80 αναγνώστες online
Find us on FacebookJoin us on Facebook
sideBar



Σαββέρια Μαργιολά - «Αλισάχνη»

ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ «Τι έχω να χάσω»

Τάσος Π. Καραντής
Τάσος Π. Καραντής
Πρώτη Παρουσίαση
ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ - «Τι έχω να χάσω»
18.04.2019
Ορφέας | Main Feed

Συνεντεύξεις

Κέλλυ Γκούνη

Ο Θανάσης Πολυκανδριώτης, αναμφισβήτητα έχει χαράξει την δική του πορεία στα δύσβατα μονοπάτια της δισκογραφίας. Πέρασε στο πανεπιστήμιο της μουσικής με άριστα και δεν έχει σκοπό να αποφοιτήσει ποτέ, καθώς θεωρεί ότι η δημιουργία είναι ένα όνειρο που δε τελειώνει ποτέ. Ο Θανάσης Πολυκανδριώτης άνοιξε το σπίτι του στον Ορφέα, με αφορμή την διημερίδα για το μπουζούκι  που διοργανώνει στις 14 και 15 Οκτωβρίου στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης, με κύριο αίτημα την κατοχύρωση  κρατικού πτυχίου εξειδίκευσης του οργάνου.

Ποιος είναι ο σκοπός της διοργάνωσης και ποιο θα ήταν το επιθυμητό αποτέλεσμα;
Αυτό ξεκίνησε πριν από 3 χρόνια, με πολλές παραινέσεις δικές μου σε υπουργούς, βουλευτές, πρωθυπουργούς και μεγάλους επιχειρηματίες αλλά δυστυχώς δεν εισακούστηκα ποτέ. Δεν  είναι μόνο η δική μου φωνή αλλά και η φωνή όλων των μπουζουξήδων της Ελλάδος και όλων των λαϊκών παιχτών των διαφόρων οργάνων. Λοιπόν εμείς τι ζητάμε; Ζητάμε να υπάρχει ένα κρατικό πτυχίο, όπως έχουν αλλά όργανα για να ανέβει το επίπεδο της μουσικής μας. Όμως κάνεις δεν ενδιαφέρεται γι αυτό. Για 3 χρόνια ήμουν σε μία επιτροπή του Υπουργείου πολιτισμού, την Ομάδα Εργασίας, είμαστε 7-8 άτομα και προσπαθούσαμε να φτιάξουμε αυτόν τον σκελετό, ώστε να είναι έτοιμα όλα τα λαϊκά όργανα, να φύγουν να πάνε στα ωδεία, να γίνουν ενδωδειακά, όπως λέμε, και μετά να υπάρχει κρατικό πτυχίο, με επταετή φοίτηση, όπως είναι όλα τα υπόλοιπα.  Η προσπάθεια μας αυτή πάγωσε τον Νοέμβρη του 2008, όπως συνηθίζεται να γίνεται με την αλλαγή των κυβερνήσεων. Εγώ, αυτά τα 3 χρόνια προσπάθησα να κάνω παραινέσεις πάλι, δυστυχώς όμως οι κόποι μου πήγαν χαμένοι, και πριν ενάμιση χρόνο αποφάσισα να βρω όλους τους ενδιαφερόμενους,  να συνυπογράψουν μια διακήρυξη , ότι εμείς θέλουμε αυτό, θέλουμε κρατικό πτυχίο. Θέλουμε να αναγνωρίσουμε τα όργανα μας. Και αν είναι δυνατόν το μπουζούκι που έχει κάνει  τόσα θαύματα στη ζωή μας, να μην είναι αναγνωρισμένο όργανο! Τι σημαίνει αναγνωρισμένο όργανο; Σημαίνει, ότι θα αλλάξει τελείως ο τρόπος σκέψης των γονιών αλλά και των νέων, που θέλουν να μάθουν αυτά τα όργανα. Μέχρι τώρα, όταν  δεν υπάρχει πτυχίο στα χέρια, είναι στον αέρα. Άρα, στον αέρα είναι και όλα αυτά τα όργανα.  Όταν όμως αποκτήσουν ένα πτυχίο αναγνώρισης, εξειδίκευσης στο όργανο τους, θα ανέβει το ηθικό τους, θα ανέβει το επίπεδο, θα αισθανθούν ότι είναι μουσικοί, και ότι η μουσική που παίζουν, την αντιπροσωπεύουν ως μουσικοί. Έτσι αποφάσισα να κάνω αυτή τη μάζωξη των υπογραφών. Μάζεψα γύρω στις 50 υπογραφές περίπου, απ’ όλους τους χώρους της τέχνης, από τον Μιχάλη Κακογιάννη, τον Μίκη Θεοδωράκη, μέχρι εμένα. Όλοι λοιπόν αυτοί προσυπογράφουν όλο αυτό που θα διακηρύξουμε στην διημερίδα που οργανώνουμε. Στην πορεία μπήκε και η ιδέα να μαζέψουμε τα λαϊκά όργανα των παλιών, να τα εκθέσουμε. Υπάρχουν μουσικά όργανα του Τσιτσάνη, του Βαμβακάρη, του Χιώτη, του Ζαμπέτα, του πατέρα μου , του Καλδάρα, του Παπαϊωάννου, του Τατασόπουλου, του Σπόρου, έχουμε το περίφημο τζουρά του Γιώργου Μουφλουζέλη - με το οποίο το 1970 έπαιξα εγώ το «Ζεϊμπέκικο της Ευδοκίας» -  και το πιστό αντίγραφο του ταμπουρά του Μακρυγιάννη, το οποίο ο Νίκος ο Φρονιμόπουλος  είχε επισκευάσει και διασώζεται έως σήμερα. Επίσης έχουμε έκθεση φωτογραφίας - από το δικό μου το αρχείο, έκθεση βιβλίων για το μπουζούκι, έκθεση δισκογραφίας των μεγάλων μπουζουξήδων του λαϊκού τραγουδιού. Έχω χωρίσει το μπουζούκι σε έξι εποχές. Για κάθε εποχή μιλάει και ένας μουσικολόγος, δημοσιογράφος,  ερευνητής. Τα ονόματα τους είναι γνωστά είναι ο Παναγιώτης Κουνάδης, ο Γιώργος Τσάμπρας,  ο Γιώργος Κοντογιάννης, ο Γιώργος Λεκάκης, ο Δημήτρης Σταθακόπουλος και ο Κώστας Μπαλαχούτης. Μετά από κάθε ομιλία, η οποία είναι 8-10 λεπτά, ένας σολίστας μεγάλος της εποχής μας παίζει ένα μουσικό κομμάτι. Αυτοί είναι ο Μανώλης Καραντίνης, ο Βαγγέλης Κορακάκης,  ο Στέλιος Βαμβακάρης, το μουσικό σύνολο «Οι επόμενοι», τα δικά μου τα παιδιά μαζί μου, ο Βαγγέλης Τρίγκας με τον Παναγιώτη Στεργίου, και ο Γιώργος Γεωργόπουλος από την Θεσσαλονίκη, από την ομάδα των επόμενων ο οποίος έχει φύγει μπροστά και τρέχει με χίλια και είναι καλό αυτό για το μπουζούκι. Την διημερίδα θα την ανοίξει ο Θωμάς Αποστολόπουλος, επίκουρος καθηγητής μουσικολογίας του πανεπιστήμιου της Αθήνας. Θα βραβεύσουμε τον Στέλιο Ζαφειρίου και τον Κώστα Παπαδόπουλο, με δυο πινάκες που φιλοτεχνεί ο Μπάτης. Στο κλείσιμο της διημερίδας θα παρουσιάσω το βιβλίο μου «Κονσέρτο για μπουζούκι και ορχήστρα Νο 1», το οποίο θα προλογίσει ο Ανδρέας ο Πυλαρινός. Είναι ένα έργο του 1996 που παίχτηκε  στο Ηρώδειο, το οποίο περιέχει και cd και μετά θα γίνει η συναυλία με το μουσικό σύνολο «Οι Επόμενοι «. Εκεί θα βρίσκονται 30 μπουζούκια επί σκηνής, όπου θα παίξουν αποσπάσματα από το «Σκληρό Απρίλη του ‘ 45» του Μάνου Χατζιδάκι, όπου ευτύχησα να παίξω εγώ πρώτη εκτέλεση το 1972, και θα παίξουμε δέκα λαϊκά του Μίκη Θεοδωράκη, παρουσία του Μίκη ο οποίος, μας υποσχέθηκε ότι θα έρθει, μακάρι να είναι καλά και να να’ ρθει. Οι τραγουδιστές που θα συμμετάσχουν, εκτός από τους επομένους, είναι η Μάγδα Πένσου, η Χριστίνα Μιχαλάκη, η Ρένα Κυπριώτη και guest είναι ο Γεράσιμος Ανδρεάτος. Όλα αυτά είναι εθελοντικά, έγινε καθολική η συμμετοχή όλων, δεν είχα γκρίνια από κανέναν. Όλοι ήρθαν να συμμετάσχουν σε αυτή την εκδήλωση για να δείξουν ότι είμαστε εδώ. Το μπουζούκι είναι πρωταγωνιστής, όπως και να το κάνουμε.

Ένα αρκετά πλούσιο πρόγραμμα, που θέλω να πιστεύω ότι θα υπάρχει ανταπόκριση από τον κόσμο καθώς πολλοί είναι εκείνοι που θα ήθελαν να μάθουν  τι είναι το μπουζούκι και την ιστορία γύρω από αυτό το όργανο.
Εάν καθίσεις στο internet και πατήσεις, αραβικό μπουζούκι, περσικό, τούρκικο, ιρλανδέζικο θα βρεις πληροφορίες για την ιστορία του καθένα απ’ αυτά. Όταν, όμως θα πληκτρολογήσεις ελληνικό μπουζούκι, δε βγάζει τίποτα. Οι ανακοινώσεις για την διακήρυξη και τα πτυχία θα είναι ψήφισμα για μία ημερίδα του χρόνου για το μπουζούκι  και κατοχύρωση του ελληνικού μπουζουκιού στην Unesco.

Το 1993, ιδρύσατε τη σχολή λαϊκής μουσικής παράδοσης «Θανάσης Πολυκανδριώτης», ως ανάγκη εκμάθησης των νέων των λαϊκών και παραδοσιακών οργάνων. Πιστεύετε ότι η επιτυχία ενός μουσικού πηγάζει από την μεθοδευμένη μελέτη ή από την αγάπη και τον σεβασμό προς την μουσική;
Και τα δύο. Για μένα όμως, πάνω απ’ όλα είναι η λέξη κλειδί που είπες, ο σεβασμός. Αν δε σέβεσαι και αν δεν αγαπάς το όργανο αυτό, δε θα το μάθεις ποτέ. Γιατί, ο σεβασμός και η αγάπη σε στέλνουν κατευθείαν στην ψυχή. Εγώ το λέω ψυχούλα. Αν δεν έχεις ψυχούλα,  δε παίζεις μπουζούκι με τίποτα, όσο κι αν προσπαθήσεις. Άρα αυτοί που έχουν ψυχή παίζουν, αυτοί που δεν έχουν  ψυχή δε θα έλεγα ότι δεν παίζουν, απλώς παίζουν υποτονικά.

  
  
 
 
 
 


Ο Μανώλης Χιώτης ήταν εκείνος που πρώτος υιοθέτησε τον όρο «μπουζουκίστας». Στην πιάτσα, που λέμε, όμως, κυκλοφορεί ο όρος «μπουζουξής». Εσείς ποιον όρο αποδέχεστε;
Μπουζουξής είμαι, μπουζουξής γεννήθηκα και θα πεθάνω μπουζουξής. Αποδέχομαι όμως και τον μπουζουκίστα. Ήμουν παρών, όταν το ανέφερε τον όρο αυτό για πρώτη φορά ο Χιώτης.  Το 1970, σε ηλικία 21 ετών, θυμάμαι να λέω στον πατέρα μου, «Σε παρακαλώ πάμε να τον γνωρίσω», δεν τον ήξερα μέχρι τότε. Πάμε, λοιπόν, στα Ξημερώματα, τέρμα Πατησίων, καθίσαμε σε ένα τραπεζάκι και κάποια στιγμή του λέω «ρε πατέρα δε του λες να μας παίξει ένα σόλο;». Του έστειλε λοιπόν ένα μήνυμα να παίξει ένα σόλο, βγαίνει ο  Χιώτης παίζει μερικά κομμάτια, κάποια στιγμή σταματά και λέει «Θα παίξω ένα σόλο, απόψε είναι εδώ ο φίλος μου ο Θοδωρής ο Πολυκανδριώτης μαζί με τον γιο του τον Θανάση , έναν εξαίρετο μπουζουκίστα». Πάθαμε  πλάκα, αναρωτιόμαστε τι είπε.  Και λέει στον κόσμο «Και βέβαια μπουζουκίστας, γιατί αυτός που παίζει κιθάρα να λέγεται κιθαρίστας και αυτός που παίζει μπουζούκι να μη λέγεται μπουζουκίστας;». Εκεί το άκουσα για πρώτη φορά και το αποδέχομαι κι εγώ.

Δείχνει ουσιαστικά την μουσική παιδεία, το ύφος του οργανοπαίχτη;
Δείχνει την σοβαρότητα που πρέπει να έχει πλέον ο νεαρός για να μάθει το όργανο του. Ο μπουζουκίστας σε παραπέμπει σε ποιο θεωρητικές απόψεις, ηχεί καλύτερα στο αυτί μιας μάνας που θέλει να στείλει το παιδί της να μάθει μουσική. Αντί λοιπόν να το στείλει να μάθει κλασσικό πιάνο ή κλασσική κιθάρα γιατί να μη το στείλει να μάθει κλασσικό μπουζούκι; Είναι θέμα νοοτροπίας. Αλλά όπως κι αν έχει ο όρος μπουζουξής είναι το προσωνύμιο μας.

Σε ηλικία 8 ετών κάνατε τα πρώτα μουσικά σας βήματα, κρατώντας μια κιθάρα. Στην εφηβεία ανακαλύψατε αυτό που μέχρι σήμερα σας συντροφεύει, το μπουζούκι. Ποια είναι η μαγεία του;
Δε μου άρεσε καθόλου το μπουζούκι, ίσως γιατί το είχα συνεχώς μες τα αυτιά μου. Από το σπίτι μου παρελάσανε όλοι οι μεγάλοι παίχτες και δημιουργοί, τραγουδιστές και μη. Από τα εφτά μου, οχτώ είχα πιάσει μια κιθαρούλα έτσι και την γρατζουνούσα, μου έδειξε κάποια πράγματα ο θείος μου. Μέχρι τα 15 ήμουν πολύ καλός μαθητής στο σχολείο και μάλιστα διάβαζα για να δώσω στο Μικρό πολυτεχνείο , για μηχανικός. Αλλά το καλοκαίρι του1963 έγινε το μοιραίο.

Μοιραίο, τυχαίο δηλαδή; Σαν τον έρωτα με την πρώτη ματιά;
Ναι, κεραυνοβόλο όμως, παρόλο που ήταν αντίξοες οι συνθήκες, λόγω δύο περιστατικών που συνέβησαν στο ξεκίνημα μου. Το πρώτο περιστατικό συνέβη σε ένα μαγαζί που πήγα να παίξω, στο Κατάκολο του Πύργου Ηλείας. Το μαγαζί θυμάμαι, ήταν γεμάτο από κόσμο, κάποια στιγμή φωνάζει ένας γεράκος που βρισκόταν στην πίστα «γεια σου Τζάρα με το κλαρίνο σου» και πέφτει κάτω. Μέχρι να καταλάβουμε τι έγινε ο γεράκος είχε πεθάνει. Αυτό το περιστατικό για ένα παιδάκι 15-15,5 χρονών είναι βαρύ. Και το δεύτερο βαρύ είναι ότι εκείνοι που είχαν την επιχείρηση, στην οποία είχα κληθεί να εργασθώ για 16 παραστάσεις,  πήραν τις εισπράξεις,  έφυγαν, πήγαν στην Γερμανία και μας άφησαν σύξυλους. Ύστερα από αυτά τα περιστατικά, γυρνάω στην Αθήνα, μου είχε δώσει το μπουζούκι του ο πατέρας μου για να παίξω εκεί πέρα, του το δίνω και του λέω «Πρώτη και τελευταία φορά, ξέχασε το, εγώ δεν ξαναπαίζω μπουζούκι». Το μικρόβιο όμως είχε ήδη μπει μέσα μου, όπως φαίνεται, και τον χειμώνα του 1963 είμαι στο  κέντρο «Κεφάλα» στην Κοκκινιά μαζί με τον Α.Καλδάρα, την  Φ. Δημητρίου, τον Γ. Κλουβάτο, την Σεβάς Χανούμ, τον Μ.Μενιδιάτη, και απέναντι ήταν ο Τσιτσάνης με τον Παπαιωάνου.

Πως νοιώθατε;
Σαν ένα όνειρο. Το όνειρο αυτό συνεχίζω να το ζω, δεν έχει σταματήσει.  Γιατί παρόλο που παντρεύτηκα και έκανα οικογένεια, ούτε που κατάλαβα πως μεγαλώσανε τα παιδιά μου, μια και ήμουν συνέχεια σε ένα στούντιο,  ή περιοδεία στον κόσμο, ή σε κάποια συναυλία. Στο σπίτι, βρισκόμουν 2-3 ώρες μόνο για ύπνο. Να είναι καλά βέβαια η Μάγδα που ήταν πάντα δίπλα σε μένα και στα παιδιά μου. Το όνειρο όμως εξακολουθεί να υπάρχει.

Ονειροπόλος;
Πολύ. Όταν ονειρεύεσαι, καταρχήν είσαι ερωτικός.  Ο έρωτας παίζει πολύ σημαντικό ρόλο στη ζωή μας. Δεν εννοώ την πράξη του έρωτα αλλά τον ερωτισμό. Μπορεί να ερωτεύεσαι χωρίς να κάνεις τίποτα. Αυτό σε κρατάει σε μια ισορροπία η οποία είναι μόνο δημιουργική. Η δημιουργία, είναι ένα όνειρο το οποίο δε θέλω να τελειώσει ποτέ. Μακάρι να είμαι καλά να μπορέσω να υλοποιήσω όλα αυτά που έχω στο μυαλό μου.

Έχετε ένα πλούσιο βιογραφικό. Συνεργασίες, συναυλίες στο εξωτερικό ακόμα και βραβεία. Βιογραφικό πολλών σελίδων, ποια σελίδα θα σκίζατε και ποια θα κάνατε κορνίζα;
Πιστεύω ότι ορισμένα πράγματα σε στιγματίζουν στη ζωή. Του χρόνου κλείνω 50 χρόνια, μισός αιώνας. Αυτό που δε θα ξεχάσω ποτέ είναι η φυσιογνωμία του πατέρα μου, που μου μίλαγε για την μουσική, γιατί αυτός με έβαλε στη μουσική. Δε θα ξεχάσω ποτέ τον Μάνο Χατζιδάκι, όταν σε ηλικία 21 χρονών με πήρε μαζί του,  - είχα την τιμή να είμαι ο μόνος εκτελεστής του μπουζουκιού του Μάνου -  και παίξαμε τρομερά πράγματα. Θα έλεγα ότι και ένα μεγάλο κομμάτι της ζωής μου ήταν και ο Γιάννης Πάριος, με τον οποίο γράψαμε εκατοντάδες τραγούδια, όλα επιτυχίες χωρίς να σκεφτούμε ότι πρέπει να βγάλουμε χρήματα. Το κάναμε για το κέφι μας, αυτός ήταν τραγουδιστής, εγώ ήμουν μπουζουκίστας, οπότε δεν είχαμε τη βλέψη να το δούμε ως «επάγγελμα»  συνθέτη και στιχουργού. Βέβαια ήταν μεγάλο ευτύχημα για μένα,  όταν ξεκίνησα την δουλειά, να συνεργαστώ με πολύ μεγάλους μουσικούς, με πρώτο τον δάσκαλο μου τον Στέλιο Ζαφειρίου. Όταν 16 χρονών παίζεις δίπλα σε έναν Ζαφειρίου, σε έναν Καλδάρα, σε μια Μαρινέλλα, σε έναν Βοσκόπουλο, είναι το μεγαλύτερο σχολείο, πανεπιστήμιο θα έλεγα. Αυτό ήταν ένα πολύ μεγάλο συν για μένα. Πράγμα που δε ξέρω αν μπορεί να συμβεί σε πάρα πολλά παιδιά αλλά ήμουν τυχερός.

Είστε όμως μεγάλο σχολείο  για τους νέους, μεταδίδετε τις γνώσεις, τις εμπειρίες και τα βιώματα σας, οπότε είναι τυχερά αυτά τα παιδιά, όπως υπήρξατε κι εσείς τυχερός.
Και τους τα δίνω απλόχερα Κέλλυ, δε τα λυπάμαι, δε το κάνω με άγχος. Από το 1993 που έκανα τη σχολή και το 1995 που έγινε το πρώτο μουσικό σύνολο, ποτέ μα ποτέ δεν έχω πάρει μια δραχμή, από τα παιδιά αυτά που έρχονται δίπλα μου για να κάνουμε τις πρόβες μας, να κάνουμε σεμινάρια, να κάνουμε συναυλίες,  και μάλιστα στις συναυλίες πληρώνονται κιόλας. Ποτέ λοιπόν δεν έχω πάρει μια δραχμή από τα παιδιά αυτά. Που σημαίνει ότι το κάνω από αγάπη. Τώρα ο ρομαντισμός με την πείνα, έχει μια σημαντική απόκλιση, αν εγώ πεινούσα και δεν είχα να φάω, ίσως να μην το έκανα αυτό τόσο πολύ, ίσως το έκανα λιγότερο. Δόξα το Θεό ζω αξιοπρεπώς και αυτό με βοήθησε, να δώσω στα παιδιά απλόχερα, αυτά που σκέφτομαι και έχω στο μυαλό μου και να είμαι σήμερα τόσο περήφανος.

Υπάρχουν δυστυχώς πολλά νέα παιδιά, που παλεύουν για ένα μεροκάματο, ένα νυχτέρι. Άλλοι ανταμείβονται οικονομικά άλλοι καθόλου.
Εγώ τους βοηθώ όλους αυτούς και μάλιστα με παίρνουν  τηλέφωνο κατά καιρούς κάποιοι και ζητούν την βοήθεια μου. Μεσολαβώ, πάνε τα παιδιά και παίρνουν το μεροκάματο τους. Αλλά αισθάνομαι μόνος, μοναχικά μόνος δηλαδή, ότι κανείς άλλος δε κάνει το ίδιο. Γιατί αν υπήρχαν κι άλλοι Πολυκανδριώτες τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά.

Πάνω σε αυτό, λένε ότι η αγάπη δεν έχει υλική υπόσταση ή μήπως τελικά κάποιοι εκμεταλλεύονται την αγάπη και το μεράκι των νέων για την μουσική;
Καταρχήν η αγάπη τα έχει όλα. Κι εγώ αυτό δίνω στους νέους, αγάπη, σε σημείο παρεξηγήσεως. Είμαι απόλυτος σ’ αυτό,  γιατί τα παιδιά σήμερα ψάχνουν την αγάπη αλλά δε θέλουν να την παραδεχτούν, φοβούνται, δεν την αγγίζουν γιατί νομίζουν ότι κάνει τζιζ και ότι θα καούν. Δεν ξέρουν να ερωτεύονται. Το μόνο που ξέρουν να κάνουν είναι να πηγαίνουν σε ένα σε ένα μπαρ, με το ποτό στο χέρι και να κουνιούνται . Οι άντρες δεν την πέφτουν στα κορίτσια, τα κορίτσια την πέφτουν στους άντρες, πια. Αντιστράφηκαν  οι ρόλοι και όλο αυτό είναι ένα μεγάλο κοινωνικό πρόβλημα στις μέρες μας σε συνάρτηση με την οικονομική κρίση, η οποία οικονομική κρίση πιστεύω ότι είναι και κρίση αξιών. Τώρα θα γίνει το ξεσκαρτάρισμα. Πρέπει να αρχίσουν οι νέοι να αγαπούν με τον παλιό τρόπο, γιατί δυστυχώς τα 40 χρόνια που μεσολαβήσαν από την μεταπολίτευση και μετά μας έδωσαν τόσα πολλά πράγματα που δεν ήταν δικά μας, και μας άλλαξαν το είναι, τα ήθη και τα  έθιμα. Όποτε ίσως έχει ένα όφελος που γίνεται αυτό το πράγμα τώρα. Υποφέρουν οικονομικά οι αδύνατοι αλλά είναι ένας τρόπος να ξαναβρούμε πάλι τους εαυτούς μας. Να ξαναγράψουμε πάλι τραγούδια με την έννοια του προβληματισμού του καλού στίχου και της καλής μουσικής και θα έρθει και η ανταμοιβή γι΄ αυτό που αγαπάμε.

Έχετε ασχοληθεί με την σύνθεση αλλά όχι με την στιχουργική. Η στιχουργική, ουσιαστικά είναι η εικονοποίηση των συναισθημάτων του δημιουργού. Μια λέξη μπορεί δημιουργήσει πολλές εικόνες. Εσείς πως καταφέρνετε να προβάλλετε εικόνες μέσω της σύνθεσης, ώστε να είναι αντιληπτές στον ακροατή;
Αν ο στίχος, που μου δίνεται για να γράψω μουσική ,τον διαβάσω και δε μπει μέσα μου τότε θα έχω γράψει ένα τραγούδι από τα χιλιάδες που κυκλοφορούν. Αν όμως  μπει μέσα μου, τον νοιώσω και να τον κάνω δικό μου, το αποτέλεσμα θα είναι ένα όμορφο πάντρεμα στίχου και μουσικής. Η αείμνηστη Ιφιγένεια Γιαννοπούλου όταν είχε γράψει το τραγούδι «Στου φεγγαριού την αγκαλιά» εγώ το είχα ορχηστρικό στο δίσκο. Λίγο πριν κυκλοφορήσει ο δίσκος με φωνάζει ο παραγωγός και μου λέει ότι «αυτή η μουσική που έχεις γράψει είναι πολύ μεγάλη μουσική αλλά πρέπει να της βάλουμε στίχο», του λέω «ρε συ Γιώργο, να βάλουμε στίχο, αλλά έχει τελειώσει ο δίσκο» και μου απαντά «μη σε νοιάζει».  Το δίνουμε λοιπόν στην Ιφιγένεια, και της λέω «εγώ όταν έγραφα αυτή τη μουσική, το μυαλό μου ήταν στα φεγγάρια, στις αγκαλιές», «άστο λέει, καλά που μου το πες». Έτσι  βγήκε το τραγούδι  αυτό,  το οποίο έγινε κλασσικό κομμάτι , κι αυτό από μια μουσική που ήταν ήδη φτιαγμένη. Μπήκε όμως, η Ιφιγένεια μέσα στον Θανάση, στην μουσική του και έβγαλε το επιθυμητό αποτέλεσμα. Θα μπορούσε να αποτύχει γιατί είναι μία αίσθηση, και δε ξέρεις ποτέ αν αυτή η αίσθηση μπορεί να γίνει εύκολα αντιληπτή.

Το μπουζούκι θεωρείται το κατεξοχήν λαϊκό όργανο. Όμως έχετε πειραματιστεί στην εναρμόνιση του με συμφωνικά έγχορδα. Πως πρόεκυψε αυτός ο πειραματισμός  και αν πέτυχε τελικά;
Πρέπει  να φύγει από την νοοτροπία μας ότι μπουζούκι είναι ένα ιδιαίτερο  όργανο και δε μπορεί να συμπράξει με άλλα όργανα. Οι αμερικανοί  είναι οι πρώτοι στην σμίξη αυτών των ακουσμάτων και έχουν κάνει θαύματα. Εμείς είμαστε μίζεροι κατά κάποιο τρόπο. Όταν έκανα τον Brahm σε μπουζούκι, έπεσαν όλοι να με φάνε ζωντανό. Τώρα το παίζουνε παντού. Όταν έκανα το κονσέρτο για μπουζούκι και ορχήστρα, δεν ασχολήθηκε κάνεις μαζί μου, τώρα παίζεται σε πολλές ευρωπαϊκές πόλεις. Που θέλω να καταλήξω, το 1971, είχα πάει στην Νέα Υόρκη με την Βίκυ Μοσχολιού. Εκεί λοιπόν μείναμε γύρω στις 40 μέρες. Που με έχανες που με έβρισκες, ήμουν  στα μεγάλα δισκοπωλεία, στις μεγάλες αγορές για να βρίσκω πράγματα για την μουσική. Γύρισα πίσω στην Ελλάδα φέρνοντας γύρω στα 70 LP , δίσκους οι οποίοι περιείχαν όλη τη μουσική του κόσμου. Από Santana, Beatles μέχρι και τούρκικους αμανέδες.  Τους ξεκοκάλισα όλους, τους έχω ακόμη. Τους άκουσα έναν έναν προσεκτικά και έβλεπα ότι οι μεγάλες ορχήστρες χρησιμοποιούσαν όργανα όπως τον αυλό του πανός  και το σιτάρ. Ακούγοντας λοιπόν, τα κλαρίνα, τα κανονάκια της ανατολής  και τις συμφωνικές ορχήστρες , μου έβγαζαν μια καινούργια εικόνα και έναν δρόμο , να τα μάθω να τα παίζω στο μπουζούκι. Όταν άρχισα να πειραματίζομαι,  είχα την αίσθηση ότι βρισκόμουν σε μια συμφωνική ορχήστρα , σαν να ήμουν με την ορχήστρα του Santana , με τον Jimi Hendrix, με αραβίες, με ανατολή, άρα εκεί που θέλω να καταλήξω είναι ότι, η μουσική είναι μόνο μία. Οφείλει ο κάθε μουσικός που έχει το ανάλογο ταλέντο, να πειραματίζεται. Άρα λοιπόν η μουσική δεν είναι μόνο, παίξαμε, πήραμε το μεροκάματο και άντε γεια σας. Πρέπει να πειραματιστεί ο μουσικός για να βγάλει το επιθυμητό αποτέλεσμα.

Χρησιμοποιείτε  πλούσια αρμονία στις συνθέσεις σας. Αυτή η συνύπαρξη μελωδίας και αρμονίας δείχνει την μουσική σας παιδεία. Είναι απαραίτητο για τον πειραματισμό αυτό;
Βέβαια. Αυτό το είχε ο Μανώλης Χιώτης. Ίσως είναι ο μοναδικός που εναρμόνισε τόσο καλά τις εισαγωγές  του και τα τραγούδια του. Μπορώ να πω, πως αν δεν ξέρεις αρμονία, είσαι χαμένος. Εγώ την αρμονία την ήξερα εσωτερικά και εμπειρικά, γιατί την ζούσα, την έπαιζα χωρίς να ξέρω  τι είναι και την γνώρισα στο χαρτί, το 2005 που πήρα το πτυχίο μου. Σε ηλικία λοιπόν 55 χρονών πήρα το πτυχίο το ειδικό αρμονίας. Πιστεύω ότι για τα παιδιά η αρμονία είναι το Α και το Ω και πρέπει να τονίσω  ότι αυτό που κάνω με το θέμα της αναγνώρισης, της εξειδίκευσης του οργάνου, το χαρτί που θα πάρει το παιδί, θα έχει πρώτη προϋπόθεση ο μπουζουκίστας να έχει πρώτο, δεύτερο, τρίτο σολφέζ και μετά πάμε σε άλλα πράγματα τα οποία πρέπει να γνωρίζει. Άρα είναι «πανεπιστημιακού επιπέδου» οι εξετάσεις για το πτυχίο.

Πολλοί μουσικοί και κυρίως οι ρεμπέτες θεωρούν ότι το τρίχορδο μπουζούκι είναι ανόθευτο, σε αντίθεση με το τετράχορδο το οποίο παρέχει άνεση και ευκολία στον εκτελεστή. Ποια είναι η γνώμη σας και με ποιο όργανο θα συμβουλεύατε έναν νέο μαθητευόμενο να ξεκινήσει;
Τον προτρέπω να μάθει τετράχορδο, με την έννοια ότι το τετράχορδο βγάζει πιο καλά την αρμονία. Όμως το παιδί μπορεί να επιλέξει ότι θέλει, δε πιέζω καταστάσεις. Το τρίχορδο είναι το όργανο που ξεκίνησε αυτή η ιστορία. Το 1910, στην Αμερική ο Νίκος Σταθόπουλος νομίζω, είχε φτιάξει ένα τετράχορδο που δεν είχε την ίδια μορφή που έχει σήμερα, είχε διαφορετικό κούρδισμα και το σκάφος του ήταν σε σχήμα οβάλ, σαν μπουζικοκίθαρο ας πούμε. Το 1950, ο Μανώλης Χιώτης, είχε πάει Αμερική, το είδε ήρθε στην Ελλάδα, το έφερε στην μορφή που έχει σήμερα, κουρδίζοντας το ένα τόνο πιο κάτω απ’ ότι ήταν τότε. Εγώ είμαι κλασσικός τετράχορδος, ξεκίνησα με τετράχορδο, άλλα όταν πιάνω το τρίχορδο μου και παίζω, τύφλα να έχουν οι τρίχορδοι.

Υπάρχουν μπουζουκίστες παλαιάς κοπής, σήμερα;
Θα μιλήσω για την νέα γενιά. Παρατηρώ και μου αρέσει πολύ, ότι πολλά νέα παιδιά το έχουν πάρει πολύ σοβαρά, παρόλο που ασχολούνται περισσότερο με το τετράχορδο  παρά με το τρίχορδο. Ένας από την ομάδα είναι οδηγός στο μετρό, όταν έρχεται στις πρόβες τον ακούω και παίζει συνέχεια Χιώτη. Δε σταματά ποτέ, του βάζω τις φωνές και του ζητώ να σταματήσει για να ξεκινήσουμε. Αυτό το παιδί λοιπόν έχει πάρει πολύ σοβαρά το ρόλο του μπουζουξή, μα πάρα πολύ σοβαρά, έχει αποκτήσει γνώσεις και πολλά άλλα. Βλέπω λοιπόν ότι υπάρχουν νέοι που το παλεύουν, και το παλεύουν με αντίξοες συνθήκες, γιατί η εποχή μας έχει πολλές δυσκολίες κυρίως οικονομικές,

Ποιοι είναι αυτοί όμως που επιβιώνουν; Στον κύκλο των μουσικών  ακούγεται  ότι πολλοί μπουζουκίστες που βρίσκονται δίπλα σε μεγάλα ονόματα του καλλιτεχνικού στερεώματος, είναι εφετζήδες και όχι γνήσιοι μπουζουκίστες που έχουν να δώσουν κάτι από την ψυχή τους.
Αυτά είναι τα παιδιά τα ψωνισμένα, που νομίζουν ότι επειδή παίζουν μπουζούκι κάτι κάνανε. Έχει μαλλιάσει η γλώσσα μου να λέω στα παιδιά «σοβαρευτείτε, πάρτε το σοβαρά, να είστε αξιοπρεπείς και να μην τρελαινόσαστε, δεν υπάρχει περίπτωση να φτάσετε στο τέρμα ποτέ». Αυτός που πιστεύει ότι έχει φτάσει στο τέρμα έχει φάει τα μούτρα του. Θαυμάζω τα παιδιά που πιάνουν το μπουζούκι στα χέρια τους, ξοδεύουν χρόνο από τη ζωή τους και πάνε τη μουσική μπροστά. Αν γυρίσουν τα πράγματα λίγο οικονομικά, πιστεύω ότι το μπουζούκι, θα είναι πάλι ο πρωταγωνιστής όπως ήταν πριν από μερικά χρόνια.

Ποιος είναι ο συνοδοιπόρος στη ζωή σας;
Σίγουρα η οικογένεια, Με έχει στηρίξει πάρα πολύ και η Μάγδα και τα κορίτσια. Αλλά, όταν μένω μόνος μου, εγώ και ο Θανάσης, μόνο ο Θανάσης.

Μοναχικός;
Τελείως. Αν δε με  στηρίξει ο Θανάσης, δεν υπάρχει περίπτωση να επιβιώσω.

Μάνος Χατζιδάκις, μεγάλος σταθμός στο ξεκίνημα της καριέρας σας. Πριν μερικές μέρες έγινε ένα μεγάλο αφιέρωμα για τον Μάνο στο Ηρώδειο, με τον Διονύση Σαββόπουλο . Είσαστε εκεί;
Όχι, δεν ήμουν εκεί, γιατί ζω αυτή την διημερίδα τόσο έντονα, που δεν πάω πουθενά, έχω κλείσει τους διακόπτες, Μόνο ενημερώνομαι για τα μουσικά δρώμενα, όπως ενημερώθηκα ότι ο Χατζιδάκις γέμισε δυο μέρες το Ηρώδειο και αυτό σημαίνει πάρα πολλά.

Θα έπρεπε να είστε εκεί να συμμετέχετε ως μουσικός ή έστω ως ακροατής;
Ναι, είτε έτσι είτε αλλιώς, και στην κερκίδα που είμαι, παίζω δεν έχω πρόβλημα. Άλλα ήθελα να δω πως το είχε φτιάξει όλο αυτό ο Νιόνιος (ο Διονύσης) γιατί αυτός κι αν είναι ανήσυχος και πειραματιστής, Έχω παίξει σε όλη του σχεδόν τη δισκογραφία, τον ξέρω πολύ καλά, και ξέρω αν τον έπαιρνα τηλέφωνο και του έλεγα «Διονύση θέλω να είμαι και εγώ εκεί» θα έλεγε «Θανάση, έλα». Αλλά τώρα εγώ ζω αυτή τη διημερίδα. Όταν τελειώσει στις 15 του μηνός, δε θα πω ότι θα φύγει το όνειρο, απλώς, θα δύσει λιγάκι και μετά θα ανατείλει πάλι, με ακόμα πιο ενδιαφέροντα δρώμενα και προτάσεις.

Έχετε δύο ξεχασμένα χαρτάκια στο συρτάρι σας. Το ένα γράφει «ευχαριστώ» και το άλλο «συγγνώμη». Τα βγάζετε από το συρτάρι, σε ποιον θα τα δίνατε;
Το συγγνώμη θα έβγαζα. Το ευχαριστώ είναι δεδομένο, πάντα λέω ευχαριστώ σε όλο τον κόσμο και με κοιτάζουν περίεργα ορισμένες φορές. Την συγγνώμη θα την έβγαζα, αν έχω πικράνει ορισμένα παιδιά με την συμπεριφορά μου, την απόλυτη συμπεριφορά μου, το απόλυτο του δασκάλου. Θα την έβγαζα γι αυτά τα παιδιά μόνο, για κανέναν άλλον. Διότι οι μεγάλοι έχουν το μυαλό να καταλάβουν, τα παιδιά όμως παρεξηγούν εύκολα, και επίσης την συγγνώμη την έχω σαν ένα γράμμα, σαν κάτι το όποιο είναι σφραγισμένο πολύ καλά και θα βγει γι αυτό που πρέπει να βγει. Αν πω σε έναν μεγάλο συγγνώμη, δε θα το μετρήσει, ο πιτσιρικάς όμως που τον προσέβαλα με την συμπεριφορά μου χωρίς να το θέλω θα πει «μου είπε συγγνώμη ο Πολυκανδριώτης». Γιατί τα παιδιά αυτά ως Πολυκανδριώτη με βλέπουνε, όχι ως δάσκαλο τους που τους δείχνει πράγματα.

Πείτε μου ένα αγαπημένο σας στίχο ή τραγούδι με το οποίο πορεύεστε.
Το «Χωρίς εσένα» του Τόλη Βοσκόπουλου και το «Ευτυχώς που υπάρχεις κι εσύ» του Γιάννη Πάριου.

Έντονο ερωτισμό μου βγάζει όλο αυτό.
Ε ναι. Μόνο. Εγώ δε πιστεύω στα πολιτικοποιημένα πράγματα και γι αυτό δεν έχω καλή σχέση με τους πολιτικούς αν και με ορισμένους, είμαι φίλος. Δεν με ενδιαφέρει αυτό. Με ενδιαφέρει τι θα πει η Κέλλυ που βλέπω για πρώτη φορά, τι θα πει η κοπέλα που περνάει στο δρόμο, με γνώρισε και μου λέει «Κύριε Πολυκανδριώτη, συγχαρητήρια γι΄ αυτά που κάνετε». Αυτό με ενδιαφέρει . Τι άλλο να με ενδιαφέρει Κέλλυ μου;

Εγώ μαζί σας είμαι. (γέλιο) Να σας ευχαριστήσω πολύ για τον χρόνο που μου αφιερώσατε και εύχομαι καλή επιτυχία.
Εγώ ευχαριστώ και σας περιμένω.

 
 

 


"Στου φεγγαριού την αγκαλιά"

Get Adobe Flash player


 

 


 

Get Adobe Flash player

 

Οι απόψεις και οι σκέψεις των συνεργατών του Ορφέα δεν ταυτίζονται απαραίτητα με τη γνώμη του περιοδικού.
Απαγορεύεται αυστηρά η χρήση και η αναδημοσίευση του συνόλου ή μέρους των άρθρων του Ορφέα, χωρίς προηγούμενη άδεια των υπευθύνων του περιοδικού και του συντάκτη και χωρίς ταυτόχρονη αναφορά της επωνυμίας του περιοδικού, του ονοματεπωνύμου του συντάκτη και του ακριβούς συνδέσμου του άρθρου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΥ ΣΕ ΑΛΛΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΧΟΛΙΑ

RSS

ΤΑ ΠΙΟ ΔΙΑΒΑΣΜΕΝΑ (90d)

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

ΕΙΠΑΝ - ΕΓΡΑΨΑΝ

Που να σε ταξιδέψω, γυαλιά και λαμαρίνες, γεμίσανε τα χρόνια, με εκτελεσμένους μήνες.
Κώστας Τριπολίτης

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ / ΑΥΡΙΟ

18/4/1961 Ο Μάνος Χατζιδάκις κερδίζει το βραβείο Όσκαρ καλύτερου τραγουδιού για το τραγούδι του «Τα παιδιά του Πειραιά» που ακουγεται στην ταινία "Ποτέ την Κυριακή", σε σκηνοθεσία Ζυλ Ντασέν και με ερμηνεύτρια τη Μελίνα Μερκούρη