131 αναγνώστες online
Find us on FacebookJoin us on Facebook
sideBar



Σαββέρια Μαργιολά - «Αλισάχνη»

ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ «Τι έχω να χάσω»

Τάσος Π. Καραντής
Τάσος Π. Καραντής
Πρώτη Παρουσίαση
ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ - «Τι έχω να χάσω»
16.09.2019
Ορφέας | Main Feed
Τάσος Π. Καραντής

Να, που κάποια παιδικά όνειρα γίνονται πραγματικότητα! Κολλημένος από παιδάκι στο ελληνικό τραγούδι, δεν έμενα μόνο στους αγαπημένους μου τραγουδιστές – πρωταγωνιστές, αλλά έψαχνα και μάθαινα και τα ονόματα των δημιουργών και, μάλιστα, με εξίταραν περισσότερο, οι πιο «αφανείς» κι «ακριβοθώρητοι» στη δισκογραφία, αλλά άξιοι και με ισχυρό μουσικό στίγμα. Γιατί, μου αρέσει το μυστήριο κι η προσπάθεια για την ανακάλυψή (τους). Γι’ αυτό, σκέφτομαι μερικές φορές, πως αν δεν ήμουν δημοσιογράφος κι ερευνητής, θα ήμουν ντετέκτιβ! Ευτυχώς, η μεγάλη αγάπη μου για το τραγούδι, με οδήγησε στην μουσική δημοσιογραφία(που εμπεριέχει όλα αυτά), αφήνοντας τα αστυνομικά μυστήρια, να τα απολαμβάνω, εκ του ασφαλούς, στις ταινίες, μιας και τυγχάνω και κινηματογραφόφιλος.
Το Νίκο Τάτση τον ανακάλυψα, παιδάκι 6 χρονών (αφού είχα το «βίτσιο» να ζητάω από τους γονείς αντί για παιχνίδια, κασέτες), το 1974 με τον «Σαραντάπηχο», όπου έμαθα και το όνομά του, που μου έμεινε. Λάτρεψα λίγα χρόνια μετά το «Ανεστάκι» και τον ξανασυνάντησα, αργότερα στο σάουντρακ της ταινίας «Τι έχουν να δουν τα μάτια μου» (1985), με τα εκπληκτικά – για την ιδιοσυγκρασία μου – τραγούδια : «Μια ζωή με τους χαμένους», «Είδαν πολλά τα μάτια μου» & «Αγάπη την αγάπη σου».
Έκτοτε, αν και αραιά τον συναντούσα στη δισκογραφία, μου είχαν μείνει το όνομά του, τα τραγούδια του και το απωθημένο, για συνέντευξη μαζί του. Και να, 35 σχεδόν χρόνια μετά, έγινε! Δεν θα σας κάνω αυτή τη φορά – όπως το συνηθίζω – την περίληψη της συνέντευξης στην εισαγωγή μου. Νομίζω, πως ο τίτλος αρκεί για να σας βάλει στο κλίμα, για το τι ακολουθεί!
 
Κατάγεστε από την Ήπειρο (Άρτα) κι έχετε κάνει μουσικές σπουδές σε Αθήνα και Γερμανία. Το ηχητικό περιβάλλον του τόπου σας δημιούργησε την κλίση σας προς τη μουσική ή – ανεξάρτητα απ’ αυτό – θεωρείτε ότι υπήρχε μια εσωτερική κλήση, ένα κάλεσμα, δηλαδή, από μέσα σας;
Νίκος Τάτσης
: Η αντίληψη της γενιάς μου σε γενικές γραμμές ήταν πως πρέπει πρώτα να κτίσεις το βιογραφικό σου με σπουδές εδώ και στο εξωτερικό, να πάρεις τα πτυχία σου από επώνυμους δασκάλους, να συνθέσεις υπό την καθοδήγησή τους κάποιο έργο στα πρότυπα των μεγάλων μουσουργών της δύσης (απομίμηση ή κακέκτυπο, αδιάφορο) για να έχεις να λες και να αρθρώνεις λόγο με το κύρος και την αξιοπιστία του σπουδαγμένου.
Ο κίνδυνος να γίνεις υποχείριο κάποιου μουσικού συστήματος που θα ήταν επιλογή του δασκάλου και όχι δική σου ήταν υπαρκτός, όχι όμως και ορατός από το γνωσιακό επίπεδο ενός νεαρού ιδεαλιστή, το να καταλήξεις δηλαδή σταδιακά σε μια στείρα σχέση με το αντικείμενό σου, θύμα μιας κατεστημένης νοοτροπίας, της οποίας υπήρξα ομολογουμένως και εγώ για μια ορισμένη χρονική περίοδο και εξετίμησα εκ των υστέρων πως ήταν μάλλον αναγκαίο να συμβεί. Η διαδρομή εν πάση περιπτώσει μέσα από όλα αυτά για την απόκτηση γνώσης χωρίς εξαρτήσεις ήταν δύσκολη αλλά και γόνιμη συγχρόνως, μόνο που δεν έβλεπα την κατάληξή της. Έτσι η επιστροφή στις ρίζες έγινε συνειδητά και αποφασιστικά. Η αλλαγή πλεύσης από τον χώρο του διδασκόμενου στον χώρο του αυτοδίδακτου ήταν λυτρωτική αλλά και επώδυνη. Η μοναξιά, τα διλήμματα και η φθορά από την παλινδρόμηση στα ίδια ερωτήματα δημιουργούσαν αδιέξοδα που διοχετεύονταν πολλές φορές υπό μορφή επιθετικότητας και ανόητης αντιπαράθεσης στον φιλικό και επαγγελματικό μου περίγυρο. Η πίστη μου, όμως, ότι με τις δικές μου δυνάμεις θα μπορούσα να συγκεράσω μέχρι ενός ορίου την τοπική (Ήπειρος) και την ελληνική εν γένει παράδοση με τη δυτική κουλτούρα έγινε εμμονή, μόχθος και σταθερή ενασχόληση. Ανακάλυπτα βαθμιαία ότι μέσα μου υπήρχε παραγκωνισμένος ένας κόσμος πλούσιος σε πολιτιστικές αξίες, μια αστείρευτη θεματολογική πηγή με αποθέματα συλλογικής και ατομικής μνήμης, που ενεργοποιήθηκε ξαφνικά και έγινε τροφοδότης υγιών συναισθημάτων, συγκινησιακής και πνευματικής ανάτασης. Χρειαζόταν παρ’ όλα αυτά και το άλλο κομμάτι, αυτό του δυτικού πολιτισμού, που είχε πλέον εγκατασταθεί μέσα μου και ζητούσε επίμονα να αφομοιωθεί και να πορευθεί σε μια ενότητα, πράγμα που έγινε από ένα σημείο και πέρα και μου χάρισε εσωτερική αρμονία και γαλήνη.  
Όπως αντιλαμβάνεστε, αυτό το «αρμονία και γαλήνη» αφορά κατά κύριο λόγο τον άνθρωπο και λιγότερο τον συνθέτη, γιατί ο αληθινός συνθέτης βρίσκεται διαρκώς σε μια συγκινησιακή περιδίνηση από την οποία δύσκολα μπορεί να ξεφύγει. Στην αναζήτηση για την κατάθεση του ουσιώδους στο έργο του ακολουθεί δύσκολες ατραπούς σε σκοτεινό τοπίο, όπου οι κίνδυνοι υπερβαίνουν στις περισσότερες περιπτώσεις τις σωματικές και ψυχικές δυνάμεις του, με αποτέλεσμα να καταλήγει στη σύγχυση, την κόπωση και τον αφανισμό. Η φαντασία, ένα από τα ισχυρότερα όπλα του είναι συγχρόνως και αχαλίνωτη. Δεν υπακούει σε λογικούς συνειρμούς, αλλάζει εύκολα πρόσωπο, βυθίζεται, αναδύεται, υπερίπταται της πραγματικότητας, κάποτε γίνεται νοσηρή, επικίνδυνη, παραπλανητική και η αρμονία και η γαλήνη πάνε περίπατο.
Η δουλειά του συνθέτη, όσο κι αν ακούγεται υπερβολικό, είναι ένας αυτοχειριασμός σε πολλές μικρές πράξεις. Τα οικονομικά και κοινωνικά οφέλη ελάχιστα έως ανύπαρκτα, συγκριτικά με άλλες μουσικές ιδιότητες που συνοδεύονται κι από τα δύο και επιπλέον απολαμβάνουν της αναγνωρισιμότητας, του προνομίου να βρίσκουν πόρτες ανοικτές και του απυρόβλητου της κριτικής. Τα ερώτημα είναι: προσδίδουν αυτά τα στοιχεία περιεχόμενο και ποιότητα σε μια καλλιτεχνική οντότητα; Άποψή μου είναι πως όχι.
Και για να δώσω ένα τέλος στη μακροσκελή διάλεξη περί της ιδιότητας του συνθέτη και τα πολλά του βάσανα, πρέπει να διευκρινίσω ότι η απομάκρυνση από τον κορμό της ερώτησής σας ήταν συνειδητή και εν μέρει αναγκαία, γιατί έτσι μετατοπίζεται το ενδιαφέρον των αναγνωστών σας από τον ένα (το εγώ) στους πολλούς (το συλλογικό) κλείνοντας ταυτόχρονα τις διόδους στη ματαιοδοξία, που συνωμοτεί στο βάθος του είναι μας και απειλεί να μας εκθέσει ανεπανόρθωτα στην πρώτη ευκαιρία. Άλλωστε, εμμέσως σας έδωσα κάποιες πληροφορίες για τον βίο και την πολιτεία του υποφαινόμενου, με την υστερόβουλη σκέψη βέβαια(!) πως μπορεί έτσι να κερδίσω τη συμπάθειά τους και πού ξέρεις, ακόμα και το ενδιαφέρον τους για τη δουλειά μου..!
Και για να αποδείξω τις καλές μου προθέσεις, θα είμαι στη συνέχεια πιο πειθαρχημένος, αν και δεν είναι του χαρακτήρα μου..!
Ας μιλήσουμε λοιπόν αμέσως για «το ηχητικό περιβάλλον του τόπου μου» και για την «εσωτερική κλήση». Όταν λέτε εσωτερική κλήση αναφέρεστε προφανώς στο ταλέντο, το οποίο προϋπάρχει της βούλησης του ατόμου και εκδηλώνεται όταν υπάρχει το ερέθισμα απ’ έξω, από το ηχητικό περιβάλλον του τόπου του. Στην Ήπειρο, από τα μοιρολόγια των γυναικών, το κλαρίνο του Χαλκιά και το βιολί του Ζέρβα, τα κελαηδήματα των πουλιών, τους πολυφωνιστές του Πωγωνίου και της Β. Ηπείρου, στην Κρήτη από τον Κώστα Μουντάκη και τους προγενέστερους εξαιρετικούς λυράρηδες και τραγουδιστές κ.ο.κ. Έτσι, το ταλέντο προσλαμβάνει το ηχητικό ερέθισμα, το επεξεργάζεται και το αποδίδει με έναν μοναδικό τρόπο. Κάπου μέσα σε όλα αυτά πρέπει να βρίσκομαι κι εγώ. Άλλη εξήγηση  δεν έχω και μη με βάλετε πάλι να λύσω τον γρίφο αν «η κότα πρώτα ή τ’ αυγό»..!
 
Σας πρωτογνωρίσαμε ως όνομα στους πολυσυμμετοχικούς δίσκους («Χρυσός δίσκος 1974» & «Νιάτα» / 1974), που προέκυψαν, από διαγωνισμούς νέων καλλιτεχνών, περιοδικών της εποχής. Αυτός ήταν, τότε, ο στόχος σας, να βρείτε μια πόρτα για να μπείτε στη δισκογραφία;
Ν.Τ.: Η σημαντικότερη αιτία για τη συμμετοχή μου σε αυτούς τους διαγωνισμούς που αναφέρατε ήταν «ο Σαραντάπηχος» του Κώστα Γ. Παπαγεωργίου, από την ποιητική συλλογή του «ΕΠΙ ΠΥΓΗΝ ΚΑΘΥΣΑΙ» (1972), ένα διαχρονικό θρηνητικό ποίημα, με τη μέγιστη αρμονική σχέση ανάμεσα στη μορφή και το περιεχόμενο, όπου ο θρήνος των παλικαριών για τον θάνατο του Σαραντάπηχου γίνεται θυμός και όρκος εκδίκησης για «τον που τους πήρε τη φωνή/ τον που τους πήρε το αίμα» και αφορούσε μεταφορικά στους δικτάτορες της επταετίας. Η μελοποίηση έγινε αμέσως από τη στιγμή που είχα στα χέρια μου την ποιητική συλλογή και η συμμετοχή στους διαγωνισμούς ήταν το μέσον για να φτάσει το τραγούδι στον κόσμο, όπως και έγινε. Τραγουδιστές οι καλύτεροι, μουσικοί επίσης, δισκογραφική εταιρεία, παραγωγός, studio, ηχολήπτες το ίδιο. Το κλίμα συνεργασίας ήταν ιδανικό, τι περισσότερο θα μπορούσε να ζητήσει κανείς; Επιπλέον, ικανοποίησα την περιέργειά μου για το πώς λειτουργεί ο δισκογραφικός μηχανισμός, πράγμα που ήταν ο δεύτερος λόγος για τον οποίο συμμετείχα. Κι εκεί σταμάτησαν όλα, γιατί τα συμβόλαια των εταιρειών με τους συνθέτες περιείχαν όρους τριτοκοσμικούς τους οποίους δεν αποδέχτηκα. 
 
Αν και τα τραγούδια σας, στους προαναφερόμενους δίσκους, τα ερμήνευσαν ήδη δημοφιλείς τραγουδιστές της εποχής(Νταλάρας, Αλεξίου, Μητσιάς), ο πρώτος προσωπικός δίσκος ήρθε 4 χρόνια αργότερα. Μιλήστε μας για το πώς προέκυψε αυτός ο δίσκος(«Έρανα»/1978) και, μάλιστα, σε παραγωγή του Μάνου Χατζιδάκι;
Ν.Τ.: Η σχέση μου με το ελληνικό τραγούδι, σας υπενθυμίζω, δεν ήταν και δεν είναι παρορμητική ούτε περιστασιακή. Από πολλά χρόνια πριν είχα επικεντρωθεί στην επεξεργασία και ανασύνθεση δημοτικών τραγουδιών, τα οποία είχαν ήδη εμφανίσει έντονα σημάδια παρακμής, κυρίως στα χρόνια της δικτατορίας, κι εγώ θέλησα να γίνω «διασώστης». Αυτή η εργασία μου έδωσε τις πιο γερές βάσεις για να προσεγγίσω το σύγχρονο ελληνικό τραγούδι, ενώ εκείνη την περίοδο ήταν στη μέγιστη αποδοχή τους από το ελληνικό κοινό ο Μάνος Χατζιδάκις και ο Μίκης Θεοδωράκης, οι οποίοι με τη μουσική και τα τραγούδια τους μας έδιναν εξαιρετικά πρότυπα προς μίμηση. Πιο συγκεκριμένα τώρα, στην περίπτωσή μου, εκείνη την περίοδο μια ευρεία ομάδα καλλιτεχνών ζυμώναμε τις ψυχές μας με ό,τι πιο ελληνικό, με ό,τι πιο ουσιαστικό έπεφτε στην αντίληψή μας και το βιώναμε με τη μεγαλύτερη ένταση. Ένας από αυτούς ήταν ο ζωγράφος Γιώργος Σταθόπουλος, συνεργάτης του Μάνου Χατζιδάκι (φιλοτεχνούσε τα εξώφυλλα των δίσκων του για πολλά χρόνια). Ο Γ. Σταθόπουλος γνώριζε τη δουλειά μου και έφερε στο σπίτι μου τον Μ. Χατζιδάκι ν’ ακούσει από μαγνητοφώνου τραγούδια μου σε ποίηση Κώστα Παπαγεωργίου. Έδειξε απροκάλυπτα μεγάλο ενδιαφέρον και μου παρήγγειλε αμέσως δώδεκα τραγούδια αναλαμβάνοντας ο ίδιος την ευθύνη για όλα τα στάδια της παραγωγής. Θα αποφύγω να περιγράψω με λεπτομέρειες αυτή την εξαιρετικά γόνιμη περίοδο, με σκοπό να φτάσω στην ανάγκη μου να αποκαλυφθώ στον οραματιστή Μάνο Χατζιδάκι, τον ευγενή, τον ανεκτικό, τον γενναιόδωρο και υπερευαίσθητο φωτισμένο άνθρωπο, ο οποίος αναλώθηκε και μόχθησε στον υπερθετικό βαθμό για να ηχογραφήσει τραγούδια μου διευθύνοντας την ορχήστρα του σε ενορχήστρωση δική μου. Τα «Έρανα» (δώρα εκ της συλλογής) ήταν πλέον γεγονός και, όπως απεδείχθη στη συνέχεια, ένα θετικό γεγονός στην ελληνική δισκογραφία.
 
Πάντως αφήσατε, τραγούδια, αναγνωρίσιμα κι αγαπημένα(«Λέλι γιαλέλι», «Μη χαράζεις βλέφαρό μου» κ.ά.), με κορυφαίο – κατά τη γνώμη μου – το συγκλονιστικό «Ανεστάκι»! Είναι, κι εσάς, αυτά τα τραγούδια τα ξεχωριστά σας ή υπάρχουν κι άλλα, πιο κρυφά, που θα άξιζε, και σήμερα, να τα ακούσουμε και να τα ανακαλύψουμε;
Ν.Τ.
: Η αναγνωρισιμότητα του συνθέτη σε βάθος χρόνου μέσα από μερικά αναγνωρίσιμα τραγούδια, όπως τα αποκαλείτε, είναι μια αυταπάτη που γρήγορα διαλύεται από τη στιγμή που αντιλαμβάνεσαι πως κι ένας μέτριος τραγουδιστής μπορεί να μαζέψει και να τραγουδήσει σε μια συναυλία 2 ωρών όλα τα «αναγνωρίσιμα» πολλών συνθετών και στιχουργών, να πολλαπλασιάσει ο ίδιος την αναγνωρισιμότητά του και τα λεφτά του, να πληρώσει (αν πληρώσει) εκτελεστικά δικαιώματα - ψιχία στους άμοιρους συνθέτες και στιχουργούς και το παιχνίδι να τελειώσει εκεί, με το τρίπτυχο εταιρεία –τραγουδιστής - ΜΜΕ να θριαμβεύει. Τα τραγούδια μου ομολογουμένως είχαν την καλύτερη δυνατή ερμηνεία από τους αξιότερους τραγουδιστές εκείνης της περιόδου. Δεν άρπαξα όμως την ευκαιρία, δεν αντέδρασα επαγγελματικά, δεν είχα την προϊούσα επιθυμία και διάθεση να ενταχθώ με όρους αιχμαλωσίας σε ένα σύστημα που δεν γνώριζα, δεν υπέγραψα το καθιερωμένο συμβόλαιο με τη «μαμά-εταιρεία» και … αυτό ήταν. Τιμωρήθηκα; Προφανώς. Δια βίου; Σίγουρα όχι, για έναν και μόνο λόγο: η σχέση μου με τη μουσική σήμερα, ύστερα από δεκαετίες, βρίσκεται στο υψηλότερο επίπεδο από κάθε άποψη. Λέτε να το άλλαζα αυτό με οτιδήποτε στον κόσμο;
Οι συμμετοχές σε δίσκους που ακολούθησαν ήταν ό,τι καλύτερο μου προσφέρονταν και αυτό έκανα. (Ίσως ήταν το τυχερό της Αμαλίας Τάτση να βρει πολλά καλά τραγούδια ανέκδοτα, αν ή όταν μπορέσει να σταθεί αυτόνομα στους συναυλιακούς χώρους ή σε μια εταιρεία ... Θα δούμε.)
Το «συγκλονιστικό Ανεστάκι», όπως το χαρακτηρίζετε, είχε την καλύτερη τύχη. Το τραγούδησε μια εξαίσια τραγουδίστρια. Τί ακολούθησε; Άλλες πολλές ζωντανές εκτελέσεις και μία(;) δισκογραφική από αλειτούργητους επαγγελματίες που ακούγοντάς τους να πασχίζουν με κακότεχνους ακροβατισμούς, εμβόλιμες φιοριτούρες και μακριά από την κύρια μελωδία να καλύψουν την ερμηνευτική τους ένδεια, σκεπτόμουν πόσο καλύτερα θα ήταν να μην το είχα γράψει ποτέ. Και πόσο ασεβής είναι, πόσο θράσος μπορεί να διαθέτει ένας τραγουδιστής για να μπαίνει στο studio να ηχογραφήσει ένα τραγούδι που πρωτοτραγούδησε η Αλεξίου χωρίς να έχει τουλάχιστον τη συνδρομή του συνθέτη; Η απάντηση δική σας ...
 
Αν κι έχετε μελοποιήσει, μέχρι Λευτέρη Παπαδόπουλο, βλέπω, ότι πιο πολύ δέσατε με τον Κώστα Παπαγεωργίου και τον αείμνηστο Ηλία Κατσούλη. Τι ήταν αυτό που σας ταίριαξε στους στίχους τους; Υπάρχουν άλλοι «θησαυροί», μ’ αυτούς ή και με άλλους στιχουργούς, στο συρτάρι σας;
Ν.Τ.
: Ο Λευτέρης Παπαδόπουλος όντας μια ισχυρή προσωπικότητα του ελληνικού τραγουδιού διέθετε ήδη ένα τεράστιο κεφάλαιο τραγουδιών με τους καλύτερους Έλληνες συνθέτες και τραγουδιστές, ένα κοινό που τον λάτρευε, μια μηχανή μεγάλου κυβισμού, θα έλεγα, που έτρεχε με ταχύτητα μη ανταγωνίσιμη. Εγώ έτρεχα με άλλους ρυθμούς, θα έλεγα και με άλλους στόχους. Η συμπόρευση με έναν τόσο ευφυή επαγγελματία που είχε όλον τον κόσμο στα πόδια του ήταν δύσκολη έως αδύνατη. Διακριτικά λοιπόν έμεινα πίσω, για να μην κάψω τη δική μου μηχανή. Σχετικά με τον Κώστα Παπαγεωργίου υπενθυμίζω ότι η επαγγελματική παρουσία μου στο ελληνικό τραγούδι ήταν εξαρχής συνυφασμένη μαζί του, η αφετηρία μου ήταν ο «Σαραντάπηχος» και τα  «ΈΡΑΝΑ» του εν λόγω ποιητή. Ήταν μοιραίο να «δέσουμε». Ο Κώστας ήταν και είναι σημαντική παρουσία στα ελληνικά γράμματα πέρα από κάθε αμφισβήτηση. Ήταν και παραμένει φίλος καρδιακός.
Τον Ηλία Κατσούλη τον ένιωσα φίλο από την πρώτη μας συνάντηση. Εγώ ήμουν ο «έμπειρος», εκείνος ο «πρωτάρης». Τον αγαπούσα και τον εκτιμούσα ως άνθρωπο και ως εκπαιδευτικό. Το πάθος και οι γνώσεις του για το ελληνικό τραγούδι σε όλο το φάσμα του ήταν απροσμέτρητες. Τα τραγούδια του, με όποιον και αν συνεργάστηκε, ανέδυαν άρωμα ποίησης, ελληνικότητας, ιστορίας και σεβασμό προς τους άλλους. Κρίμα που δεν είναι εδώ να τα πούμε. Με ρωτήσατε επίσης αν έχω «θησαυρούς» στο συρτάρι μου και τι προτίθεμαι να κάνω με αυτούς.  Πρώτα λοιπόν θα αξιολογήσετε τα τραγούδια μου που ερμήνευσε η Αμαλία Τάτση και αν είστε καλοί μαζί μας … θα πούμε για τα άλλα. Διαφορετικά…!

 

 
Στην «Ιστορία του Ελληνικού τραγουδιού», ο Κώστας Μυλωνάς, προσδιορίζει τις συνθέσεις σας, ως μια «σύζευξη στοιχείων της δημοτικής και της σύγχρονης μουσικής», η οποία «συνιστά ένα έργο ενιαίο στη μορφή και το περιεχόμενό του». Τα συμμερίζεστε; Ή πως θα μου δίνατε, εσείς ο ίδιος, το στίγμα σας, ως μουσικός και συνθέτης;
Ν.Τ.: Σας παραπέμπω σε όσα ανέπτυξα αναλυτικά στην πρώτη σας ερώτηση.
 
Τα της δισκογραφίας, με τη κλασική της μορφή (βινύλιο και, κατόπιν, cd), είναι γνωστά, μετακινείται πλέον ταχύτατα, προς το διαδίκτυο, με τa συν (ευκολότερη πρόσβαση στα τραγούδια και στα μουσικά έργα από όλους, ειδικά σε μια εποχή οικονομικής κρίσης) και τα πλην (παράνομα κατεβάσματα, με αποτέλεσμα την απώλεια των δικαιωμάτων των δημιουργών). Τι γνώμη έχετε επ’ αυτού;
Ν.Τ.: Δεν με απασχολεί σχεδόν καθόλου ποιό σύστημα είναι καλύτερο από ποιό και γιατί, πού είναι το κέρδος και πού η χασούρα. Μέσα μου και μπροστά μου έχω αυτό που είχα πάντα: συγκινησιακό πεδίο ανοιχτό, μουσικά όργανα, πολλά μολύβια και χαρτί μουσικής. Γράφω, σβήνω και πετώ στον κάλαθο των αχρήστων με θάρρος περισσό, όταν πρέπει, τον χρόνο, τον ιδρώτα και τις ιδέες μου, με την προσδοκία ότι στο τέλος κάτι θα μείνει απ’ έξω. Το λίγο το γνωρίζετε σε ένα ποσοστό του. Το πολύ έχει πάρει τη θέση του στα αζήτητα κι εγώ να κερδίζω κάθε φορά και από λίγο σε αυτοεκτίμηση και αυτοσεβασμό, για να έχω ψυχική υγεία, εσωτερική ελευθερία και δημιουργική σκέψη, ως το τελείωμα του χρόνου.

Στο σημερινό μουσικό τοπίο μας, κάνει και τα πρώτα της βήματα, η κόρη σας, η Αμαλία Τάτση. Προφανώς θα έπεσε “το μήλο κάτω από τη μηλιά”! Εσείς την προτρέψετε, την αποτρέψατε, μείνατε ουδέτερος και την αφήσατε να πάρει τις δικές της αποφάσεις;
Ν.Τ.
: Η Αμαλία Τάτση είναι ένα ... ενοχλητικό προϊόν της φύσης που ενίοτε ασκεί έντονη κριτική πάνω στη δουλειά μου, με ανάρμοστη συμπεριφορά, κρίνοντας και επικρίνοντάς με πέραν των ορίων που επιτρέπει η αυτοκριτική μου. Αυτό με εκνευρίζει, με αποτέλεσμα να γίνομαι επιφυλακτικός στο να επεμβαίνω και να παίρνω θέση υπέρ ή κατά των αποφάσεών της και μάλιστα δημόσια, φοβούμενος ότι στο τέλος θα μπω στον πειρασμό «να πάρω το αίμα μου πίσω»! Παρεμπιπτόντως, για να ξέρετε, το μήλο δεν πέφτει πάντα κάτω από τη μηλιά όπως υποστηρίζετε, αλλά μαζεύεται άγουρο από τους εμπόρους που το ωριμάζουν με τον δικό τους τεχνητό τρόπο και ποτέ μα ποτέ δεν θ’ αποκτήσει το άρωμα και τη γλύκα του φρούτου που ωριμάζει στον φυσικό του κύκλο. Ομολογώ λοιπόν ότι υπήρξα εχθρικός όσον αφορά την πρώιμη είσοδό της στον επαγγελματικό χώρο και ως αναστολέας αυτού του πράγματος πήρα άριστα από μόνος μου. Όμως αν ρωτήσετε σήμερα και την ίδια θα σας απαντήσει: «δίκιο είχε ο μπαμπάς». Γιατί ήξερα από πριν πως όταν οι Σειρήνες τραγουδούν εκμαυλιστικά και «οι καμπάνες ηχούν πολυσήμαντα», το καλύτερο που έχεις να κάνεις είναι να βάλεις τις ωτοασπίδες σου. Όσο για τις άλλες πλευρές της ερώτησής σας, μπορώ να σας απαντήσω ευθέως με μία μόνο φράση:  ήμουν και είμαι θαυμαστής της! 
 
Να ολοκληρώσουμε την κουβέντα μας κ. Τάτση, με μια – τυποποιημένη ίσως – ερώτηση, αλλά, επειδή είστε λίγο “ακριβοθώρητος” στα δισκογραφικά μας πράγματα, να περιμένουμε, σύντομα, κάποιο καινούριο έργο σας ή κάποια δισκογραφική συμμετοχή σας;
Ν.Τ.
: Με το «ακριβοθώρητος» εννοείτε κάτι περισσότερο από την απουσία μου από τα δισκογραφικά; Μήπως αντιπαραγωγικός ή κάτι άλλο; Να σας πω εγώ λοιπόν σε γενικές γραμμές τι είμαι: ένας μεσαίου εκτοπίσματος συνθέτης μουσικής, σκληρά εργαζόμενος «χωρίς καθημερινές και σκόλες». Στην κακή μου μέρα 10 ώρες, στις καλές μου περισσότερο. Αν αυτό εκτιμάται από την πλευρά σας, τότε θα μαντέψετε και τα υπόλοιπα. Μόνο που οι 10-12 ώρες δεν αφορούν αποκλειστικά το τραγούδι αλλά και άλλα είδη μουσικής τα οποία υπηρετώ με τη μέγιστη ευαισθησία και με τον καιρό απέκτησα τη βεβαιότητα πως είναι το καλύτερο και ασφαλέστερο στρώμα να κοιμάσαι και να ονειρεύεσαι καρβέλια ψωμί σαν τον Καραγκιόζη. Ύπνος βαθύς και αχόρταγος με αδειανό στομάχι, η καλύτερη συνταγή. Όσο για την απουσία μου από τη δισκογραφία, πολύ απλό: σωθήκανε τα λεφτά μας, οι δισκογραφικές εταιρείες στο χαμηλότερο επίπεδο λειτουργίας τους, ήρθε και το Μνημόνιο και μείναμε στα μισά του δρόμου, μετέωροι, περιμένοντας να δούμε ποιος ή ποιοι θα φάνε τα επόμενα δανεικά! Τί δηλαδή, εσείς δεν το ξέρατε; Συγχωρέστε με, πάλι παρεξέκλινα. Νόμιζα ότι το αυτονόητο, δηλαδή η οικονομική ένδεια, είναι επαρκέστατος λόγος ν’ απουσιάζει κανείς ακόμα και από το σούπερ μάρκετ και από το καφενείο της γειτονιάς του, απ’ οπουδήποτε. Και μην το παίρνετε κατάκαρδα. Εδώ είμαστε. Η ελπίδα πεθαίνει τελευταία και η Ελλάδα δεν πεθαίνει ποτέ. Ας είναι καλά ο ΟΡΦΕΑΣ να διοχετεύουμε την πίκρα μας κι εσείς να είστε πάντα καλά και σας ευχαριστώ από καρδιάς για τη φιλοξενία. 
 


 
 
 
 
Οι απόψεις και οι σκέψεις των συνεργατών του Ορφέα δεν ταυτίζονται απαραίτητα με τη γνώμη του περιοδικού.
Απαγορεύεται αυστηρά η χρήση και η αναδημοσίευση του συνόλου ή μέρους των άρθρων του Ορφέα, χωρίς προηγούμενη άδεια των υπευθύνων του περιοδικού και του συντάκτη και χωρίς ταυτόχρονη αναφορά της επωνυμίας του περιοδικού, του ονοματεπωνύμου του συντάκτη και του ακριβούς συνδέσμου του άρθρου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΥ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΥ ΣΕ ΑΛΛΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΧΟΛΙΑ

RSS

ΤΑ ΠΙΟ ΔΙΑΒΑΣΜΕΝΑ (90d)

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

ΕΙΠΑΝ - ΕΓΡΑΨΑΝ

Γελάω άμα ακούω για ελληνικό ροκ. Είναι σα να μου λένε αμερικάνικο τσάμικο.
Στέλλα Βλαχογιάννη

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ / ΑΥΡΙΟ

16/9/1953 Γεννήθηκε ο στιχουργός Κώστας Τριπολίτης
16/9/1977 Έφυγε από τη ζωή η Ελληνίδα σοπράνο Μαρία Κάλλας
17/9/1982 Πέθανε σε νοσοκομείο της Ρωσίας ο συνθέτης Μάνος Λοίζος
17/9/1988 Παρουσιάστηκε στο Ηρώδειο, το Άξιον Εστί του Μίκη Θεοδωράκη με τους Γιώργο Νταλάρα, Ανδρέα Κουλουμπή, Νικήτα Τσακίρογλου

ΤΥΧΑΙΑ TAGS