184 αναγνώστες online
Find us on FacebookJoin us on Facebook
sideBar



Σαββέρια Μαργιολά - «Αλισάχνη»

ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ «Τι έχω να χάσω»

Τάσος Π. Καραντής
Τάσος Π. Καραντής
Πρώτη Παρουσίαση
ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ - «Τι έχω να χάσω»
17.07.2019
Ορφέας | Main Feed
Μιχάλης Τσαντίλας

Ο Λαυρέντης Μαχαιρίτσας μιλά με τρόπο παθιασμένο και χειμαρρώδη. Δε φοβάται να πει αυτά που πιστεύει κι ας ξέρει ότι πολλές φορές κάνει ζημιά στην εικόνα του. Είτε συμφωνείς είτε διαφωνείς, όμως, με τα κατά καιρούς λεγόμενά του, δεν μπορείς να αγνοήσεις το γεγονός ότι τα τελευταία 30 χρόνια έχει χαρίσει στο ελληνικό τραγούδι μερικά μεγάλα, καλλιτεχνικά και εμπορικά, τραγούδια. Ο νέος δίσκος του, Η Ενοχή Των Αμνών, βρίσκεται ήδη στα δισκοπωλεία ενώ σύντομα ξεκινούν και οι εμφανίσεις του στην Ακτή Πειραιώς παρέα με τους Γιάννη Ζουγανέλη, Σάκη Μπουλά και Μπάμπη Στόκα, σε ένα πρόγραμμα με τον ταιριαστό τίτλο Διαόλου Κάλτσες. Συναντηθήκαμε σε ένα καφέ στο Κολωνάκι, κάπου στα μέσα του Σεπτέμβρη, και συζητήσαμε για αυτά αλλά και για θέματα της ευρύτερης μουσικής επικαιρότητας. Και όπως πάντα, είχε πολλά και ενδιαφέροντα να πει...

Είχατε πει κάποτε ότι χωρίς ηλεκτρικές κιθάρες δεν «φτιάχνεστε». Να υποθέσω ότι ο καινούργιος σας δίσκος, Η Ενοχή Των Αμνών, θα έχει μπόλικο ηλεκτρισμό, μιας και θα είναι καταγγελτικός;
Λ.Μ.: Όχι. Δεν έχει ηλεκτρικές κιθάρες, ούτε συνθεσάιζερ, καθόλου. Έχει πολλές ακουστικές κιθάρες, πολλά κρουστά, πιάνο, φυσικά και απλά.

Θα είναι δηλαδή ένας καταγγελτικός αλλά παράλληλα πιο εσωτερικός δίσκος;
Λ.Μ.: Αν θες να είσαι λίγο άγριος, οι ηλεκτρικές κιθάρες, ναι, παίζουν ένα ρόλο. Αλλά μπορείς να πεις κάτι με διάφορους τρόπους. Πιο αιχμηροί στίχοι από αυτούς του Jacques Brel ή του Leonard Cohen, ας πούμε, υπάρχουν; Ο Cohen κι ο Dylan έπαιζαν με μια κιθάρα μόνο κι έχουν πει τα πάντα. Αυτή την εποχή είχα ανάγκη να κάνω αυτό, ήθελα να μιλήσω περισσότερο. Δυο τραγούδια μόνο είναι πολύπλοκα μουσικά, τα υπόλοιπα είναι απλά. Ένα μάλιστα από τα δύο το έκανα έτσι γιατί δεν μπορούσα να το κάνω αλλιώς. Αν το έκανα αφαιρετικό, θα θύμιζε την παλιά του βερσιόν – είναι το Ο Ιρλανδός Και Ο Ιουδαίος του Χατζιδάκι.

Ο δίσκος που είχατε στο νου σας να κάνετε με διασκευές τραγουδιών του Χατζιδάκι τι απέγινε;
Λ.Μ.: Δε μου προέκυψε. Εγώ ήθελα να κάνω διάφορα τραγούδια του Χατζιδάκι, δε σκέφτηκα ποτέ να διασκευάσω έναν συγκεκριμένο κύκλο. Ήθελα να επιλέξω αυτά που νομίζω ότι μπορώ να αποδώσω – ορισμένα από αυτά είναι καλύτερα να μην τα πειράξεις ποτέ, είναι ως έχουν. Να κάνω ας πούμε τον Κύκλο Του C.N.S. δεν υπάρχει λόγος, το έχει πει έτσι η Φλέρυ (Νταντωνάκη) που δε χρειάζεται να το πει κανένας άλλος. Το ίδιο ισχύει και για τα τραγούδια που έχει πει η Μελίνα (Μερκούρη), δεν υπάρχει λόγος να τα τραγουδήσει κανείς ξανά. Εκτός κι αν τα δώσεις υπό μια διαφορετική οπτική γωνία. Τα τραγούδια που έχει πει ο (Γιώργος) Ρωμανός τα έχουν πει κι άλλοι μετά. Εγώ το λέω σε μια βερσιόν αλα Massive Attack – αυτό έχει μια λογική. Ορισμένα όμως από αυτά δεν πειράζονται, δεν επιτρέπεται. Μόνο ορισμένα λοιπόν θα μπορούσα να πω, και πάλι με πολύ σεβασμό και αγωνία. Εκεί έρχεται ο γιος του Χατζιδάκι, ο οποίος κρατάει τις τύχες των τραγουδιών στα χέρια του. Είναι πολύ αυστηρός και καλά κάνει γιατί αν αρχίσει ο καθένας και τσαλαβουτάει, παίρνει από ‘δω και παίρνει από ‘κει, πάει... Κάποια τραγούδια μου επέτρεψε να τα κάνω, αλλού όμως μου είπε να κάνω ολόκληρο τον κύκλο, να μην τον διαλύσω. Κι είχε δίκιο, πολύ καλά κάνει και κρατάει αυτή τη στάση. Τώρα υπάρχει πάλι μια υστερία με τον Χατζιδάκι, δίνονται οι δίσκοι του από τις εφημερίδες, έκανε ο (Μάριος) Φραγκούλης συναυλία με τραγούδια του κι έγινε πανικός... Καλό είναι αυτό, δεν πρέπει να ξεχνιέται ο Χατζιδάκις, είναι ό,τι σπουδαιότερο υπήρξε ποτέ, μουσικά, στην Ελλάδα. Είναι η ίδια η Ελλάδα μουσικά. Αυτός και εν μέρει ο Θεοδωράκης. Αλλά ο Θεοδωράκης έχει πιάσει ένα συγκεκριμένο κομμάτι, την αγωνία, τον αγώνα της Ελλάδας – και το έκανε καλά. Ο Χατζιδάκις, όμως, έχει πιάσει όλη την εικόνα, το φως, τα δέντρα, τα νησιά, τον έρωτα, όλα. Νομίζω ότι με αυτούς τους δύο μόνο τελείωσε η Ελλάδα, δε χρειάζεται τίποτα άλλο.

Ένα κομβικό σημείο στην καριέρα σας υπήρξε η επιτυχία του Διδυμότειχο Blues.
Λ.Μ.: Δεν ήταν κομβική, ήταν αρχή. Υπήρχαν πέντε-έξι συγκυριακά πράγματα.

Έχετε πει πάντως ότι σκεφτόσασταν να τα παρατήσετε μετά τον πρώτο σας σόλο δίσκο...
Λ.Μ.: Είχα κάνει ήδη μια πορεία 8 χρόνων με τους Τερμίτες. Έκανα κι έναν σόλο δίσκο και είπα «δε πα’ να γαμηθούν όλα». Δεν ήταν ότι είχα κουραστεί ούτε ότι πίστευα ότι τα είχα δώσει όλα. Απλά νόμιζα ότι δεν είχα κάτι άλλο που να ενδιαφέρει τον κόσμο. Όταν, όμως, προέκυψε αυτό το τραγούδι ξαφνικά και είδα ότι μου άνοιξε πολλές διαφορετικές οδούς, είπα «εδώ είμαστε, για μπες και τσαλαβούτα να δούμε τι θα κάνεις».

Η ιδέα να κάνετε ένα ζεϊμπέκικο που να γυρίζει σε ροκ, πώς σας ήρθε;
Λ.Μ.: Ήταν ένα τόλμημα αυτό. Εγώ σκεφτόμουν να το πει ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου. Αυτός δεν κατάλαβε τι έλεγα εγώ και τελικά το είπε ο Νταλάρας.

Αν μου επιτρέπετε, θέλω να κάνω λίγο το δικηγόρο του Διαβόλου. Έχω δει πολλές φορές σε διάφορα φόρουμ να σχολιάζονται αρνητικά διάφορες δηλώσεις σας όπως ότι οι στίχοι του Παύλου Σιδηρόπουλου ήταν αφελείς ή ότι ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου είναι πολύ της μόδας.
Λ.Μ.: Είπα εγώ ότι οι στίχοι του Σιδηρόπουλου είναι αφελείς; Σε αυτά τα φόρουμ δεν πληρώνει κανένας φόρο, όλοι γράφουν ό,τι θέλουν. Είναι τόσες πολλές οι αναφορές στους ανθρώπους που είναι στη «βιτρίνα»... Είμαστε ανοιχτά βιβλία, όλος ο κόσμος ξέρει τι κάνουμε. Είμαστε «ανοιχτοί» στις ορέξεις του καθενός. Αν δεν ήταν έτσι, δεν θα κάναμε τη δουλειά αυτή, θα είχαμε κλειδωθεί στα σπίτια μας. Δεν είναι όλοι υποχρεωμένοι να τους αρέσει η δουλειά μου, η φάτσα μου, η πορεία μου ή όσα λέω – έτσι πάει. Στο διαδίκτυο υπάρχουν πάρα πολλές αναφορές για μένα οι οποίες ξεκινάνε από το ότι είμαι ο μεγαλύτερος μαλάκας μέχρι το ότι είμαι ο Στραβίνσκυ – τα έχω δει με τα μάτια μου. Το σύνολο γέρνει από το μέτριο προς το καλό – τα περί Στραβίνσκυ βέβαια είναι υπερβολές. Κι όταν οι 8 στους 10 λένε ότι δεν είμαι μαλάκας, μάλλον δεν θα είμαι, εκεί καταλήγω. Υπάρχει και το σπασμένο τηλέφωνο, αλλιώς τα λες, αλλιώς τα καταλαβαίνει ο άλλος...

Δεν μετανιώνετε πάντως...
Λ.Μ.: Μπορεί εκ των υστέρων – έχω μετανιώσει για πράγματα που έχω πει. Τη στιγμή που τα λέω, όμως, το κάνω με πλήρη συναίσθηση, δεν έχω Αλτσχάιμερ. Μπορεί εκ των υστέρω να αυτοδιαψευσθώ. Για τον Σιδηρόπουλο τι να πω, ήταν φίλος μου, έχουμε κάνει πολλές συναυλίες μαζί, στο Ροντέο και αλλού. Δε βγαίνω να το εκμεταλλευτώ αυτό και το ρεύμα που έχει στους πιτσιρικάδες. Οι στίχοι του δεν ήταν αφελείς, δεν είπα τέτοιο πράγμα, μάλλον πρόκειται περί παρεξήγησης. Εγώ ήθελα να πω ότι δεν ήθελε να κάνει τον Σαββόπουλο, μίλησε για πράγματα που τον ενδιέφεραν, για τα ναρκωτικά, για τις γκόμενες... Ήταν ροκ και μια χαρά τα είπε. Για τον Θανάση Παπακωνσταντίνου, τώρα, είπα ότι κάποια στιγμή ο κόσμος τρελάθηκε μαζί του. Εμένα μου αρέσει αλλά, όπως είχα πει τότε, δεν μπορείς να ανοίγεις ένα ραδιόφωνο και να τον ακούς από το πρωί μέχρι το βράδυ. Κάποιοι προσπάθησαν να το επιβάλλουν – αυτό είπα και το λέω άλλη μια φορά. Δεν είπα ότι δεν είναι καλός αλλά ότι δεν είναι ο μόνος. Ο κόσμος πρέπει να τα ακούει όλα, να έχει την πληροφορία και να αποφασίζει μόνος του. Αυτός ο Μελωδία, μέχρι που έφυγε ο Οδυσσέας Ιωάννου, αν ήθελα να ακούσω πέντε συγκεκριμένους ανθρώπους, τον άνοιγα και τους άκουγα εκατό φορές την ημέρα. Αυτά είπα, να μην τα πω; Τα λες και γίνεσαι κακός. Ας γίνομαι, σκασίλα μου.

Είστε ανάμεσα σε αυτούς που βοήθησαν στο στήσιμο του νέου Φεστιβάλ Τραγουδιού Θεσσαλονίκης, το οποίο πέρυσι ξαφνικά εξαφανίστηκε. Τι συνέβη;
Λ.Μ.: Μαζευτήκαμε όλοι τότε και είπαμε να ξαναστήσουμε το Φεστιβάλ. Πήγαμε παίξαμε κιόλας – δεν το λέω αφ’ υψηλού αλλά δεν είχα καμιά διάθεση να πάω να διαγωνιστώ, το κάναμε όλοι για να το στηρίξουμε. Είπαμε να το στήσουμε για να βγαίνουν καινούργιες τάσεις, να γίνει κάτι. Πήγε να γίνει αλλά αν δεν το στηρίζει η ίδια η ΕΡΤ τι να γίνει; Με το που έπεφτε η αυλαία δεν ξαναπαιζόταν κανένα τραγούδι. Ο Σταύρος Σιόλας, ένας καταπληκτικός τραγουδιστής, είπε το Της Άρνης Το Νερό. Τον έπαιξε καθόλου η ΕΡΤ; Προθυμοποιήθηκε κανείς να του κάνει έναν δίσκο, να παιχτεί, να ακουστεί; Δυο-τρεις μέρες στην αρχή και τέλος. Τι βγήκε απ’ αυτό; Ο Μύρωνας Στρατής που είναι ένας μικρός Χατζηγιάννης κι η Ευσταθία. Δεν το στηρίζει η ΕΡΤ που είναι δικό της και οι άλλοι δεν το στηρίζουν επειδή είναι της ΕΡΤ. Παρόλα αυτά, το κράταγαν τρία χρόνια γιατί υπήρχε ένας οικονομικός βόρβορος από πίσω. Τώρα που είδαν τις ισχνές αγελάδες, πάει. Πήγαν να κάνουν κάτι σαν τη Eurovision, ένα γκλαμουριάρικο πράγμα. Τι τα θες όλα αυτά ρε;

Σχετικά με το φαινόμενο της διάθεσης των cd μέσω των εφημερίδων...
Λ.Μ.: Το λέω και σε ένα από τα καινούργια τραγούδια. Σου παίρνουν την ψυχή και σου δίνουν πέντε δεκάρες. Τι να κάνεις; Δεν είμαι αντίθετος. Υπήρξαν πολλοί που είπαν ότι δεν το κάνουν και τελικά ενέδωσαν – η Χαρούλα (Αλεξίου), ο Μητροπάνος... Να σε ρωτήσω: υπάρχει τρόπος να φτάσει η δουλειά μας στον κόσμο;

Υπάρχουν πολλοί που υποστηρίζουν ότι τέτοιες κινήσεις απαξίωσαν το cd ως μέσο...
Λ.Μ.: Το cd είναι από μόνο του απαξιωμένο, δεν έχει καμία σχέση με το βινύλιο. Κάποιες εφημερίδες, όπως η Καθημερινή, τα βγάζουν και με ωραίο αμπαλάζ, είναι ωραίο να τα έχεις στη δισκοθήκη σου. Κάποιες τέτοιες εκδόσεις είναι πιο ωραίες από αυτές που πουλάγαν οι εταιρείες για χρόνια και βέβαια είναι πολύ πιο φθηνές. Σκέψου τι γινόταν με τις εταιρείες, πουλάγαν το cd μου 20 ευρώ κι εγώ έπαιρνα 1.50. Ποιοι έπαιρναν τα υπόλοιπα; Δεν είναι καλό να μπορεί κάποιος να αγοράσει ένα cd με 5 ευρώ; Αν δεν τους αρέσει, ας ξαναγυρίσουν στο βινύλιο κι ας γίνουν τα cd ό,τι ήταν οι κασέτες κάποτε.

Ο μουσικός τύπος βρίσκεται επίσης σε μεταβατικό στάδιο. Πώς τον βλέπετε; Σας ενδιαφέρει η γνώμη των κριτικών για τη δουλειά σας;
Λ.Μ.: Ξέρεις πόσες φορές την πάτησα που άκουσα τον Ζήλο ή τον συγχωρεμένο τον Ραφαηλίδη; Αγόραζα τους δίσκους που πρότεινε ο πρώτος ή πήγαινα να δω τις ταινίες που πρότεινε ο δεύτερος και έκλαιγα τα λεφτά μου.

Δεν είναι, όμως, η κριτική και ένας χρήσιμος «μοχλός» για να γίνεται μια συζήτηση γύρω απ’ τη μουσική;
Λ.Μ.: Εξαρτάται από ποιον σκοπό ξεκινάει, πού καταλήγει, τι εξυπηρετεί, ποιοι τα παίρνουν και ποιοι δεν τα παίρνουν... Υπάρχουν άνθρωποι που δεν μπόρεσαν ποτέ να πλησιάσουν την τέχνη, που τη φλέρταραν από τα πλάγια και ζηλόφθονα, οι οποίοι, επειδή ποτέ δεν μπόρεσαν να κάνουν κάτι, σου πετάνε τα μάτια έξω νομίζοντας ότι κάτι κάνουν έτσι. Όταν έβγαλα τον δίσκο Στο Αφιερώνω, την ημέρα που έκανα την παρουσίαση, είχε μία κριτική κάποιος Παπαδάκης – δεν το ξέρω κιόλας κι ούτε και θέλω να τον μάθω – στην Ελευθεροτυπία που ήταν λιβελογράφημα, βόρβορος, λες και έβγαλε δίσκο δεν ξέρω και ‘γω ποιος... Το Je T’ Aime της Πάνια είχε καλύτερη κριτική, καλύτερη αντιμετώπιση. Εγώ δε σου λέω ότι ήταν αριστούργημα αλλά είχε μέσα δυο-τρία μεγάλα τραγούδια. Τους πείραξε που είχα συνεργαστεί με τη Στανίση... Ο Τσακνής πήγαινε και τους πλάκωνε στα χαστούκια. Εμένα δε μ’ ενδιαφέρει, σκασίλα μου μεγάλη. Τώρα που βγάζω καινούργιο δίσκο, περιμένω πάλι να γράψει ο καθένας τη μαλακία του – γι’ αυτό τον βγάζω. Καλύτερα πάντως να ασχολούνται μαζί σου, έστω κι έτσι, παρά να σε αγνοούν.

Έχετε και μία κόρη στην εφηβεία. Προσπαθήσατε να την φέρετε προς τα δικά σας ακούσματα;
Λ.Μ.: Θέλοντας και μη, δε μπορούσε να φύγει πολύ από τα δικά μου ακούσματα γιατί από τότε που γεννήθηκε, μέσα στο σπίτι αυτή η μουσική ακουγόταν. Όχι για να τ’ ακούσει εκείνη με το ζόρι αλλά γιατί αυτά ακούω εγώ. Και όταν παίζει η τηλεόραση τα lifestyle, την κλείνω γιατί δεν τη μπορώ εγώ, όχι για να προστατέψω τη μικρή. Χωρίς να το θέλω, της έκανα αυτό. Πού βρίσκουν, όμως, το κέφι οι πούστηδες πρωί πρωί και πάνε και διασκεδάζουν στα πρωινάδικα; Την είχα πάει μια φορά σε ένα πάρτυ και ακούστηκε ένα από αυτά τα τραγούδια τα εμπορικά. Και λέει η μικρή: «Α, εγώ αυτά δεν τα ακούω, δε με αφήνει ο μπαμπάς μου». Και της λέω: «Έλα εδώ μωρό μου. Δε σ’ αφήνω εγώ; Άμα θες άκου τα». Απλά δεν τα ακούω ποτέ, τα θεωρώ μπούρδα. Αν κάποια στιγμή θες να κάνουμε τη συζήτηση γιατί τα θεωρώ μπούρδα, να την κάνουμε. Δε θέλω να επιβάλλω τη γνώμη μου σε κανέναν. Όταν ήταν 10 χρόνων, άκουγε το Ρουβά. Φυσιολογικό δεν είναι; Με έβαλε να την πάω στο Λυκαβηττό να δει τις Hi-5 – μόνη της να την άφηνα να πάει; Κι ήρθε η Ειρήνη Ψυχράμη μια μέρα μετά από χρόνια και μου λέει: «κύριε Μαχαιρίτσα, θυμάστε που μου ζητήσατε αυτόγραφο για την κόρη σας;» «Πώς δεν το θυμάμαι Ειρηνάκι» «Ξέρετε πώς αισθάνθηκα τότε;» «Πώς αισθάνθηκες, μια χαρά.» Αν σ’ εκείνη την ηλικία μου έλεγε ότι δεν της αρέσει ο Ρουβάς και οι Hi-5 αλλά ο Πασχάλης Τερζής, θα την πήγαινα στον ψυχίατρο (γέλια). Εμένα δε με άκουγε καθόλου αλλά μεγαλώνοντας γνώρισε γκόμενους κι εκείνη της έλεγαν για μένα ότι «ο Μαχαιρίτσας είναι θεός». Και λέει κι αυτή: «ρε λες να είναι ο πατέρας μου θεός;» Δεν ξέρω πώς και γιατί έχω τόσους φαν στις ηλικίες των 15, 16 ετών. Έτσι, κάποια στιγμή άρχισε να με κοιτάει περίεργα (γέλια).

Γίνεται πολλή συζήτηση, η οποία επανέρχεται ανά τακτά χρονικά διαστήματα, για τη χρήση του όρου «έντεχνο» και για το κατά πόσο είναι δόκιμος τελικά. Ποια η άποψή σας;
Λ.Μ.: Η λέξη «έντεχνο» είναι πολύ πονηρή. Εγώ δεν τη δέχομαι με τίποτα και γι’ αυτό δεν πήγα ποτέ στα βραβεία Αρίων και στα τέτοια. Το παίρνουνε σαν παντιέρα διάφοροι εκ του πονηρού καργιόληδες για να λοιδορούν. Επικρατεί ένα μότο του στυλ «αν είναι να ακούς όλη μέρα τη Σαβίνα Γιαννάτου, καλύτερα να ακούς την Πέγκυ Ζήνα». Ένας διαχωρισμός που χρησιμοποιείται – «εσείς του εντέχνου». Δεν υπάρχουν αυτά, είναι παραμύθια – ούτε έντεχνο, ούτε άτεχνο. Καλά τραγούδια υπάρχουν παντού, σε όλους τους χώρους. Τώρα αν τυχαίνει να έχει 10 καλά τραγούδια η Γιαννάτου και ένα η Ζήνα, δικό τους το θέμα αυτό και δικό τους το πρόβλημα. Εγώ είπα κάποτε ότι η Άντζελα Δημητρίου έχει ένα καταπληκτικό τραγούδι, το Φωτιά Στα Σαββατόβραδα, και ότι αν το είχε πει άλλη τραγουδίστρια θα είχε γίνει εθνικός ύμνος – όχι για να θίξω την Άντζελα αλλά για να πω πώς λειτουργεί το κύκλωμα. Εκείνη το παρερμήνευσε αλλά η αλήθεια είναι ότι αν το είχε πει η Γαλάνη το τραγούδι, θα το είχαν κάνει εθνικό ύμνο. Και βγήκαν και μου τα χώναν τότε... Πάντως, αυτό με το «έντεχνο» είναι μεγάλο παραμύθι. Το τι μαλακίες έχουμε τραγουδήσει εγώ, η Αρβανιτάκη, η Γαλάνη, η Αλεξίου και όλοι οι υπόλοιποι, δε λέγεται – απλά δεν είναι τόσες πολλές. Ακούς ένα δίσκο του Τσακνή. Δεν θα ‘ναι τόσο χάλια, ό,τι και να κάνει, θα είναι από ένα επίπεδο και πάνω. Είναι μια αισθητική διαμορφωμένη με τον καιρό που δε σου επιτρέπει να κάνεις την απόλυτη μαλακία, προφυλάσεσαι χωρίς να το θες. Οι άλλοι δεν το ‘χουν αυτό και μπαίνουν μέσα και τσαλαβουτάνε. Αυτό συμβαίνει, αυτή η διαφορά υπάρχει.

Στο στούντιο ή στη σκηνή νιώθετε ότι κάνετε αυτό για το οποίο προορίζεστε;
Λ.Μ.: Το λάιβ είναι το καλύτερο πάντα. Οι δίσκοι μένουν αλλά η αλήθεια είναι το λάιβ, εκεί δεν κρύβεσαι. Το κάθε πράγμα, όμως, έχει τη λειτουργικότητά του – φαντάζεσαι να μην υπήρχε, ας πούμε, το The Wall, να είχε ακουστεί μόνο στις 5-10 συναυλίες που έκαναν οι Pink Floyd; Φαντάζεσαι να μην υπήρχε το A Trick Of The Tail των Genesis ή το Songs Of Love And Hate του Leonard Cohen ή Το Χαμόγελο Της Τζοκόντας; Είναι ένα έργο τέχνης και ο δίσκος τελικά. Αν είναι καλό το πράγμα αυτό, μένει για πάντα και το ‘χεις και το ακούς και ευφραίνεται η ψυχή σου. Αυτή είναι η λειτουργικότητα του τραγουδιού. Να ευφραίνεται η ψυχή σου, να διασκεδάζεις. Η διασκέδαση είναι μεγάλη υπόθεση, το θέμα είναι πώς το κάνει ο καθένας. Στα αρχαία χρόνια βάζαν τα λιοντάρια να τρώνε τους ανθρώπους και διασκέδαζαν με αυτό. Ή με τις ταυρομαχίες... Έλα, όμως, που δεν κερδίζει κάθε μέρα ο ταυρομάχος, το ξέρεις αυτό...

Κάνατε κάποιες συζητήσεις με συναδέλφους σας για τη δημιουργία ενός σούπερ-γκρουπ...
Λ.Μ.: Αυτό ήταν μια σκέψη, δεν βλέπω να γίνεται... Η δική μας η σκηνή είναι πολύ δύσκολη στη συνεργασία. Και το λέω εγώ που δεν έχω παίξει μια χρονιά μόνος μου, ποτέ. Θες από ανασφάλεια, θες γιατί δεν πιστεύω στον εαυτό μου, θες επειδή είμαι μαθημένος από τα συγκροτήματα και θέλω να μοιράζομαι τα πάντα, θες επειδή δε θέλω πολλά λεφτά αλλά μόνο τα μισά; Όπως θες παρ’ το. Αποδεδειγμένα υπήρξε μια εποχή που έφερνα πολύ κόσμο αλλά και πάλι δεν έπαιξα μόνος. Είναι κάποιοι που δεν παίζουν με άλλους, δεν ξέρω γιατί. Δε θέλω να πω ονόματα, ο καθένας νομίζει ότι είναι αυτός και κανένας άλλος ή νομίζει ότι δεν μπορεί να ταυτιστεί με κανέναν άλλο. Κακό αυτό, είναι το μοναδικό πράγμα που με στενοχωρεί πολύ. Υπάρχουν άνθρωποι τους οποίους έχω θερμοπαρακαλέσει – τόσο μαλάκας είμαι, τόσο κακός, τόσο δεν τους αρέσω; Τους έχουν παρακαλέσει κι άλλοι όμως... Αυτοί που μαζεύονται, μαζεύονται αλλά οι άλλοι παίζουν μόνοι τους. Κάτσε και σκέψου και θα καταλάβεις ποιοι είναι από μόνος σου, φαίνεται... Πάντως όσοι έπαιξαν μαζί μου, από την πλευρά του χαβαλέ και του πώς περάσαμε, όταν τελείωνε η συνεργασία έλεγαν ότι θα τη θυμούνται για πάντα. Κι εγώ το ίδιο. Έτσι λειτουργώ εγώ, δεν πάω να κάνω δουλειά, προσπαθώ να περνάμε καλά. Είμαστε όλοι μες στο χαβαλέ και αυτό τους τρελαίνει, ζητάνε να το ξανακάνουμε. Φέτος θα είμαι στην Ακτή Πειραιώς, παρέα με τους Στόκα, Μπουλά, Ζουγανέλη, θα ξανακάνουμε αυτό το ωραίο πράγμα που κάναμε πριν κάποιο καιρό. Και θα κάνω και τον καινούργιο δίσκο του Δημήτρη Μπάση.

Και, κλείνοντας, ως φαν των Beatles, είστε με τη μεριά του Lennon ή του McCartney;
Λ.Μ.: Μου άρεσαν πολύ οι Beatles αν και δεν ήμουν ιδιαίτερα φαν. Ο McCartney είναι πιο μουσικός ενώ ο Lennon πιο ποιητής.

 
Οι απόψεις και οι σκέψεις των συνεργατών του Ορφέα δεν ταυτίζονται απαραίτητα με τη γνώμη του περιοδικού.
Απαγορεύεται αυστηρά η χρήση και η αναδημοσίευση του συνόλου ή μέρους των άρθρων του Ορφέα, χωρίς προηγούμενη άδεια των υπευθύνων του περιοδικού και του συντάκτη και χωρίς ταυτόχρονη αναφορά της επωνυμίας του περιοδικού, του ονοματεπωνύμου του συντάκτη και του ακριβούς συνδέσμου του άρθρου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΥ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΧΟΛΙΑ

RSS

ΤΑ ΠΙΟ ΔΙΑΒΑΣΜΕΝΑ (90d)

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

ΕΙΠΑΝ - ΕΓΡΑΨΑΝ

Η αίσθηση του ανεκπλήρωτου όταν είχαμε πετύχει, φιλοδοξίες, τύψεις, γενναιότητες, που σαν μεγεθυντικοί φακοί μεγάλωναν ως το άπειρο τον ελάχιστο εαυτό μας και δεν είδαμε τίποτα απ’ τον απέραντο κόσμο.
Τάσος Λειβαδίτης

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ / ΑΥΡΙΟ

18/7/1998 Έφυγε από τη ζωή νικημένη από τον καρκίνο η ερμηνεύτρια Φλέρυ Νταντωνάκη

ΤΥΧΑΙΑ TAGS