143 αναγνώστες online
Find us on FacebookJoin us on Facebook
sideBar



Σαββέρια Μαργιολά - «Αλισάχνη»

ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ «Τι έχω να χάσω»

Τάσος Π. Καραντής
Τάσος Π. Καραντής
Πρώτη Παρουσίαση
ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ - «Τι έχω να χάσω»
24.06.2019
Ορφέας | Main Feed
Μιχάλης Τσαντίλας

Ο Φοίβος Δεληβοριάς πέρασε τα τελευταία είκοσι και κάτι χρόνια όντας ένας αόρατος άνθρωπος. Κυκλοφορούσε κάθε μέρα στους δρόμους και τις γειτονιές μας, έπαιρνε από πίσω την πιο ενδιαφέρουσα περαστική φοιτητριούλα, μιλούσε με σκύλους και αγγέλους, μπαινόβγαινε ανενόχλητος στο Μέγαρο Μαξίμου αλλά και σε στρατόπεδα και μπουρδέλα, παρακολουθούσε απαρατήρητος την πολύχρωμη ζωή γύρω του. Κι έπειτα, επέστρεφε στο σπίτι του, καθόταν στο πιάνο του και τα έκανε όλα αυτά τραγούδι. Κι εμείς τα ακούγαμε, τα αγαπούσαμε κι αναρωτιόμασταν πώς στο διάβολο αυτός ο περίεργος τύπος ήξερε πιο πολλά από εμάς τους ίδιους για αυτά που βιώνουμε.
Ο τίτλος του νέου του δίσκου σηματοδοτεί, όμως, μια άλλου είδους «αορατότητα», αυτή του ερωτευμένου ανθρώπου που κυκλοφορεί σε έναν κόσμο που αδιαφορεί για το δικό του άχθος. Στα έντεκα καινούργια τραγούδια του εμφανίζεται κάπως διαφορετικός, πιο εξομολογητικός, πιο λιτός ίσως. Με αφορμή αυτά αλλά και τις επερχόμενες παραστάσεις του στο Μετρό, τον συνάντησα στο σπίτι του στο Παγκράτι, απολύτως ορατό και χειροπιαστό αυτή τη φορά, το απόγευμα της Παρασκευής 14 Ιανουαρίου. Υπό το φως ενός πορτατίφ και του ακόμα στημένου χριστουγεννιάτικου δέντρου του, μου μίλησε για το παρόν, το παρελθόν και το μέλλον του. Κι εγώ ήμουν όλος αφτιά...
Ξεκινάω από τον Αόρατο Άνθρωπο, για τον οποίο έχεις μιλήσει εκτενώς, ούτως ή άλλως. Είπες ότι πρόκειται για έναν δίσκο που ξεκίνησε με αφορμή έναν χωρισμό. Είναι, σα να λέμε, το δικό σου Blood On The Tracks;
Φ.Δ.: Ναι. Τον καιρό που έγραφα τα τραγούδια, διάβαζα συνέχεια στα ξένα περιοδικά ότι είναι πολύ εκτεταμένος ο όρος “break-up album” – το break-up album του Kanye West, του Bob Dylan κλπ. Δεν τον ήξερα αυτό τον όρο και τα μόνα άλμπουμ που μου έρχονταν στο μυαλό σαν συνδετικοί κρίκοι με αυτό που έγραφα εγώ ήταν το Blood On The Tracks, το 69 Love Songs των Magnetic Fields και το Hombre Lobo: 12 Songs Of Desire των Eels – το τελευταίο, μάλιστα, το ανακάλυψα καθώς έγραφα και μου έκανε εντύπωση. Δεν ήταν ακριβώς ότι ήθελα να κάνω κάτι τέτοιο, απλώς προέκυψε επειδή αρχικά βγήκαν δύο κομμάτια θεραπευτικά και επειδή είχα καιρό να γράψω ένα τραγούδι με αυτή την έννοια, δηλαδή μόνο και μόνο για να κάνει καλό σε μένα.
Συνήθως έγραφα ένα τραγούδι γιατί... έγραφα ένα τραγούδι, δηλαδή έλεγα: «τι θα έλεγε το επόμενο τραγούδι;» και παίζοντας στο πιάνο μου ερχόταν σιγά σιγά ένα θέμα, μετά μια ανάπτυξη... Αυτή τη φορά είχα ανάγκη τα δύο πρώτα τραγούδια. Και μετά σκέφτηκα πώς θα ήταν όλος ο δίσκος να ακολουθούσε αυτή την ανάγκη – δηλαδή για ένα χρόνο να ακολουθώ μόνο παρορμήσεις, να ακολουθώ μόνο μια πολύ συγκεκριμένη διάθεση συγγραφής. Και δεν ήξερα πού θα με οδηγήσει, αν θα είναι ένας δίσκος για το χωρισμό, ένας δίσκος για την απώλεια γενικότερα ή ένας δίσκος για τις νευρωτικές σχέσεις του σήμερα, για τις σχέσεις εξ αποστάσεως, μέσω Skype ή μέσω εικονομηνυμάτων ας πούμε. Τελικά, βγήκε αυτό και όλα τα υπόλοιπα. Με κύριο πια στοιχείο μια μελαγχολία που έχει να κάνει με το χρόνο και την απώλεια και με έναν ήχο κάπως πιο λιτό και πιο προσωπικό απ’ ό,τι οι προηγούμενοι δίσκοι.
 
Υπάρχει μεν αυτός ο νέος ήχος αλλά προσωπικά εντόπισα σε δύο τραγούδια κάποια «νεύματα» προς παλαιότερα τραγούδια σου από τον Καθρέφτη.
Φ.Δ.
: Αυτό έγινε ασυνείδητα. Παίζοντάς το σε κάποιο φίλο την πρώτη μέρα που το έγραψα, μου είπε «ωχ, έτσι ακριβώς είναι το Η Επίσκεψη Του Καίσαρα». Και αμέσως το κατάλαβα.
 
Και στο Θα ‘Θελα Να ‘Μουνα Εκεί χρησιμοποιείς μια φράση από το τραγούδι Το Μέλλον Απ’ Το Παρελθόν...
Φ.Δ.: Ναι. Προφανώς υπάρχουν μελωδικές γραμμές στον καθένα μας που κάτι μεταφέρουν, κάτι παιδικό. Και φαίνεται ότι το χέρι πάει προς τα εκεί την ώρα που γράφεις χωρίς να το καταλαβαίνεις.
 
Πέρα από τον νέο ήχο, νιώθω ότι και συνθετικά πας κάπου αλλού.
Φ.Δ.: Εγώ είχα πάντα μία αφηγηματική διάθεση, αρχικά, γράφοντας ένα τραγούδι, δηλαδή ξαφνικά με χτύπαγε μια ιδέα. Μια και αναφέραμε αυτό το τραγούδι με τον Σημίτη, έβλεπα τον Κλίντον στην τηλεόραση και ήθελα να γράψω ένα τραγούδι γι’ αυτή την εικόνα, για τον Έλληνα
πρωθυπουργό ως ένα διαχειριστή. Είναι μια ιδέα λόγου αρχικά, μια ιδέα η οποία λογοκρατείται, δηλαδή πρέπει να ξεκινήσεις απ’ το στίχο. Αυτό πολλές φορές έκανε τη μουσική να ακολουθεί έτσι ώστε να λειτουργήσει αυτή η αφήγηση. Και νομίζω ότι γινόταν πετυχημένα διότι λειτουργούσαν οι αφηγήσεις – ο ακροατής καθότανε και η μουσική ήταν τέτοια που τον βοηθούσε να παρακολουθήσει, αυτό που γίνεται πάντα στην παραδοσιακή έννοια της μπαλάντας των τροβαδούρων, η αφηγηματική αυτή τεχνική. Αισθανόμουνα, και στο Έξω με τραγούδια όπως Ο Προορισμός αλλά και τώρα, ότι ήθελα να αφήσω λίγο τη μουσική να πάρει τον πρώτο λόγο. Αισθανόμουνα ότι ήθελα να ξεκινήσω και μερικά τραγούδια στα οποία αυτό που παίζω με τα δάχτυλά μου, τα ακόρντα που κρατάω, αυτό να είναι που θα με εκπλήσσει και θα με οδηγεί τελικά σε μια αφήγηση και όχι το αντίστροφο. Επομένως, όλα τα τραγούδια αυτού του δίσκου ξεκίνησαν από μουσικές ιδέες. Έπαιζα μια σειρά συγχορδιών που μου άρεσε και μετά έλεγα «πώς μπορεί να γίνει τραγούδι αυτό;» και «τι θέλει να μου πει αυτό;»
 

 
Πόσο εύκολο είναι, μετά από τόσα τραγούδια, να μην καταφεύγει κανείς στις ευκολίες του;
Φ.Δ.: Η αλήθεια είναι ότι όσες φορές έχω αποπειραθεί να γράψω κάτι τον ίδιο χρόνο με την κυκλοφορία ενός δίσκου, μου προκύπτουν τραγούδια στο ίδιο ύφος. Αν έγραφα τώρα κάτι, θα ήταν πάλι Ο Αόρατος Άνθρωπος, πάλι μέσα σ’ αυτή την κλίμακα, μέσα σ’ αυτό τον κύκλο. Επομένως, αφήνω ένα χρόνο να περάσει, στον οποίο εγώ «σβήνω», απλώς ζω, αφήνω το ασυνείδητό μου να καταγράφει πράγματα, παίζω στις συναυλίες και ευχαριστιέμαι αυτό το πράγμα. Αυτό είναι δύσκολο όταν ξαναρχίζεις. Αφήνεις ένα χρόνο και μετά ξαναπιάνεις τα όργανα, ξαναπιάνεις το στίχο και αισθάνεσαι λιγάκι σαν αγύμναστος, σα να πρέπει να χάσεις πρώτα μερικά κιλά για να μπορέσεις να την κάνεις την ορειβασία (γέλια). Αλλά είναι καλό γιατί ο επόμενος δίσκος δεν θυμίζει τον προηγούμενο.
 
Αυτή σου η εξέλιξη, η αλλαγή, δεν φοβήθηκες ότι ίσως θα απομάκρυνε κάποιους από τους φίλους σου, τους πιστούς ακροατές σου;
Φ.Δ.: Την ώρα που κάνεις κάτι και σου αρέσει εσένα πάρα πολύ και είσαι ενθουσιασμένος, έχεις την ψευδαίσθηση ότι θα αρέσει σε όλους το ίδιο. Δεν είναι ότι μπορώ να προκαθορίσω τι αρέσει στον κόσμο ή ποιοι είναι οι δικοί μου ακροατές και τι θα ήθελαν από μένα. Μάλιστα, όποτε μπαίνω στη διαδικασία να σκέφτομαι τέτοια πράγματα, δε νομίζω ότι μου κάνει και πολύ καλό. Είναι ένα γύρισμα του καθρέφτη πάλι προς τα πάνω μου, μία ναρκισιστική πράξη, αυτό. Οπότε δεν το σκέφτομαι ποτέ έτσι. Λέω ότι εφόσον εγώ αισθάνθηκα αυθεντικός εκείνη την ημέρα που δούλευα εκείνο το τραγούδι και τώρα που το παίζω, είμαι σίγουρος ότι θα υπάρξουν άνθρωποι που θα τους αρέσει πολύ αυτό. Μπορεί να μην είναι οι ίδιοι που τους άρεσε ένα άλλο ή μπορεί να είναι οι ίδιοι μετά από λίγο καιρό ή δεν ξέρω τι άλλο – ποτέ δεν το ξέρω αυτό.
Πάντως, η αλήθεια είναι ότι στην πρεμιέρα της Big Band, πέρυσι στο Μετρό, που πρωτόπαιξα τραγούδια του Αόρατου, είχα αρνητικότερες αντιδράσεις από ποτέ. Και μου ‘κανε εντύπωση, εκεί ήμουν απροετοίμαστος, δεν το περίμενα. Αισθανόμουν τόσο ότι έχω αγγίξει τον πυρήνα της δικής μου ευαισθησίας και ότι πια έχω μια σχέση με τους ακροατές μου που μπορούν να το καταλάβουν αυτό, που μου ‘κανε εντύπωση που μου έλεγαν «δε μ’ αρέσουν αυτά, είναι τελείως διαφορετικά». Σοκαρίστηκα εκείνη την ώρα. Αλλά φαντάζομαι είναι και φυσιολογικό. Και φαντάζομαι ότι ο καθένας έχει δίκιο απ’ την πλευρά του. Εγώ ξέρω ότι ποτέ, σε κανέναν δίσκο μου, δεν έχω βάλει ούτε ένα τραγούδι το οποίο να μη με άγγιζε πραγματικά τη στιγμή που το έγραφα. Όσα τραγούδια δε με άγγιξαν τη στιγμή που τα έγραφα και τα αισθάνθηκα πιο πολύ κατασκευές, τα πέταξα. Δεν έχω συρτάρι.

 
Ο νέος αυτός ήχος πόσο δικός σου είναι και πόσο είναι αποτέλεσμα ομαδικής προσπάθειας; Και από πού θα έλεγες ότι άντλησες για να τον στήσεις;
Φ.Δ.: Πρώτα απ’ όλα, είναι ένας ήχος που έχει να κάνει πάρα πολύ με αυτούς τους δύο μουσικούς, έτσι κι αλλιώς. Χωρίς, ας πούμε, την επαφή με έναν τόσο καλό κοντραμπασίστα όπως είναι ο Σταμάτης (Σταματάκης) και με έναν τόσο ανοιχτόμυαλο άνθρωπο και ανοιχτών οριζόντων μουσικό όπως είναι ο (Γιώργος) Κατσάνος, σίγουρα δεν θα ήταν αυτός ο ήχος. Το σίγουρο είναι ότι εμένα τα πράγματα που με συγκινούν μουσικά είναι πιο κοντά στον δίσκο αυτό παρά σε όλους τους προηγούμενους, για κάποιο λόγο. Δεν λέω ότι δε μου αρέσουν οι προηγούμενοι δίσκοι γιατί πραγματικά και ο Θύμιος Παπαδόπουλος και ο Βασίλης Πιερρακέας έχουν κάνει πάρα πολύ καλή δουλειά, ήρθαν οι καλύτεροι Έλληνες μουσικοί κι έπαιξαν... Δεν τους απορρίπτω τους δίσκους. Απλώς, τι γίνεται: επειδή εμένα αυτά που μου αρέσαν από μικρός ήταν οι κινηματογραφικές μουσικές, η μουσική του Χατζιδάκι, των Beatles, του (Leonard) Cohen, ορισμένα πιο εσωτερικά, μελαγχολικά πραγματάκια αλλά και πολύχρωμα, οι παλιοί δίσκοι του Σαββόπουλου, Το Βρώμικο Ψωμί ή τα Τραπεζάκια Έξω, μου αρέσει πάρα πολύ αυτός ο ήχος, αυτή η πολυχρωμία αισθάνομαι ότι λίγο-πολύ στους προηγούμενους δίσκους γινόντουσαν απόπειρες – άλλοτε πιο πετυχημένες, άλλοτε λιγότερο – να επιτευχθεί, αλλά δεν γινόταν πραγματικά. Ο Καθρέφτης πιστεύω ότι είναι αρκετά πετυχημένος στο να έχει ξεχωριστά πραγματάκια που μου άρεσαν πολύ. Με το που βρήκα τον Κατσάνο, πραγματικά ήταν σαν οτιδήποτε φανταζόμουν και οτιδήποτε μπορούσα να του πω, η περιγραφή μου, γινόταν πράξη κατευθείαν. Επομένως, τον θεωρώ και δικό μου ήχο, και ήχο των παιδιών, και ήχο των παραγωγών, δηλαδή του Γιάννη Πετρόλια και του Παναγιώτη Λυμπερόπουλου, να μη σου πω και ήχο της Ρένας Μόρφη που ήταν κι εκείνη παρούσα στο στούντιο. Αλλά σίγουρα είναι προσωπικό μου πράγμα, δεν είναι κάτι το οποίο μου επεβλήθη αυτή τη φορά. Κάτι άλλο πολύ ενδιαφέρον είναι ότι την τελευταία διετία ήθελα να ακούσω μουσική του παρόντος μόνο. Ενώ περνάω φάσεις στις οποίες είμαι ιστοριοδίφης κανονικός, κάθομαι ας πούμε ένα μήνα και ακούω μουσική του ’40 ή μόνο fados ή μόνο μουσική της χρονιάς που γεννήθηκα, κάνω τέτοια παιχνιδάκια. Τώρα, οι δίσκοι που άκουγα ήθελα να είναι δίσκοι του 2008, του ‘09 και του ’10. Επομένως, αν υπάρχουν επιρροές, θα τις βρει κανείς μέσα σε αυτά τα ακούσματα.
 
Με αφορμή το τραγούδι με τίτλο Το Αποκυρηγμένο πάω αλλού, σε έναν «αποκυρηγμένο» από τη μεριά σου δίσκο, τον πρώτο σου (Η Παρέλαση που κυκλοφόρησε το 1989).
Φ.Δ.: Εντάξει, υπάρχουν λόγοι γι’ αυτό και θα σου πω ποιοι είναι. Δεν είναι ότι δε με συγκινεί κι αυτός ο δίσκος, απλώς είναι ένας δίσκος πριν βρω τη φωνή μου. Έχει πράγματα που λέω: «κοίτα να δεις, ήμουν δεκατεσσάρων, δεκαπέντε και δεκαέξι ετών όταν έγραφα αυτά τα τραγούδια» και απ’ τη μια με εντυπωσιάζουν κάποιοι στίχοι, δηλαδή λέω: «κοίτα, πώς το σκέφτηκα αυτό;» ή είναι σα να βλέπω τη μετέπειτα ζωή μου ή ορισμένα πράγματα που θα μου άρεσαν μετά, ξέρω ‘γω. Απ’ την άλλη, είναι ένας δίσκος που όλους τους «πατέρες» του τους κουβαλάει πάνω του χωρίς να τους αποχωρίζεται. Δηλαδή, τον ήχο του Χατζιδάκι ή την στιχουργική τεχνοτροπία του Χατζιδάκι και του Γκάτσου. Ορισμένοι στίχοι, ας πούμε «κρατάς στο χέρι μοίρα, θλίψη, σώματα», είναι σα να προέρχονται από τις Μπαλάντες Της Οδού Αθηνάς. Ή άλλα πράγματα μου φαίνονται με πολύ ακατέργαστο τρόπο σαββοπουλικά. Το ακούω και τα βλέπω όλα αυτά. Είναι δικά μου φυσικά όλα αυτά τα πράγματα αλλά νομίζω ότι ο καθένας μας έχει ενδιαφέρον όταν «απογαλακτίζεται» απ’ αυτά, όταν δηλαδή το σώμα το δικό του, με όλη την ατσουμπαλοσύνη του και με όλα του τα προβλήματα, φαίνεται σαν σώμα. Και νομίζω ότι από τον επόμενο δίσκο φαίνεται σαν σώμα. Όταν ακούω πια την Κική ή την Μπόσα Νόβα, ε, αυτό είναι κάτι δικό μου, με όλη τη σάχλα που μπορεί να έχει ή με όλη την αδεξιότητα.
 
Όταν άκουσα το άλμπουμ Οι Απίθανες Περιπέτειες Του Φοίβου Δεληβοριά #1, και έχοντας υπόψη μου πώς από τότε που ανακοινώθηκε η κυκλοφορία του ως απλού δίσκου μέχρι την έκδοσή του εξελίχθηκε σε διπλό cd συν dvd, ένιωσα μέσα μου ότι κάπου ήθελες να εκπληρώσεις τις υποχρεώσεις του συμβολαίου σου με τη Sony για να φύγεις. Έχει βάση κάτι τέτοιο;
Φ.Δ.: Στο πίσω μέρος του μυαλού μου σίγουρα υπήρχε αυτό. Χρωστούσα μόνο έναν δίσκο, ο οποίος θα μπορούσε να είναι πρωτότυπος αλλά θα μπορούσε να είναι και ένας δίσκος διασκευών, και επέλεξα το δεύτερο. Η αλήθεια είναι ότι έτσι άρπαξα και λίγο την ευκαιρία για να κάτσω μια μέρα στο στούντιο και να παίξω το τραγούδι του Άκη Πάνου, του Τζίμη (Πανούση), των Χειμερινών Κολυμβητών... Ήθελα αφενός να ακούσει κανείς πώς είμαι λίγο-πολύ στο λάιβ – πιστεύω ότι είμαι λάιβ καλλιτέχνης, σε μεγάλο βαθμό, δεν είμαι μόνο στούντιο άρτιστ και ήθελα να υπάρχει ένα μικρό ντοκουμέντο, οπτικό και ηχητικό – και αφετέρου να κάνω μικρές αναφορές σε ορισμένα πράγματα σχετικά με το πώς βλέπω εγώ το τραγούδι, τη συγγραφή ενός τραγουδιού. Και επιλέγοντας αυτού του τύπου τα τραγούδια, το Πες Μου Παππού ή το Είμαι Γυφτάκι, ο τρόπος της αφήγησής τους, ο τρόπος των στίχων, ο τρόπος που η μελωδία, με μια μικρή, μονότονη μελαγχολία, γυρνάει κυκλικά γύρω απ’ τον εαυτό της, ή ο τρόπος που αναπτύσσεται το τραγούδι Ο Γλάρος, είναι πράγματα που θα μπορούσα να τα είχα κάνει εγώ ή που με έχουν επηρεάσει σε τέτοιο βαθμό που έχουν καθορίσει πολύ το σχήμα των δικών μου τραγουδιών. Οπότε, εξοφλώντας και ένα χρέος προς την εταιρία, θέλησα να κάνω μία μικρή εικόνα και επίσης να ανακεφαλαιώσω και για δικό μου λογαριασμό, τι ήταν αυτά τα τραγούδια που έγραψα στη νεανική μου φάση. Γιατί ήξερα ότι από ‘δω και πέρα αρχίζει μία άλλη φάση. Ήμουνα 35 χρόνων όταν το έκανα αυτό, δεν θα μπορούσα πια να είμαι ο φέρελπις καλλιτέχνης.
 
Τι βρήκες στην Inner Ear που δεν είχες από μία πολυεθνική εταιρία;
Φ.Δ.: Βρήκα παρθένα σκέψη και δράση πολυτελείας. Αυτά τα δύο πράγματα δεν τα έχουν οι πολυεθνικές. Είμαι ευγνώμων για τα τόσα χρόνια στη Sony, με την έννοια ότι ήταν μία εταιρεία η οποία με έκανε γνωστό – το 1995 δεν υπήρχαν και τόσες προοπτικές να ηχογραφήσει κανείς μόνος του τους δίσκους του. Το έκαναν, το έκαναν με σεβασμό, είχα εξαιρετικούς συνεργάτες σε όλο αυτό αλλά τι συμβαίνει: εκεί πέρα, επειδή κάνουν χιλιάδες δίσκους, από πολύ φτηνούς και τρας μέχρι κάποιες προτάσεις που μπορεί να τους βγουν εξαιρετικές, πρώτον δεν υπάρχει παρθενικότητα, αισθάνεσαι δηλαδή ότι οτιδήποτε τους πας δε μπορεί να τους εκπλήξει, δε μπορεί να τους ενδιαφέρει ιδιαίτερα, και δεύτερον δεν δρουν πολυτελώς για κάτι. Τα παιδιά της Inner Ear, όπως πιστεύω και τα παιδιά της Archangel ή της Puzzle Music ή άλλων μικρών εταιριών που αυτή τη στιγμή μου διαφεύγουν, έχοντας να κάνουν με 20 ακροάσεις ντέμο όλη τη χρονιά και με 5 εκδόσεις, διατηρούν και την παρθενικότητα και την έκπληξη – ακόμα και στο να θυμώσουν με ένα τραγούδι και να σου πουν «εμένα δε μου αρέσει καθόλου αυτό», θα το κάνουν με τον τρόπο που το κάνει ο ακροατής κι ο μουσικόφιλος. Αντιστοίχως κάνουν και τα εξώφυλλά τους και το μάστερινγκ και όλα τα υπόλοιπα. Αισθάνεσαι ότι κάθε κίνησή τους έχει κάτι το αριστοκρατικό, ότι το άριστο τους ενδιαφέρει. 
 
 
 
Αυτό με τράβηξε πάρα πολύ σ’ αυτούς. Απολογισμό κάνεις πού και πού; Κοιτάς πίσω να δεις τι έχεις κάνει; Θες να κάνουμε μια μικρή αναδρομή και να μου πεις δυο λόγια για τον κάθε δίσκο σου; Ήδη είπαμε βέβαια για την Παρέλαση και τις Απίθανες Περιπέτειες...
Φ.Δ.: Γενικά είναι δυσάρεστο συναίσθημα να ακούς τον εαυτό σου, δεν είναι και το καλύτερο. Μόνο όταν γράφεις είναι ωραίο, δηλαδή τις πρώτες μέρες που ηχογραφείς ένα τραγούδι σου, σ’ αρέσει να το ακούς, το βάζεις στ’ αμάξι... Παίρναμε τώρα τα τραγούδια απ’ το στούντιο και αισθανόμουν ότι είχα ένα νεογέννητο. Αλλά μετά δεν είναι ωραία αίσθηση, είναι κάπως όπως όταν βλέπεις παλιές φωτογραφίες σου και λες «εγώ ήμουν αυτός;» ή «τώρα πώς είμαι;», δε σου γεννάει και πολύ ωραία πράγματα. Έχω λίγο συγκεχυμένη, λοιπόν, εικόνα στο μυαλό μου. Έχω τους δίσκους μου στο i-pod και επειδή παίζει συνέχεια shuffle, καμιά φορά πέφτει και σε κάποιο δικό μου τραγούδι και είτε νιώθω αηδία ή μελαγχολία την ώρα που το ακούω, είτε νιώθω κάπως ευχάριστα. Τώρα, για τον κάθε δίσκο... Για την Παρέλαση σου είπα. Όταν την ακούω, τα θετικά που μου έρχονται στο μυαλό είναι οι ιστορίες με τον Χατζιδάκι στο στούντιο, ή με τον Κοτεπάνο, τον Κυπουργό, με τους μουσικούς του Χατζιδάκι, με τη Δώρα τη Μασκλαβάνου... Κι αυτές οι εικόνες μου είναι πιο πολύτιμες από το ίδιο το τραγούδι που ακούω εκείνη τη στιγμή. Το Η Ζωή Μόνο Έτσι Είν’ Ωραία... μ’ αρέσει, μ’ αρέσουν τα τραγούδια, μου φαίνεται πολύ νεανικός και αυθόρμητος δίσκος αλλά πιστεύω ότι είναι πάρα πολύ φλύαρος μουσικά. Ήθελα να βάλω τα πάντα, μπουζούκια, σόλα κλαρίνα, φλάουτα, μποσα νόβες... Νομίζω υπάρχει κάτι το υπερβολικό. Ας πούμε, το κομμάτι που ξεκινάει τον δίσκο, το Στου Καπνού Τα Δαχτυλίδια, που ΄χει σόλο ούτι, προγκρέσιβ ροκ σόλα στη μέση, με κιθάρες και δεν ξέρω τι άλλο, γελάω που το ακούω, μου φαίνονται υπερβολικά φτιαγμένα τραγούδια αυτά. Αν θα το ξανάφτιαχνα, θα ακολουθούσα πιο πολύ την τεχνική της Κικής, την απλότητα. Εκεί, είμαι 22 χρονών, θα μ’ άρεσε ν’ ακούσω πώς έπαιζα τότε πιάνο. Αλλά κατά τ’ άλλα έχει μία φρεσκάδα και επίσης, κι εκεί θυμάμαι με τρομερή χαρά την πρώτη γνωριμία με τον Θύμιο Παπαδόπουλο και με τον Σωτήρη Παπαδόπουλο και με τον Κιουρτσόγλου και με τον Καραντίνη, τον Πάππο, όλους αυτούς που ήρθαν να παίξουν τότε – ήταν πολύ ωραία. Το Χάλια νομίζω ότι κι αυτό έχει 5-6 απ’ τα καλύτερά μου τραγούδια. Είναι λίγο άνισος δίσκος, μερικά τραγούδια δεν είναι τόσο καλά. Κατά τη γνώμη μου το Ο Άντρας Της Ζωής Μου, το Αν Σε Χασώ, το Θέλω Να Σε Ξεπεράσω, το Κάθε Σεπτέμβρη, δεν είναι πολύ καλά τραγούδια. Θεωρώ τα υπόλοιπα καλά, το Εκείνη, το Φώτης (Ένα Τραγούδι Για Τον Πατέρα Μου), το Ένας Σκύλος Στο Κολωνάκι, το Χάλια, το Ο Διπλοπαντρεμένος, μ’ αρέσουν πολύ. Τα υπόλοιπα μου φαίνεται ότι τα έκανα λίγο βιαστικά, λίγο για να γεμίσει ο δίσκος, έτσι αισθανόμουν τότε, εν πάσει περιπτώσει. Και επίσης πιστεύω ότι ο ήχος αυτού του δίσκου είναι λίγο κοινότοπος, δεν τον αισθάνομαι πολύ προσωπικό. Παρόλα αυτά, ήταν η μεγαλύτερη επιτυχία μου, είχε δηλαδή κανονική λαϊκή επιτυχία που κανένας δίσκος πριν ή μετά δεν είχε.
Υπάρχουν πάρα πολλοί άνθρωποι που δεν ακούνε τη δική μου μουσική για κανένα λόγο, ούτε καν το είδος της δικής μου μουσικής, που ξέρουν τα τραγούδια. Ο Καθρέφτης μου αρέσει, μου αρέσει πολύ. Νομίζω είναι μια πολύ συγκροτημένη σειρά τραγουδιών απ’ την αρχή ως το τέλος, έχει ποιητική ενότητα και έχει και ωραίες ενορχηστρωτικές ιδέες. Νομίζω ότι σε επίπεδο παραγωγής θα ήθελα να τον ξανακοίταζα, με την τωρινή μου εμπειρία, μετά τον Αόρατο Άνθρωπο. Αλλά γενικά μου αρέσει πολύ. Το Έξω, πάλι, αισθάνομαι ότι ενώ μ’ αρέσουν πολύ αυτά που έχει κάνει ο Βασίλης Πιερρακέας, παραέχει τον ήχο του και όχι τον δικό μου. Και δεύτερον, και εκεί υπάρχουν 2-3 τραγούδια που είναι πιο αδύναμα απ’ το σύνολο, δηλαδή το ΟΚ, το Κ-13...
Δεν ξέρω αν θα τα ξανάβαζα αυτά. Τη Δισκογραφική, επίσης, ενώ με συγκινεί η ιδέα της, είτε στην ηχογράφηση είτε το ότι τελικά μπορεί να ήταν πολύ θεωρητικό τραγούδι για να γίνει ωραίο τραγούδι – το αισθάνομαι λίγο εγκεφαλικό. Ενώ υπάρχουν άλλα, Το Καλοκαίρι Θα ‘Ρθει, ξέρω ‘γω, ή Ο Προορισμός, που μου αρέσουν πάρα πολύ. Το Πινέλο δε μ’ αρέσει πια, ας πούμε. Τότε το διασκέδαζα αλλά τώρα μου φαίνεται λίγο χαζό τραγούδι.

 
Δεν έχεις φοβηθεί να δείξεις και τη σαχλή πλευρά σου στα τραγούδια σου. Στη δισκοκριτική του για τον Αόρατο Άνθρωπο στο MiC (www.mic.gr), ο Άρης Καραμπεάζης έγραψε ότι «συντάχθηκες με την πλευρά της φλωριάς». Συμφωνείς;
Φ.Δ.: Το έκανα αυτό, συνειδητά. Όταν έγραφα το στίχο «πώς κλέβεις κάθε φλώρου την ψυχή», ο φλώρος ήμουνα εγώ. Η δική μου, αν το θέλεις, εφηβική αντίδραση την εποχή που μεγάλωσα, και όπως το αντιλήφθηκα εγώ και κάποιοι φίλοι απ’ τη δική μου παρέα, ήταν να μην είσαι αριστερίζων, παλεοροκάς, μαλλιάς, όπως ήταν όλοι. Δε γούσταρα καθόλου την αλογοουρά, την καφενειακή αριστερή συζήτηση της εποχής, τις αναφορές στο Πολυτεχνείο, τις αφίσες Τσε Γκεβάρα στα δωμάτια... Αυτά τα πράγματα τα θεωρούσα τόσο μαμόθρεφτα με μία έννοια – όλους αυτούς θεωρούσα τους φλώρους της εποχής μου. Αν θεωρήσουμε ότι φλώρος είναι το παιδί του μπαμπά και της μαμάς, τα παιδιά του μπαμπά και της μαμάς της μεταπολιτευτικής φάσης ήταν τέτοια παιδιά, τα οποία αντί να ακούνε Pet Shop Boys, ξέρω ‘γω, ή Depeche Mode και τέτοια πράγματα, ακούγανε πάλι Ξυλούρη και δεν ξέρω τι άλλο. Σε εκείνη, λοιπόν, τη φάση ήθελα να είμαι ο τύπος ο οποίος φοράει λευκά ρούχα, είναι καθαρός, παραδέχεται ότι του αρέσει πού και πού κανά μπλοκμπάστερ, του αρέσει η σάχλα, του αρέσουν τα κορίτσια... Δηλαδή αυτό το πράγμα ήταν η δική μου προκλητικότητα, ειδικότερα δε απέναντι στον έντεχνο χώρο με τον οποίο συμπορευόμουν χρονολογικά, εταιριακά και ραδιοφωνικά. Ήθελα να ξεχωρίζω απ’ τη φλωριά μου, αν θες. Αλλά θέλω με τα χρόνια να φανεί ότι όλο αυτό ήταν μια παγίδα, ένα σατανικό κόλπο (γέλια).
 
Έχεις γράψει ένα τραγούδι για την έμπνευση, το Δεν Ξέρω Τι Είναι. Συναντά κανείς, από τον Stephen King και τον Keith Richards μέχρι τον Βαγγέλη Παπαθανασίου και τον Θανάση Παπακωνσταντίνου, την άποψη ότι ο καλλιτέχνης δεν είναι τίποτε άλλο από ένας αγωγός μέσω του οποίου «αναβλύζει» το ήδη προϋπάρχον έργο. Πώς τη βλέπεις αυτή την άποψη; Λίγο μεταφυσική δεν είναι;
Φ.Δ.: Είναι, αλλά και το τραγούδι αυτό αυτή την άποψη ευαγγελίζεται. Νομίζω ότι ισχύει αυτό. Δεν ξέρω τώρα αν είναι μεταφυσικό... Η σχέση του ανθρώπου με το ασυνείδητό του δεν είναι ντε και καλά μεταφυσική. Δε σημαίνει δηλαδή ότι κάτι θείο, κάτι ανώτερο από μας, είναι αυτό που περνάει. Μπορεί να περνάνε ασυνείδητες εικόνες όπως αυτές των ονείρων, ο ελεύθερος εαυτός σου να είναι αυτός ο οποίος για λίγο αφήνεται και χρησιμοποιεί το βαριεστημένο σώμα σου για να βγει στην επιφάνεια. Στο τραγούδι το λέω ευθαρσώς: «δεν ξέρω τι είναι». Αν ήθελα οπωσδήποτε να του δώσω μεταφυσική χροιά, θα του έδινα – αν ήμουν βέβαιος για κάποιο λόγο. Αν ήμουν πάλι βέβαιος ότι είναι το ασυνείδητο, θα έγραφα ένα ψυχαναλυτικό τραγούδι. Κι αν πίστευα ότι η διαδικασία της έμπνευσης είναι μόνο θέμα δουλειάς, δεν θα έγραφα ποτέ κανένα τραγούδι για την έμπνευση (γέλια). Εγώ πιστεύω στην έμπνευση, πιστεύω ότι έχει κάτι αφηρημένο που δεν το ελέγχουμε, απλώς δεν είμαι σίγουρος αν αυτό είναι μια ανώτερη δύναμη που συνέχει τους ανθρώπους και τους κοιτάζει από ψηλά ή είναι κάτι που υπάρχει ασυνειδήτως μέσα στον ψυχισμό τους. Και οι φιλοσοφικές μου αναζητήσεις είναι ανάμεσα σε φιλοσόφους που βάζουν την ψυχή και το anima ως ερώτημα ή το θείο στοιχείο ως ερώτημα. Αυτοί με ενδιαφέρουν πιο πολύ απ’ τους άλλους, τους υλιστές.
 
Έγραψες ένα πολύ ενδιαφέρον κείμενο για το Last Tapes (www.lasttapes.gr) σχετικά με το ελληνικό τραγούδι και την ορολογία που χρησιμοποιούμε (ρεμπέτικο, ελαφρό, έντεχνο). Πάντως, το πρόβλημα με την ορολογία υπάρχει και στο εξωτερικό. Χρησιμοποιούν π.χ. όρους όπως «πανκ» ή «αρτ ροκ».
Φ.Δ.
: Έχεις δίκιο. Κατ’ αρχάς να ξεκαθαρίσουμε ότι και το έντεχνο και το ελαφρό έχουν πολύ ωραία πράγματα και βέβαια το ρεμπέτικο έχει αριστουργήματα. Εγώ δεν έγραψα το κείμενο για να απαξιώσω αυτά τα είδη. Κάποιοι, φίλοι και μη, μου είπαν «γιατί επιτίθεσαι στο έντεχνο, στο ρεμπέτικο...» Αντιθέτως, εγώ δεν είχα σκοπό αυτό. Απλά είπα ότι όταν τα μορφώματα και οι ηθικοί χαρακτηρισμοί είναι αυτοί που χαρακτηρίζουν τη μουσική, έχουμε μεγαλύτερο πρόβλημα στο να δημιουργήσουμε. Και το πιστεύω πάρα πολύ αυτό. Πράγματι, τα δύο είδη που μου ανέφερες είναι εμπνεύσεις της δισκογραφίας. Δηλαδή το πανκ, όπως και οι Sex Pistols οι ίδιοι, είναι ένα δισκογραφικό κατασκεύασμα, με έναν τρόπο. Άλλο αν είχε λαϊκότητα και έφτιαξε σπουδαία πράγματα μετά, δεν το συζητάω αυτό. Αλλά όταν ο Iggy Pop έκανε το Raw Power με τους Stooges, ή οι Monks έκαναν στη δεκαετία του ’60 τα δικά τους, δεν ξέρανε αν είναι πανκ αυτό το πράγμα, λίγο πιο ωμό ροκ εν ρολ έλαγαν ότι παίζουν. Και το ροκ εν ρολ σημαίνει κάτι μουσικά, σημαίνει δωδεκάμετρα, σημαίνει συγκεκριμένες μουσικές κατευθύνσεις. Πιο πολύ έγραψα αυτό το κείμενο για να δείξω ότι ο όρος «έντεχνο» έχει το κόμπλεξ ενός κόσμου τον οποίο δεν το έπαιρναν στα σοβαρά μέχρι τότε. Και αυτό το κόμπλεξ δεν το χρειαζόμαστε σήμερα. Πιστεύω ότι μετά από το έργο του Χατζιδάκι, του Θεοδωράκη, του Ξαρχάκου, του Σαββόπουλου, της Πλάτωνος, του Θανάση Παπακωνσταντίνου, του Ξυδάκη, ενός σωρού ανθρώπων που κάνανε αληθινά ευρηματική και ενδιαφέρουσα σύγχρονη ελληνική μουσική, ο όρος «έντεχνο ελληνικό τραγούδι», ο οποίος βγήκε από τον Θεοδωράκη για να πει ότι εκείνος έκανε «έντεχνο λαϊκό», δεν μεταφράζεται ωραία στο σήμερα, αντιθέτως μεταφράζεται λίγο αντιπαθητικά σε αυτούς που δεν θέλουν να επικοινωνήσουν με αυτό. Δηλαδή, σκέφτομαι ένα παιδί το οποίο ακούει λαϊκό τραγούδι. Νομίζω θα του είναι απεχθές να ακούει την έννοια «έντεχνο». Ε, αυτό δεν το θεωρώ σωστό γιατί δημιουργεί ένα είδος ρατσισμού που δεν είναι ποτέ καλός. Και αυτό υπερασπιζόμουν με το κείμενο, λέω ότι τώρα βλέπουμε ξαφνικά όλο το παιχνίδι να μετατοπίζεται στην έννοια του «εναλλακτικού» και βλέπουμε πάρα πολλά παιδιά να κοιτάνε με απέχθεια οτιδήποτε δημιουργήθηκε στην Ελλάδα. Φταίνε μόνο αυτά τα παιδιά; Ή φταίνε οι ξένες δυνάμεις που κάνουν παιδομαζώματα, όπως λένε πολλοί; Εγώ δεν το πιστεύω αυτό. Πιστεύω ότι φταίει και η μη παραδοχή μας ότι η ελληνική δημιουργία έχει ορισμένα προβλήματα, και ορολογίας και δημιουργικής τοποθέτησης. Αν τα παραδεχόμασταν αυτά, μπορεί να απελευθερωνόταν δύναμη, και από τον λεγόμενο «εναλλακτικό» χώρο. Αυτό πιστεύω.
 

Απέφυγες – είσαι μάλλον από τους ελάχιστους – το χάιδεμα του κόσμου και τον λαϊκισμό, σχετικά με την κρίση. Απ’ αυτή τη δύσκολη κατάσταση, μπορούμε να βγούμε τελικά;
Φ.Δ.: Είναι πολύπλοκο το ζήτημα, πρώτον, και δεύτερον, στο ποσοστό που η κρίση αυτή είναι ένα πείραμα των τραπεζών και των επιστημόνων του νεοφιλελευθερισμού στις πιο αδύναμες χώρες, σίγουρα θα έχουμε πάρα πολλά θύματα, ψυχικά και οικονομικά, από αυτό – δεν είμαι αφελής. Όταν λέω, παρ’ όλα αυτά, ότι κάτι καλό πιστεύω ότι θα βγει κι απ’ αυτή την κρίση, το εννοώ σε σχέση με την πλαστική ανθοφορία που είχαμε προηγουμένως. Πήγαινες σε κάθε σπίτι και άκουγες λογής λογής υπερβολές, από ταξίδια που θα κάνουν μέχρι το πώς θα κάνουν το γάμο τους, τι μουσική άκουγαν ξαφνικά... Έβλεπες ότι το ψέμα και αυτό το πλαστικό, πλαστό χρήμα που κυκλοφορούσε, έκανε και τους ανθρώπους πιο κάλπικους. Δε λέω ότι συμφωνώ με την τρόικα, λέω ότι η τρόικα δίνει ένα πραγματικό τέλος στις ψευδαισθήσεις, δίνει τέλος και στον κυνισμό της γενιάς του Πολυτεχνείου, που πιπιλούσε τα μεταπολιτευτικά συνθήματα ενώ με το δεξί χέρι έβαζε λεφτά στην τσέπη με κάθε τρόπο, δίνει ένα τέλος επίσης στην εποχή των χαρισματικών ηγετών ή χαρισματικών ζορμπαδοειδών τύπων οι οποίοι λέγανε «θα λύσω τα πάντα». Πώς ήταν ο Ανδρέας Παπανδρέου που έλεγε «έξω οι βάσεις» και την ίδια μέρα υπέγραφε το «ναι» στις βάσεις ή έκανε τρομερά αντιαμερικανικές κινήσεις όπως το να φέρει εδώ τον Αραφάτ ή τον Καντάφι ενώ σιγά σιγά μας έβαζε σε ένα νεοφιλελεύθερο δρόμο χωρίς γυρισμό... Όλα αυτά τα πράγματα δεν μπορεί να τα στηρίξει το μυαλό κανενός, κανείς δεν μπορεί να πει, ούτε δεξιός ούτε αριστερός, ότι έχει τη λύση ή ότι τα τελευταία 30 χρόνια είχαμε μια τρομερά επιτυχημένη άνοδο του επιπέδου της δημοκρατίας και του πολιτισμού. Αν θα βγει κάτι λοιπόν απ’ την κρίση είναι αυτές οι απαισιόδοξες διαπιστώσεις και είναι πολύ σημαντικό αυτό το πράγμα. Είναι αυτό που έλεγε ο Σολωμός στις σημειώσεις του για τον Λάμπρο, ένα πάρα πολύ σκοτεινό ποίημα που άρχισε να γράφει ξαφνικά, μετά από τα διθυραμβικά ποιήματα, τον Ύμνο Στην Ελευθερία και την Ωδή Στον Θάνατο Του Λόρδου Βύρωνα, ότι γράφει αυτό το ποίημα επειδή «εθνικόν είναι ό,τι είναι αληθές». Αυτή τη στιγμή βρισκόμαστε σε αυτή τη φάση, για πρώτη φορά. Από τότε που γεννήθηκα, ακούω όλο υπερβολές, ψευτιές, ψευδείς λόγους να είμαστε αισιόδοξοι, ψευδείς λόγους να έχουμε εθνική ανάταση και από κάτω ένιωθα πάντα μια υποφώσκουσα κατάθλιψη και ένα βαρύ φορτίο το οποίο συσσωρευόταν και ήταν έτοιμο να σκάσει. Από τη στιγμή που έσκασε, μπορεί να ζούμε την εποχή της ζοφερής διαπίστωσης αλλά τώρα είναι η ώρα να δράσουμε, να συσπειρωθούμε και να δούμε τι θα κάνουμε. Αν οι πολιτικοί μας θα είναι αντι-τρόικα ή φιλο-τρόικα ή δεν ξέρω τι άλλο, αυτό είναι στο χέρι όλων μας να το αποφασίσουμε – αλλά πια χωρίς αυταπάτες. Εμείς θα το κάνουμε αυτό και αυτού του τύπου η χειραφέτηση για μένα είναι πολύτιμη.
 
Πολιτικό τραγούδι υπάρχει σήμερα; Και τι γνώμη έχεις για αυτούς που ζητούν επιμόνως και επιτακτικά να γραφτούν πολιτικά τραγούδια;
Φ.Δ.: Κατ’ αρχάς, οι άνθρωποι αυτοί είναι αφελείς γιατί πιστεύουν ότι όταν γράφονταν πολιτικά τραγούδια άλλαζαν κάτι. Ενώ η ιστορία έχει αποδείξει ότι ακόμα και στις μεγαλύτερες ακμές του είδους του πολιτικού τραγουδιού, δεν άλλαξε ποτέ τίποτα απ’ αυτό. Δηλαδή τι έκανε το Give Peace A Chance για τον πόλεμο του Βιετνάμ ή πώς αναχαίτισε τη δικτατορία η Ρωμιοσύνη; Οι άνθρωποι που το λένε πιστεύουν ότι οφείλουμε να το κάνουμε για να αναχαιτίσουμε ορισμένα δυσάρεστα γεγονότα. Αυτό δεν ισχύει. Το πολιτικό τραγούδι σαν μορφή τέχνης, όταν γίνεται με λεπτότητα, όπως αυτά που προανέφερα ή ορισμένα από τους πρώτους δίσκους του Dylan ή ορισμένα χιπ χοπ τραγούδια της δεκαετίας του ’80 ή το London Calling των Clash, αλλάζει συνειδήσεις και ναι, αυτό είναι πολύ σημαντικό. Παρόλα αυτά, εγώ πιστεύω ότι κάθε έργο τέχνης, είτε είναι Ο Γλάρος του Chekhov που μιλάει για τη μικροαστική βαρεμάρα είτε είναι ένας πανέμορφος πίνακας του Matisse είτε είναι Ο Μεγάλος Ερωτικός του Χατζιδάκι είτε είναι μια ταινία Θου Βου με τον Βέγγο, μια σουρεαλιστική κωμωδία, όταν είναι καλά και ισορροπημένα και ειλικρινή, έχουν τέτοια επίδραση στη συνείδηση των ανθρώπων που έχουν και πολιτική επίδραση τελικά. Δεν πιστεύω ότι τώρα περισσότερο από ποτέ πρέπει να γράψουμε πολιτικό τραγούδι. Πολιτικό τραγούδι θα έπρεπε να γράφουμε και το 2005, και το 2004, και το 2003 που δεν έγραφε κανείς ή ερωτικό τραγούδι θα έπρεπε να γράφουμε τώρα περισσότερο από ποτέ ή ποιητικό ή σαχλό ή σουρεαλιστικό, δεν έχει καμία σημασία. Σημασία έχει πάντα να μην πιπιλάμε τραγούδια εύκολα, είτε μας το παίζουνε σοβαρά είτε μας το παίζουνε διασκεδαστικά. Αλλά, είτε διασκεδάζοντας είτε αγγίζοντας τις πιο σοβαρές πλευρές μας, να το κάνουμε με τα έργα τέχνης αυτό. Εγώ εκεί είναι που είμαι φανατικός, δεν χώριζα ποτέ τη ζωή σε ροζ και γκρίζες ζώνες, ξέρω ότι και τα δύο χρειάζονται. Απλώς και στα δύο βλέπω πλαστά πράγματα, βλέπω ανθρώπους που μεταχειρίζονται το ροζ για εμπορικούς λόγους αλλά και άλλους, όπως τη Beyonce, που μου αρέσει πάρα πολύ, τη θεωρώ μία πάρα πολύ ταλαντούχα προσωπικότητα γιατί συνδυάζει το χορό, τη σόουλ και την r’n’b με πολύ ωραίες παραγωγές και μια πάρα πολύ υγιή ποπ διάθεση. Απ’ την άλλη, δε θα ‘λεγα το ίδιο για τους ‘N Sync π.χ. ή τη Britney Spears. Εκεί είναι όλη η ιστορία, πρέπει να μάθουμε να επιλέγουμε. Αντιθέτως, και στον γκρίζο χώρο βλέπεις ανθρώπους να εκφράζουν μια πολύ μεγαλειώδη μελαγχολία μέσα στην τέχνη και άλλους απλά να τη μεταχειρίζονται για να πουλάνε σε ένα κοινό με σκοτεινές διαθέσεις, ένα εφηβικό κοινό.
 
Στην εποχή μας, που η δισκογραφική βιομηχανία περνάει μια πρωτοφανή κρίση, περνάει μια άποψη που θέλει το παιχνίδι πια να παίζεται αποκλειστικά στο κομμάτι των ζωντανών εμφανίσεων. Μήπως, όμως, τελικά και η δισκογραφία έχει μια αξία;
Φ.Δ.
: Σίγουρα έχει. Είναι μια αξία που έχει υποβαθμιστεί και που ίσως ξανάρθει στα πράγματα – βλέπεις τι γίνεται με τους vinyl junkies, με την επιστροφή του βινυλίου. Η δισκογραφία είναι μια πολύ μοναδική μορφή τέχνης μέσα στη μουσική, πρόσφατη κατ’ αρχάς, και μάλιστα με συνείδηση ότι αποτελεί μορφή τέχνης είναι από το ’60 και μετά, πιο πριν ήταν απλά ένα μέσο πώλησης της μουσικής που είχε να κάνει με την τεχνολογία. Μουσική υπήρχε πάντα και εμένα μου αρέσουν πολύ οι σύνθετοι τρόποι να την αντιμετωπίζει κανείς. Δηλαδή στην κλασική μουσική μου αρέσει πολύ η συμφωνία, ότι ο συνθέτης φτιάχνει ένα έργο θεματικό, με τέσσερα μέρη, με φόρμα συγκεκριμένη που πρέπει σιγά σιγά να την αποκωδικοποιήσεις κτλ. Νομίζω ότι το lp, από τη δεκαετία του ’60 και μετά, αποτέλεσε το αντίστοιχο της συμφωνίας για τη λαϊκή μουσική πια. Δίσκοι όπως το White Album ή το Dark Side Of The Moon κάνανε ακριβώς αυτό το πράγμα. Και μάλιστα το συμβολικό, στρογγυλό σχήμα μέσω του οποίου ερχόσουν σε επαφή με το έργο, που δε θύμιζε βιβλίο ούτε ταινία ούτε κάτι άλλο, έδινε μεγάλη ποιητική αξία στη σχέση σου με το αντικείμενο και όχι τόσο με το ηχογράφημα. Εντάξει, το ηχογράφημα το ακούμε και τώρα από τα ηχεία του λάπτοπ μας αλλά δεν είναι το ίδιο, χάνεις κάτι από όλο αυτό. Απ’ την άλλη, δεν μπορείς να είσαι μια ζωή αμύντορας του χρόνου που πέρασε, να είσαι συνοριοφύλακας. Ο χρόνος περνάει, οι τεχνολογίες αλλάζουν, οι γενιές αλλάζουν και οι νεότερες γενιές θέλουν να κανιβαλίσουν τις προηγούμενες και να βρουν το δικό τους τρόπο να επικοινωνούν με τα μεγάλα πράγματα αλλά πιστεύω ότι η σχέση με το αντικείμενο δίσκος ήταν κάτι το οποίο δεν είχε να κάνει μόνο με τη βιομηχανία. Αντιθέτως, με το να γεμίζεις σκληρούς με κάθε είδους μουσική ή να ακούς μόνο χιτάκια, έχεις υποκλιθεί στη μουσική βιομηχανία – το πιστεύω αυτό.
 
Πάμε τώρα στις παραστάσεις που θα δώσεις στο Μετρό. Τι να περιμένει ο κόσμος;
Φ.Δ.: Κατ’ αρχάς η παράσταση αυτή θα είναι πολύ πιο ρυθμική, δυνατή και αλλέγκρα από την περσινή. Η περσινή φτιάχτηκε για να παρουσιαστούν πρώτη φορά τα τραγούδια του Αόρατου Ανθρώπου και ήθελα να περιέχει το κλίμα του, ήταν δηλαδή δύο μόνο μουσικοί, δεν υπήρχε καθόλου rhythm section και δεν υπήρχε ρυθμική κορύφωση του προγράμματος. Φέτος, και ο Κατσάνος και ο Σταματάκης που συνιστούσαν πέρυσι την Big Band, παίζουν διαφορετικά διότι παίζουν με τον Σωτήρη Ντούβα που είναι ένας νεαρός ντράμερ με πολλή φαντασία και χρώμα. Οπότε πλέον εμένα με ενδιαφέρει να παίξουμε με τα κομμάτια αλλά πανηγυρικά πια. Και με τα κομμάτια του Αόρατου και με τα παλαιότερα και με όποια διασκευή καταπιαστούμε. Θα ‘θελα μάλιστα αν γίνεται να τελειώσουμε και τελείως χορευτικά, δηλαδή τα τελευταία 7-8 κομμάτια να ‘ναι ένα ασταμάτητο ρυθμικό παιχνίδι. Γι’ αυτό ακριβώς καταφέραμε να πείσουμε τον κύριο Τσατσούλη του Μετρό να περιορίσει τα τραπέζια μόνο μπροστά και πάνω, και όλο το υπόλοιπο να γεμίσει με πάσα έτσι ώστε να είναι καλό για ορθίους. Και δε γίνεται μόνο για οικονομικούς λόγους αλλά και για καλλιτεχνικούς. Θεωρώ ότι ο κόσμος θα επικοινωνήσει καλύτερα με τους μουσικούς όρθιος, πίνοντας ένα ποτάκι και λικνιζόμενος. Ετοιμάζουμε και κάποια άλλα πραγματάκια γι’ αυτή την παράσταση αλλά δε θέλω ακόμα να τα αποκαλύψω.
 
Ξέρω ότι συμμετέχεις και στον επερχόμενο δίσκο του Μάρκου Δεληβοριά, του εξαδέλφου σου. Θες να μου πεις λίγα λόγια για τον Μάρκο και τη δουλειά αυτή;
Φ.Δ.
: Με τον Μάρκο μας ενώνουν πολύ αστείες συμπτώσεις, δηλαδή γεννηθήκαμε με μια βδομάδα διαφορά, το 1973, μένοντας σε διαγωνίως απέναντι σπίτια στην Καλλιθέα αλλά χωρίς να το ξέρουν οι γονείς μας ότι οι πατεράδες μας είναι ξαδέρφια – το μάθανε στο μαιευτήριο – είμαστε και οι δύο αριστερόχειρες, και οι δύο Ζυγοί φυσικά, και οι δύο επίσης μεγαλώνοντας τα κολλήματά μας ήταν η μουσική και το σινεμά. Ο Μάρκος σπούδασε σινεμά, εγώ βλέπω συνέχεια σινεμά, εγώ έγραφα τραγούδια και σπούδαζα μουσική, ο Μάρκος σιγά σιγά οδηγήθηκε στο να γράφει κι αυτός μουσική. Επίσης, είμαστε κι οι δύο μπητλάκηδες αλλά ιδιαιτέρως φαν του Paul McCartney, αυτόν θεωρούμε τη μουσική ιδιοφυία. Όλα αυτά είχαν πάρα πολύ πλάκα, ήταν λες και πραγματικά ισχύουνε οι ζωδιακές ή οι τοπικές συγκυρίες, δηλαδή δυο άνθρωποι που γεννιούνται στην ίδια γειτονιά την ίδια βδομάδα έχουν παρόμοια χαρακτηριστικά. Παρακολουθούμε ο ένας τα τραγούδια του άλλου με αγάπη και αυστηρότητα από δεκάξι χρονών, οπότε όταν μου είπε ότι έχει την ιδέα να πω δυο τραγούδια στον καινούργιο του δίσκο, ενθουσιάστηκα και συγκινήθηκα. Ήταν σα να πήγαινα πάλι επίσκεψη στην Καλλιθέα, μικρός, όπως το κάναμε τότε. Και είναι πολύ ωραία αυτή η δουλειά, ό,τι έχω ακούσει έχει μια θαλπωρή και μια δύναμη.
 
Ας κλείσουμε όπως κλείνει και Ο Αόρατος Άνθρωπος, με το τραγούδι Το Καταφύγιο. Στο οποίο τραγουδάς «να’ρθεις εδώ, να κάτσεις και να κάνουμε παιδιά». Σκέφτεσαι σε αυτή τη φάση της ζωής σου την οικογένεια;
Φ.Δ.: Κοίτα, αυτά τα πράγματα δεν μπορεί κανείς πάντα να τα προκαθορίσει αλλά είναι η πρώτη φορά σίγουρα μέσα στη δική μου ζωή που αυτές οι σκέψεις δεν είναι δυσάρεστες ή δεν με παρακαλούν οι ίδιες να τις αναβάλω. Μάλιστα, σε όλη τη νεανική μου ηλικία, πάντα κατέστρεφα ο ίδιος τις συμβιώσεις μου και τα πράγματα που είχαν προοπτική διότι ήμουνα θύμα της ιδεοληψίας που λέει ότι η καλλιτεχνική ζωή είναι ασυμβίβαστη με τη μακροχρόνια σχέση και την οικογένεια. Τώρα πια δεν τα πιστεύω αυτά, έχει αποδειχθεί σ’ εμένα, για πολλούς λόγους και με πολλούς τρόπους, ότι τα τραγούδια γεννιούνται πάντα όταν η εσωτερική πηγή είναι ανοιχτή. Μπορεί να είσαι φαντάρος και να μην έχεις ούτε λεπτό να ασχοληθείς με την τέχνη ή να είσαι στη φυλακή ή να είσαι τρομερά πολυγαμικός και δονζουανικός τύπος, και να γράφεις τραγούδια, δεν έχει σημασία. Τα λάιφ στάιλ που ακολουθείς έχουν να κάνουν μόνο με τη ζωή.
Με την τέχνη έχει να κάνει το πόσο καλή επαφή έχεις με τον εσωτερικό σου κόσμο. Και δε φαντάζομαι ότι μια τόσο συντριπτική εμπειρία όσο η σχέση με ένα πιτσιρίκι, με ένα παιδί, δε μπορεί να ανοίγει τον εσωτερικό κόσμο ακόμα περισσότερο. Απλώς είναι η πρώτη φορά που τα σκέφτομαι όλα αυτά χωρίς συναισθηματική μυωπία. Αλλά, ξέρεις, αυτά τα φέρνουν οι εκαστοτε σχέσεις μέσα στη ζωή.
 
Οι ασπρόμαυρες φωτογραφίες είναι του Χρήστου Χατζηϊωάννου. Οι φωτογραφίες από τα live events είναι της Κυριακής Ήμελλου και του Μιχάλη Τσαντίλα.
Οι απόψεις και οι σκέψεις των συνεργατών του Ορφέα δεν ταυτίζονται απαραίτητα με τη γνώμη του περιοδικού.
Απαγορεύεται αυστηρά η χρήση και η αναδημοσίευση του συνόλου ή μέρους των άρθρων του Ορφέα, χωρίς προηγούμενη άδεια των υπευθύνων του περιοδικού και του συντάκτη και χωρίς ταυτόχρονη αναφορά της επωνυμίας του περιοδικού, του ονοματεπωνύμου του συντάκτη και του ακριβούς συνδέσμου του άρθρου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΥ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΧΟΛΙΑ

RSS

ΤΑ ΠΙΟ ΔΙΑΒΑΣΜΕΝΑ (90d)

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

ΕΙΠΑΝ - ΕΓΡΑΨΑΝ

Άλογα περήφανα οι επιθυμίες μου γονάτισαν κάθισαν χάμω.
Μίλτος Σαχτούρης

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ / ΑΥΡΙΟ

25/6/1998 Έφυγε από τη ζωή η ηθοποιός, τραγουδίστρια και μέλος του γκρουπ Νοστράδαμος Ρένα Παγκράτη
25/6/2009 Πέθανε από καρδιακή ανακοπή στο Los Angeles ο "βασιλιάς της ποπ" Michael Jackson

ΤΥΧΑΙΑ TAGS