309 αναγνώστες online
Find us on FacebookJoin us on Facebook
sideBar



Σαββέρια Μαργιολά - «Αλισάχνη»

ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ «Τι έχω να χάσω»

Τάσος Π. Καραντής
Τάσος Π. Καραντής
Πρώτη Παρουσίαση
ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ - «Τι έχω να χάσω»
23.08.2019
Ορφέας | Main Feed
Τάσος Π. Καραντής

Η “μουσική φυγή” του Λεωνίδα Μαριδάκη μου άρεσε εξαρχής, γιατί, οι, γεμάτες φρεσκάδα, ενέργεια, ζωντάνια, μελωδικότητα  και ρυθμό, διαδρομές που προτείνουν τα τραγούδια του, είναι άκρως ελκυστικές.
Κι έτσι, με αφορμή το νέο του δίσκο («Σε βάθος δρόμου»/ΜΕΤΡΟΝΟΜΟΣ), κάναμε μια κουβέντα σε “βάθος δρόμου” από το παρελθόν ως το μέλλον. Από το εφηβικό του φλερτ για τη μουσική, ως το καινούριο που έρχεται μέσα από σχέδιά του για νέο κόνσεπτ.
Και, παράλληλα, μιλήσαμε για την σχέση του με την ποίηση, τις μουσικές καταβολές του και τους ρυθμούς που αγαπά και, βέβαια, την ιδέα της φυγής, καθώς και την μπάντα του την «The Circus Band».  
Με το μνημόνιο πάνω απ’ το κεφάλι μας στις μέρες μας, η μουσική κι η ποίηση έρχονται να μας θυμίσουν, όπως εξαιρετικά το θέτει ο Λεωνίδας Μαριδάκης, ότι δεν είμαστε απλά ΑΦΜ! Κι, όσον αφορά τα δικά του τραγούδια, προσφέρουν, νομίζω, τη θετική διάθεση, που λέει κι ο ίδιος ότι χρειάζεται, για ν’ αλλάξουν τα πράγματα.

Ας ξεκινήσουμε λίγο κλασικά, αλλά απαραίτητα, νομίζω. Πώς μπήκε η μουσική στη ζωή σου και την ακολούθησες ”σε βάθος δρόμου”;
Λεωνίδας Μαριδάκης: Θα σου απαντήσω “κλασικά” κι εγώ... Η μουσική με φλέρταρε από όταν ήμουν έφηβος ακόμη, και κάποια στιγμή - γύρω στα δεκαοκτώ μου - με έριξε. Υπάρχει πάντα μεταξύ μας έντονο πάθος, και με το “Σε βάθος δρόμου” φάνηκε πως μπορώ να ταξιδέψω, για εκείνη - και μέσα από εκείνη – “από πόλη σε πόλη” φτάνοντας μέχρι και το Σαντιάγο της Κούβας ...

Ο πρώτος σου δίσκος («Αβάδιστα») κυκλοφόρησε το 2005, σε παραγωγή του Νίκου Ξυδάκη. Πώς προέκυψε η όλη δουλειά και ποιο ήταν το στοιχείο της αυτό, που έκανε τον Ξυδάκη να αναλάβει την παραγωγή της;
Λ. Μ.: Ήρθα σε επαφή με τον Νίκο Ξυδάκη μέσω της Αγγελικής Βασιλάκου, όταν ακόμα είχα μερικά τραγούδια και περισσότερα σχεδιάσματα τραγουδιών... ο Νίκος ήταν πολύ φιλικός και θετικός από την αρχή, θυμάμαι είχε πει χαρακτηριστικά πως δεν είναι αυτά τραγούδια για να μείνουν στο συρτάρι, και πως θα βοηθούσε να κυκλοφορήσουν. Έτσι μπήκαμε σε έναν μακρύ, γόνιμο και απολαυστικό διάλογο περί μουσικής και ποίησης, ο οποίος κράτησε δύο χρόνια “Αβάδιστα” και με βοήθησε σιγά - σιγά να σχηματίσω την φυσιογνωμία του.

Τι συντελέστηκε στη μετάβαση από τον πρώτο σου δίσκο, στο δεύτερο («Σε βάθος δρόμου») που κυκλοφόρησε πρόσφατα; Ποια είναι τα κοινά τους στοιχεία και ποιες οι διαφοροποιήσεις τους;
Λ. Μ.: Ό,τι έζησα εν τω μεταξύ σε καλλιτεχνικό και ανθρώπινο επίπεδο, νομίζω πέρασε στη μουσική μου. Έρωτες, χωρισμοί, νέοι φίλοι, ζωντανές εμφανίσεις, ταξίδια... Οι δύο δίσκοι είναι στάσεις στην ίδια διαδρομή. Νομίζω περιέχουν τις εμμονές μου στο περιεχόμενο και την εξέλιξή μου στη φόρμα. Ίσως τα τραγούδια μου, όσο περνάει ο καιρός, γίνονται και πιο “σωματικά”, πιο ρυθμικά. Μερικές φορές σκέφτομαι πως έχω μια ανάγκη να ενώνω με τα τραγούδια μου δύο διαφορετικούς κόσμους. Τη “διαβασμένη” και κοφτερή γλώσσα των ποιημάτων, που αφορά το μυαλό και την καρδιά, με κάτι πολύ γήινο και στοιχειώδες, όπως είναι ο ρυθμός. Μου φαίνεται, για κάποιο λόγο, συναρπαστικό αυτό.

Από τον πρώτο στον δεύτερο δίσκο σου, όμως, έχουμε και μετάβαση σε άλλη δισκογραφική στέγη. Από την ισχυρή Universal στον ιδιαίτερο Μετρονόμο. Τι σε οδήγησε στον Θανάση Συλιβό;
Λ. Μ.: Η Universal δεν νομίζω πως είναι πραγματικά ισχυρή για εναλλακτικές περιπτώσεις σαν και τη δική μου. Είναι λογικό σαν μια μεγάλη επιχείριση που είναι, να επενδύει σε καλλιτέχνες με μεγάλο κοινό, μεγάλη εμβέλεια κ.τ.λ. Αν δεν ήταν ο Νίκος Ξυδάκης δεν θα έβγαινε εκεί το “Αβάδιστα”, ένας μελωδικός, σχεδόν πειραματικός, δίσκος με λάτιν τζαζ αισθητική. Ούτε και θα είχε αυτήν την πολύ καλή επικοινωνία, αν δεν με στήριζαν με την καλή τους πίστη, εκτός εταιρείας, κάποιοι δικοί μου άνθρωποι. Ο Θανάσης Συλιβός, από την άλλη, έχει μια έγνοια πολύ ανθρώπινη για αυτά που κάνει. Μου αρέσει γιατί ο Μετρονόμος για εκείνον είναι, περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, τρόπος ζωής μέσα στη μουσική. Του εύχομαι να συνεχίσει έτσι και να το χαίρεται πάντα, είναι καλό και για τη μουσική όπως και για τον ίδιο.

Και στους δύο δίσκους σου φαίνεται ξεκάθαρα η σχέση σου με την ποίηση και τη λογοτεχνία. Από τον Γκίνσμπεργκ του πρώτου δίσκου, στην έμπνευση από τον Κέρουακ(«Σε βάθος δρόμου») και βέβαια Λόρκα, Λαπαθιώτης, Καψάλης, Γκόνης, Κοροπούλης και Λαλιώτης. Ποιες είναι οι ποιητικές και λογοτεχνικές σου καταβολές;
Λ. Μ.: Η γλώσσα είναι χρυσός, μου άρεσε από μικρός να χώνομαι στις βιβλιοθήκες σαν σε λαγούμια και ορυχεία και να ψάχνω λέξεις που να με συγκινούν. Λειβαδίτης, Σεφέρης, Ελύτης, Γκάτσος, Σαραντάρης, Καρυωτάκης, Σαχτούρης... Είναι πολλοί ποιητές στους οποίους έχω σταθεί κατά καιρούς. Ακόμα ο Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, ο Τζελαλαντίν Ρουμί και ο Πάμπλο Νερούδα. Το ωραίο είναι ότι πολύ καλή ποίηση παράγεται και σήμερα και ότι όλοι αυτοί οι σύγχρονοι ποιητές κυκλοφορούν ανάμεσά μας. Μου αρέσει αυτή η σκέψη στην Ελλάδα τού σήμερα. Η οποία δεν σε πληγώνει πια όπου κι αν πας... αλλά πλέον μπορεί και να σε ξεκάνει επιτόπου. Όλα τείνουν να γίνουν μια είσπραξη σε αυτή τη χώρα. Γι’ αυτό η ποίηση είναι διπλά σημαντική σήμερα. Μας θυμίζει πως δεν είμαστε απλά ένα Α.Φ.Μ.

Οι συνθέσεις σου στο δίσκο είναι ποικίλες, από μπλουζ, μέχρι μπόσα νόβα και χασάπικο. Ποιες είναι οι μουσικές σου καταβολές;
Λ. Μ.: Είναι ένα μωσαϊκό από μουσικές που μου επιτρέπει να λέω ή και να χορεύω τις ιστορίες μου. Κινούμαι μεταξύ μπλουζ, σουίνγκ και λάτιν, αλλά μου αρέσει να πειραματίζομαι συνέχεια. Πάντα με οδηγεί ο στίχος. Ο τρόπος που εκφέρεται, που απευθύνεται πολλές φορές ορίζει και το συναίσθημα ή το νόημά του. Είναι όπως στο σινεμά. Σκηνοθετείς μια ιστορία και μπορείς να την κάνεις - την ίδια ακριβώς ιστορία - αστεία, παράδοξη ή δραματική... Στα δικά μου τραγούδια, σχεδόν πάντα, υπάρχει ένας λεπτός σαρκασμός, ένα κλείσιμο ματιού ή ένα ερωτηματικό για το ποιο είναι το συναίσθημα. Σπάνια θα κάνω ένα καθαρά δραματικό ή απλά χαρούμενο τραγούδι. Αντλώ, λοιπόν, από εκείνες τις μουσικές και τις φόρμες που θα με βοηθήσουν να αφηγηθώ ιστορίες με τον τρόπο που το αισθάνομαι.

Και μια και μιλάμε για τις μουσικές σου καταβολές. Έχεις δηλώσει ότι ανήκεις στην “ελληνική εναλλακτική σκηνή”. Συνήθως, οι διάφορες μουσικές σκηνές, διαφοροποιούνται με βάση το μουσικό είδος που υπηρετούν, έχουν δηλαδή μια μουσική ταυτότητα. Ποια είναι η ταυτότητα της εναλλακτικής σκηνής που λες ότι ανήκεις;
Λ. Μ.: Θα μπορούσαμε να την χαρακτηρίσουμε, όπως είπα πριν, μπλουζ, σουίνγκ, λάτιν με ελληνικό στίχο. Από την άλλη μεριά, η σύγχρονη ελληνική τραγουδοποιία αντλεί από παντού πια. Υπάρχουν καλλιτέχνες που δύσκολα μπορείς να περιγράψεις αυτό που κάνουν με όρους “στιλ μουσικής”. Ο Σπύρος Γραμμένος, ο Φοίβος Δεληβοριάς, ο Αλέξανδρος Εμμανουηλίδης, η Μάρθα Φριντζήλα και τόσοι άλλοι νέοι καλλιτέχνες που το ειδικό βάρος στη δουλειά τους είναι το περιεχόμενο και οι ιστορίες.

Ο τίτλος, αλλά και το περιεχόμενο του δίσκου σου, παραπέμπουν στο ταξίδι φυγής. Είναι η φυγή εμμονή σου; Και, κάτι που θα το ρώταγε ο καθένας, φυγή από τι και προς τι;
Λ. Μ.: Η ιδέα της φυγής είναι ο πυρήνας αυτής της δουλειάς. Μπορεί να πηγάζει από κάτι βαθύτερο δικό μου αλλά σίγουρα είναι και μια ιδέα που ταίριαξε με τις καλλιτεχνικές αναζητήσεις μου τον τελευταίο καιρό. Από τι και προς τι δεν ξέρω, εξαρτάται... Είναι πάντως μια γοητευτική ιδέα και μια λύση μερικές φορές για το φαντασιακό μας ή και τον πραγματικό κόσμο.

Ερμηνεύεις – “πιστός στο πρωτόκολλο” - τα περισσότερα τραγούδια του δίσκου σου ο ίδιος, τα περισσότερα με εκφραστικότητα και επάρκεια, θα έλεγα. Σε κάποια όμως μου έλειψε η φωνή του τραγουδιστή. Σαφώς και η κυρίαρχη τάση των ημερών μας, είναι οι τραγουδοποιοί που λένε οι ίδιοι τα τραγούδια τους, αλλά, μήπως, κάποια τραγούδια – πέρα από τάσεις, μόδες, στεγανά και προκαταλήψεις - απαιτούν, από καθαρά μουσική πλευρά, τον τραγουδιστή τους;
Λ. Μ.: Φυσικά... κάθε επιλογή έχει το ρίσκο της. Στην πρώτη μου δισκογραφική δουλειά, οι ερμηνείες μοιράστηκαν σε πέντε φωνές. Σε αυτή τη δουλειά θεώρησα ότι αξίζει τον κόπο να δοκιμάσω, προκειμένου να ενισχύσω πιο πολύ την προσωπικότητα των τραγουδιών και ας χάσω κάπου σε ερμηνευτική αρτιότητα. Αυτή η επιλογή νομίζω ότι με εξελίσσει, δίνει μεγαλύτερη ενότητα στη δουλειά και μεγαλύτερη ευχέρεια στις ζωντανές εμφανίσεις. Πιστεύω γενικά ότι κάτι που είναι κάπως ακατέργαστο και ατελές στο θέμα της έκφρασης, δίνει μια μεγαλύτερη δυνατότητα στο κοινό, να κρίνει την αυθεντικότητά του. Πάντως, σε αυτά τα πράγματα δεν πρέπει να τίθεται ζήτημα πρωτόκολλου.

Τελευταία σου έχει προκύψει κι η μπάντα «The Circus Band». Μίλησέ μου λίγο γι’ αυτό το μουσικό σχήμα σου.
Λ. Μ.: Συναντήθηκα με τα παιδιά πριν δύο χρόνια περίπου για να δουλέψουμε μουσικά τη νέα μου δουλειά, “Σε βάθος δρόμου”. Τα χνώτα μας ταιριάξανε από την αρχή και έτσι μεταξύ πρόβας, φιλίας και επαγγελματισμού, έδεσε αυτή η μουσική τρελο-παρέα που ακούει στο όνομα “The Circus band” που είναι πολύ κοντά σε αυτό που προσδοκούσα πάντα. Αποτελείται από τον κιθαρίστα Γιώργο Ζερβό, που είναι εξίσου καταπληκτικός περφόρμερ και μπορεί να παίξει με αξιώσεις από τζίπσι τζαζ μέχρι μπλουζ...Τον Ορέστη Γράβαρη που είναι πολύ σταθερός ντράμερ, πάντα με το χαμόγελο στα χείλη και τη λύση στην άκρη της γλώσσας, τον Γιώργο Βεντουρή, στο κοντραμπάσο, ψηλός χαμηλών τόνων που κολυμπάει σε όλα τα είδη της μουσικής με ευχέρεια και ξέρει πολλά ανέκδοτα. Την ομάδα συμπληρώνει η... γατούλα του σουίνγκ Πέννυ Μπαλτατζή που είναι ένα πλάσμα με ευαισθησία, προσωπικότητα και πολύ ταλέντο που ταυτόχρονα τρέχει και το δικό της πρότζεκτ τους Swinging Cats με μεγάλη επιτυχία. Η Circus band είναι μια δραστήρια και δεμένη μπάντα και προτείνει μέσα από το λάιβ με τον καλύτερο τρόπο ό,τι είχα στο μυαλό μου τα τελευταία χρόνια.

Ας ολοκληρώσουμε αυτήν την κουβέντα μας, όπως την ξεκινήσαμε, κοιτάζοντας “σε βάθος δρόμου”. Έχεις πει ότι σε ενδιαφέρει η νέα σκηνή, το καινούριο. Τι καινούριο να περιμένουμε λοιπόν από εσένα “σε βάθος δρόμου”;
Λ. Μ.: Ασφαλώς με ενδιαφέρει το καινούριο, οι πειραματισμοί, η φρεσκάδα στο λάιβ... Έχω στα σχέδια νέο κόνσεπτ, κάποιες συνεργασίες και ψάχνω πάντα, και περισσότερο τώρα, νέους χώρους με χαμηλό εισιτήριο που να μην “μυρίζουν νύχτα”. Είναι σημαντικό να μην μας απομακρύνουν από τη μουσική οι... χαλεποί καιροί που ζούμε... Η εποχή είναι δύσκολη για όλους, και για τη μουσική φυσικά, με το μνημόνιο πάνω από το κεφάλι μας, κλεισμένοι στα σπίτια μας, αλλά, πραγματικά πιστεύω, ότι με θετική διάθεση και αλληλεγγύη πολλά μπορούν να αλλάξουν.

Φωτογραφίες: Λεωνίδας Μαριδάκης στο mySpace
Οι απόψεις και οι σκέψεις των συνεργατών του Ορφέα δεν ταυτίζονται απαραίτητα με τη γνώμη του περιοδικού.
Απαγορεύεται αυστηρά η χρήση και η αναδημοσίευση του συνόλου ή μέρους των άρθρων του Ορφέα, χωρίς προηγούμενη άδεια των υπευθύνων του περιοδικού και του συντάκτη και χωρίς ταυτόχρονη αναφορά της επωνυμίας του περιοδικού, του ονοματεπωνύμου του συντάκτη και του ακριβούς συνδέσμου του άρθρου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΥ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΥ ΣΕ ΑΛΛΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΧΟΛΙΑ

RSS

ΤΑ ΠΙΟ ΔΙΑΒΑΣΜΕΝΑ (90d)

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

ΕΙΠΑΝ - ΕΓΡΑΨΑΝ

Η αλήθεια είναι ότι είμαστε στην πρώτη θέση της επικαιρότητας, όπως τον καιρό της χούντας. Με τη διαφορά ότι τότε ήταν όλοι μαζί μας, ήθελαν να μας βοηθήσουν. Τώρα είναι όλοι εναντίον μας
Νάνα Μούσχουρη

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ / ΑΥΡΙΟ

23/8/1952 Γεννήθηκε στην Κέρκυρα η τραγουδίστρια Βίκυ Λέανδρος

ΤΥΧΑΙΑ TAGS