκαναν ακόμα πιο δυνατό. Γιατί, οι πραγματικά ευαίσθητοι άνθρωποι, με την πάροδο του χρόνου γίνονται όλο και πιο δυνατοί.


Ας πάρουμε τα πράγματα την αρχή. Πότε συνειδητοποίησες ότι έχεις καλλιτεχνική φλέβα;
Νομίζω ότι γεννήθηκα έτσι! Να σκεφτείς ότι πέντε χρονών – όπως μου ‘λεγε η μάνα μου – χόρευα και τραγουδούσα! Πήγα στη δραματική σχολή πριν καν τελειώσω το εξατάξιο Γυμνάσιο. Έδωσα εξετάσεις σε μια επιτροπή που υπήρχε τότε που λεγόταν Επιτροπή Εξαιρετικών Ταλέντων. Έτσι, τελείωσα το σχολείο συγχρόνως με τη δραματική σχολή. Επίσης συγχρόνως, προκειμένου να εξοικονομήσω τα έξοδα της σχολής, ξεκίνησα σαν κομπάρσος στο Θέατρο Ακροπόλ που ζητούσαν τότε άτομα για τις επιθεωρήσεις, οι οποίες ήταν πλούσιες και πολυπρόσωπες. Εκεί, δειλά δειλά χορεύοντας, πλήρωνα τα έξοδα της σχολής.

Στη συνέχεια πως εξελίχθηκες σαν ηθοποιός;
Χόρεψα σε μικρορολάκια σε όλα τα μιούζικαλ του Δαλιανίδη στο θέατρο, τα οποία μετά τα έκαναν ταινίες. Ο συγχωρεμένος ο Δαλιανίδης, επειδή με ήξερε από παιδί (ήμασταν στην ίδια γειτονιά στον Άγιο Νικόλαο Αχαρνών), ακόμα και στο θέατρο με δήλωνε σαν χορευτή, γιατί το μεροκάματο του χορευτή ήταν μεγαλύτερο από του ηθοποιού. Έφτασα σε ένα σημείο, χωρίς να έχω κάνει ποτέ μου χορό, στο θέατρο Βέμπο και στην παράσταση «Οι εραστές του ονείρου» να είμαι στη μαρκίζα ως σολίστ. Είχα, όμως, ρυθμό, γιατί είναι και χορευτές που έχουν σπουδάσει χωρίς να έχουν τέμπο. Μετά δούλεψα με την Έλλη Λαμπέτη στη «Γλυκειά Ίρμα», στο «Βυσσινόκηπο» του Τσέχωφ μετά. Πριν από αυτό, η πρώτη μου δουλειά στο θέατρο σαν ηθοποιός ήταν με τον Νίκο Χατζίσκο και την Τιτίκα Νικηφοράκη στο «Τσάι και συμπάθεια». Τον πρωταγωνιστικό ρόλο τον είχε ο Χρήστος Πολίτης και θα πήγαινε περιοδεία η παράσταση, αλλά εκείνος δε μπορούσε. Έτσι το παίξαμε ένα μήνα στο Θέατρο Κάβα στην οδό Σταδίου και μετά περιοδεία σε όλη την Ελλάδα. Αυτό θα μου μείνει πραγματικά αξέχαστο. Ήταν μια συγκλονιστική παράσταση και ένας συγκλονιστικός ρόλος.

Και το τραγούδι πώς μπήκε στη ζωή σου;
Στα μιούζικαλ του Δαλιανίδη, τα χορευτικοτραγουδιστικά μέρη ήταν πλέι μπακ και έπρεπε να ανοιγοκλείνουμε το στόμα μας σαν να τα τραγουδάμε εμείς στη σκηνή. Ίσως ο μόνος που το έκανε τόσο συνειδητά να ήμουν εγώ. Θυμάμαι τον Πλέσσα που έλεγε «κοιτάτε τον Νίκο πώς το κάνει». Μου άρεσε το τραγούδι. Δεν είχα σκεφτεί ποτέ ότι θα γινόμουν τραγουδιστής. Πήγαινα σε μια εξαιρετική δασκάλα στην οποία πήγαιναν τότε όλοι. Με είχε πάει η Δήμητρα Γαλάνη που κάναμε πολύ παρέα, ώστε να καλυτερεύσω τον εαυτό μου για το θέατρο, βλέποντας ότι το μιούζικαλ είχε μέλλον. Τότε τους ηθοποιούς που τραγουδούσαμε και χορεύαμε, μας κορόιδευαν. Τώρα δεν υπάρχει ηθοποιός που να μην απαιτείται να χορεύει και να τραγουδάει. Έχουμε πάει, λοιπόν, ένα βράδυ στα μπουζούκια και συγκεκριμένα στην «Αδυναμία» του Ψιλόπουλου που πιο παλιά ήταν τα «Ξημερώματα». Χωρίς να το ξέρω εγώ και θέλοντας να μου κάνουν πλάκα, λέει η παρέα μου του  Ψιλόπουλου – ο οποίος με είχε ξαναδεί στο μαγαζί του με παρέες όπως της Λάσκαρη και του Βοσκόπουλου – ότι αυτός εκεί στην άκρη τραγουδάει. Και λέει εκείνος «ας έρθει να τον ακούσω». Ε, μου το ‘παν αυτοί κι εγώ το πήρα για πλάκα. Πήγα, λοιπόν, τη μέρα που μου είπε να πάω και του είπα τα τραγούδια που ήθελε. Επειδή, όμως, δεν πήγα για να ζητήσω δουλειά, δεν είχα καθόλου τρακ. Λειτούργησα καθαρά θεατρικά, δηλαδή σαν να υπήρχε μέσα κόσμος, παρόλο που το μαγαζί ήταν άδειο. Μόλις κατέβηκα από τη σκηνή μου λέει «πόσα θέλεις» και κάπως έτσι, το 1974 ξεκίνησα. Από εκεί πήγαμε στην καλοκαιρινή «Αδυναμία» στο τέρμα Συγγρού. Σιγά σιγά έφυγα από αυτού του είδους το ξενύχτι και πήγα σε καλύτερα μαγαζιά, στα οποία μου είχαν ζητήσει να πάω. Πήγα στον Καρουσάκη που τότε ήταν στα σουξέ του. Εκεί γνώρισα την Πίτσα Παπαδοπούλου. Μετά πήγα στον Καφάση που ήταν επίσης στα πάνω του και πήρα μαζί μου και την Πίτσα. Την επόμενη σεζόν ήταν μαζί η Άννα Χρυσάφη. Πέρασε όλη η καλή αθηναϊκή κοινωνία από εκεί, όπως και όλες οι τραγουδίστριες φίρμες. Συνέχισα με τη Χριστιάνα, αργότερα με τον Μπιθικώτση και τη Χριστιάνα, πιο μετά με τη Μοσχολιού με την οποία ήμασταν πάρα πολύ φίλοι. Αργότερα στη «Φαντασία» με τον Διονυσίου, τον Κόκοτα, τον Τσιτσάνη, τη Μπέλλου, τη Σακκελαρίου, τη Τζένη Βάνου... με όλα τα πρώτα ονόματα. Τώρα, οι τραγουδιστές που κάνουν σήμερα πόλεμο για τη μαρκίζα και το πού θα μπει το όνομά τους, ήταν τότε για να λένε ένα τραγούδι όλο το βράδυ και να κάνουν κανένα σεγόντο – αν ήξεραν να το κάνουν κι αυτό.

Με τη δισκογραφία ποια ήταν τότε και ποια είναι σήμερα η σχέση σου;
Εκτός από κάτι φωνητικά που είχα κάνει σε έναν δίσκο της Χριστιάνας δεν είχα καμία σχέση, παρόλο που πήγαινα και με τη Βίκυ (Μοσχολιού) στο στούντιο στην Κολούμπια. Δε θεωρούσα ποτέ τον εαυτό μου τραγουδιστή. Θεωρούσα τον εαυτό μου ηθοποιό που προσπαθεί να κάνει τραγούδι, αφού είχα πια αποτραβηχτεί από το θέατρο. Για μένα αυτό ήταν λάθος, γιατί στην ουσία οι μάχες μου με το σπίτι μου ήταν για να γίνω ηθοποιός και όχι τραγουδιστής. Ωστόσο, όταν το 1985 αποφάσισα να κάνω τον πρώτο μου δίσκο, ήθελα να είναι ένας δίσκος που να μπορεί να παίζεται στις νυχτερινές εκπομπές του ραδιοφώνου. Έτσι, έκανα έναν δίσκο σε παραγωγή των αδελφών Φαληρέα (ανεξάρτητη παραγωγή) με μπαλάντες και ερωτικά τραγούδια. Είχε κάποιες διασκευές από ιταλικά τραγούδια, τραγούδια σε στίχους του Πάριου, του Πάνου Χατζηκουτσέλη, της Σόφης Παππά. Ήταν ένας πολύ ωραίος δίσκος που, δε σου κρύβω ότι σήμερα, επειδή έχω σε πομπίνες τις ορχήστρες, θέλω να τον ξανατραγουδήσω. Μετά, έκανα ξανά δίσκο μετά από επτά χρόνια. Τότε, το 1992, μαζί με τον Γιώργο Λεκάκη που έχει κάνει τους στίχους σε ολόκληρο τον δίσκο, ψάχναμε να βρούμε τραγούδια και όταν μου έβαλε να ακούσω κομμάτια δύο νέων παιδιών που τότε είχαν το όνομα «Τα παιδιά του Οδυσσέα», τρελάθηκα. Κι έτσι έκανα τον δεύτερο δίσκο που έχει μέσα και τον «Άνεμο» που έγινε μεγάλη επιτυχία, τουλάχιστον στη Βόρεια Ελλάδα. Σε αυτόν τον δίσκο συμμετείχε και η Βίκυ Μοσχολιού με ένα τραγούδι που είπε μόνη της και ένα ντουέτο μαζί μου. Μετά, πέρασαν πάλι άλλα έξι χρόνια όταν έκανα ξανά cd πια, το οποίο ήταν μια αληθινή ζωντανή ηχογράφηση από συναυλία στη Σταυρούπολη της Θεσσαλονίκης και είχε τίτλο «Πανηγυρίζοντας στην Ελλάδα». Από αυτή τη δουλειά μέχρι και τον τελευταίο δίσκο που έκανα με το όνομα «Ένα καράβι γεμάτο τραγούδια», στον οποίο συμμετέχει η Μαριώ, πέρασαν πάλι επτά χρόνια... Τώρα, έχω μαζέψει το υλικό για τον επόμενο δίσκο, αλλά δεν έχω βρει τον χρόνο να τον ολοκληρώσω. Είναι τραγούδια που έχει γράψει ο Δώρος Γεωργιάδης σε στίχους του στιχουργού και ποιητή Δημήτρη Μπρούχου.

Ζεις εδώ και 22 χρόνια στη Θεσσαλονίκη. Πώς βρέθηκες εκεί, δεδομένου ότι είσαι Αθηναίος και ότι οι περισσότεροι καλλιτέχνες φεύγουν από τη Θεσσαλονίκη για να μείνουν μόνιμα στην Αθήνα;
Ναι, με μένα έγινε το αντίθετο. Πήγα εκεί το 1992 με τη Μοσχολιού και τον Καλογιάννη για μία ολόκληρη σεζόν. Μετά, από τη Βίκυ γνώρισα έναν άνθρωπο που είχε ένα μαγαζί στη Θεσσαλονίκη και ένα ακόμα στην Πάρο. Έτσι, πήγα στην Πάρο και ξαναγύρισα στη Θεσσαλονίκη με εκείνον, είχε βγει τότε και ο δίσκος «Οδός Ελλάδος» που περιείχε τον «Άνεμο» και εντελώς τυχαία, με ζήτησαν στο TV Μακεδονία για να κάνω τηλεόραση. Επειδή, όμως, λατρεύω την Αθήνα, όλα αυτά τα χρόνια έπεφτα να κοιμηθώ και νόμιζα ότι θα ξυπνήσω στο σπίτι μου... Στη Μακεδονία και στη Βόρεια Ελλάδα ειδικότερα, ο κόσμος με αγαπάει πάρα πολύ και από τον απλό κόσμο δεν έχω παράπονο. Όμως, από τους καλλιτέχνες της Θεσσαλονίκης έχω παράπονο. Έχουν πάντα πρόβλημα με τους Αθηναίους, ίσως γιατί αυτοί που έμειναν εκεί δεν μπόρεσαν να κατέβουν στην Αθήνα ή κατέβηκαν και δεν έκαναν κάτι και γύρισαν πίσω, την ώρα που εγώ στην πόλη τους έκανα πράγματα. Μετά από 22 χρόνια εξακολουθούν να με λένε χαμουτζή, δηλαδή «ο από κάτω». Αν ξεκινήσουμε τώρα μαζί να πάμε σε ένα οποιοδήποτε χωριό στην Βόρεια Ελλάδα, θα νομίζεις ότι πάμε στο χωριό μου.

Θα άλλαζες κάτι στην καριέρα σου; Π.χ., να ασχοληθείς περισσότερο με την προσωπική σου δισκογραφία;
Πολλοί μου λένε «Μα γιατί δεν έκανες κάτι παραπάνω; Έχεις καλή φωνή, έχεις ωραίο παρουσιαστικό, δουλεύει το μυαλό σου». Πάντα απαντάω ότι είμαι ήσυχος με τη συνείδησή μου, γιατί υποστήριξα τις επιλογές μου και δεν έχω παράπονο. Δισκογραφικά, αυτά που ήθελα τα είπα. Όσες φορές έκανα κάτι, πιο πολύ το έκανα για τη δική μου την ανάγκη και όχι για το σουξέ, γιατί τότε θα έπρεπε να πω άλλα πράγματα. Όταν άκουσε η Βίκυ (Μοσχολιού) στο σπίτι της στο Κολωνάκι στο διπλό cd με τη ζωντανή ηχογράφηση το «Άνθρωποι μονάχοι», έβαλε τα κλάματα. Το να μου λέει η Βίκυ Μοσχολιού που για μένα ήταν σχολείο «μπράβο αγόρι μου, έδωσες όλη σου την ψυχούλα», είναι η πιο σημαντική επιβράβευση. Οπότε, δε θα άλλαζα τίποτα.

Πάμε στο κεφάλαιο Βίκυ Μοσχολιού. Πες μου αρχικά πώς ξεκίνησε η γνωριμία σας.
Α, τώρα αυτό είναι πολύ μεγάλη ιστορία! Για να μην πολυλογούμε, τη Βίκυ την γνώρισα σαν θαυμαστής της. Η Μοσχολιού, μαζί με τον Μπιθικώτση ήταν οι δυο φωνές που όταν συνειδητά πια άκουγα ελληνική μουσική και  τους πρωτοάκουσα, έσπασαν όλα μέσα μου. Γίναμε φίλοι, γίναμε αδέλφια. Έζησα πολύ μαζί της, πολύ κοντά της. Αυτή η φιλική σχέση πέρασε από διάφορες διακυμάνσεις, όπως όλες οι υγιείς φιλίες. Τσακωθήκαμε, αγαπηθήκαμε, βριστήκαμε, ξαναμιλήσαμε, πήγαμε εκδρομές, πήγαμε ταξίδια και όλα αυτά πριν δουλέψουμε μαζί. Γιατί, όταν δουλέψαμε μαζί, η σχέση έγινε ακόμα πιο στενή. Τις κόρες της Βίκυς τις ξέρω από όταν η Ράνια ήταν δύο χρονών και η Βαγγελίτσα ενός έτους. Μέχρι και το τέλος, η Βίκυ ήταν πάντα για μένα ορόσημο.

Για όλους αυτούς τους λόγους, έκανες στις 8 Απριλίου στο Χυτήριο μια βραδιά αφιέρωμα στη μνήμη της. Μίλησέ μου για αυτή την παράσταση που ήταν υπέρ του δέοντος επιτυχημένη, η οποία από όσο ξέρω, έχει μεγάλη ιστορία πίσω της.
Στην τελευταία ζωντανή εμφάνιση της Βίκυς στο Regency Casino της Θεσσαλονίκης, ήμουν μαζί της με δική της πρόταση. Επειδή τότε  (χειμώνας 2004) ήμουν στη δημοτική τηλεόραση και είχα σχέσεις με τον Δήμο και την Αντιδημαρχία Πολιτισμού, είχα κάνει μία πρόταση για τα «Δημήτρια», στα οποία η Βίκυ ήθελε να κάνει μια πολύ καλή εμφάνιση με μια εξαιρετική ορχήστρα. Είχα κάνει, λοιπόν, μια πρόταση για μια μουσική παράσταση που θα λεγόταν «Βίκυ Μοσχολιού – Νυν και Αεί». Τα «Δημήτρια» ξεκινούν τέλος Αυγούστου, αλλά οι προτάσεις κατατίθενται νωρίς. Η Βίκυ είχε συμφωνήσει και η παράσταση θα γινόταν με την ίδια. Βέβαια, η Βίκυ αρρώστησε και έφυγε στις 16 Αυγούστου 2005. Επειδή, όμως, ήταν προγραμματισμένο όλο αυτό, είχαν δηλαδή τυπωθεί τα προγράμματα, δε γινόταν να ακυρωθεί κι έτσι, κάναμε την παράσταση αφιέρωμα στη μνήμη της. Πρέπει να σου πω ότι, εάν θα έπρεπε να το κάνω τότε σαν πρόταση, δε θα το έκανα ποτέ, γιατί ήταν πολύ νωπές οι μνήμες, ήταν άθλος για μένα που έκανα αυτή την παράσταση δυο μήνες μετά τον θάνατό της. Αυτή την παράσταση την ξανακάναμε τον Σεπτέμβριο του 2010 στο Θέατρο Κήπου με πρωτοβουλία της Νομαρχίας Θεσσαλονίκης, όπου όλοι συμμετείχαμε αφιλοκερδώς, δηλαδή ο ήχος, οι μουσικοί, ο Μανώλης Μιχαλάκης που ήταν φίλος της Βίκυς και οι μόνες τραγουδίστριες που ήρθαν προς τιμήν τους από την Αθήνα, η Κατερίνα Κούκα και η Λένα Αλκαίου, αφού κανένας άλλος δε δέχτηκε να έρθει αφιλοκερδώς. Τα έσοδα πήγαν αποδεδειγμένα στον Σύλλογο Γονέων με Κακοήθη Νοσήματα της Βόρειας Ελλάδας «Η Λάμψη». Σκέφτηκα, λοιπόν, ότι αυτή την παράσταση πρέπει να τη δουν και στην Αθήνα, γιατί στο Θέατρο Κήπου ήταν η πρώτη φορά που ήρθε από την Πάρο η μικρή κόρη της  Βίκυς, η Βαγγελίτσα για να δει το αφιέρωμα. Τότε μου είπε ότι μόνο εγώ μπορώ να το κάνω το αφιέρωμα στη μάνα της. Έτσι, αποφάσισα να το κάνω στην Αθήνα, στο Χυτήριο, σε έναν μικρό χώρο. Δόξα τω Θεώ, πήγε καλά με τα όποια τεχνικά προβλήματα. Είχε πάρα πολύ κόσμο, ο οποίος το απόλαυσε, τραγούδησε μαζί μας, χειροκρότησε, συγκινήθηκε. Οι καλλιτέχνες που συμμετείχαν το έκαναν μόνο από αγάπη προς τη Βίκυ, γιατί αυτή δεν ήταν μια παράσταση που με το εισιτήριο των 5 ευρώ που είχε, θα μπορούσες να πεις εκμεταλλεύομαι το όνομα και βγάζω λεφτά. Ίσα ίσα για να πληρωθούν οι μουσικοί. Αν ήθελα να εκμεταλλευτώ το όνομα, θα έκανα και επανάληψη, όπως δηλαδή μου ζητήθηκε. Ήταν λοιπόν, για μένα μεγάλη τιμή να έρθουν όλοι όσοι ήρθαν να τραγουδήσουν. Αναφέρομαι στην Πίτσα Παπαδοπούλου που όπως σου είπε και στη συνέντευξη που της έκανες θεωρούσε τη Βίκυ αδελφή της, τη Λένα Αλκαίου, τη Νάντια Καραγιάννη με την οποία είχαμε δουλέψει μαζί στο Στορκ, τη Μαρία Κανελλοπούλου που δεν είναι νέα τραγουδίστρια, αλλά τώρα φαίνεται στη δουλειά και έκλεψε τις εντυπώσεις με τις ερμηνείες της στην παράσταση, τον Δημήτρη Παπάζογλου με τον οποίο μαζί ξεκινήσαμε στο θέατρο και που επίσης έκανε εξαιρετικές ερμηνείες – διότι το τραγούδι είναι ένα επάγγελμα συναφές με τον χορό και την κίνηση -, τον Κώστα Σμοκοβίτη ο οποίος έχει αποτραβηχτεί από τα πράγματα πολλά χρόνια, τον φίλο μου τον Ντίνο Καρύδη που διάβασε εξαιρετικά και συγκινητικά τα κείμενα που είχα γράψει και τον Νίκο Καρακαλπάκη, ο οποίος είναι ένας πολύ καλός νέος τραγουδιστής. Στους μουσικούς ήταν πάλι ο Μανώλης Μιχαλάκης που είχε την ευθύνη, ο Γιώργος Τσοκάνης στα πλήκτρα και στο δεύτερο μπουζούκι ο Πάρης Καρακανάς. Στις λαϊκές εικόνες του αφιερώματος χόρεψαν πέντε παιδιά από το Εργαστήρι Παραδοσιακού Χορού «Ο Ορφέας» από τη Σκύδρα του Νομού Πέλλας τα οποία ήρθαν στην Αθήνα με δικά τους έξοδα. Επίσης, ευχαριστώ τη Βάσια Παναγοπούλου που μας διέθεσε το θέατρο.

Θέλω να μου πεις μια χαρακτηριστική σκηνή που έζησες με τη Βίκυ Μοσχολιού.

Η Βίκυ ήταν ένα περιβόλι, ένας θησαυρός. Δεν υπήρχε περίπτωση να συναντηθείς μαζί της και να μην έχεις κάτι να θυμάσαι. Θα σου πω ένα από τα πολλά αστεία που έχουν συμβεί. Έχουμε πάει μαζί στη Νεράιδα ένα καλοκαίρι για να συζητήσει για δουλειά για τον επόμενο χειμώνα. Τότε τραγουδούσε εκεί ο Στράτος Διονυσίου - τον οποίο η Βίκυ αγαπούσε πάρα πολύ, όπως και όλους τους συναδέλφους της – και μία  τραγουδίστρια που δε θέλω να αναφέρω το όνομά της. Μόλις είχε γίνει της μόδας να τραγουδάνε και να χορεύουν. Περνάει, λοιπόν, από μπροστά μας αυτή η τραγουδίστρια, μας χαιρετάει και της λέει η Βίκυ πολύ καλοπροαίρετα και χωρίς καμία κακία  «Να σου πω μωρή, μια χαρά τραγουδίστρια είσαι. Όταν, όμως, τραγουδάς, μη χορεύεις πάνω στο τραγούδι, γιατί δεν έχεις την παιδεία ώστε να έχεις αναπνοές. Χόρευε στις εισαγωγές του τραγουδιού». Και γυρίζει με ύφος εκείνη και της λέει παρεξηγημένη «Βίκυ μου, ξεχνάς μια μικρή λεπτομέρεια. Ότι εσείς που δεν κινείστε και δεν χορεύετε, σε λίγο καιρό θα ψάχνετε για μεροκάματο» και φεύγει νευριασμένη. Τη φωνάζει, λοιπόν, η Βίκυ και της λέει «Να σου πω κάτι... Ξεχνάς κι εσύ μια μικρή λεπτομέρεια. Ότι εγώ τραγουδάω με το στόμα, όχι με τον ...!».

Ποια θεωρείς ότι ήταν η καλύτερη συνεργασία της Μοσχολιού και ποια η χειρότερη;
Η Βίκυ αγαπούσε όλους τους συνθέτες και πάντα πήγαινε μελετημένη στις πρόβες. Πρέπει να σου πω επίσης ότι, πολύ σπάνια τραγούδησε δεύτερη φορά κομμάτι στο στούντιο ή πολύ σπάνια έκανε κόψε – ράψε. Το «Άνθρωποι μονάχοι» είναι κρατημένο από πρόβα με τον Κώστα Νικολόπουλο με την κιθάρα μέσα στο στούντιο, όπως και η «Λόλα» από το «Καινούριο πράγμα» του Κραουνάκη που είναι τραγουδισμένο μία φορά. Όταν της είπε ο Κραουνάκης να το ξαναπεί για να διορθώσει κάτι του είπε «στο ξαναλέω μία ακόμα φορά και κράτα όποιο θες» και τελικά, κράτησε το πρώτο. Αγαπούσε, λοιπόν, τους συνθέτες, γιατί, όπως έλεγε πάντα «Δικό τους παιδί είναι το τραγούδι, είναι δημιούργημά τους και πρέπει να τους κοιτάξω στα μάτια να το πω όπως θέλουν. Να το κάνω δικό μου, αλλά όπως θέλουν αυτοί». Όμως, είχε μια αδυναμία ιδιαίτερη στον Σταύρο Ξαρχάκο όχι μόνο γιατί αυτός την καθιέρωσε, αλλά γιατί τον πίστευε πολύ. Πάντα έλεγε ότι «Μόνο ο Σταύρος μπορεί να μου κάνει τις ορχήστρες που θέλω». Επίσης, αγαπούσε πολύ τον Ζαμπέτα. Τον έλεγε «πατέρα», αυτός την έλεγε «κόρη μου». Αγαπούσε πολύ τον Απόστολο Καλδάρα. Όμως, έφυγε με παράπονο η Βίκυ. Π.χ., δεν της έδωσαν ποτέ τον Λυκαβητό που είχαν πάει οι πάντες – πέρα από τις δυο συναυλίες που είχαν κάνει επί Αβραμόπουλου - ούτε το Ηρώδειο, στο οποίο πήγε μόνο σαν ερμηνεύτρια συνθέτη, δηλαδή μια φορά με τον Κατσαρό και μια φορά με τον Μαρκόπουλο. Το Μέγαρο Μουσικής της το παραχώρησαν όταν πια ήταν άρρωστη και ήξεραν ότι θα φύγει. Επίσης, είχε παράπονα από συναδέλφους που της φέρθηκαν πρόστυχα, άσχημα. Δε χρειάζεται να πούμε ονόματα. Άνθρωποι οι οποίοι της χρωστάνε ακόμα την καριέρα τους, της φέρθηκαν πολύ άσχημα και αυτά είναι πράγματα που τα έχω ζήσει και όχι που τα άκουσα.

Από τις τραγουδίστριες που είναι ενεργές τις δύο τελευταίες δεκαετίες, ποιες ξεχωρίζεις; Ή μάλλον, ποιες θεωρείς ότι μπορούν να ερμηνεύουν άρτια τα τραγούδια της Μοσχολιού;
Εγώ έχω μια λατρεία στη Δήμητρα Γαλάνη. Νομίζω ότι τραγουδίστρια σαν τη Γαλάνη δεν υπάρχει. Έχω ακούσει διάφορες εκτελέσεις - στην κυριολεξία- τραγουδιών που έχει πει η Βίκυ από πολύ γνωστές τραγουδίστριες. Από τις νέες τραγουδίστριες, η μόνη που με άγγιξε αυτής της ηλικίας είναι η Ελεονώρα Ζουγανέλη. Με συγκίνησε πάρα πολύ όταν σε μια εκπομπή του Σπύρου Παπαδόπουλου όπου είπε το «Χάθηκε το φεγγάρι». Δεν περίμενα ότι θα το πει τόσο όμορφα. Η Λένα Αλκαίου μπορεί να πει επίσης καλά τα τραγούδια της Βίκυς. Επίσης, η Μαρία Σουλτάτου μου αρέσει πάρα πολύ σε αυτά τα τραγούδια, όπως και στα Σμυρνέικα.

Τώρα που επιστρέφεις στην πόλη σου, ετοιμάζεις κάτι καινούριο;

Κάτσε να επιστρέψω πρώτα... Αλλά στο μυαλό μου ετοιμάζω κάτι...

Θέλω να κλείσεις τα μάτια σου και να σκεφτείς πώς θα ήθελες να είσαι σε πέντε χρόνια από τώρα, όταν δηλαδή θα έχεις εγκατασταθεί πια στην Αθήνα. Ποια θα ήταν η ιδανικότερη ολοκλήρωση της καριέρας σου;
Μπορεί να έχω εγκατασταθεί στον Άγιο Πέτρο και να είμαι δίπλα στη Βίκυ! Δεν υπάρχει ολοκλήρωση στον καλλιτέχνη. Έχω μάθει ότι, μαθαίνεις συνέχεια. Οπότε, δεν μπορείς να πεις ότι ολοκληρώνεις, δε λες «τα ‘χω μάθει όλα». Βέβαια, κάποιος μαθαίνει αν θέλει και αν μπορεί. Δε νομίζω ότι μπορεί κανείς καλλιτέχνης να πει ποτέ «Εγώ έχω φτάσει εκεί, έχω κάνει αυτά και είμαι πλήρης», έστω κι αν είναι γεμάτος από επιτυχίες, ερμηνείες και εμπειρίες.

 

 

Οι απόψεις και οι σκέψεις των συνεργατών του Ορφέα δεν ταυτίζονται απαραίτητα με τη γνώμη του περιοδικού.
Απαγορεύεται αυστηρά η χρήση και η αναδημοσίευση του συνόλου ή μέρους των άρθρων του Ορφέα, χωρίς προηγούμενη άδεια των υπευθύνων του περιοδικού και του συντάκτη και χωρίς ταυτόχρονη αναφορά της επωνυμίας του περιοδικού, του ονοματεπωνύμου του συντάκτη και του ακριβούς συνδέσμου του άρθρου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΥ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΥ ΣΕ ΑΛΛΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΧΟΛΙΑ

RSS

ΤΑ ΠΙΟ ΔΙΑΒΑΣΜΕΝΑ (90d)

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

ΕΙΠΑΝ - ΕΓΡΑΨΑΝ

Στην άμμο τα έργα στήνονται μεγάλα των ανθρώπων και σαν παιδάκι τα γκρεμίζει ο Χρόνος με το πόδι.
Κώστας Καρυωτάκης

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ / ΑΥΡΙΟ

23/10/1925 Γεννήθηκε στην Ξάνθη ο συνθέτης Μάνος Χατζιδάκις
24/10/2010 Έφυγε από τη ζωή ανήμερα των γενεθλίων της η τραγουδίστρια του Νέου Κύματος Καίτη Χωματά