122 αναγνώστες online
Find us on FacebookJoin us on Facebook
sideBar



Σαββέρια Μαργιολά - «Αλισάχνη»

ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ «Τι έχω να χάσω»

Τάσος Π. Καραντής
Τάσος Π. Καραντής
Πρώτη Παρουσίαση
ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ - «Τι έχω να χάσω»
20.10.2018
Ορφέας | Main Feed

Συνεντεύξεις

Κώστας Πατσαλής

Τι να γράψει κανείς για τον Χρήστο Νικολόπουλο! Η πετυχημένη πορεία του όλα αυτά τα χρόνια μιλάει από μόνη της! Έζησε από κοντά τη δεκαετία του ’60,   το ελληνικό τραγούδι και τους εκπροσώπους του , πρωταγωνίστησε και πρωταγωνιστεί, ως συνθέτης και ως οργανοπαίχτης,  όλες αυτές τις δεκαετίες! Συνεργάστηκε με κορυφαίους στιχουργούς , τον Βίρβο, τον Πυθαγόρα, τον Λ. Παπαδόπουλο, τον Μ. Ρασούλη τον Αρ. Δαβαράκη, Μ. Ελευθερίου ,τη  Λ. Νικολακοπούλου, τη Σ. Τσώτου και τόσους άλλους. Τραγούδια του ερμήνευσαν ο Καζαντζίδης, ο Στράτος Διονυσίου, ο Π. Γαβαλάς, ο Νταλάρας, η Αλεξίου, η Μαρινέλλα, η Βιτάλη, η Αρβανιτάκη, η Γαλάνη, ο Μ. Αγγελόπουλος, ο Μ. Μητσιάς, ο Γ.Πάριος , η Γλυκερία, η Λίτσα Διαμάντη, ο Μ. Λιδάκης, ο Δ. Μπάσης, ο Κ. Μακεδόνας , ο Πασχάλης Τερζής και ο κατάλογος δεν έχει τελειωμό! Όλη η Ελλάδα τραγούδησε συνθέσεις του. Μερικές από αυτές : «Νυχτερίδες κι αράχνες» , «Υπάρχω», «Οι νταλίκες», «Νύχτα στάσου» , «Οι κυβερνήσεις πέφτουνε μα η αγάπη μένει», «Το αγριολούλουδο» , «Κινδυνεύει η Ελλάς», «Ξένος για σένανε κι εχθρός» , «Ο  Σαλονικιός», «Στων αγγέλων τα μπουζούκια», «Εγώ θα σου μιλώ με τα τραγούδια μου», «Ζήλεια μου» , «Ψίθυροι καρδιάς», «Ο τραγουδιστής» ….
Ο Χρήστος Νικολόπουλος  παραχώρησε αυτή τη συνέντευξη στο σπίτι του. Άνθρωπος χαμηλών τόνων κι ευγενής, απάντησε σε όλα τα ερωτήματα με ειλικρίνεια  και ξεδίπλωσε, με τις αναφορές του,  μια μεγάλη περίοδο της ιστορίας της ελληνικής μουσικής, που συνέπλευσε κι αυτός μαζί της και τη γνωρίζει καλά!  Παρών στην συνάντηση αυτή ήταν  κι ο ιδιοκτήτης του περιοδικού,  ο κ. Τάσος Καραντής ,  που συμμετείχε κι αυτός – διακριτικά - στην κουβέντα μας.

Κύριε Νικολόπουλε ας αρχίσουμε με το νέο cd ! Αυτό που κυκλοφόρησε πριν λίγους μήνες, το  «Πατρίδα δανεισμένη», και που πριν λίγο καιρό έγινε και η παρουσίασή του  στον Ιανό.Πείτε μας δυο λόγια γι’ αυτή τη δουλειά. Πώς ξεκίνησε αυτή η ιδέα, για τη συμμετοχή σας…

Χρήστος Νικολόπουλος : «Ναι. Αυτό είναι λίγο ιδιαίτερο cd! Πραγματικά είναι ένα cd που μιλάει για τα σύγχρονα προβλήματα! Αυτές τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουμε τα τελευταία χρόνια, της οικονομικής κρίσης δηλ., των ιδεών, των ιδεολογιών κτλ. Του Μαρδά είναι οι στίχοι. Να σας πω, ενώ είμαι κι εγώ από τους αγανακτισμένους, γενικά, πολίτες και παρακολουθώ τα πράγματα, βρέθηκα λίγο τυχαία στη δουλειά αυτή! Ο Μαρδάς με είχε πάρει τηλ. να τον συμβουλέψω τι πρέπει να κάνει για να γίνει η παραγωγή αυτή, και του έδωσα κάποιες πληροφορίες  επειδή έχω κάτω το στούντιό μου. Και στη συνέχεια μου λέει «Δε γράφεις κι εσύ τα μισά τραγούδια;». Λέω «Ευχαρίστως! Να τα δω πρώτα…». Μου τα ’δειξε και πραγματικά έχουν μια γλώσσα σημερινή που μιλάει  για όλα αυτά τα προβλήματα, και μου άρεσαν! Έπαιξε, βεβαίως, ρόλο το ότι τραγουδάει κι ο Μανώλης ο Μητσιάς,  τον οποίο θαυμάζω και σέβομαι πάρα πολύ, γιατί είναι ένας άνθρωπος που δεν έδωσε δικαιώματα ποτέ κι είναι ένας άνθρωπος που κράτησε μια γραμμή στην καριέρα του! Δεν έκανε παρεκκλίσεις, ή αν έκανε ήταν ελάχιστες και πολύ μικρές! Κι έτσι, λοιπόν, συμμετείχα σε αυτόν τον δίσκο!».

Δεν ήταν παρακινδυνευμένο να κυκλοφορήσει σήμερα, με τα προβλήματα που έχει η δισκογραφία, ένας νέος δίσκος;

Χ. Ν. : «Ναι! Βέβαια! Αυτό τον δίσκο, αυτό το cd μπορούμε να το χαρακτηρίσουμε μια μικρή υπερπαραγωγή, κατά κάποιο τρόπο, γιατί δεν διαθέτουν λεφτά οι εταιρείες δίσκων, πλέον! Οι εταιρείες αυτό που κάνουν είναι να μανατζάρουν κάποιους καλλιτέχνες, από τους παλιούς κυρίως ! Να τους κάνουν τις δημόσιες σχέσεις, υποτίθεται, και να παίρνουν έτοιμες παραγωγές. Αυτή η παραγωγή που κάναμε ήταν πληρωμένη. Την πλήρωσε ο «Ελεύθερος Τύπος». Δεν πλήρωσε εμάς, πλήρωσε την παραγωγή. Εμείς δεν πήραμε χρήματα!».


Πόσο δύσκολα ήταν τα πράγματα, στην αρχή,  για σας; Για ένα παιδί που ξεκινάει από την επαρχία και αποφασίζει να ασχοληθεί με τη μουσική και να κάνει όλη αυτή την «επανάσταση» και να έρθει στην Αθήνα.

Χ. Ν. : «Δεν ήταν καθόλου εύκολο αλλά δεν έγινε μεθοδευμένα, ήρθε από μόνο του δηλ. φυσιολογικά! Εμένα το ταλέντο που είχα για τη μουσική μού βγήκε πολύ νωρίς. Από πολύ μικρός άρχιζα ν’ αναζητώ την τύχη μου, και για λόγους οικονομικούς, γιατί ήμουν από πολύ φτωχή οικογένεια. Από πιτσιρίκος ήμουν προσγειωμένος και είδα ότι εκεί στην περιφέρεια που δούλευα - τα τρία πρώτα χρόνια - δεν υπήρχε μέλλον.».

Από ποια ηλικία βγήκατε στη δουλειά;

Χ. Ν. :  «Δεκατεσσάρων χρονών δούλευα ως οργανοπαίχτης. Πολύ καλό ήταν αυτό για έναν αυτοδίδακτο μουσικό, να έχει όλα αυτά τα βιώματα, γιατί έπαιζα σε γάμους, σε πανηγύρια  με διάφορους μουσικούς, με Πόντιους, με λαϊκούς, με παραδοσιακά σχήματα, τα χάλκινα … Είχα όλες τις εμπειρίες! Αλλά είδα πολύ νωρίς ότι δε γίνεται τίποτα εκεί! Θα παρέμενα στα δρώμενα της επαρχίας!».

  
  
  
  
  

Η αλλαγή από το πρώτο όργανο που παίξατε μέχρι να πάτε στο μπουζούκι πότε έγινε; Πώς πάρθηκε αυτή η απόφαση;

Χ. Ν. : «Πολύ γρήγορα έγινε αυτό! Κι αυτό εντελώς τυχαία! Έπαιζε ακορντεόν ένας ξάδερφός μου και πήγαινα κι εγώ, κόλλαγα δίπλα του κι άρχισε να μου δίνει να παίζω λίγο κι εγώ. Έπαιζα και τα «Κύματα του Δουνάβεως», το πρώτο που έμαθα! Πάω σπίτι μια μέρα, βλέπω ένα μπουζούκι. Ρωτάω τη μάνα μου «Τι μπουζούκι είναι αυτό;». Και η μάνα μου απάντησε ότι το πήρε ο Γιώργος ο αδερφός μου. Ήταν κι αυτός μερακλής, όμως δεν το είχε πάρει πολύ στα σοβαρά. Κι έτσι σιγά -  σιγά άρχισα να παίζω εγώ. Στην αρχή είχα και αντιδράσεις από τον πατέρα μου. Δεν ήθελε, γιατί τότε ακόμα ήτανε κακόφημα τα όργανα αυτά. Στην συνέχεια άρχισα να παίζω πάρα πολύ γρήγορα. Πήγα σε μια σχολή στην αρχή, εκεί στην Αλεξάνδρεια, έμαθα νότες κτλ., αλλά μετά τα παράτησα. Πήγα πέντε μήνες. Πολύ γρήγορα έμαθα. Σε πέντε μήνες διάβαζα prima vista! Μετά άρχισα να παίζω στα πανηγύρια … Πολύ γρήγορα πάλι, σε κάνα  δυο χρόνια, λέω «φεύγω»! Συνάντησα κι ένα τραγουδιστή, τον Βλαδίμηρο Χαραλαμπίδη, ο οποίος ήταν στην Αθήνα, κι ερχόταν καμιά φορά και τραγούδαγε, γιατί καταγόταν από κει και μου λέει «Τι κάθεσαι εδώ; Έλα στην Αθήνα» και κάποιοι άλλοι όπως ο Μικρός Τσιγγάνος, ένας παλιός τραγουδιστής που είχε έρθει να τραγουδήσει  εκεί, μου ’λεγε κι αυτός «Έλα στην Αθήνα» … κι έφυγα! Πήρα το λεωφορείο και την  ευχή του πατέρα μου και ήρθα στην Αθήνα!».

Τα πρώτα χρόνια στην Αθήνα, πώς ήταν;

Χ. Ν. : «Πολύ δύσκολα! Σύχναζα στο καφενείο των μουσικών. Έπαιρνα το λεωφορείο από τον Κολωνό,  που πρωτοέμενα, και πήγαινα κάθε μέρα ζητώντας δουλειά. Βρήκα, τελικά, δουλειά στο σπίτι μου κοντά,  στου «Μανωλιά», μια ταβέρνα που ήταν κι ο Γιάννης ο Κυριαζής,  ο ρεμπέτης. Δούλεψα εκεί κάποιους μήνες, μετά πήγα  επαρχία, στην Κόρινθο, πήγα στην Κρήτη, σε ένα κέντρο που το λέγανε «Ο μαύρος  γάτος», μετά πήγα στη Θεσσαλονίκη. Στο διάστημα αυτό έπαιζα στα στούντιο τσάμπα!».

Θυμάστε ποια ήταν η πρώτη σας ηχογράφηση ως οργανοπαίχτης;

Χ. Ν. : «Θυμάμαι πού ήταν! Ήταν σε μια εταιρεία, «Ρυθμοφών» τη λέγανε , του Ηλία Μεγαλούδη. Εκεί πρωτόπαιξα, σε μικρά στούντιο. Κι εκεί καμιά φορά μας έκαναν το τραπέζι. Αυτή ήταν η αμοιβή. Μετά, συνάντησα τον Ζαφειρίου τον Στέλιο. Αυτός μου έδωσε μια «σπρωξιά» και πήρα το δρόμο μου! Με πήρε μαζί του σε καλύτερες εταιρείες, μου είπε πως ήμουν πολύ καλός . Μετά με πήρε και με τον Ζαμπέτα να παίξουμε κι έτσι άνοιξε ο δρόμος…».

Για τον Ζαμπέτα, μια και τον αναφέρατε, ποια ήταν η εμπειρία σας;

Χ. Ν. : «Εξαίρετη! Τις καλύτερες εντυπώσεις! Ήταν πολύ μεγάλη τύχη για μένα να παίξω με τον Ζαμπέτα! Ένα διάστημα, ο Ζαμπέτας, με περίμενε να γυρίσω από την Αυστραλία, που είχαμε πάει με τον Νταλάρα, για να κάνει την ηχογράφηση του δίσκου του.».

Κοντά στα τέλη του ’60 πρέπει να βρεθήκατε και με τον Χιώτη.

Χ. Ν. : «Το 1969! Δούλεψα και με τον Χιώτη! Όταν δούλεψα με τον Χιώτη, όμως, είχα βρει τον δρόμο μου. Αλλά, βεβαίως ήταν μεγάλη εμπειρία και τύχη, γιατί όλοι οι μπουζουξήδες μελετούν τα πατήματα του Χιώτη! Το να μελετάς τα πατήματα κάποιου δάσκαλου και να βρεθείς δίπλα του είναι πάρα πολύ σημαντικό!».

Πώς και πότε έγινε η συνάντηση με τον Καζαντζίδη;

Χ. Ν. : «Συναντηθήκαμε με τον Ζαφειρίου σε μια φωνοληψία. Εκεί ήταν κι ένας άλλος μουσικός, ο Πάνος Ιατρού, ο οποίος δούλευε κι αυτός με τον Καζαντζίδη, στην «Τριάνα του Χειλά», ο οποίος μου είπε : «Θέλουμε μπουζούκια! Θέλεις ν’ ρθεις να σ’ ακούσει ο Καζαντζίδης;». Πήγα. Μ΄ άκουσε,  ήταν κι ο Παπαϊωάννου ο Γιάννης εκεί, και με κρατήσανε. Κι έτσι άνοιξε ο «καλός» δρόμος για μένα!».

Μουσική γράφατε από τότε ή αρχίσατε αργότερα;

Χ. Ν. : «Πολύ γρήγορα άρχισα! Έμενα μ’ έναν φίλο, Γιάννη Γρηγοριάδη τον λέγανε, ο οποίος ήταν πιο πριν στην Αθήνα από μένα κι ήξερε την πόλη. Ήταν άνεργος κι αυτός, τον συντηρούσα σχεδόν, αλλά έγραφε τραγουδάκια. Και το «Νυχτερίδες κι αράχνες» μαζί το αρχίσαμε! Ήταν και τραγουδιστής. Του ’γραψα και κάποια τραγούδια στην Polygram, Ελλαδίσκ τότε! Και μετά, πολύ μετά , έγραψα τα «επίσημά» μου τραγούδια.».

Το πρώτο επίσημο τραγούδι σας που βγήκε ήταν το «Νυχτερίδες κι αράχνες».
Χ. Ν. : «Τέσσερα τραγούδια βγήκαν μαζί! «Νυχτερίδες κι αράχνες»,  «Το χαρτί θα γίνει στάχτη, το μολύβι θα καεί», «Ο επισκέπτης» (που ήταν στον ίδιο δίσκο με τις «Νυχτερίδες κι αράχνες») και το «Απόψε σ’ έχω στην αγκαλιά μου».

Αυτά τα τραγούδια βρήκατε το θάρρος εσείς να τα προτείνετε στον Καζαντζίδη που εκείνη την εποχή μεσουρανούσε;

Χ. Ν. : «Στη Μαρινέλλα τα έπαιξα μια μέρα στο σπίτι, είχε σταματήσει από τη δουλειά ο Καζαντζίδης. Το 1966 σταμάτησε, το 1968 βγήκαν αυτά τα τραγούδια. Τα είχα γραμμένα τα τραγούδια δυο χρόνια σχεδόν. Μετά χώρισαν  στο διάστημα αυτό. Το είπε (η Μαρινέλλα), όμως, στον Καζαντζίδη. Μόλις του τα ‘παιξα,  πήρε αμέσως τον Βίρβο κι έγραψε τους στίχους στο ένα, και στα άλλα ο Πυθαγόρας.».

Με τον Πυθαγόρα, μια και τον αναφέρατε, είχατε συνεργαστεί στενά. Πείτε μας δυο λόγια για τον Πυθαγόρα.

Χ. Ν. : «Κοίταξε! Δεν ξέρω πώς, αλλά το ’χει η δουλειά αυτή, οι εμπνευσμένοι άνθρωποι είναι και καλοί άνθρωποι! Ο Πυθαγόρας , για μένα, έχει γράψει καταπληκτικά τραγούδια! Τον κατατάσσω στην κατηγορία του Λευτέρη του Παπαδόπουλου και της Παπαγιαννοπούλου … Έχει γράψει πάρα πολύ ωραία τραγούδια! Ο Πυθαγόρας ήθελε να γράφει λαϊκά, δεν ήθελε να γράφει κουλτουριάρικα τραγούδια! Αν ήθελε να γράψει τέτοια πολύ εύκολα μπορούσε! Ήταν πολύ μεγάλο ταλέντο! Εμένα με βοήθησε πολύ γιατί μου εμπιστεύτηκε τα πρώτα μου καλά τραγούδια. Ήταν και πολύ καλός άνθρωπος! Μου βάφτισε και την κόρη μου. Είχαμε πολύ καλές σχέσεις μέχρι και τη μέρα που πέθανε, κι ακόμα και τώρα έχω σχέσεις με την οικογένειά του.».

Τι θυμάστε από την ηχογράφηση του ιστορικού δίσκου «Υπάρχω»; Πώς προέκυψε αυτή η συνεργασία γι’ αυτό το δίσκο;

Χ. Ν. : «Δεν ξεκίνησε για να γραφτεί μεγάλος δίσκος. Ο Καζαντζίδης δεν τραγούδαγε τότε. Κάποια στιγμή του την έδωσε, πλησίαζαν Χριστούγεννα, και είπε να μαζέψουμε κάποια τραγούδια από τα παλιά … Τότε είχαν αρχίσει να βγαίνουν τα LP.  Γι’ αυτό και πήραμε κάποια τραγούδια που είχαν κυκλοφορήσει σε 45άρια, και πέντε – έξι τα έγραψα για τη συγκεκριμένη δουλειά κι έτσι ολοκληρώθηκε ο δίσκος, μαζί μ’ ένα τραγούδι του Τατασόπουλου που του άρεσε του Καζαντζίδη, κι ήθελε να το βάλει κι αυτό. Κι έτσι έγινε! Δεν έγινε δηλ.  επιμελημένα, ότι τώρα να κάτσουμε να γράψουμε ένα δίσκο. Μετά γράψαμε ένα δίσκο, δηλ. μόλις βγήκε το «Υπάρχω» κι έγινε μπαμ , μας ζήτησε ο Καζαντζίδης να γράψουμε μια άλλη δουλειά με τον Πυθαγόρα, και γράψαμε έναν κύκλο τραγουδιών. Αυτός ο κύκλος έχει πολύ ποιοτικά τραγούδια! Αλλιώτικα  τραγούδια του Πυθαγόρα! Τον κύκλο τον ονομάσαμε «Γύφτος λαός». Τότε γραφτήκαν δυο κύκλοι τραγουδιών. Ο Καζαντζίδης τότε έφυγε στην Αμερική, και εκεί πέρα επειδή δεν είχε λεφτά,  είχε έρθει σε συνεννόηση με έναν συνεργάτη του Μάτσα - γιατί ήταν δεσμευμένος με συμβόλαιο στο Μάτσα - τον Πετροπουλέα, ο οποίος του είπε «Εντάξει, θα σου δώσω λεφτά αλλά πες ένα δίσκο! Θα τραγουδήσεις εδώ εσύ, και θα γράψουμε τις ορχήστρες στην Αθήνα, και τις μίξεις θα τις κάνουμε στην Ελλάδα. Τότε είναι που έγραψα μια άλλη σειρά τραγουδιών, γιατί στο διάστημα αυτό ο Καζαντζίδης παρεξηγήθηκε με τον Πυθαγόρα και μου ζήτησε - μάλιστα έχω και τις επιστολές  που μου έγραφε τότε - να του γράψω αυτόν το νέο κύκλο τραγουδιών με άλλους στιχουργούς, γιατί δεν ήθελε του Πυθαγόρα, γιατί μαλώσανε …  Ετοίμασα μια σειρά τραγουδιών όπου από εκεί μέσα  είναι «Ο τραγουδιστής» και  το «Εγώ θα σου μιλώ με τα τραγούδια μου». Μετά μετάνιωσε πάλι και δεν έγινε ο δίσκος!».

Αυτή η σχέση με τον Καζαντζίδη έχει περάσει από  πολλές διακυμάνσεις . Έχει φύγει από τη ζωή πλέον. Τι σας έχει μείνει ως απόσταγμα, πικρία ή ότι συνεργαστήκατε με έναν πολύ μεγάλο τραγουδιστή;

Χ. Ν. : «Όλα αυτά! Είναι πολύ σημαντικό που συνεργάστηκα με τον Καζαντζίδη! Ουσιαστικά είναι η τιμή ότι συνεργάστηκα με τον Καζαντζίδη. Εγώ ότι συμβαίνει το λέω με την πραγματική του διάσταση. Δεν μου έδωσε τίποτα, αντιθέτως μου έπαιρνε τα ποσοστά. Δηλ. του έδινα τραγούδια, εγώ τα έφτιαχνα τα τραγούδια … Και τότε που με πήρε μαζί του, ο λόγος που αναζητούσε μπουζούκια, είναι γιατί έδιωξε τα άλλα τα μπουζούκια,  γιατί του ζητούσαν αύξηση, και πήγα εγώ με τα μισά λεφτά. Και κάποια στιγμή άρχισε να με βρίζει με πολύ χυδαίο τρόπο, γιατί ήθελε να με ορίζει. Ήταν κι ο χαρακτήρας του πολύ δύσκολος … Γι’ αυτό αντέδρασα. Όλα αυτά τα συναισθήματα υπάρχουνε μέσα μου, γιατί το  θεώρησα πολύ μεγάλο άδικο, κι ακόμα το θεωρώ άδικο. Στην αρχή, να ξέρετε, τα μοιράζαμε τα ποσοστά επί τρία. Τα τραγούδια που γράψαμε με τον Πυθαγόρα, έπαιρνε ο Καζαντζίδης το 1/3, το 1/3 ο Πυθαγόρας και το 1/3 εγώ. Μετά ο Πυθαγόρας αντέδρασε, και μου λέει «Ρε συ, εγώ τι φταίω; Δεν ξέρω, εσείς μπορεί να τα φτιάχνετε μαζί τα τραγούδια, εγώ όμως δεν φτιάχνω με κανέναν τους στίχους!». Και  τον έπιασα και του μίλησα  και σταμάτησε το καθεστώς αυτό. Ό,τι άλλο γράψαμε με άλλους στιχουργούς ήτανε στα τρία! Από κει και πέρα που ρυθμίστηκε αυτή η κατάσταση (εννοεί με τον Πυθαγόρα), παίρναμε το 50% που δικαιούμασταν, αλλά έπαιρνα το 25% εγώ! Δηλ. εγώ μεσολάβησα να ρυθμιστεί το θέμα του Πυθαγόρα, ν’ αποκατασταθεί η τάξη, κι εγώ πήρα λιγότερα μετά. Όταν, δηλ. υπάρχει μια τέτοια σχέση, και στο τέλος σε βρίζει ο άλλος, όπως καταλαβαίνετε είναι λίγο … δεν χωνεύεται!».

Πότε νιώσατε εσείς ότι πέρα από το να κάνετε τραγούδια - επιτυχίες έχετε τη δύναμη πια να βγείτε μπροστά ως συνθέτης που κάνει συναυλίες ο ίδιος πια, με το όνομα Νικολόπουλος;

Χ. Ν. : «Κοίταξε. Ένιωθα μια καταξίωση από τον κόσμο. Όσο έπαιζα με τον Νταλάρα, την Αλεξίου και άλλους,  ένιωθα ένα θαυμασμό, μια καταξίωση από τον κόσμο, από τις εταιρείες. Στην αρχή δεν υπήρχε αυτό. Ήμουν σκεπτόμενος πολύ. Είπα ρε παιδί μου πώς ο Χιώτης, ας πούμε, ήτανε αρχηγός, κάτσε να προσπαθήσω κι εγώ! Κι άρχισα να κάνω κάποιες συναυλίες πρώτα, κι αμέσως μετά πήγα σ’  ένα κέντρο στις «Νταλίκες» το 1985 κι έγινε θρίαμβος! Ο κόσμος μού έδειξε πόσο πολύ με πιστεύει και μ’ αγαπάει και άρεσαν τα προγράμματα που έκανα.».

Οι αναμνήσεις που έχετε και από τις «Νταλίκες» αλλά και από τις συναυλίες στο Λυκαβηττό το 1985 και  το 1987 στο γήπεδο του Παναθηναϊκού;

Χ. Ν. : «Είναι φοβερές! Βέβαια στου Παναθηναϊκού ήταν γλυκόπικρη εμπειρία, γιατί είχαμε επεισόδια. Αυτός που έκανε την οργάνωση, έκοψε υπεράριθμα εισιτήρια και έσπασαν τα κάγκελα, μας βρίζανε και τέτοια, τέλος πάντων … Το θέμα ήταν ότι ήρθε είκοσι χιλιάδες κόσμος!».

Η διαφορά με το σήμερα σε  σχέση με την προσέλευση του κόσμου και τις αντιδράσεις του στα θεάματα ποια είναι;

Χ. Ν. : «Καμία σχέση! Τώρα ο κόσμος είναι χλιαρός. Στις τελευταίες συναυλίες που έκανα πέρσι το καλοκαίρι, είδα κάτι το πολύ χαρακτηριστικό. Ο κόσμος κοιτούσε, αλλά ήταν αλλού και χειροκροτούσε μηχανικά! Τότε ο κόσμος συμμετείχε. Ήταν συνδεδεμένο το τραγούδι με την αποκατάσταση της δημοκρατίας, με τα πάθη τα πολιτικά …. Ο κόσμος ήτανε δοσμένος! Άλλες στιγμές! Δεν καταργούμε το σήμερα. Τα πράγματα  άλλαξαν και πρέπει να τα αποδεχτούμε, αλλά καμία σχέση εκείνη η εποχή μ’ αυτή.».

Εκτός από τον Πυθαγόρα υπήρξαν συνεργασίες με τον Λευτέρη τον Παπαδόπουλο, με τον Ρασούλη, με το Χαψιάδη και με πολλούς άλλους.

Χ. Ν. : «Τον  Δαβαράκη!».

Ποιες συνεργασίες έχουν χαραχθεί περισσότερο μέσα σας;

Χ. Ν. : «Κοίτα! Το κάτι διαφορετικό ήταν ο Ρασούλης , για μένα , σίγουρα! Με τον οποίο μετά μαλώσαμε, λόγω Νταλάρα. Για λόγους ιδεολογικούς, όπως διαπίστωσα, μάλωσαν μεταξύ τους, κι εγώ έπαιρνα το μέρος του Νταλάρα, που ήταν και φίλος μου, και γιατί θεωρούσα ότι είχε δίκιο, εν πάση περιπτώσει … Με τον Ρασούλη ήταν ιδιαίτερη η συνεργασία μας, γιατί μου ’δωσε το κάτι διαφορετικό.».

Ταυτόχρονα με όλους αυτούς τους στιχουργούς , τραγούδησαν τα τραγούδια σας όλοι οι μεγάλοι τραγουδιστές. Υπάρχει κάποιος που θα θέλατε και δεν συνεργαστήκατε;
Χ. Ν. : «Κοίταξε! Με τον Μπιθικώτση δεν πρόλαβα να γράψω τραγούδια! Θα το ήθελα πολύ, αλλά δυστυχώς δεν έγινε! Έπαιξα σε κάτι τραγούδια  του Μαρκέα που ηχογράφησε … Με τη Γαλάνη δεν έκανα ολόκληρη δουλειά. Τραγούδια δεν έγραψα ούτε για τον Περπινιάδη, ούτε για την Καίτη Γκρέυ. Με τη Λίντα έγραψα κάποια, όπως και με την Πόλυ Πάνου.».

Κάποια στιγμή μας προέκυψε κι ο ερμηνευτής Χρήστος Νικολόπουλος. Πώς έγινε αυτό;

Χ. Ν. : «Ναι! Μην το συζητάμε! (γέλια). Πάντα τραγουδούσα. Άμα δεις παλιές φωτογραφίες, από το χωριό μου ακόμα, τραγουδούσα. Και στη τελευταία σεζόν που τραγούδησε ο Καζαντζίδης, στο «Φαληρικό», κι εκεί είχα ένα μέρος που τραγουδούσα!».

Σόλο;
Χ. Ν. : «Ναι! Βέβαια! Σόλο! Πρέπει να ’λεγα δυο-τρία τραγούδια. Συμμετείχα και στα σεγόντα! Μάλιστα, κάποια φορά ο Καζαντζίδης – γιατί του πήγαινα κάτι demo που ήταν φοβερά, έβαζα πολύ τεχνική - μου έλεγε «θα σε βαφτίσω διάδοχό μου»! Δεν την είδα ποτέ τραγουδιστής, βέβαια! Κάποια στιγμή - για ιστορικούς λόγους - θέλησα να πω μερικά τραγούδια, κι αυτό έκανα!».

Οι ορχηστρικοί δίσκοι ήταν μια μεγάλη σας επιθυμία;

Χ. Ν. : «Ναι! Πολύ μεγάλη εμπειρία κι αυτοί! Με γέμισαν πάρα πολύ! Και τότε που έκανα εγώ τους πρώτους ορχηστρικούς δίσκους δεν υπήρχαν και πολλοί ορχηστρικοί. Έχω κάνει εφτά ορχηστρικούς δίσκους. Ο ένας πήγε να κάνει και μια καριέρα στο εξωτερικό γιατί βγήκε στη SONY CLASSICAL, ενώ πούλησε στη Γαλλία πέντε με έξι χιλιάδες cd , στη Γερμανία, στην Ιταλία, μετά βγήκε ο «Τιτανικός»,  και μας ξέχασαν εντελώς αυτοί οι ξένοι που μας προωθούσαν και τα δώσαν όλα στον «Τιτανικό»!».

Την έχετε καταμετρήσει τη μέχρι τώρα δισκογραφία σας;
Χ . Ν. : «Ναι! Βέβαια! Πρόσφατα τη ζήτησα από την ΑΕΠΙ, και είναι, μαζί με τις δεύτερες εκτελέσεις, γύρω στις 1920 ηχογραφήσεις! Ένα διάστημα δεν έλεγα «όχι» σε κανέναν! Το έκανα και λόγω φιλίας, πολλές φορές κι έβγαζα τέσσερις - πέντε δίσκους το χρόνο!».

Τι άλλαξε σήμερα στη δισκογραφία; Εσείς που είσαστε μέσα σ’ αυτήν και τη δεκαετία του ’70 και του ’80 και του ’90 και του 2000, τι είναι αυτό που έφταιξε και τώρα πια περιμένουμε από την εφημερίδα να βρούμε κάποιο cd, κλείνουν μεγάλα μαγαζιά δίσκων στην Αθήνα ;

Χ. Ν. : «Πολλά πράγματα ήταν αυτά που φταίξανε! Πρώτα - πρώτα έφταιξε η ελεύθερη ραδιοφωνία! Εκεί μέσα μπήκαν διάφορες σκοπιμότητες, υπήρξε το playlist που σημαίνει όποιος τ’ ακουμπήσει μπαίνει … Χάθηκε το αισθητήριο του παραγωγού – έστω αυτό το μικρό αισθητήριο που μπορεί να είχαν οι παραγωγοί του κρατικού ραδιοφώνου - που ξεχώριζαν τα καλά τραγούδια, κι ο κόσμος τα ξεσκαρτάριζε. Η πειρατεία, που ήταν στην αρχή cd-πειρατεία, η κασετοπειρατεία πιο πριν και στη συνέχεια το internet που είναι η μεγάλη καταστροφή με την έννοια δεν βγάζει τίποτα ούτε ο δημιουργός , ούτε ο στιχουργός, ούτε ο τραγουδιστής. Αλλά οι τραγουδιστές έχουν το όφελος, γιατί τα τραγούδια φτάνουν στα σπίτια και πάνε στα μαγαζιά και βγάζουν τα λεφτά τους από κει. Εμείς όμως και οι εταιρείες δίσκων, σαφώς, δεν βγάζουμε τίποτα, με αποτέλεσμα να μην γίνονται παραγωγές να μην επενδύουν (οι εταιρείες) σε κάποιον που αξίζει, με αποτέλεσμα να έχουν συρρικνωθεί όλα και να έχει δημιουργηθεί αυτή η κρίση που είναι στο μηδέν, πλέον.».

Πώς βλέπετε τα πράγματα για τους νέους ; Για έναν νέο επίδοξο στιχουργό, συνθέτη, ερμηνευτή;

Χ. Ν. : «Κοίταξε! Είναι αξιοθρήνητη η θέση τους! Έκανα μια δουλειά με τον Ρασούλη «Με τον Ομπάμα αντάμα», τη χρηματοδότησα τη μισή εγώ, και πούλησε δυο χιλιάδες. Και δεν πούλησε τόσο γιατί ήταν κακός δίσκος, ήταν πολύ καλός δίσκος! Με τον Λιδάκη κάναμε ένα εξαίρετο δίσκο! Στα ραδιόφωνα ακούνε μπουζούκι, ορισμένοι σταθμοί, και βγάζουν σπυριά! Να πάρουν cd με μπουζούκι; Α, πα, πα! Μόλις ακούσουν  λούπες το βάζουν! Και να κάνω θυσίες, παραγωγή μόνος μου κτλ, δεν φτάνει η προσπάθειά μου στον κόσμο. Κι όχι μόνο η δική μου έτσι! Πάρε όλα αυτά τα χρόνια τους καλλιτέχνες που κάνουν ότι έκανα κι εγώ! Κανένας δεν έφτασε στον κόσμο! Οι τελευταίοι που φτάσαν στον κόσμο και βγήκαν λιγάκι,  ήταν με λίγες πωλήσεις! Μη νομίζετε! Είναι η Ζουγανέλη και η Μποφίλιου! Και λίγο  που πουλάνε οι παλιότεροι, όταν βγάζουν δίσκους, ο Σφακιανάκης, ο Πλούταρχος … Όποιος πουλάει δέκα χιλιάδες τώρα κάνει κωλοτούμπες!».

Εσείς, ως έμπειρος, τι πιστεύετε ότι πρέπει να γίνει στη δισκογραφία για βγει από αυτό το τούνελ;

Χ. Ν. : «Πρέπει να γίνεις κάποιος νόμος, να μας προστατεύσουν λίγο από αυτό το κακό. Ώστε ν’ αρχίσει πάλι να λειτουργεί το κριτήριο της αισθητικής του παραγωγού και των ΜΜΕ. Θα πρέπει να γίνει κάτι στα ΜΜΕ οπωσδήποτε! Αυτή η ασυδοσία! ... Εδώ υπάρχουν νόμοι, γράφουν ότι ένα μέρος της μετάδοσης πρέπει να προέρχεται από την πολιτιστική κληρονομιά. Στο Σύνταγμα υπάρχει, στο ραδιοτηλεοπτικό συμβούλιο υπάρχει … Κανένας δεν δίνει σημασία αν τηρούνται αυτοί οι νόμοι. Τι εννοώ; Ένα ραδιόφωνο που έχει τη συχνότητα, την κρατική, του ΟΤE , την οποία συνδρομή πληρώνω, όπως καθένας μας, να βάζει ένα 10% ελληνικό τραγούδι! Και να υπάρχει ένας νόμος πνευματικής ιδιοκτησίας που να μη μπορεί καθένας να τα κατεβάζει  (τα τραγούδια), ή να τα κατεβάζει πληρώνοντας κάτι ελάχιστο, γιατί αν πλήρωνε καθένας το ελάχιστο, τα εκατομμύρια που κατεβαίνουν θα είναι ένα κάτι να βγάλει και η εταιρεία για να στηρίξει έναν νέο, και να βγάλω κι εγώ ο παλαιότερος ένα cd, για παράδειγμα.  Στο εξωτερικό δε γίνεται αυτό το κακό. Εκεί επιβιώνουν οι άνθρωποι γιατί έχουν παιδεία, δεν γίνεται αυτή η ασυδοσία! Γίναν και κάποιοι νόμοι που είναι σκληροί και είναι περιορισμένο το φαινόμενο, δεν είναι σ’ αυτή την έκταση που είμαστε εδώ. Εδώ πιστεύουν ότι τα τραγούδια δεν ανήκουν σ’ αυτόν που τα έγραψε, ανήκουν σ’ αυτόν που θέλει να τα κατεβάσει! Δεν έχει κανένας άλλος δικαίωμα!».

Παρ’ όλα αυτά εσείς έχετε κάποια άμεσα σχέδια;

Χ. Ν. : «Δεν θέλω να γράφω! Ειλικρινά, δεν θέλω καθόλου να γράφω! Έχω μια δουλειά με τον Νταλάρα που είναι έτοιμη! Πάλι έχουμε ένα άλλο θέμα! Μου έδωσε εμένα η αδερφή του Άκη Πάνου μια σειρά με καταπληκτικούς στίχους, αυτούς που έγραψε – σύμφωνα με εκείνη - στη φυλακή, λίγο καιρό πριν πεθάνει. Τους στίχους αυτούς τους είχε στο αρχείο της. Το αρχείο το έχει κληρονομήσει η αδερφή του. Μου τα έδωσε. Μου άρεσαν τα τραγούδια, μίλησα με τον Νταλάρα, του τα ‘φτιαξα, του τα πήγα. Του πήγα δεκαοχτώ τραγούδια, τα δεκαεφτά του άρεσαν, το ένα μου είπε να το αλλάξω λιγάκι. Μετά από λίγο καιρό μου έρχεται ένα εξώδικο από την άλλη οικογένεια, τη σύζυγό του και από μια δικηγόρο, που μου έλεγαν ότι μάθαμε κτλ, και σας απαγορεύουμε,  διότι τα τραγούδια ανήκουν σε μας, και δεν έχετε κανένα δικαίωμα κτλ.  Mόλις τα είδαμε αυτά  εμείς, τ’ αφήσαμε! Δηλαδή και να θες να κάνεις κάτι, μια προσπάθεια , βρίσκεις άλλα εμπόδια! Και με όλα αυτά, κι απ’ τη στιγμή που γίνονται προσπάθειες που δεν αναγνωρίζονται, ειλικρινά, δεν θέλω να γράφω τραγούδια! Κι αν το κάνω καμιά φορά, το κάνω για κάποιους ανθρώπους που με παρακαλάνε ...».

Απ’ όλη αυτή την πορεία σας – έχουν τραγουδήσει σχεδόν οι πάντες τραγούδια σας - ποιους θεωρείτε τους πιο χαρακτηριστικούς τραγουδιστές του έργου σας;

Χ. Ν. : «Σε αντίθεση με το φυτώριο των συνθετών - που δεν υπάρχει πολύ μεγάλο, τα τελευταία χρόνια δεν έχουμε δει κάποιον σοβαρό συνθέτη, που να έχει βγει και να μας αφυπνίζει - τραγουδιστές έχουμε καλούς! Για μένα ο μέγιστος λαϊκός τραγουδιστής είναι ο Πασχάλης ο Τερζής! Στον Τερζή του έχει δώσει ο θεός μεγάλα προσόντα! Κάνει ότι θέλει! Υπάρχουν και ιδιαίτεροι τραγουδιστές, η Αρβανιτάκη! Eίναι ένα βελούδο η φωνή της! Η Τσαλιγοπούλου, η Γλυκερία! Ο Λιδάκης, φοβερός τραγουδιστής! Η Χαρούλα! Ο Νταλάρας! Ο Μητροπάνος! Έχουμε μεγάλη γκάμα τραγουδιστών! Συγκλονιστικών τραγουδιστών!  Αν ο Λιδάκης, ας πούμε,  έβγαινε τότε που βγήκε ο Καζαντζίδης, θα ήταν Καζαντζίδης! Τότε οι μεγάλοι τραγουδιστές αναδεικνύονταν! Τότε όποιος άξιζε, έβρισκε το δρόμο του! Τώρα … σαλάτα είναι όλα!».

Το 2012 ο Χρήστος Νικολόπουλος τι έχει να πει στους θαυμαστές του; Σ΄ αυτούς που τον ακολουθούν πιστά όλα αυτά τα χρόνια!

Χ. Ν. : «Θα κάνω μια μεγάλη συναυλία στο Badminton, τον Οκτώβριο, τέλος Οκτωβρίου. Θα πάμε στην Κύπρο, στο Ριάλτο, ένα θέατρο, τον Ιούνιο. Θα κάνω πέντε – έξι συναυλίες στην Ελλάδα που να μου αρέσουν, και θα κάνω πράγματα που να με εκφράζουν και να τα πιστεύω. Αυτή θα είναι η πορεία μου! Πιστεύω πως ο θεός μου έδωσε παραπάνω απ’ αυτά που επιθυμούσα,  και δεν έχω κανένα λόγο να κάνω υπερβολές, πλέον! Θα ζήσω και λίγο τη ζωή μου,  γιατί τα χρόνια είναι πολύτιμα … Αυτά!».

Κύριε Νικολόπουλε σας ευχαριστούμε πολύ!
Χ. Ν. : «Να είστε καλά!».

 


Επισκεφτείτε το επίσημο site του καλλιτέχνη στη διεύθυνση

http://www.cnikolopoulos.gr

 


Φωτογραφίες από τη συνέντευξη στο σπίτι του Χρήστου Νικολόπουλου : Κώστας Πατσαλής
Το υπόλοιπο φωτογραφικό υλικό προέρχεται από την επίσημη ιστοσελίδα του Χρήστου Νικολόπουλου, και τον περιοδικό Τύπο της εποχής.

Οι απόψεις και οι σκέψεις των συνεργατών του Ορφέα δεν ταυτίζονται απαραίτητα με τη γνώμη του περιοδικού.
Απαγορεύεται αυστηρά η χρήση και η αναδημοσίευση του συνόλου ή μέρους των άρθρων του Ορφέα, χωρίς προηγούμενη άδεια των υπευθύνων του περιοδικού και του συντάκτη και χωρίς ταυτόχρονη αναφορά της επωνυμίας του περιοδικού, του ονοματεπωνύμου του συντάκτη και του ακριβούς συνδέσμου του άρθρου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΥ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΧΟΛΙΑ

RSS

ΤΑ ΠΙΟ ΔΙΑΒΑΣΜΕΝΑ (90d)

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

ΕΙΠΑΝ - ΕΓΡΑΨΑΝ

Χτύπος γλυκόλαλης καμπάνας, μια πασχαλιά που κουβαλά μαζί της και το αεράκι του Επιτάφιου είναι για τους Έλληνες ο Πάριος. Μια ηχώ από τις γυναίκες που αγάπησε. Ένα φωτόδεντρο στην αυλή του ελληνικού τραγουδιού. Δεν είναι τυχαίο πως από πολύ νωρίς ο Καζαντζίδης μου είχε εμπιστευτεί ότι αυτόν θαύμαζε περισσότερο από τη γενιά του. Δεν είναι τυχαίο ότι Φλέρυ Νταντωνάκη, η μεγαλύτερα για μένα Ελληνίδα τραγουδίστρια, τρελαινόταν με τον Πάριο
Γιώργος Λιάνης

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ / ΑΥΡΙΟ

20/10/1854 Γεννήθηκε ο Γάλλος ποιητής Αρθούρος Ρεμπώ. Πέθανε στις 10.11.1891
21/10/1907 Γεννήθηκε ο σουρεαλιστής ζωγράφος και ποιητής Νίκος Εγγονόπουλος

ΤΥΧΑΙΑ TAGS