106 αναγνώστες online
Find us on FacebookJoin us on Facebook
sideBar



Σαββέρια Μαργιολά - «Αλισάχνη»

ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ «Τι έχω να χάσω»

Τάσος Π. Καραντής
Τάσος Π. Καραντής
Πρώτη Παρουσίαση
ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ - «Τι έχω να χάσω»
24.04.2019
Ορφέας | Main Feed
Δώρα Παπαδοπούλου

Το ότι ο Βασίλης Δημητρίου επανέρχεται φέτος στη δισκογραφία με έναν ολοκαίνουργιο δίσκο, ασφαλώς είναι μία χαρμόσυνη είδηση. Δεν είναι όμως μόνο αυτό. Μιλάμε για ένα δίσκο με λαϊκά τραγούδια αρκετά χρόνια μετά από την τελευταία του ανάλογη δουλειά και μάλιστα τραγούδια με άρωμα του καιρού μας, τραγούδια με πολιτική χροιά και δυνατά μηνύματα.  Να λοιπόν μια καλή αφορμή για μία κουβέντα και έτσι η χαρά είναι διπλή για μας που τον φιλοξενούμε στον Ορφέα, για δεύτερη φορά από το ξεκίνημά μας, να μιλήσουμε για αυτή ακριβώς αυτή την δισκογραφική έκδοση και όχι μόνο.
Ακούραστος, σχεδόν αθόρυβος εργάτης της συνθετικής μουσικής τέχνης ο Βασίλης Δημητρίου, στα  σαράντα και πλέον χρόνια παρουσίας του στο ελληνικό πεντάγραμμο έχει μεγάλο “μερίδιο ευθύνης” στις ποιοτικές μουσικές και τα διαχρονικά τραγούδια του τόπου μας. Γεννημένος στην Αθήνα, με καταγωγή από τη Μικρά Ασία, ξεκίνησε τη μουσική του περιπλάνηση την εποχή του Νέου Κύματος.  Το ξεκίνημα στη δισκογραφία ήλθε το 1971 με μια μεγάλη επιτυχία το "Χαλασιά μου" που  τραγούδησε η ανερχόμενη τότε Δήμητρα  Γαλάνη ακολούθησε  η "Μαρία με τα Κίτρινα" που γρήγορα έγινε διεθνής επιτυχία και το 1974  στη μεταπολίτευση παρουσιάζει  τον πρώτο μεγάλο δίσκο του “Ω τι κόσμος μπαμπά”. Από τότε και μέχρι σήμερα, δεκάδες δίσκοι και συνεργασίες και εκατοντάδες τραγούδια και υπέροχες μελωδίες συνθέτουν το μουσικό πάζλ ενός καλλιτέχνη που εξακολουθεί να δηλώνει παρών και δεν παραιτείται ούτε από το καθημερινό όνειρο ούτε από την προσφορά στην τέχνη.
Τον συνάντησα ένα απόγευμα πριν από λίγες ημέρες, στο σπίτι του στο Παγκράτι. Για δύο ώρες είχα απέναντί μου έναν άνθρωπο ζεστό και φιλικό. Ευαίσθητο και νοσταλγικό όταν η κουβέντα τριγύριζε στα σοκάκια της τέχνης και της μουσικής. Οργισμένο όταν ήλθε η ώρα να μιλήσουμε για το σήμερα και το αύριο του τόπου μας. Δύσκολο να διαλέξω αν η κουβέντα αυτή ήταν τελικά περισσότερο μουσική ή περισσότερο πολιτική. Εκείνο που είναι βέβαιο είναι πως είχε να πει πολλά.
 
Κύριε Δημητρίου, ένα ακόμη βήμα στη δισκογραφία φέτος, με ένα νέο δίσκο, ένα λαϊκό δίσκο μετά από αρκετό καιρό, με τραγούδια ζεϊμπέκικα, χασάπικα και μπαλάντες, με τον τίτλο «Συντομογραφίες». Τι έχουν να πουν οι «Συντομογραφίες»;
Β.Δ.: Οι Συντομογραφίες είναι μία συνέχεια της καριέρας μου. Συνεχίζω την καριέρα μου και το παρελθόν μου με λαϊκά τραγούδια που είχα πολύ καιρό να γράψω για τη δισκογραφία. Έχω γράψει τραγούδια αλλά για άλλες αφορμές, ας πούμε για το θέατρο, ή για την τηλεόραση τα οποία και μετά κυκλοφορούσαν από την δισκογραφία . Στις Συντομογραφίες υπάρχουν δεκατέσσερα τραγούδια που γράφτηκαν αποκλειστικά και μόνο με σκοπό να γίνουν δίσκος. Και δεν ξεκίνησε από μένα αυτή η πρόταση, ξεκίνησε από το Γιάννη τον Κακουλίδη, το έχω πει και άλλοτε. Ο οποίος μου έκανε την τιμή και τη χαρά να μου ζητήσει να συνεργαστούμε μετά από πάρα πολλά χρόνια που είχαμε να δουλέψουμε. Στο παρελθόν είχα κάνει δύο τραγούδια μαζί του, στη δεκαετία 70 – 80 με τη Βιτάλη. Μου έδωσε τους στίχους και ήταν στίχοι που με ερέθισαν και με γοήτευσαν και κάθισα και έγραψα. Τα έγραψα πολύ γρήγορα αυτά τα τραγούδια και ήταν ένα ωραίο παιχνίδι για μένα που το έκανα με πολύ μεγάλη ευχαρίστηση. Πάντα γράφω με ευχαρίστηση γιατί ποτέ δεν κάνω πράγματα που δε με ενδιαφέρουν.
 
Γιατί διαλέξατε το Μανώλη Μητσιά και τη Γιώτα Νέγκα να πουν τα τραγούδια σας;
Β.Δ.: Ο Μανώλης είναι ένας μεγάλος ερμηνευτής. Έχω δουλέψει και στο παρελθόν μαζί του. Ξεκινήσαμε μαζί με το Μανώλη, την ίδια περίοδο δηλαδή. Κάποια στιγμή δουλέψαμε και μαζί στην Πλάκα, σε μπουάτ για ένα πολύ μικρό διάστημα, τον συνόδευα στο πιάνο. Και είχε πει δικά μου τραγούδια στο παρελθόν, πριν τριάντα, σαράντα χρόνια. Νομίζω ήταν ο καταλληλότερος ερμηνευτής και ήταν άλλωστε και επιθυμία του Γιάννη του Κακουλίδη να τα τραγουδήσει ο Μανώλης, όπως ήταν και δική μου. Νομίζω είχαμε καλή σκόπευση. Η Γιώτα Νέγκα θα εξελιχθεί σε πολύ μεγάλη ερμηνεύτρια... Την άκουσα μια φορά να τραγουδά την “Αγάπη”, το τραγούδι αυτό που έχει πει ο Χρήστος ο Θηβαίος, με έναν τελείως διαφορετικό τρόπο και με ξάφνιασε. Με ξάφνιασε η ερμηνεία της, ήταν κάτι που δε θα μπορούσα να το φανταστώ. Ήμασταν μαζί σε μία εκπομπή και μάλιστα δεν ήξερα ότι θα τραγουδούσε τραγούδι δικό μου. Αμέσως της πρότεινα να συμμετέχει στο δίσκο με δύο τραγούδια. Αν το είχα προαποφασίσει θα είχα γράψει περισσότερα τραγούδια για τη φωνή της.
 
Νομίζετε πως ο δίσκος σας μπορεί να αποτελεί μία πρόταση για το κοινό που αγαπά τη μουσική; Και τι είδους πρόταση;
Β.Δ.: Νομίζω πως είναι δεκατέσσερα τραγούδια, δέκα λαϊκά τραγούδια και τέσσερις μπαλάντες που μπαίνουν πολύ εύκολα στο στόμα του κόσμου. Και το θεωρώ πολύ σημαντικό νέα τραγούδια, φρέσκα τραγούδια να μπαίνουν στο στόμα του κόσμου και να τα τραγουδά. Το τραγούδι ήταν πάντα μια παρηγοριά. Αυτό είναι το τραγούδι. Μια παρηγοριά και μια χαρά. Πιστεύω ότι αυτά τα τραγούδια είναι μια τέτοια ιστορία. Μια παρηγοριά και μια χαρά. Γιατί μην ξεχνάμε ότι είμαστε σε μία εποχή όχι μόνο μπερδέματος, αλλά και οδύνης. Είμαστε στη χειρότερη εποχή. Η χώρα μας αυτή τη στιγμή ξεπουλιέται. Ξεπουλιέται τζάμπα, χαρίζεται θα έλεγα. Και μόλις τώρα με καθυστέρηση αρχίσαμε να αντιδρούμε. Κατάλαβε επιτέλους ο κόσμος ότι αυτοί που επέλεξε να διαχειριστούν την χώρα είναι όχι μόνο ακατάλληλοι  αλλά και τελείως ανίκανοι να διαχειριστούν όχι την χώρα αλλά και ένα περίπτερο ή μια ΕΒΓΑ στην πλατεία Συντάγματος –θα τα κλείσουν σε μια εβδομάδα. Για να έλθω πάλι στο τραγούδι. Θα έλεγα ότι τα περισσότερα, τα οκτώ από τα δεκατρία τραγούδια είναι πολιτικά τραγούδια.  Άλλωστε ο Κακουλίδης είναι και ενεργά πολιτικοποιημένος ανήκει σε ένα χώρο της Αριστεράς.
 
Τι απαντάτε σε αυτούς που υποστηρίζουν πως το λαϊκό τραγούδι δεν υπάρχει  πια;
Β.Δ.: Το λαϊκό τραγούδι , το δημοτικό τραγούδι η ψυχή δηλαδή ενός λαού δεν πεθαίνει ποτέ. Η ύπαιθρος, η επαρχία που λέγαμε, δεν είναι αυτή που ήταν πριν εβδομήντα, πριν εξήντα πριν εκατό χρόνια. Έχει αλλάξει. Το τελευταίο χωριό πια είναι σήμερα μία συνοικία της Αθήνας. Καταστήματα παντού βρίσκεις, τα πάντα υπάρχουν, έχει ασφάλτους, μεζονέτες και τριώροφα και βίλλες παντού. Είναι μία μικρογραφία της πόλης. Όμως το δημοτικό τραγούδι εξακολουθεί να ακούγεται σε αυτούς τους χώρους. Το τραγούδι δεν πεθαίνει. Αυτοί που υποστηρίζουν το αντίθετο πεθαίνουν.
 
Έχετε σκεφτεί πως αρκετοί πια στην πατρίδα μας, δε θα μπορούν να αγοράσουν το δίσκο σας, όχι επειδή δε θέλουν, αλλά επειδή δε μπορούν να διαθέσουν τα χρήματα, όσο χαμηλή τιμή κι αν έχει αυτός. Σας εξοργίζει που κάποιοι έχουν μετατρέψει τη μουσική, όπως και πολλά άλλα αγαθά σε είδος πολυτελείας;
Β.Δ.: Δεν είμαι πολύ σίγουρος ότι φταίει η τιμή γιατί δεν είναι πάντα ακριβή και για να λέμε την αλήθεια δεν είναι υπερβολική, άλλωστε ένα βιβλίο έχει την ίδια και συνήθως πολύ ακριβότερη τιμή και το βιβλίο θα το διαβάσεις μια φορά και θα το βάλεις στην άκρη το δίσκο αν σου αρέσει θα τον ακούσεις ξανά και ξανά, κάτι ακόμα ο δίσκος έχει πενταπλάσιο δεκαπλάσιο κόστος από ένα βιβλίο, συνεπώς νομίζω πως πρωτίστως δεν φταίει η τιμή, πιστεύω ότι ο δίσκος – η μουσική γενικά – έχει απαξιωθεί από την υπερβολική προσφορά των εφημερίδων και των περιοδικών η υπερβολική προσφορά έχει φέρει την αδιαφορία. Απ΄την άλλη παντού ακούς μουσική ακόμη και μέσα στο τρόλεϊ , εκατοντάδες σταθμοί παίζουν μουσική , δεν έχεις πλέον το χρόνο η την ανάγκη να επιλέξεις τι θα ακούσεις. Εκεί μπερδεύεται το πράγμα. Παντού υπάρχει ένας δίσκος που σε περιμένει τζάμπα, μέσα σε μία εφημερίδα, σε ένα περιοδικό. Δεν είναι καλό, όχι επειδή στο δίνουν τζάμπα, αλλά γιατί δεν το εκτιμάς. Βλέπετε πόσα cd βγήκαν, κατά διακόσιες, τριακόσιες χιλιάδες αντίτυπα και δεν άφησαν ένα τραγούδι πίσω τους , εξαιρετικοί τραγουδιστές και σίγουρα οι δίσκοι θα είχαν  έστω  ένα τραγούδι που θα έπρεπε να μείνει. Δεν έμεινε  όμως τίποτα . Γιατί; Γιατί ο κόσμος τα απαξιώνει. Είμαστε άλλωστε στην εποχή του "όλα είναι ίδια". Δεν είναι όμως όλα ίδια.
 
Σε πολλά τραγούδια σας, που έχουν αγαπηθεί ιδιαίτερα, οι στίχοι είναι δικοί σας. Τι σας ωθεί να γράφετε και στίχους;
Β.Δ.: Έτυχε κι έγραψα, ναι, στίχους σε κάποια τραγούδια μου. Είναι κάτι που βγήκε μόνο του, δεν το επιδίωξα. Γιατί έχω την τύχη να έχω συνεργαστεί με πολύ σπουδαίους στιχουργούς. Έτυχε κι έγραψα αυτούς τους στίχους σε μερικά κομμάτια δικά μου, τριάντα, σαράντα κομμάτια, σε δύο – τρεις δίσκους που έκανα, τα “Βαμμένα κόκκινα μαλλιά”, την “Πρόβα νυφικού”, στο δίσκο με την Κατερίνα Κούκα κάποια τραγούδια. Όχι δεν το επιδιώκω να γράφω στίχους. Προτιμώ να γράφω μουσική πάνω σε ξένους στίχους. Αλλά έτυχε και οι στίχοι αυτοί βγήκαν μαζί με τη μελωδία.
 
Να, για παράδειγμα, το «Πεπρωμένο» με το Νταλάρα είναι ένα από τα πιο αγαπημένα από τον κόσμο δικά σας τραγούδια. Ο ίδιος ο Νταλάρας το τιμά και το λέει ανελλιπώς στις συναυλίες του. Οι στίχοι του, που είναι δικοί σας, αν και γράφτηκαν στα πλαίσια μιας τηλεοπτικής σειράς, σας εκφράζουν;
Β.Δ.: Βεβαίως. Όλοι οι στίχοι που έχω γράψει με εκφράζουν. Σε όλα τα τραγούδια μου, οι στίχοι νομίζω πως δεν λειτούργησαν μόνο για το έργο που οποίο γράφτηκαν. Λειτούργησαν  και εκτός έργου. Και δεν είναι μόνο το “Πεπρωμένο” είναι και άλλα τραγούδια.
 
Διαλέξατε πρόσφατα να επανεκδώσετε πρόσφατα, μαζί με δύο λαϊκούς δίσκους σας της δεκαετίας του ΄70, τις «Κυκλάδες», έναν ορχηστρικό δίσκο με αυθεντικές συνθέσεις, από τους πρώτους σας, από την ίδια περίοδο. Γιατί διαλέξατε το δίσκο αυτό;
Β.Δ.: Οι Κυκλάδες, ήταν ο πρώτος ορχηστρικός δίσκος, θέλω να το πω αυτό. Είναι ο πρώτος ορχηστρικός δίσκος που βγήκε με μουσική γραμμένη για ορχήστρα. Κανένα από αυτά τα δικά μου κομμάτια δεν είχε ακουστεί πριν σε ταινία, σε θέατρο ή τραγούδι. Μέχρι τότε  όσοι ορχηστρικοί δίσκοι υπήρχαν  π.χ. του Χατζιδάκι η Τζοκόντα, του Ξαρχάκου και άλλοι διάφοροι, είχαν κομμάτια από άλλες δουλειές - το θέατρο, τον κινηματογράφο ή την δισκογραφία . Αυτός ήταν ένας δίσκος που όλα τα κομμάτια ήταν πρωτότυπα και γράφτηκαν γι’ αυτόν. Και είναι ένας δίσκος που ακόμα αγαπιέται και παίζεται. Σήμερα δεν έγινε επανέκδοση  γιατί αυτοί οι δίσκοι πάντοτε κυκλοφορούσαν, απλά η εταιρεία επέλεξε να τους κυκλοφορήσει σ΄ένα άλμπουμ.

Τη δεκαετία του ’80, παρουσιάσατε στην κρατική τηλεόραση την εκπομπή «Τα τραγούδια στο συρτάρι» ...
Β.Δ.: Είμαι περήφανος γι' αυτή την εκπομπή.
 
Υπήρχαν κι άλλες  τέτοιες εκπομπές, τότε ...
Β.Δ.: Ναι, υπήρχαν οι εκπομπές του Παπαστεφάνου οι οποίες ήταν καταπληκτικές.  Αυτή η εκπομπή τα "Τραγούδια στο συρτάρι" είχε το εξής χαρακτηριστικό. Παρουσίαζε τραγούδια σε πρώτη εκτέλεση, ανέκδοτα τραγούδια , τραγούδια που τα είχαν στο συρτάρι τους οι συνθέτες. Αλλά το πιο σπουδαίο δεν είναι αυτό. Το πιο σπουδαίο είναι το ότι μέσα από αυτές τις εκπομπές, αυτά τα τραγούδια που παρουσίασα έγιναν δίσκοι. Ο Σταυρός του Νότου- Το Φράγμα του Μούτση. κάποια άλλα τραγούδια του Χατζηνάσιου και του Πλέσσα. Τραγούδια του Μητσάκη.

Και τι δίσκοι! Δίσκοι που σημάδεψαν τους δημιουργούς τους.
Β.Δ.: Βεβαίως! Και είχα μία πολλή μεγάλη γκάμα. Του Μιχάλη του Γρηγορίου τραγούδια. Ήταν καμιά εικοσαριά εκπομπές με όλη τη γκάμα της μουσικής. Του Γιώργου του Κουρουπού. Μουσικές του Θόδωρου Αντωνίου. Από τη σύγχρονη μουσική μέχρι το λαϊκό τραγούδι. Τραγούδια του Καπλάνη. Τραγούδια του Μητσάκη. Και θα συνεχίζαμε και με άλλες εκπομπές, αν δεν την έκοβαν.
 
Μάλιστα. Κόπηκε δηλαδή  η εκπομπή.
Β.Δ.: Κόπηκε. Και κατά έναν περίεργο τρόπο την έκοψε το ΠΑΣΟΚ. Χωρίς να έχω εγώ καμιά σχέση με κόμματα. Πρέπει να το πω όμως.
 
Σήμερα θα κάνατε μια τέτοια εκπομπή; Δεν ξέρω βέβαια αν θα τη ζητούσε και κανείς.
Β.Δ.: Δεν ξέρω αν ενδιαφέρει την ΕΡΤ, γιατί η ΕΡΤ έχει εκπέσει πια. Δε νομίζω πως υπήρξε ποτέ τέτοια κατάντια όπως αυτή που βρίσκεται τώρα η ΕΡΤ. Και θα πηγαίνει και χειρότερα γιατί ξεπουλιέται και η ΕΡΤ, με πολιτική απόφαση, στους ιδιώτες και στα ιδιωτικά κανάλια, για να βουλώσουν τα στόματα. Ξεπουλιούνται τα πάντα. 
 
Σας ακούω απογοητευμένο.
Β.Δ.: Όχι, δεν είμαι απογοητευμένος. Είμαι εξοργισμένος. Γιατί είναι άλλο να μη βλέπεις αυτά που ήλπιζες και άλλο να βλέπεις αυτά που δε μπορούσες καν να διανοηθείς. Δε νομίζω πως διαφωνεί κανείς σε αυτό. Όλοι το ρολόι κοιτούν, πότε θα γίνει η έκρηξη. Και φοβάμαι πως όταν θα γίνει, δε θα είναι και τόσο απλή.
 

 
Σωτηρία Μπέλλου και Γιώργος Νταλάρας είναι δύο πολύ σημαντικοί ερμηνευτές που έχουν τραγουδήσει τραγούδια σας, σε διαφορετικό χρόνο ο καθένας. Η Σωτηρία Μπέλλου σχεδόν στο ξεκίνημά σας και ο Γιώργος Νταλάρας αργότερα.  Υπάρχει κάτι ιδιαίτερο που να θυμάστε από τις συνεργασίες αυτές;
Β.Δ.: Είναι δύο τελείως διαφορετικοί άνθρωποι. Ο Νταλάρας είναι ένας άνθρωπος που έχει σπίτι το στούντιο και μαξιλάρι το μικρόφωνο. Η Σωτηρία Μπέλλου έμπαινε μέσα στο στούντιο έλεγε δύο, τρεις φορές το τραγούδι, έκανε και τις πλάκες της ενδιάμεσα και έφευγε. Ήταν μία άλλη νότα. Δεν ήταν να κάνεις πρόβες με τη Σωτηρία. Σου έλεγε, για μπες και πες το, το τραγούδι, να το καταλάβω, να το ακούσω. Το έλεγες, το έλεγε δυο, τρεις φορές, έμπαινε μέσα και το έγραφε. Ο Νταλάρας είναι άλλο. Θέλει να έχει έξι, επτά χρόνια για να πει δυο τραγούδια! Ο καθείς κι ο τρόπος του.
 
Η ορχηστρική μουσική στην Ελλάδα κάπου κρύβεται πίσω από τα λόγια, πίσω από τα τραγούδια. Ενώ, υπάρχουν πολλοί και σημαντικοί δημιουργοί και σπουδαία έργα, ενώ έχουν ντυθεί κινηματογραφικές ταινίες και τηλεοπτικές σειρές με υπέροχες μουσικές, οι ορχηστρικοί δίσκοι ακολουθούν μία πιο μοναχική πορεία. Γιατί συμβαίνει αυτό;
Β.Δ.: Η ορχηστρική μουσική μου αρέσει πάρα πολύ, είναι η αδυναμία μου, γιατί μου αρέσει η ορχήστρα, να παίζω μαζί της. Και είναι κρίμα γιατί ενώ υπάρχουν ωραίοι ορχηστρικοί δίσκοι, και μάλιστα από νέα παιδιά και με άλλο ύφος, δυστυχώς η ορχηστρική μουσική δεν έχει βρει το δρόμο της. Δεν τη βοηθούν και τα μέσα, δεν παίζουν ορχηστρική μουσική. Οι σταθμοί, δεν παίζουν, δεν έπαιζαν ποτέ αρκετή  ορχηστρική μουσική, σπανίως. Η ορχηστρική μουσική δε θα μπορούσε να έχει ίσως την απήχηση που έχει το τραγούδι, γιατί το τραγούδι μπαίνει στο στόμα. Από την άλλη όμως, είναι μία μουσική που μας συντροφεύει όλες τις ώρες. Έχουμε πολύ ωραία ορχηστρική μουσική στην Ελλάδα, αλλά κάπου χάνεται. Τα soundtrack μόνο από την τηλεόραση, η τον κινηματογράφο έχουν απήχηση,. Παλιά, στους δίσκους, υπήρχαν ένα – δύο ορχηστρικά κομμάτια τουλάχιστον. Ένα από τα θέματα, συνήθως το θέμα που φαινόταν πως θα έχει τη μεγαλύτερη επιτυχία, γινόταν και ορχηστρικό.  Πολλοί άνθρωποι μου έχουν πει στο παρελθόν: “Γιατί δε βάζετε ορχηστρικά κομμάτια στους δίσκους σας”. Ή “γιατί δεν κάνετε πιο μεγάλες τις εισαγωγές;”. Κι όταν άρχισα να κάνω μεγαλύτερες τις εισαγωγές, άρχισε η εταιρία. “Και γιατί κάνεις τόσο μεγάλες εισαγωγές; Μείωσέ τες”. Μα αφού το ζητάει ο κόσμος και είναι ωραίο, γιατί όχι; Όλο φωνή, φωνή. Δε δοκιμάζαμε στην Ελλάδα, ιδίως παλιά. Τώρα ίσως γίνονται κάποιες προσπάθειες. Και οι ορχήστρες εδώ δε βοηθούν την ορχηστρική μουσική, δεν την προβάλλουν. Φωνάζουμε για τους άλλους, αλλά κανείς δεν κάνει απ’ τη σκοπιά του αυτό το κάτι, αυτό το λίγο που μπορεί. Αυτή είναι η κατάντια του λαού μας.
 
Οι μουσικές σας υπάρχουν παντού. Στην τηλεόραση, στο ραδιόφωνο, σε εκπομπές, σε ντοκιμαντέρ, σε αφιερώματα. Ωστόσο, οι περισσότεροι ακούγοντας ένα κομμάτι να παίζει δε γνωρίζουν πως είναι δικό σας. Σας πικραίνει αυτό;
Β.Δ.: Όχι, δε με στεναχωρεί. Μου αρέσει που ο κόσμος αγαπάει τις μουσικές μου, αλλά έτσι συμβαίνει πάντα. Λίγοι είναι αυτοί που ξέρουν πως αυτή η μουσική ανήκει σε αυτόν ή στον άλλον. Συνήθως, στη μουσική προβάλλεται ο ερμηνευτής, γιατί αυτός είναι που τη μεταφέρει στον κόσμο. Ποιος ξέρει τώρα ότι η τάδε μουσική είναι του Χατζιδάκι, ή του Θεοδωράκη ή κάποιου άλλου. Δυο, τρία κομμάτια ξέρει ο κόσμος, το Ζορμπά Τα παιδιά του Πειραιά και ένα – δύο ακόμη.
 
Τι είναι αυτό που σας κάνει και εξακολουθείτε να γράφετε αθόρυβα, αλλά αδιάκοπα μουσική;
Β.Δ.: Η ελπίδα. Το ότι δε θέλω να παραιτηθώ. Όπως λέμε όλοι, η ελπίδα πεθαίνει τελευταία. Πρέπει να γράφω μουσική για να συντηρούμαι και για να μην πεθάνω.  Ξέρετε πόσα  μηνύματα παίρνω; Στις “Συντομογραφίες” μου συνέβη κάτι που δε μου είχε ξανασυμβεί. Ή μάλλον μόνο στα “Βαμμένα κόκκινα μαλλιά” είχε συμβεί. Να μου στέλνουν μηνύματα  και να με σταματούν στο δρόμο. Τέσσερις, πέντε φορές με σταμάτησαν στο δρόμο άγνωστοι άνθρωποι και με ρώτησαν που μπορούν να βρουν τις Συντομογραφίες. Επειδή το ραδιόφωνο έπαιζε ένα, δύο τραγούδια για δέκα, δεκαπέντε μέρες πριν κυκλοφορήσει ο δίσκος, ο κόσμος τα είχε ακούσει, άρεσαν  και επειδή δεν έβρισκαν το cd  με σταματούσαν στο δρόμο για να με ρωτήσουν που μπορούν να βρούν το δίσκο. Αυτό με κρατάει.
 
Δε δίνετε συχνά συναυλίες. Θυμάμαι πρόχειρα τη μεγάλη συναυλία που δόθηκε στο Μέγαρο Μουσικής το Μάρτιο του 2008, για τα 40 χρόνια παρουσίας σας στα μουσικά μας πράγματα. Αλλά γενικά οι εμφανίσεις σας είναι πολύ περιορισμένες. Γιατί;
Β.Δ.: Ναι, είναι κάτι που δεν το έχω καταλάβει ούτε εγώ ο ίδιος.
 
Ενώ το έργο σας είναι ικανό από μόνο του να υποστηρίξει όχι μόνο μία συναυλία αλλά ολόκληρες σειρές εμφανίσεων.
Β.Δ.: Δεν ξέρω γιατί. Είναι ένα από τα μεγάλα μου λάθη αυτό. Όλο λέω ότι θα το διορθώσω και όλο δεν το κάνω. Δεν ξέρω τι είναι αυτό που με κάνει και μένω μακριά από τις ζωντανές εμφανίσεις. Τώρα σκέφτομαι αυτό τον καιρό, με αφορμή αυτό το δίσκο, να κάνω κάποιες παρουσιάσεις, από το φθινόπωρο και μετά.  Θέλω να ξαναστήσουμε τη μπουάτ. Έτσι το σκέφτομαι. Ένα μικρό σχήμα ευέλικτο, με δύο, τρεις ερμηνευτές και δύο, τρία όργανα το πολύ, σε ένα μικρό χώρο, καθαρό και φτηνό. Να μπαίνει ο άλλος με ένα φτηνό εισιτήριο.  Όπως ήταν παλιά η μπουάτ.
 
Και επειδή δεν κάνετε συναυλίες, δεν έχετε και live δίσκους στη δισκογραφία σας. Μπορεί να είστε και ο μοναδικός συνθέτης, που δεν έχει κάνει live δίσκο. Δε σας λένε κάτι τα live;
Β.Δ.: Δε με ενδιαφέρει ιδιαίτερα ο live δίσκος. Κοιτάξτε. Οι live δίσκοι είναι η εύκολη λύση των εταιριών. Είναι δίσκοι που δεν κοστίζουν απολύτως τίποτα, γι’ αυτό και τους βγάζουν. Ο live δίσκος έχει τις επιτυχίες του τραγουδιστή μέσα και δεν έχει κανένα κόστος. Και παρουσιάζεται και με έναν τρόπο λίγο διαφορετικό από ότι έχει αποτυπωθεί στη δισκογραφία. 

Μουσική ακούτε; Τι ακούτε όταν δε γράφετε μουσική;
Β.Δ.: Ακούω όσο μου χρειάζεται. Όλα τα είδη. Δε μπορείς να ακούς μόνο ένα είδος μουσικής και να είσαι μουσικός.  Ακούω όλα τα είδη μουσική. Πως γίνεται να θέλεις να γράψεις μουσική και να μην ξέρεις τι συμβαίνει.
 
Μπορείτε να ξεχωρίσετε έναν δικό σας δίσκο  ή ένα τραγούδι σας, για κάποιο πολύ συγκεκριμένο λόγο;
Β.Δ.: Οι δίσκοι είναι όλοι δικοί μου, είναι παιδιά μου και όλοι γράφτηκαν κάποτε με μία αφορμή. Μπορεί να ξεχωρίζω έναν, δύο δίσκους μου επειδή δεν είχα κάνει αυτό που θα ήθελα, ή επειδή δεν είναι από αυτούς που με εκφράζουν απόλυτα. Όμως κι αυτούς, τους αγαπάω. Αυτό όμως που έχει σημασία, δεν είναι τι αγαπάμε εμείς. Είναι τι αγαπά και επιλέγει ο κόσμος. Τι αρέσει στον κόσμο.

Συχνά ταυτίζονται όμως.

Β.Δ.: Συνήθως τις περισσότερες φορές ταυτίζονται.

Τα πράγματα στη δισκογραφία για τους πολλούς, για το ευρύ κοινό, για όσους τα βλέπουν δηλαδή από απόσταση φαντάζουν λίγο μαγικά, ενώ φαίνεται όμως, στην πράξη πως οι δισκογραφικές συνεργασίες προκύπτουν από ευτυχείς ή ατυχείς συγκυρίες. Δηλαδή, τελικά έγινε ο δίσκος με αυτόν ενώ ήταν να γίνει με τον άλλο κ.τ.λ. Είναι καλό να τα βλέπουμε τα πράγματα από απόσταση;
Β.Δ.: Είναι καλό αυτό. Είναι πολύ καλό. Γιατί αυτό που λείπει σήμερα είναι η μαγεία. Δεν είναι κακό να ονειρεύεσαι. Ακόμη κι αν δεν είναι τόσο μαγικά μες στο στούντιο, εσύ δε χάνεις τίποτα αν δεν ξέρεις. Κερδίζεις. Κερδίζεις το όνειρο, κερδίζεις την ομορφιά. Μας έφαγε ο ρεαλισμός και χάσαμε την ουσία της ζωής. Το παραμύθι είναι όμορφο.
 
Όπως τα παιδιά. Που ζουν τα παραμύθια.
Β.Δ.: Τώρα δεν ξέρω πια και για τα παιδιά. Έχουν ξυπνήσει κι αυτά πιο πολύ κι απ’  τους μεγάλους. Εμείς ήμασταν αθώοι, ζούσαμε το παραμύθι. Τώρα έχουν απομυθοποιηθεί όλα. Έβλεπες έναν ηθοποιό στο δρόμο, τρελαινόσουν. Οι άνθρωποι πήγαιναν στα θέατρα και πλήρωναν δύο και τρεις φορές πάνω το εισιτήριο για να καθίσουν στην πρώτη, δεύτερη σειρά. Όχι τόσο για το έργο, όσο για τον ηθοποιό. Τώρα, όσο γίνεται πιο πίσω. Είναι και η τηλεόραση που έχει απομυθοποιήσει τα πάντα.
 
Πως βλέπετε το ρόλο της ΑΕΠΙ στα πράγματα; Για πολλούς οι απαιτήσεις της είναι υπερβολικές και φέρνουν τα αντίθετα αποτελέσματα. Θεωρείτε πως υπερασπίζεται με σωστό τρόπο τα δικαιώματα των καλλιτεχνών;
Β.Δ.: Κοιτάξτε. Αυτή η κολόνια κρατάει χρόνια. Νομίζω πως όσοι κάνουν αυτή τη συζήτηση, είναι αυτοί που δε θέλουν να πληρώνουν δικαιώματα. Κι αυτοί που δε θέλουν να πληρώνουν δικαιώματα έχουν βρει πάτημα ότι η ΑΕΠΙ δεν τα διαχειρίζεται καλά. Δεν ξέρω αν τα διαχειρίζεται καλά ή όχι, αυτό είναι ένα άλλο θέμα. Αυτό που έχουν όλοι υποχρέωση να κάνουν είναι να  πληρώνουν τα δικαιώματα που ο νόμος ορίζει, ώστε να μπορούν ζουν κι αυτοί που γράφουν μουσική, κι αυτοί που τραγουδούν κι αυτοί που παίζουν μουσική. Πως θα ζήσουν δηλαδή αυτοί; Αυτό συμβαίνει σε όλο τον κόσμο. Αν η ΑΕΠΙ δε διαχειρίζεται σωστά τα δικαιώματα, να μπουν οι αρμόδιοι να την ελέγξουν και να επιβάλλουν τις ποινές που προβλέπει ο νόμος. Κανείς δε μπορεί να λέει εγώ δε θέλω να πληρώσω. Ποιοι το κάνουν αυτό; Μα όσοι δεν θέλουν να πληρώσουν.
Διαβάζω πως βγαίνει ένας νόμος, να μην πληρώνουν οι καταστηματάρχες δικαιώματα  αν παίζουν τραγούδια των οποίων οι δημιουργοί δεν είναι στην ΑΕΠΙ. Και που ξέρει αυτός πια τραγούδια είναι αυτά; Κι ας πούμε ότι το ξέρει. Κι αν μπω εγώ κι ακούσω τη “Μαρία με τα κίτρινα”, τότε τι γίνεται; Δεν πρέπει αυτός να εισπράξει ένα πρόστιμο; Σ΄όλο τον κόσμο σε όλη την Ευρώπη αυτά τα δικαιώματα είναι δεδομένα.

 
Θα ήθελα να κλείσουμε όπως ξεκινήσαμε, με τις "Συντομογραφίες". Σε ένα  από τα πολύ όμορφα τραγούδια του νέου δίσκου σας, το τραγούδι με τον τίτλο «Χρόνια που φύγανε» ο Γιάννης Κακουλίδης γράφει στους στίχους του ρεφρέν: «Χρόνια που γέρασαν χωρίς ν’ αλλάξει κάτι  / και τώρα σέρνονται και κλαίνε απεγνωσμένα / μια χάρη μόνο σου ζητώ με άδειο μάτι / κάποια στιγμή να γράψεις θέλω κι ένα σύνθημα για μένα» ...
Β.Δ.: Να λοιπόν. Αυτό δεν είναι πολιτικό τραγούδι; Οι “Συντομογραφίες” δεν είναι πολιτικό τραγούδι; Το “Άδικα μου κλέψαν τη ζωή“ δεν είναι πολιτικό τραγούδι; Το τραγούδι “Αυτά που θέλω να σου πω”; Που λέει: “Αυτά που θα 'θελα να ζω / μου τα ‘χουν κλέψει ξένοι / μπήκανε μέσα μου γυμνοί / και φύγανε ντυμένοι”;
 
Τι σύνθημα λοιπόν θα γράφατε σήμερα;
Β.Δ.: Τι σύνθημα θα έγραφα σήμερα; Να φύγουν τα ρετάλια. Να φύγουν αμέσως. Να εγκαταλείψουν τη χώρα, έχουν προστάτες έξω, να πάνε εκεί. Τα ρετάλια στα σκουπίδια. Γιατί σήμερα βλέπετε την Ελλάδα την διοικούν τα αζήτητα του τελωνείου – τα ρετάλια. Σήμερα ζούμε τα χειρότερα στη χούντα είχαμε τον Παπαδόπουλο να μας φοβερίζει με τα τάνκς και τα ξερονήσια τώρα έχουμε την "κυρία" επίτροπο και πρώην άκρα αριστερά να μας φοβερίζει με την δραχμή. Τέτοιος ξεπεσμός το άτομο. Άλλα έτσι συμβαίνει πάντα οι αδυναμίες μας και ιδιαίτερα οι κρυφές είναι αυτές που μας εξευτελίζουν. Αυτό θα ήταν το σύνθημα που θα έγραφα. Τα ρετάλια στα σκουπίδια και έξω από δω
 
 
Επισκεφτείτε το επίσημο site του Βασίλη Δημητρίου στη διεύθυνση

www.vasilisdimitriou.gr

 
 
Οι απόψεις και οι σκέψεις των συνεργατών του Ορφέα δεν ταυτίζονται απαραίτητα με τη γνώμη του περιοδικού.
Απαγορεύεται αυστηρά η χρήση και η αναδημοσίευση του συνόλου ή μέρους των άρθρων του Ορφέα, χωρίς προηγούμενη άδεια των υπευθύνων του περιοδικού και του συντάκτη και χωρίς ταυτόχρονη αναφορά της επωνυμίας του περιοδικού, του ονοματεπωνύμου του συντάκτη και του ακριβούς συνδέσμου του άρθρου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΥ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΧΟΛΙΑ

RSS

ΤΑ ΠΙΟ ΔΙΑΒΑΣΜΕΝΑ (90d)

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

ΕΙΠΑΝ - ΕΓΡΑΨΑΝ

Αν δεν είχαμε τους ποιητές σ' αυτή τη χώρα, δεν ξέρω με ποιον άλλο τρόπο θα έβρισκαν δρόμο τα δάκρυα.
Στέλλα Βλαχογιάννη

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ / ΑΥΡΙΟ

Δεν έχουν καταχωρηθεί γεγονότα.

ΤΥΧΑΙΑ TAGS