120 αναγνώστες online
Find us on FacebookJoin us on Facebook
sideBar



Σαββέρια Μαργιολά - «Αλισάχνη»

ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ «Τι έχω να χάσω»

Τάσος Π. Καραντής
Τάσος Π. Καραντής
Πρώτη Παρουσίαση
ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ - «Τι έχω να χάσω»
23.08.2019
Ορφέας | Main Feed

Συνεντεύξεις

Χρύσα Σωφρονά

Όταν μιλάμε για τον Βαγγέλη Μπουντούνη, έχουμε να κάνουμε με έναν από τους σημαντικότερους έλληνες κιθαριστές, με πολύ σπουδαίο έργο και μια καριέρα που μετράει πάνω από 35 χρόνια. Σαν κιθαριστής έχει δώσει συναυλίες και ρεσιτάλ σε όλο τον κόσμο, κι έχει αποσπάσει τις καλύτερες κριτικές. Υπήρξε επίσης βασικός συνεργάτης του μεγάλου Μάνου Χατζιδάκι. Σαν συνθέτης έχει γράψει σημαντικά έργα που είναι γνωστά κι ακούγονται σε συναυλίες παγκοσμίως. Ως καθηγητής κλασσικής κιθάρας, έχει διδάξει σε πολλούς σπουδαίους κιθαριστές, καθώς επίσης έχει κάνει πολύ σημαντική δουλειά εκδίδοντας πολλά εκπαιδευτικά βιβλία και διασκευές για κιθάρα. Στο κιθαριστικό του ντουέτο με τη σύντροφό του στην τέχνη και στη ζωή, την σπουδαία κιθαρίστρια Μάρω Ραζή, έχουν δώσει δεκάδες ρεσιτάλ, κι έχουν κάνει μαζί πολλούς δίσκους, με πρώτο το «Ρεσιτάλ για δύο». Ακολούθησαν σπουδαίες δισκογραφικές δουλειές όπως το «LET IT BEatles», όπου διασκεύασαν για δύο κιθάρες 14 πολύ γνωστά τραγούδια των Beatles, και τους δίσκους «Ένα τραγούδι για τον Μάνο Vol.1 & Vol.2».
Ο Βαγγέλης Μπουντούνης, δημιούργησε το 1993 τους «Κιθαριστές», μια πολύ μεγάλη ορχήστρα που αποτελείται από κιθάρες, με την οποία έχει δώσει πολλές επιτυχημένες συναυλίες, με αποκορύφωμα τη μεγάλη συναυλία στο Ηρώδειο το 2004, η οποία κυκλοφόρησε και σε δίσκο. Πρόσφατα εκδόθηκε ο δεύτερος δίσκος των «Κιθαριστών» με τίτλο «Historia de un amor», ο οποίος ήταν η αφορμή για μια πολύ όμορφη συζήτηση με τον Βαγγέλη Μπουντούνη, για τη διαδρομή από το ξεκίνημά του μέχρι σήμερα, καθώς επίσης για θέματα σχετικά με την κιθάρα και την καλή μουσική γενικότερα.

Πώς ασχοληθήκατε με τη μουσική και συγκεκριμένα με την κιθάρα;
Β.ΜΠ.: Ξεκίνησα την εποχή που μεσουρανούσαν οι Beatles και είχαμε κι εμείς ένα συγκρότημα, όπως είχαν όλες οι γειτονιές τότε δεκάδες συγκροτήματα. Παίζαμε σε πάρτυ και κάναμε και μερικές συναυλίες σε διάφορους κινηματογράφους της εποχής. Εγώ έπαιζα κιθάρα και μπάσο. Υπήρχε κάποιος δάσκαλος τότε που μας μάθαινε ηλεκτρική κιθάρα, ο οποίος έπαιζε και κλασσική. Μια μέρα έπαιξε ένα κομμάτι, εγώ ξετρελάθηκα, πέταξα τις ηλεκτρικές, τα πέταξα όλα, πήγα στο Δημήτρη το Φάμπα και ξεκινήσαμε να κάνουμε κλασική κιθάρα. Αυτή ήταν η πρώτη αφορμή, δηλαδή ο πρώτος μου δάσκαλος ο οποίος μου έπαιξε ένα κομμάτι.

Πόσο μεγάλη είναι η διαφορά μεταξύ ηλεκτρικής και κλασικής κιθάρας;
Β.ΜΠ.: Τεράστια διαφορά έχει. Πρώτα-πρώτα στην ηλεκτρική τον ήχο δεν τον παράγεις μόνος σου, βγαίνει μέσα από μηχανήματα. Αυτό είναι το σημαντικότερο. Και δεύτερον, θα έλεγα ότι η ηλεκτρική κιθάρα είναι όργανο μονοφωνικό. Παίζεις με πένα που σημαίνει ότι η πένα δημιουργεί μία νότα. Δεν μπορεί να παίξει ταυτόχρονα δύο, τρείς και τέσσερις νότες, όπως με τα δάχτυλα στην κλασσική. Αυτές είναι οι βασικές τους διαφορές. Δηλαδή, απ’ τη μια ότι ο ήχος βγαίνει μέσα από μηχάνημα, από ηχεία και μέσα από ηλεκτρική κατάσταση, ενώ στην κλασσική βγαίνει με τον ίδιο τρόπο που έβγαινε και τέσσερις αιώνες πριν, φυσικά.

Πώς ασχοληθήκατε με τη διδασκαλία κιθάρας;
Β.ΜΠ.
: Ξεκίνησα να διδάσκω από 17 χρονών, από παιδάκι, μόλις μπήκα στην Ανωτέρα, πολύ γρήγορα. Υπήρχε μεγάλη ζήτηση στην κιθάρα, γιατί ήταν η εποχή του Νέου Κύματος, με διάφορους τραγουδοποιούς που συνόδευαν τα τραγούδια τους με την κιθάρα. Οπότε υπήρχε τεράστιο ρεύμα την εποχή εκείνη. Ξεκίνησα στο Ορφείο, ένα Ωδείο πίσω απ’ το Πολυτεχνείο, να διδάσκω τελείως για βιοποριστικούς λόγους για να βγάζω το χαρτζιλίκι.
Μετά βέβαια, σιγά-σιγά έγινε η δεύτερή μου φύση, εκτός από το να παίζω κιθάρα, να διδάσκω. Και βέβαια όλα τα χρόνια που περάσανε δίδαξα σε πάρα πολλούς μαθητές και έβγαλα και πολλούς σημαντικούς κιθαριστές
.

Ποιο είναι το σημαντικότερο πράγμα που σας έδωσε ο δάσκαλός σας ο Δημήτρης Φάμπας, και ποιο είναι αυτό που προσπαθείτε να περάσετε εσείς στους δικούς σας μαθητές;
Β.ΜΠ.
: Ο Φάμπας μου έμαθε να αγαπώ πάρα πολύ την κιθάρα. Θυμάμαι, τελειώναμε το μάθημα και καθόταν δυο-τρεις ώρες στην πόρτα να μου κάνει πλύση εγκεφάλου για το πόσο ωραίο όργανο έχω διαλέξει. Αυτό βέβαια με επηρέασε και μελέτησα πάρα πολύ, ήτανε καθοριστικός στο να με κάνει να ακολουθήσω επαγγελματικά αυτό το δρόμο. Στους μαθητές μου –πέρα από την τεχνική που είμαι μανιακός κι έχω μια πολύ απόλυτη άποψη για τα θέματα της τεχνικής στην κιθάρα– εκείνο που προσπαθώ να τους διδάσκω είναι κατ’ αρχήν ήθος στη μουσική και κατά δεύτερο λόγο να είναι ο εαυτός τους, δηλαδή να ερμηνεύουν, να παίζουν μουσική και να νιώθουν ότι δεν μπορεί να παίξει κανείς με τον ίδιο τρόπο. Δηλαδή να μην ξεφεύγουν από την προσωπικότητά τους. Είχα κάποιο μαθητή μικρό προχτές, φοβερά ταλαντούχο, που μου έλεγε, κύριε Μπουντούνη, τι να κάνω; Άκουσα το κομμάτι αυτό στο YouTube, το παίζει ο ένας έτσι, ο άλλος αλλιώς, εγώ τι να κάνω; Του λέω, κάνε αυτό που θες εσύ. Παρόλο που ήτανε 12 χρονών παιδάκι. Να παίξεις το κομμάτι με τον τρόπο που θέλεις εσύ. Και όλοι που σε ακούνε να λένε, αυτός είναι ο συγκεκριμένος και όχι κάποιος που μιμείται κάποιον άλλον.

Αυτό είναι πολύ βασικό.
Β.ΜΠ.: Βέβαια είναι βασικό. Γιατί προσπαθώ να μην καταπιέζω την προσωπικότητα του άλλου ως προς την ερμηνεία. Στην τεχνική βέβαια είναι αλλιώς τα πράγματα, εκεί τους καταπιέζω πάρα πολύ. Θέλω να βγαίνει καθαρός και καλός ο ήχος και για να γίνει αυτό θέλει πάρα πολύ δουλειά στην τεχνική.

Βαγγέλης ΜπουντούνηςΑυτό που λέτε μού θύμισε κάτι που είχε πει ο Γιώργος Νταλάρας για τον Απόστολο Καλδάρα, ο οποίος ήταν γι’ αυτόν δάσκαλος: ότι ο Καλδάρας του έλεγε «αυτό το τραγούδι λέγεται μ’ αυτόν και με τον άλλο τρόπο. Μάθε καλά και τους δύο και πες το με τον δικό σου».
Β.ΜΠ.: Πολύ σωστό είναι αυτό. Όταν ακούς τον Νταλάρα, είναι ο Νταλάρας. Δεν υπάρχει περίπτωση να τον μπερδέψεις με κάποιον άλλον. Ο Νταλάρας είναι και φίλος μου μάλιστα, και πολύ καλός επαγγελματίας, εξαιρετικός.

Έχω διαβάσει σε πολλές συζητήσεις περί κιθάρας, για μία προκατάληψη που υπήρχε στα Ωδεία σχετικά με το ελαφρό τραγούδι όσον αφορά στους κλασσικούς κιθαριστές. Αυτή η προκατάληψη υπάρχει ακόμα, και σε τι βαθμό;
Β.ΜΠ.
: Εξαρτάται από την κάθε συγκεκριμένη προσωπικότητα. Άλλος παίζει κιθάρα, παίζει μουσική, και νιώθει ότι ακουμπάει και ανακατεύεται με όλα τα είδη της μουσικής, γιατί η κιθάρα είναι ένα ειδικό όργανο. Είχα πει κάποτε μια φράση, ότι η κιθάρα είναι το πιο λαϊκό όργανο από τα κλασσικά και το πιο κλασσικό όργανο από τα λαϊκά. Αυτό την εκφράζει απόλυτα. Εγώ, για παράδειγμα, ναι μεν παίζω κλασσική κιθάρα, αλλά έχω δίσκους που έχω παίξει Beatles, Χατζιδάκι, αλλά έχω παίξει και πολύ πιο κλασσικά πράγματα, Sor, Tárrega, Bach. Η άποψή μου είναι πως εφ’ όσον η κιθάρα μπορεί να ερμηνεύσει όλα τα είδη της μουσικής, πρέπει να ακουμπάει σε όλα αυτά τα είδη, μια και θέλουμε να πούμε ότι την εκμεταλλευόμαστε εντελώς. Τώρα, υπάρχουν και άλλοι χαρακτήρες πιο στενοί –κολλημένους τους λέω εγώ– πάνω στο θέμα της κλασσικής κιθάρας, που παίζουν μόνο κλασσικά κομμάτια. Αυτή είναι μια άποψη η οποία εμένα μ’ αφήνει αδιάφορο. Γιατί η κιθάρα είναι ένα όργανο πολύ δημοφιλές για να την περιορίσουμε. Δεν είναι όπως το βιολί ή το πιάνο που είναι πιο κλασσικά όργανα.

Ο Μάνος Χατζιδάκις υπήρξε κατά κάποιον τρόπο δάσκαλός σας, και είχατε συνεργαστεί σε πολλές συναυλίες και δίσκους. Τι θυμάστε πιο έντονα από τη συνεργασία σας μαζί του;
Μάνος Χατζιδάκις, Γ. Μουλουδάκης, Βαγγέλης ΜπουντούνηςΒ.ΜΠ.: Θυμάμαι ότι μας έστηνε στο στούντιο δύο ώρες. Είχαμε ραντεβού στις 4 το μεσημέρι για να γράψουμε μέχρι τις 10, και καταλήγαμε να γράφουμε απ’ τις 10 μέχρι της 4. Απ’ τον Χατζιδάκι όλα καλά είναι αυτά που θυμάμαι. Ακόμα και τα ελαττώματά του τα έχω μετατρέψει σε προτερήματα, και μ’ έχει επηρεάσει πάρα πολύ. Ο Χατζιδάκις ήταν άρχοντας και στη ζωή του και στη μουσική. Θα μπορούσα να πω ότι τον έχω αγαπήσει πιο πολύ σαν άνθρωπο παρά σα μουσικό. Γιατί ήταν μια φοβερά ισχυρή προσωπικότητα κι αυτό δεν είχε να κάνει με τη μουσική. Η μουσική ήταν το δεύτερο που είχε ο Χατζιδάκις. Βέβαια ο κόσμος που δεν τον έχει γνωρίσει προσωπικά κι από κοντά, δεν το καταλαβαίνει αυτό, ξέρει μόνο τη μουσική του ιδιοφυία. Μουσικά τον θεωρώ ιδιοφυή, θεωρώ πως είναι ένας άνθρωπος ο οποίος αν έλλειπε από την Ελλάδα η Ελλάδα θα ήταν λιγότερη και μικρότερη. Είναι απ’ τους μεγαλύτερους μελωδιστές του 20ού αιώνα παγκόσμια, κι εγώ όταν κάθομαι και διασκευάζω ένα κομμάτι του για κιθάρα ή δύο κιθάρες ή για κάποια άλλα όργανα, όπως με την ορχήστρα, νιώθω τον ίδιο σεβασμό όπως όταν διασκευάζω ένα κομμάτι του Vivaldi ή ένα κομμάτι πιο σημαντικό –πιο σημαντικό με την έννοια ότι είναι ένα κομμάτι ενός παγκόσμιου συνθέτη.

Στη δισκογραφία μπήκατε το 1979 με τον δίσκο «Guitar and Piano», αλλά η πρώτη σας σύνθεση, που δισκογραφήθηκε τουλάχιστον, ήταν το ’85. Δεν είχατε γράψει μουσική νωρίτερα ή απλώς τότε εκδόθηκαν σε δίσκο συνθέσεις σας;
Β.ΜΠ.: Σωστή ερώτηση. Αν υποτεθεί ότι είμαι κιθαρίστας και δάσκαλος, η τρίτη μου ιδιότητα είναι αυτή του συνθέτη. Ξεκίνησα να γράφω 30 χρονών, δηλαδή πολύ μεγάλος, την ίδια εποχή περίπου που έκανα και τα πρώτα κομμάτια σε δίσκο. Το «Πες το με μια κιθάρα» είχε γυριστεί τότε από τη Lyra και εκεί μέσα παίζω κομμάτια μου. Δεν ήταν εύκολο αυτό, γιατί όταν ξεκινάς να γράφεις πολύ μεγάλος, έχεις πάντα την ανασφάλεια του αν είναι πραγματικά καλά ή όχι. Κι εγώ είχα μεγάλη ντροπή στο να βγω να τα παίξω, τα ‘γραφα και τ’ άκουγα μόνος μου με κάτι φίλους μου. Τελικά αποφάσισα να τα παίξω για πρώτη φορά στην Αμερική, που δεν με ήξεραν σχεδόν καθόλου και δεν ντρεπόμουνα καθόλου να βγω και να τα παίξω. Πήρα πάρα πολύ καλές κριτικές, πήρα αέρα και τα έκανα δίσκο. Παίζονται αρκετά από τους σημερινούς κιθαριστές παγκόσμια. Είμαι πολύ ευχαριστημένος γιατί, μπορεί να παίξεις σε 100 συναυλίες καταπληκτικές και να μην τις θυμάται κανείς, αλλά αν βάλεις μια νότα στο χαρτί αυτή μένει για πάντα και είναι πολύ σημαντικό αυτό, δηλαδή είναι ένα κομμάτι της μουσικής μου ζωής που είναι ίσως πιο ενδιαφέρον κι απ’ το παίξιμο. Από την εποχή εκείνη βέβαια δεν έχω πρόβλημα, ό,τι γράφω το δίνω, παίζεται, είτε το παίζω εγώ, είτε το παίζω με την γυναίκα μου τη Μάρω. Το τέταρτο πράγμα που έχω κάνει στη ζωή μου είναι το ντουέτο με τη Μάρω Ραζή.

Τις ιδιότητές σας θα τις βάζατε μ’ αυτή τη σειρά που τις είπαμε, πρώτα ο κιθαριστής, μετά ο δάσκαλος, μετά ο συνθέτης και μετά το ντουέτο;

Β.ΜΠ.: Τα λέμε έτσι επειδή έτσι προκύψανε τελικά όπως μου τα ρωτήσατε. Πρώτα ξεκίνησα να παίζω κιθάρα, μετά ξεκίνησα να διδάσκω, μετά να γράφω και μετά γνώρισα τη Μάρω και κάναμε το ντουέτο.

Ποια θεωρείτε όμως την πιο σημαντική; Ή είναι όλες εξίσου σημαντικές;

Β.ΜΠ.: Καλή ερώτηση αυτή. Δεν ξέρω. Ίσως είναι αυτή του συνθέτη, κι ας ήρθε αργότερα. Είναι ένα πράγμα που το ανακάλυψα μεγάλος, και ένιωσα ότι είναι κάτι που θα μείνει.
Καλό ή κακό θα μείνει. Ενώ το άλλο φεύγει. Βλέπω το Segovia ας πούμε, που ήταν ο θρύλος στην εποχή του, και σήμερα τα νέα παιδιά ούτε τον ξέρουνε. Ακριβώς επειδή έπαιζε μόνο και δεν έγραψε ποτέ μία νότα. Να σας πω την αλήθεια, πιο πολύ ξέρουνε το Segovia από τις διασκευές του που έχει αφήσει, παρά από το γεγονός ότι έχει παίξει δεκάδες χιλιάδες συναυλίες κι έχει δεκάδες δίσκους. Δεν τον ξέρουνε σαν εκτελεστή τόσο γιατί δεν έχει γράψει μουσική. Γι’ αυτόν το λόγο λέω για τη σύνθεση, επειδή είναι ένα πράγμα που μένει.Βαγγέλης Μπουντούνης, Άλκηστις Πρωτοψάλτη
Παρατηρώ πως οι διασκευές είναι ένα σημαντικό μέρος του ρεπερτορίου της κιθάρας. Πού οφείλεται αυτό;
Β.ΜΠ.: Η κιθάρα είναι καινούριο όργανο τελικά. Ούτε εκατό χρόνια δεν έχει που ξεκίνησε να παίζεται σχεδόν με τον τρόπο που παίζεται. Αυτό σημαίνει ότι δεν έχει μεγάλο παρελθόν όχι μόνο σαν παίξιμο, αλλά και σαν μουσική. Δηλαδή δεν υπάρχουν πολλά κομμάτια οπότε οι σύγχρονοι κιθαριστές αναγκάζονται για να εκφραστούν να διασκευάζουν μουσική, προκειμένου να μεγαλώσουν το ρεπερτόριο. Έχει πολύ φτωχό ρεπερτόριο η κιθάρα και με τις διασκευές μεγαλώνει και γίνεται τεράστιο. Αυτή είναι η μία άποψη. Η δεύτερη άποψη είναι αυτή που σας είπα και πιο πριν, ότι εφ’ όσον η κιθάρα είναι ένα όργανο που μπορεί να εισχωρεί σε όλα τα είδη της μουσικής, λογικό είναι να διασκευάζουμε και να φτιάχνουμε κομμάτια τα οποία έχουν να κάνουν με πολλά είδη μουσικής.

Το ντουέτο σας με τη σύζυγό σας τη Μάρω Ραζή ξεκίνησε το ’88. Η γνωριμία σας προϋπήρξε του κιθαριστικού ντουέτου;
Β.ΜΠ.: Ναι, πρώτα γνωριστήκαμε και παντρευτήκαμε και μετά παίξαμε μαζί. Βέβαια η Μάρω ήταν στο χώρο, την ήξερα, δεν γεννήθηκε μαζί μου. Ήμουνα μάλιστα και στο δίπλωμά της στο Εθνικό Ωδείο, στην επιτροπή. Βαγγέλης Μπουντούνης, Μάρω ΡαζήΤην ήξερα, τη θαύμαζα, έπαιζε καταπληκτική κιθάρα, και μόλις παντρευτήκαμε μετά από λίγο καιρό νιώσαμε την ανάγκη να παίξουμε μαζί. Από τότε παίζουμε ανελλιπώς μέχρι σήμερα. Το ’89 δώσαμε το πρώτο ρεσιτάλ το οποίο μάλιστα ηχογραφήθηκε και γυρίστηκε σε CD με τίτλο «Ρεσιτάλ για δύο». Από τότε παίζουμε μαζί, και να σας πω και την αλήθεια ό,τι κάνω είτε έχει να κάνει με την ορχήστρα είτε μουσική δωματίου είναι, είτε οτιδήποτε, η Μάρω είναι ο κοινός παρονομαστής.

Από τι εξαρτάται η επιτυχία ενός ντουέτου;
Β.ΜΠ.: Οι δύο κιθαριστές πρέπει να αναπνέουν μαζί. Το ντουέτο τι είναι; Όταν διασκευάζεις ένα κομμάτι ας πούμε απ’ το πιάνο, η μία κιθάρα χοντρικά είναι το δεξί χέρι και η άλλη είναι το αριστερό. Αυτό εννοώ να αναπνέουν μαζί, πρέπει να παίζουν σαν ένας. Αυτό είναι πολύ βασικό. Και δεν είναι εύκολο να συγκινήσεις παίζοντας όταν δεν είσαι μόνος σου και είναι κι άλλος μαζί. Πρέπει και οι δύο να έχουν την ίδια διάθεση και κυρίως ο ένας να ακούει τον άλλον για να μπορούν να είναι μαζί. Ένα εκπληκτικό ντουέτο που έχω ακούσει που δεν έχει να κάνει με τις κιθάρες αλλά με τις φωνές ήτανε οι Simon και Garfunkel. Ακούστε τους να δείτε πραγματικά γιατί ήταν πετυχημένοι: γιατί ήταν ένα. Έβγαινε μία φωνή τελικά κι όχι δύο. Ο ένας συμπλήρωνε τον άλλον.

Οι κιθαριστές, Ωδείο Ηρώδου του Αττικού Όσον αφορά στους «Κιθαριστές» τώρα, δημιουργήθηκαν το ’84 σε ένα φεστιβάλ κιθάρας στο Ρέθυμνο. Πώς σας γεννήθηκε η ιδέα να φτιάξετε αυτή την ορχήστρα;
Β.ΜΠ.: Εκεί έκανα ένα σεμινάριο παράλληλα με το φεστιβάλ, όπου γίνονταν και εκδηλώσεις. Αυτό το σεμινάριο κρατούσε πολύ καιρό, σχεδόν ένα μήνα. Μέναμε σε ένα κτίριο, κάτι σαν ξενώνες, και μέναμε όλοι μαζί. Δηλαδή ήμασταν περίπου 40 άτομα, μαζί ξυπνάγαμε, μαζί κοιμόμασταν, μαζί τρώγαμε, ήταν μια κατάσταση σαν κοινόβιο ας το πούμε. Και αποφασίζω ένα πρωί και λέω, μια και τα κάνουμε όλα μαζί, δεν παίζουμε και μαζί, να σχηματίσουμε με πολλές κιθάρες μια ορχήστρα; Οι περισσότεροι παραξενεύτηκαν γιατί η κιθάρα είναι κατά κάποιον τρόπο σολιστικό όργανο, δεν είναι όργανο ορχήστρας όπως το βιολί ή το τσέλο ας πούμε. Και εκεί έβαλα και τις πρώτες νότες, διασκεύασα μερικά κομμάτια τρίφωνα και τετράφωνα, τα μοίρασα κι αρχίσαμε να κάνουμε πρόβες. Ο ήχος αυτός μ’ άρεσε πάρα πολύ. Τρελάθηκα από το ότι δεν ήταν μόνο όμορφος, ήταν και καινούριος ήχος, δεν είχε ξανακουστεί. Την εποχή εκείνη κάναμε πολύ παρέα με τον Χατζιδάκι, ήταν καλοκαίρι, μιλήσαμε στο τηλέφωνο, και του είπα να κατεβεί στο Ρέθυμνο που είχαμε και καλή παρέα. Ήρθε ο Χατζιδάκις πράγματι, άκουσε την ορχήστρα, ξετρελάθηκε, αποφάσισε να τη διευθύνει και κάναμε μια συναυλία εκπληκτική. Αυτή ήταν η πρώτη επαφή και η πρώτη φορά που δημιουργήθηκε ορχήστρα από κιθάρες τουλάχιστον εδώ στην Ελλάδα. Μετά, αυτό το έκανα πιο επαγγελματικά όταν γύρισα στην Αθήνα, δημιούργησα τους «Κιθαριστές» οι οποίοι στην αρχή ήταν η ορχήστρα του Athenaeum, λεγόμαστε «Κιθαριστές του Athenaeum». Το Athenaeum ήταν ένα Ωδείο που εργαζόμουν πολύ καλό, στην οδό Αμερικής, υπάρχει ακόμα, και είχαμε και αίθουσα που κάναμε συναυλίες, οπότε όλα ήταν ευνοϊκά στο να δημιουργηθεί αυτή η ορχήστρα. Τώρα βέβαια έχει απλωθεί πάρα πολύ, μέχρι που γιγαντώθηκε τόσο πολύ που κάναμε αυτή την περίφημη συναυλία στο Ηρώδειο, με τις 155 κιθάρες, ας λέει στο CD ότι ήταν 100, ήταν πολύ περισσότερες.

Βαγγέλης Μπουντούνης

Όσον αφορά στην ηχογράφηση σε δίσκο, πώς και δεν είχατε ηχογραφήσει νωρίτερα κάποια συναυλία;
Β.ΜΠ.: Το θεωρούσα πάρα πολύ δύσκολο. Και από πίσω έπρεπε να είναι και μια μεγάλη εταιρεία να το υποστηρίξει αυτό. Δεν ήταν δύο κιθάρες να πεις ότι θα μπω στο στούντιο να γράψω. Βέβαια δεν μπήκαμε 100 ούτε 200, μπήκαμε πολύ λιγότεροι, για να μπορέσουμε να χωρέσουμε στο στούντιο. Τελικά βρεθήκαν οι συνθήκες από την εταιρεία Eros που μου έγινε η πρόταση να ηχογραφηθεί η συναυλία του Ηρωδείου. Που σημαίνει ότι δεν έγινε η συναυλία για την ηχογράφηση, αλλά η ηχογράφηση έγινε εξ’ αιτίας της συναυλίας. Οπότε ηχογραφήθηκε, το CD αυτό πήγε εκπληκτικά δηλαδή ανέλπιστα καλά. Προφανώς το πήρανε και άνθρωποι εκτός του χώρου της κιθάρας, εκτός του χώρου της κλασσικής μουσικής και εκτός του χώρου του τραγουδιού, ήτανε ένα ανέλπιστο πράγμα το πόσο πολύ διαδόθηκε αυτό το CD. Πρόσφατα επανεκδόθηκε με τον τίτλο «Libertango» από τη Legend. Το δεύτερο CD που κάναμε είναι το «Historia de un amor», το οποίο ηχογραφήθηκε από την αρχή μέχρι το τέλος στο στούντιο, δεν έχει τίποτα ζωντανό.

Το «Historia de un amor» μάλιστα, είναι απ’ ότι παρατηρώ ο πρώτος δίσκος σας που έχει μέσα και φωνές, τραγουδιστές.
Β.ΜΠ.: Να σας πω την αλήθεια, και στο Ηρώδειο είχαμε τραγούδια με την Ελπινίκη τη Ζερβού, τη σοπράνο, αλλά διάφορα τεχνικά προβλήματα δεν επέτρεψαν να μπει τραγούδι στο δίσκο. Οπότε ναι, είναι ο μοναδικός δίσκος που έχει τραγούδι. Είναι η καταπληκτική αυτή σοπράνο η Ελπινίκη Ζερβού, που τραγουδάει 4 τραγούδια, και ο Μάριος ο Φραγκούλης που τραγουδάει το «Historia de un amor» το οποίο το ηχογραφήσαμε μέσα σε μισή ώρα στο στούντιο. Το στούντιο ήταν καταπληκτικό, είναι το Studio Sierra, που είναι τεράστιο και νιώσαμε μεγάλη αρχοντιά εκεί μέσα για να γράψουμε ένα τέτοιο CD. Ηχολήπτες ήταν ο Άκης ο Πασχαλάκης και ο καταπληκτικός Αλέξανδρος Χρυσίδης. Έγινε καταπληκτική δουλειά απ’ αυτούς και χρωστάω πάρα πολλά στη μίξη που έγινε από τον Αλέξανδρο που πραγματικά κέντησε, γιατί είναι πάρα πολύ δύσκολη δουλειά. Καταλαβαίνετε, ότι είχε πολλές φορές και 50 κανάλια να συμμαζέψει. Είναι πολύ επαγγελματίας και κατάφερε να βγει το αποτέλεσμα που ακούτε.

Όλοι αυτοί οι κιθαριστές πώς συντονίζονται; Έχω δει πολλές φορές πως ακόμα και δύο να είναι, σ’ ένα ντουέτο, έχουν τα monitors, μερικές φορές υπάρχουν προβλήματα, ο ένας μπορεί να μην ακούει καλά…
Β.ΜΠ.: Αυτό ήταν εφιάλτης. Υπήρξαν πολλά νεύρα στο στούντιο, υπήρξαν καυγάδες, έγινε χαμός. Γι’ αυτό μιλάω και ξαναμιλάω για τη μίξη. Στην ηχογράφηση δημιουργήθηκαν πολλά προβλήματα γιατί ήμασταν πολλοί. Φανταστείτε να γράφουμε με 30 κιθάρες φερ’ ειπείν, και να κάνει ένας λάθος.
Πρέπει και οι 29 να παίξουν ξανά και ξανά μέχρι να διορθωθεί. Αυτό έγινε βέβαια αιτία εκνευρισμού μεγάλου στην ηχογράφηση. Αλλά ό,τι επιμέρους ατέλειες υπήρχαν διορθώθηκαν στη μίξη. Το κούρδισμα ευτυχώς το έχουμε λύσει με τα κουρδιστήρια τα ηλεκτρονικά
. Είναι το μόνο σημείο στο οποίο επεμβαίνει η τεχνολογία, γιατί αλλιώς το κούρδισμα αυτό είναι το μεγαλύτερο και το σημαντικότερο πρόβλημα.

Στο εισαγωγικό σημείωμα του δίσκου γράφετε πως όλα τα έργα που περιλαμβάνονται είναι σημαντικά το καθένα για το είδος του, αλλά εξαιρείτε τα δικά σας. Κατ’ αρχάς γιατί εξαιρείτε τα δικά σας;
Β.ΜΠ.: Δεν μπορώ να πω ότι όλος ο δίσκος έχει σημαντικά κομμάτια τη στιγμή που περιέχονται και δικά μου, είναι σαν να θεωρώ και τα δικά μου σημαντικά. Δεν μπορώ να το πω εγώ, θα το αφήσω να το πει κάποιος άλλος. Ο Piazzolla, ο Stanley Myers, ο Vivaldi, ο Χατζιδάκις είναι σημαντικοί έτσι κι αλλιώς κι εγώ δεν μπορώ να μπω ανάμεσά τους, παρά μόνο αν το πει κάποιος άλλος. Μ’ αυτή την έννοια το λέω.

mpountounhs_4.jpg












Ποιοί συνθέτες και έργα που θεωρείτε σημαντικά, θα μπορούσαν να διασκευαστούν για να ενταχθούν σε μελλοντικές δουλειές των «Κιθαριστών»;

Β.ΜΠ.: Τα έχω ήδη επιλέξει, για το τρίτο CD. Θα κάνω αρκετά κινηματογραφικά κομμάτια, όπως του Nino Rota. Θα ξανακάνω Χατζιδάκι βέβαια, γιατί δεν μπορεί να λείπει ο Χατζιδάκις. Το «Historia de un amor» δεν έχει καθόλου Bach. Θα βάλω οπωσδήποτε Bach στο επόμενο, όπως έχει και το πρώτο, Piazzolla ίσως, μερικά καινούρια δικά μου, που τα έχω ήδη ετοιμάσει, και το πιθανότερο είναι ότι θα έχει και Beatles. Δηλαδή πάλι θα έχει όλα τα είδη της μουσικής, και ίσως μερικά τραγούδια, τα σημαντικότερα. Η σειρά που τα βάζω τα κομμάτια έτσι όπως λειτουργούνε, τελικά είναι σαν μια σουίτα. Αν ακούσετε αυτό το CD το τελευταίο, απ’ την αρχή μέχρι το τέλος, είναι σαν ν’ ακούς μια σουίτα που περιέχει όλα τα είδη της μουσικής.


Πράγματι, είναι σαν ένα σύνολο, απ’ το οποίο δεν θα μπορούσαμε να αφαιρέσουμε κάτι.

Β.ΜΠ.: Ναι, αν βγάλεις ένα κομμάτι θα είναι σαν να σπάει ένας κρίκος, κατά τη γνώμη μου.

Ποια είναι η θέση της κιθάρας στη δισκογραφία καθώς επίσης και στο ελληνικό τραγούδι;
Β.ΜΠ.: Όταν λέμε ελληνικό τραγούδι, εμένα πάει το μυαλό μου στην τηλεόραση και στα σκυλάδικα και ανατριχιάζω. Εγώ όταν λέω ελληνικό τραγούδι εννοώ το Χατζιδάκι, το Θεοδωράκη, τον Καλδάρα που είπατε προηγουμένως, τον Κουγιουμτζή, το Λοΐζο.

Μάλλον θα πρέπει πλέον να λέμε «ελληνικό τραγούδι –με την καλή έννοια»…
Β.ΜΠ.:
Έτσι ακριβώς, «με την καλή έννοια». Η κιθάρα που παίζω εγώ έχει λιγάκι απομακρυνθεί από το τραγούδι. Γιατί ακόμα και σ’ αυτά τα τραγούδια που λέμε, τα καλά –με εξαίρεση του Χατζιδάκι που έβαζε μόνο φυσικά όργανα– έχουν αρχίσει και μπαίνουν ηλεκτρονικά όργανα κι αυτό είναι πολύ άσχημο. Εγώ που έχω εξασκημένο αυτί, αμέσως τα καταλαβαίνω και απορρίπτω, ό,τι δεν είναι φυσικό. Είναι όπως έχω απορρίψει τα fast food ας πούμε, από τη διατροφή μου. Δε δέχομαι να φάω πλαστική τροφή. Προσπαθώ να τρώω όσο πιο φυσικά τρόφιμα γίνεται. Έτσι και με τη μουσική, το αυτί μου αρέσκεται να ακούει μόνο όργανα που είναι φυσικά. Δε μπορώ τα ηλεκτρονικά καθόλου. Οπότε η κιθάρα ελπίζω να ξαναβρεί τη θέση της μέσα στην δισκογραφία, γιατί λιγάκι έχει φύγει. Κάποτε, στην εποχή του Νέου Κύματος το ’65 - ’70 οι μουσικοί ήταν όλοι με φυσικά όργανα, και αν ακούσετε παλιές ηχογραφήσεις και σημερινές και αγαπήσετε κάπως το φυσικό ήχο δεν θα μπορείτε να τ’ ακούτε καθόλου τα σημερινά. Μ’ αυτή την έννοια είμαι υπέρ των “οικολογικών” οργάνων.

Βαγγέλης Μπουντούνης

Σχετικά με την προβολή των κιθαριστικών δρώμενων από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, εγώ σαν νεώτερη ακροάτρια, βλέπω ότι δεν προβάλλονται πολύ, πρέπει να ψάξει κανείς για να τα ανακαλύψει. Πάντως με εξέπληξε ευχάριστα το γεγονός ότι πρόσφατα είδα το καινούριο σας CD σε διαφήμιση στο ALTER. Αλλά από εκεί και πέρα, πρέπει να ψάξει πολύ κανείς για να βρει την καλή μουσική.
Β.ΜΠ.: Ναι, αλλά κι εκεί χάνεται. Δυστυχώς η καλή μουσική είναι εξαφανισμένη από τα κανάλια. Γιατί αυτοί που κανονίζουν τα προγράμματα, αφενός είναι αμόρφωτοι, και αφετέρου κοιτάνε να δουν τι θέλει ο πολύς κόσμος. Οπότε μοιραία ο πολύς κόσμος καθορίζει και την αισθητική τη δική μου ας πούμε.

Ναι, βέβαια κι αυτό που λέμε «ο πολύς κόσμος» είναι μια παγίδα. Αν γινόταν να τους ρωτήσουμε έναν-έναν ίσως να έλεγαν άλλα πράγματα.
Β.ΜΠ.: Εγώ πιστεύω πως αυτό που κάνω με τις κιθάρες, αν γινόταν πλύση εγκεφάλου, όπως γίνεται για ένα οποιοδήποτε άλλο CD κάποιου τραγουδιστή που τραγουδάει σκυλάδικα, θα είχε την ίδια επιτυχία. Σκεφτείτε ότι το πρώτο CD του Ηρωδείου, ήταν στις πρώτες θέσεις κυκλοφορίας για πολύ καιρό. Αυτό σημαίνει, ότι υπάρχει κόσμος απλώς δεν θέλουν να το δουν. Οι περισσότεροι που κυριαρχούν στα κανάλια, και αναφέρομαι στην τηλεόραση και στο ραδιόφωνο γιατί αυτοί είναι κυρίως που επηρεάζουν όλο το λαό, είναι αμόρφωτοι άνθρωποι. Οπότε τι περιμένεις; Αν δεν τους αρέσει η καλή μουσική πώς θα την προβάλλουνε; Θα προβάλουν αυτά που τους αρέσουν. Όταν ο διευθυντής ενός σταθμού το Σαββατοκύριακο πάει στα σκυλάδικα επόμενο είναι από εκεί να παίρνει τις προσβάσεις και να προβάλλει. Αυτό είναι μεγάλη πίκρα για κάποιον που αγαπάει την καλή μουσική, γιατί η καλή μουσική δεν είναι ένα πράγμα που την ανακάλυψα εγώ τώρα, η καλή μουσική υπάρχει εδώ και πέντε αιώνες. Δεν έχει σβήσει. Αυτά τα τραγούδια τα οποία προβάλλονται σήμερα μέσα σε μερικούς μήνες έχουν εξαφανιστεί, και συνεχώς βγαίνουν καινούρια. Μερικές φορές λέω ότι δεν πιστεύω πως θα πάμε πιο κάτω, έχουμε πιάσει πάτο και θ’ αρχίσουμε ν’ ανεβαίνουμε. Κι όμως, ο πάτος απ’ ό,τι φαίνεται έχει και βούρκο και πάει ακόμα πιο κάτω. Και τώρα, που έβλεπα κι εγώ αυτό που είπατε, να διαφημίζεται το CD από το ALTER, μου φαινότανε ξένο σώμα, κι όμως θα έπρεπε να γίνει κι απ’ αυτή τη μεριά πλύση εγκεφάλου. Πιστεύω πως υπάρχει πολύς κόσμος που αγαπάει αυτή τη μουσική.

Αυτό ισχύει πάρα πολύ και στα δισκοπωλεία. Έβλεπα το 2004 το CD από το Ηρώδειο, που το είχαν μπροστά-μπροστά στα ράφια, και παρόλο που τότε δεν είχα ασχοληθεί ακόμα με δίσκους που έχουν να κάνουν με την κιθάρα, το πρόσεξα περισσότερο αυτό το CD γιατί μου είχε κάνει εντύπωση όπως έβλεπα το εξώφυλλο που έγραφε «100 Guitars». Το θέμα όμως είναι ότι συνήθως βάζουν μπροστά ό,τι σαβούρα υπάρχει και τους καλούς δίσκους πρέπει να ψάξεις πολύ για να τους βρεις, και μάλιστα πολλές φορές δεν τους έχουν κιόλας!
Β.ΜΠ.: Ναι, δεν περνάνε. Ήθελα να σας πω ότι έχω πολλά CD κυρίως με τη Μάρω, τα οποία δεν μπήκανε ποτέ ούτε καν στο εσωτερικό των ραφιών των δισκοπωλείων. Πώς να κινηθούνε; Έχουμε δύο δίσκους με μουσική του Χατζιδάκι, το «Ένα τραγούδι για το Μάνο» 1 & 2. Το ζητάς και δεν το έχουνε. Ή τους Beatles που γυρίσαμε, το «LET IT BEatles». Μπορεί ν’ αλλάξει κάτι. Ήδη κι αυτή η συζήτηση που κάνουμε σήμερα, που θα μπει στο internet, είναι ένα βήμα για την καλή μουσική. Μακάρι να το συνεχίσετε και μπράβο σας που κάνετε αυτό το πράγμα. Εγώ όταν βλέπω νέο άνθρωπο στην αρχή είμαι δύσπιστος και πιστεύω πως η μουσική που θα ακούει είναι του υποκόσμου. Είναι πολύ παρήγορο που σήμερα μιλήσαμε για καλή μουσική και σας ευχαριστώ πάρα πολύ.

Εγώ σας ευχαριστώ.

Πλοηγηθείτε στο επίσημο site του Βαγγέλη Μπουντούνη στη διεύθυνση: www.boudounis.gr
Το σύνολο των φωτογραφιών της παρούσας συνέντευξης αναδημοσιεύονται από το επίσημο site του καλλιτέχνη
Διαβάστε ακόμη: Βαγγέλης Μπουντούνης: 100 κιθάρες - Historia de un amor | EROS

 

Οι απόψεις και οι σκέψεις των συνεργατών του Ορφέα δεν ταυτίζονται απαραίτητα με τη γνώμη του περιοδικού.
Απαγορεύεται αυστηρά η χρήση και η αναδημοσίευση του συνόλου ή μέρους των άρθρων του Ορφέα, χωρίς προηγούμενη άδεια των υπευθύνων του περιοδικού και του συντάκτη και χωρίς ταυτόχρονη αναφορά της επωνυμίας του περιοδικού, του ονοματεπωνύμου του συντάκτη και του ακριβούς συνδέσμου του άρθρου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΥ ΣΕ ΑΛΛΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΧΟΛΙΑ

RSS

ΤΑ ΠΙΟ ΔΙΑΒΑΣΜΕΝΑ (90d)

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

ΕΙΠΑΝ - ΕΓΡΑΨΑΝ

Ο καιρός σκουλήκιασε.
Κατερίνα Γώγου

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ / ΑΥΡΙΟ

23/8/1952 Γεννήθηκε στην Κέρκυρα η τραγουδίστρια Βίκυ Λέανδρος