59 αναγνώστες online
Find us on FacebookJoin us on Facebook
sideBar



Σαββέρια Μαργιολά - «Αλισάχνη»

ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ «Τι έχω να χάσω»

Τάσος Π. Καραντής
Τάσος Π. Καραντής
Πρώτη Παρουσίαση
ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ - «Τι έχω να χάσω»
26.05.2019
Ορφέας | Main Feed
Τάσος Π. Καραντής

Το μήλο έπεσε κάτω από τη μηλιά, αλλά κι εξελίχτηκε κιόλας, δίνοντάς μας όμορφα τραγούδια. Ο λόγος για τον Στάμο Σέμση, που, απολαμβάνοντας τη χαρά της μουσικής και της δημιουργικότητας, γράφει και μας χαρίζει, εδώ και 20 σχεδόν χρόνια, τραγούδια.
Γι’ αυτή του, λοιπόν, τη σχέση με τη σύνθεση μιλήσαμε, αλλά και για τη θεωρία, που καθόλου δεν αγαπά, καθώς και για τις γυναίκες ερμηνεύτριες των τραγουδιών του, που τις βρίσκει πιο χαριτωμένες από τους άντρες! Όπως η Ανδριάνα Μπάμπαλη, της οποίας υπογράφει τη μουσική του νέου δίσκου της(«Ο Τζον Τζον ζει»).
Βέβαια, μιλήσαμε και για άντρες, απ’ τον Τζον Τζον του τίτλου και τον στιχουργό του, που έχει γράψει τους στίχους όλων των τραγουδιών, τον Νίκο Μωραΐτη, αλλά και τον Μιχάλη Μπουρμπούλη, τον Γιώργο Νταλάρα και, φυσικά, τον Πρόεδρο Λευτέρη Παπαδόπουλο! Ενώ, δεν ξέχασα, ακόμα, να του ζητήσω να μας χαρίσει την ιστορία των υπέροχων  “βεγγαλικών ματιών”.
Το ίδιο ενστικτώδης κι αληθινός στα λεγόμενά του, όπως και στα τραγούδια του, ο Στάμος Σέμσης παραμένει πάντα απολαυστικός, τόσο ως συνθέτης, όσο κι ως συνομιλητής.

Είσαι εγγονός του Δημήτρη Σέμση κι ο πατέρας σου ήταν ο πρώτος σου δάσκαλος στη μουσική. Το “μήλο έπεσε κάτω από τη μηλιά”;
Στάμος Σέμσης: Είναι ωραίο και χρήσιμο το γεννητικό υλικό που μου δόθηκε απ’ τον παππού μου, τον οποίο δεν γνώρισα, όπως και απ’ τον πατέρα μου που μ' έμαθε βιολί αλλά και μουσική. Όμως δεν γράφω μόνο λαϊκό τραγούδι όπως ο παππούς και ούτε παίζω πια μόνο βιολί όπως ο πατέρας. Το μήλο μεταλλάχτηκε σ' ένα τελείως διαφορετικό φρούτο εξελίσσοντας το πρώτο του υλικό.

Είσαι ένας μουσικός (βιολί – βιόλα) που υπηρετείς την κλασική μουσική, αλλά κι ένας δημιουργός που υπηρετεί το ελληνικό τραγούδι. Πως τα συνδυάζεις και τα δυο;
Σ.Σ.: Ως πρώτη βιόλα στη Συμφωνική Ορχήστρα της ΕΡΤ ευχαριστιέμαι τα έργα των συνθετών της κλασικής μουσικής και ακονίζω την τεχνική μου στην απόδοση ενός ξένου αισθητικά ως προς τη χώρα μου, αλλά σπουδαίου υλικού. Ως συνθέτης απολαμβάνω την χαρά της δημιουργικότητας σ' αυτό που αντιλαμβάνομαι ως μουσικό υλικό της χώρας μου σήμερα.     Η λέξη “χαρά” είναι η απάντηση στο πως συνδυάζω και τα δυο. Και προφανώς η ακατάπαυστη δουλειά, ή , για να μην παρεξηγηθώ ας χρησιμοποιήσω τη σωστή λέξη “ενασχόληση”.

Τα τραγούδια σου – παρότι έχουν την προσωπική σου ταυτότητα κι ύφος – είναι διαφόρων ειδών. Σου βγαίνει αυθόρμητα ή θέλεις να δοκιμάζεσαι ως συνθέτης σε διάφορα είδη;
Σ.Σ.: Ό,τι κάνω σε σχέση με τη μουσική και το τραγούδι, έχει να κάνει με το ένστικτο. Δεν θα το δέσμευα ποτέ σε εγκεφαλικά παιχνίδια ταξινόμησης της μουσικής σε είδη για να δοκιμαστώ σ' αυτά.

Μπήκες στη δισκογραφία το 1989, ανήκεις δηλαδή στη “γενιά του ’90”. Πιστεύεις ότι υπάρχει μια τέτοια γενιά δημιουργών, με κάποια κοινά χαρακτηριστικά, που την διαφοροποιεί από τις προηγούμενες δεκαετίες ή όχι; 
Σ.Σ.
: Δεν αγαπώ την θεωρία, είτε αυτή είναι η θεωρία της μουσικής, είτε είναι η θεωρία στα περί του τραγουδιού. Βαριέμαι αφόρητα ως εκ τούτου τη δήθεν ανάλυση  που περιέχει φράσεις, όπως “γενιά δημιουργών”, “κοινά χαρακτηριστικά” κτλ ... Είναι μία αδυναμία μου που με κρατάει μακριά από όλους αυτούς που “ξέρουν” και κοντά στο παιχνίδι με τον ήχο και την αβίαστη μελωδία. Ο πρώτος δίσκος μου , το CAIRO κυκλοφόρησε  μεν το 1989, αλλά η δισκογραφία είχε ευτυχώς “μπει” μέσα μου πολύ πιο πριν , με υπέροχα τραγούδια και μουσικές που θαύμασα και δέθηκα μαζί τους για πάντα.

Συμπληρώνοντας σχεδόν 20 χρόνια δισκογραφικής παραγωγής, είσαι ικανοποιημένος από τη μέχρι σήμερα κατάθεσή σου;
Σ.Σ.: Τη μουσική και τα τραγούδια μου δεν τα βλέπω σαν κατάθεση . Δεν αποσκοπώ σε κάποια ανάληψη ούτε υπολογίζω στο επιτόκιο. Άρα σίγουρα δεν είμαι αυτός που θα αξιολογήσει την κατάθεση μου. Στα 47 μου όμως  χρόνια, η δημιουργική διαδικασία με επισκέπτεται με την ίδια χαρά των 17 μου, και αυτό μου δίνει ικανοποίηση για την έως τώρα πορεία μου.

Έχεις συνεργαστεί περισσότερο, υπογράφοντας τον προσωπικό τους δίσκο, με γυναίκες τραγουδίστριες (Τάνια Τσανακλίδου, Έλλη Πασπαλά, Μελίνα Κανά, Ανδριάνα Μπάμπαλη, Μαρία Σπυροπούλου). Ήταν τυχαίο, ή σου ταιριάζουν περισσότερο οι γυναικείες φωνές στα τραγούδια σου;
Σ.Σ.: Έχοντας ο ίδιος μια  βραχνή μπάσα φωνή, μάλλον με τραβάει αυτό ακριβώς που δεν έχω στο να δουλεύω με γυναικείες φωνές. Επίσης, έχοντας παίξει βιολί στα νιάτα μου αγαπώ τις μελωδικές γραμμές σε τονικές περιοχές που δεν φτάνει η αντρική φωνή. Δεν σημαίνει όμως αυτό ότι στα τραγούδια μου ταιριάζουν περισσότερο οι γυναικείες φωνές. Απλά  διασκεδάζω περισσότερο δουλεύοντας με γυναίκες (με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο) .Τις βρίσκω πιο χαριτωμένες απ’ τους άντρες!

Έχεις όμως μια σταθερή συνεργασία(«Στην Ελλάδα κάνει κρύο»/1995, «Η άσφαλτος που τρέχει»/2001, «Στα τραγούδια που σου γράφω»/2004, «Σπάει το ρόδι»/2006) και με έναν άντρα τραγουδιστή και μάλιστα κορυφαίο, τον Γιώργο Νταλάρα. Μίλησέ μου για τη γνωριμία, τη συνεργασία σας, καθώς και για το τι σημαίνει για σένα.
Σ.Σ.: Κάθε νέος , φιλόδοξος, ψωνισμένος και σίγουρος για τον εαυτό του (όπως ήμουν εγώ τότε) που μπλέκει στην αρένα του τραγουδιού, οφείλει να αναμετρηθεί μ' αυτό που λέμε απλά “ιστορία του τραγουδιού στην Ελλάδα”. Ο Γιώργος είναι μεγάλο μέρος της, έχοντας  τραγουδήσει αναρίθμητα απ’ τα αριστουργήματά της, μ’ έναν μοναδικό τρόπο. Η τραγουδιστική και πολιτική του προσωπικότητα  έχει προκαλέσει μεγάλα και αντίθετα μεταξύ τους πάθη. Οφείλω εδώ να ομολογήσω ότι δεν ήμουν από τους θερμούς θαυμαστές του, όμως έμελε να γίνω! Μας έφερε σε επαφή ο διευθυντής της τότε εταιρίας μου ΑΚΤΗ - SONY στο “Αττικόν” σε μια συναυλία του με τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου το 1991. Ήταν υπέροχος επί σκηνής και σαν να μην έφτανε αυτό, ο τρόπος που με αντιμετώπισε μετά στα καμαρίνια, ήταν τόσο φιλικός, θερμός με το έως τότε υλικό μου και πειστικός, που έβαλα αμέσως στόχο να του παρουσιάσω ένα υλικό να τον ενθουσιάσει.

Και με τον στιχουργό Μιχάλη Μπουρμπούλη έχεις μια σταθερή συνεργασία. Πως ξεκίνησε;
Σ.Σ.: Χρειαζόμουνα, γι’ αυτό το υλικό που ήθελα να παρουσιάσω στον Νταλάρα, έναν στιβαρό και μεγάλο στιχουργό να με “μπάσει” στην ουσία του τραγουδιού και να  μάθω απ’ αυτόν. Ο  Μιχάλης Μπουρμπούλης ήταν ακριβώς αυτό, και ευτυχώς με ανέλαβε ... Γίναμε φίλοι, αχώριστοι στα γλέντια, σχεδόν συγκάτοικοι, δουλεύοντας καθημερινά για ενάμισι χρόνο. Η παρέα και η αγάπη ήταν αυτό που θα με “έμπαζε” στον τόσο όμορφο αλλά και δύσκολο για μένα τρόπο γραφής του. Μου έδωσε 100 στίχους και
Με το Γιώργο Νταλάρα και το Γιώργο Παυριανόάρχισα να τους ζω, να περιμένω ποιοί θα βγούνε αληθινά από μέσα μου σαν μελωδίες, καθυστερώντας όσο μπορούσα για να απολαμβάνω και την υπέροχη περιποίηση της γυναίκας του Στέλλας. Και όσο δυνάμωνε αυτή η σχέση τόσο “πέθαινε η αγάπη” μου για την τότε γυναίκα μου που ήταν και η υπαίτιος της γνωριμίας μας. Οι  εννέα στίχοι του μιλήσανε  από μόνοι τους και εγώ, ενώ τραγουδούσα τα κομμάτια ο ίδιος, κρυφά  απ’ τον Μιχάλη τα πήγα  όλα στον Νταλάρα,  υλοποιώντας τον αρχικό στόχο, που σου είπα πριν. Όλα εκτός από “Τα Βεγγαλικά σου Μάτια” που δεν είχε γραφτεί ακόμα. Ήταν το τελευταίο που γράφτηκε και αυτό που τον έκανε τελικά να τραγουδήσει στο δίσκο “Στην Ελλάδα κάνει κρύο”  μαζί με μένα , εγκαταλείποντας την κάθε αναβλητικότητά του.

Κι έμελε «Τα βεγγαλικά σου μάτια» να γίνουν το πιο χαρακτηριστικό τραγούδι σου, που έγινε μεγάλη επιτυχία και πλέον είναι ένα κλασικό κομμάτι. Θέλω να μου πεις την ιστορία του.
Σ.Σ.: Μια μικρή ιστορία κατασκευής: Είναι μεσημέρι του ‘94, εγώ ακόμη παντρεμένος και μόλις έχω βάλει μπροστά μου τη σελίδα με τα σπαρμένα χωρίς σειρά τετράστιχα των “βεγγαλικών”. Μπαίνει στο δωμάτιο ο δεκατετράχρονος  θετός γιός μου Αλέξανδρος Σερμπέτης και ακούγοντας ό,τι είχα φτιάξει ως εκείνη τη στιγμή προτείνει: Στάμο, μη του κάνεις κι άλλη μελωδία και το δυσκολέψεις, βάλτα έτσι στη σειρά, βάλε τη γέφυρα με το πιάνο ανάμεσα και για τέλος, πάλι “τα βεγγαλικά σου μάτια φέγγουν σα τον φώσφορο, σαν νυχτερινά καράβια που περνούν τον Βόσπορο” και … έτοιμο. Όντως ήταν έτοιμο! Άρεσε στον Μιχάλη, άρεσε στο Γιώργο, στη Στέλλα, στην Έλενα και έφυγε απ’ τον κύκλο των γνωστών μου για να φτάσει σε τόσους και τόσους πολλούς που δύσκολα γνωρίζει κανείς αν δεν τους συναντήσει σε μεγάλες συναυλίες για να τους το πει τόσο ωραία όσο ο Νταλάρας!  Ναι, ήταν ένα τραγούδι που θες να το δώσεις στον επόμενο άνθρωπο και στον επόμενο και πάει λέγοντας. Ακόμη και ο βλάξ και δήθεν μου BON VIVEUR διευθυντής της τότε BMG το κατάλαβε μόνο και μόνο απ’ τον τίτλο, όταν τον πήρα στο τηλέφωνο και του είπα: Έχουμε πλέον και χιτ για το δίσκο. Λέγεται “Τα Βεγγαλικά σου μάτια”.

Σ’ αυτόν το νέο σου δίσκο («Ο Τζον Τζον ζει»), συνεργάζεσαι με το Νίκο Μωραΐτη. Που θα έλεγες ότι τέμνονται οι αισθητικές σας και ταιριάζουν οι καλλιτεχνικές χημείες σας;
Σ.Σ.: Το 2000 είχα πια έντονη διάθεση να δουλέψω με έναν στιχουργό που να είναι δείγμα ισχυρό της νεότερης από μένα γενιάς, κάποιον που να έχει όλη την ορμή της καινούργιας πρόκλησης και να είναι αποφασισμένος να κερδίσει. Ο Νίκος Μωραΐτης τα είχε όλα αυτά (και πολλά άλλα ) όπως φάνηκε μέσα στο χρόνο. Το “Σε ποιό Θεό να πιστέψω” που γράψαμε μαζί ήταν η δεύτερη ολοκληρωμένη του δουλειά. Βγήκε το 2003 και μετά χαθήκαμε. Εγώ βρέθηκα μια να χάνω και μια να κερδίζω  στο παιχνίδι  με τον καρκίνο, και ο Νίκος  να κερδίζει  μόνιμα, στο παιχνίδι των επιτυχιών. Και εδώ πια πρέπει να παραθέσω την φράση, αφορμή της τωρινής μας συνάντησης, ως ακριβώς έχει: “ρε μαλάκα, πρέπει να κάνεις ένα δίσκο με το Μωραΐτη”. Ήταν διαταγή Προέδρου, ειπωμένη όμως με βαθειά τρυφερότητα, από ”αυτό το αγόρι με τα μάτια τα μελιά”, το Λευτέρη Παπαδόπουλο, που μόνο και που λέω το όνομα του τρομάζω. Ο Νίκος ήθελε, και οι μελωδίες μου τον ενθουσίασαν ( με μένα δουλεύει γράφοντας πάνω σε μελωδίες, μπαίνοντας στο ζουμί τους άμεσα με την περιβόητη “αυτόματη γραφή Μωραΐτη”). Είχε όμως και την πιο δροσερή πρόταση συνεργάτιδας στο μανίκι. Την Ανδριάνα Μπάμπαλη.

Ναι, με την Ανδριάνα Μπάμπαλη δεν συνεργάζεσαι για πρώτη φορά, αλλά αυτή, που μόλις κυκλοφόρησε(«Ο Τζον Τζον ζει»), είναι η πρώτη σας ολοκληρωμένη δουλειά.
Σ.Σ.: Η Μπάμπαλη είναι μουσικός με αντίληψη, φωνή με αλήθεια μέσα της, κωμική ηθοποιός μοναδική (θα φανεί σύντομα, εύχομαι) και τέλεια παρέα. Άκουσε και δέχτηκε αμέσως.

Όλος αυτός ο δίσκος, τόσο μουσικά, όσο και στιχουργικά κι ερμηνευτικά, αποτυπώνει, θα έλεγα, το χαμηλόφωνο, ευαίσθητο κι ατμοσφαιρικό πρόσωπό σου ως συνθέτη. Διαθέτεις όμως κι ένα πιο λαϊκό κι εξωστρεφές, το οποίο δεν υπάρχει σ’ αυτήν τη δουλειά. Δεν θέλατε να ρισκάρει η Ανδριάνα Μπάμπαλη κάτι διαφορετικό από το αναγνωρίσιμο προφίλ της ή θέλατε ένα δίσκο όσο το δυνατόν πιο ομοιογενή ως ύφος;
Σ.Σ.: Η Ανδριάνα έχει ωριμάσει ερμηνευτικά, και μας τραγουδάει παρηγορητικά και γυναικεία  τόσο το “Περιπλανώμενο”,  ένα τραγούδι ξεκάθαρα λαϊκό, όσο και την “Κούκλα Σπασμένη”,  εξομολόγηση μιας γυναίκας στον καθρέφτη της. Δροσίζει με παιδική χάρη , στα φωνητικά του “Πέρασε ένα καλοκαίρι” την όποια κλειστοφοβία μας προκαλεί αυτή η δύσκολη εποχή που περνάμε όλοι, και μας δαιμονίζει με την ελευθερία της στο “Απόψε αν θέλεις”, με την παρέα της φίλης της, Ελένης Τσαλιγοπούλου ( πολύτιμη για μένα διασκευή σε κομμάτι του παππού μου). Θέλω να ξαναδουλέψω μαζί της, όπως και με τον Άκη Κατσουπάκη, που ανέλαβε μαζί μου το κύριο μέρος της παραγωγής, ενορχήστρωσης και ηχογράφησε και μίξαρε όλο το υλικό στο μικρό σπιτικό μου studio.

Ο Τζον Τζον ζει» λοιπόν, μας λέει ο τίτλος της νέας σου δουλειάς. Και, στο δελτίο Τύπου, διαβάζουμε : «12 μικρές ιστορίες που “παίζουν” άλλοτε με εικόνες από τα παιδικά μας χρόνια, άλλοτε με την ευαισθησία και άλλοτε με το χαμόγελο τον ρυθμό». Εσύ, ο ίδιος, πως θα μας περιέγραφες, από άποψη θεματολογίας και μουσικού ύφους, αυτόν τον δίσκο σου;
Σ.Σ.: Γέλασα τόσο  πολύ με τον τίτλο “Ο Τζον Τζον ζει”, όταν έφερε ο Νίκος το ομώνυμο τραγούδι ... Σκέφτηκα αμέσως τον “Πρόεδρο”, που θα του αφιερώναμε το δίσκο και το τι θα ακούγαμε, ο Νίκος και εγώ. Και άρεσε σε όλους μας η λεπτή ειρωνεία και η απόλυτη ανατροπή που έδινε σαν τίτλος δίσκου. Δανείζομαι εδώ πια αυτά που μου είπε ο Λευτέρης Παπαδόπουλος για το δίσκο όταν τον άκουσε ολοκληρωμένο. Για την Ανδριάνα, που τον ενθουσίασε : “κυματίζει πάνω απ’ τα πεύκα σ’ έναν απαλό και διάφανο ουρανό και την άλλη στιγμή γίνεται γήινη ...”. Για τον δίσκο: “ένας δίσκος για εξαίσιες ιδιωτικές στιγμές” και τέλος για το Νίκο και μένα, ότι μας αγαπάει όπως και εμείς άλλωστε που του αφιερώσαμε αυτόν το δίσκο “με όλη μας την αγάπη”.

Η φωτογραφία του Στάμου Σέμση παίζοντας βιόλα είναι της Κέλλυς Κική.
Οι απόψεις και οι σκέψεις των συνεργατών του Ορφέα δεν ταυτίζονται απαραίτητα με τη γνώμη του περιοδικού.
Απαγορεύεται αυστηρά η χρήση και η αναδημοσίευση του συνόλου ή μέρους των άρθρων του Ορφέα, χωρίς προηγούμενη άδεια των υπευθύνων του περιοδικού και του συντάκτη και χωρίς ταυτόχρονη αναφορά της επωνυμίας του περιοδικού, του ονοματεπωνύμου του συντάκτη και του ακριβούς συνδέσμου του άρθρου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΥ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΥ ΣΕ ΑΛΛΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΧΟΛΙΑ

RSS

ΤΑ ΠΙΟ ΔΙΑΒΑΣΜΕΝΑ (90d)

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

ΕΙΠΑΝ - ΕΓΡΑΨΑΝ

Τη δουλειά της σάτιρας την κάνουν οι εξουσιαστές. Θέλει μεγάλο ταλέντο υποκριτικής να βγαίνεις στην TV και να τσακώνεσαι για το ποιος είναι ο μεγαλύτερος μαλάκας και ο ικανότερος κλέφτης.
Τζίμης Πανούσης

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ / ΑΥΡΙΟ

Δεν έχουν καταχωρηθεί γεγονότα.

ΤΥΧΑΙΑ TAGS