137 αναγνώστες online
Find us on FacebookJoin us on Facebook
sideBar



Σαββέρια Μαργιολά - «Αλισάχνη»

ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ «Τι έχω να χάσω»

Τάσος Π. Καραντής
Τάσος Π. Καραντής
Πρώτη Παρουσίαση
ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ - «Τι έχω να χάσω»
26.05.2019
Ορφέας | Main Feed
Δώρα Παπαδοπούλου

Μερικά πράγματα δε χρειάζονται ούτε προλόγους, ούτε εισαγωγές, ούτε συστάσεις. Μιλούν από μόνα τους. Η κουβέντα μου με τη Μάρθα Φριντζήλα ήταν αναμφίβολα μία παράσταση για ένα ρόλο, για μία φωνή, δίχως ορχήστρα. Ρόλο δύσκολο, μα ανατρεπτικό και συμβολικό και ευαίσθητο μαζί. Και ήταν τόσο δυνατό το σενάριο που δυσκολεύτηκα να δώσω το βραβείο σε έναν από τους πέντε - έξι υποψήφιους τίτλους για το κείμενο, διαλέγοντας τελικά μάλλον κάτι τυπικό. Τη στιγμή που θα διαβάζετε τις τελευταίες γραμμές αυτής της συνέντευξης, εύκολα θα παραδεχθείτε πως έχω δίκιο. Της ζήτησα να τελειώσουμε την κουβέντα μας με μία ευχή για το τραγούδι. Δε βρήκε μία πρόχειρη, προτίμησε ένα γεγονός. Έχω όμως εγώ μία για εκείνη. Η εικόνα του λεωφορείου να μην ξεθωριάσει ποτέ!

Θα σας καλωσορίσουμε με χαρά στον Ορφέα, λέγοντάς σας πως οι αναγνώστες δε θα ξεφυλλίσουν τις σελίδες αυτής της συνέντευξης αλλά θα «πλοηγηθούν» στην κουβέντα μας. Πως νιώθετε που δίνετε μία συνέντευξη σε ένα αποκλειστικά διαδικτυακό περιοδικό. Πιστεύετε στο διαδίκτυο;
Μ.Φ.: Δεν ξέρω αν πιστεύω στο διαδίκτυο, παλιότερα πίστευα πάρα πολύ, ήμουν αυτό που λέμε «φανατική». Συνεχίζω βέβαια να ενημερώνομαι και ασχολούμαι αρκετά με το σπορ. Ξέρετε, για την δική μας δουλειά, το διαδίκτυο ήταν και συνεχίζει να είναι πολύ χρήσιμο μέσο προβολής και διαφήμισης. Όλα αυτά τα χρόνια που δεν είχα προσωπική δισκογραφία ανακάλυπτα ηχογραφήσεις και βίντεο από τις ζωντανές μας εμφανίσεις, πράγμα που μας βοήθησε πάρα πολύ και μας σύστησε σε πολύ κόσμο. Ακόμα κι αυτές οι κακές βιντεοσκοπήσεις από τις κάμερες των κινητών τηλεφώνων έφεραν πολλούς στις συναυλίες μας. Το «συμπαθώ» λοιπόν το διαδίκτυο και περνάω αρκετό από τον ελεύθερο χρόνο μου ψάχνοντας τους θησαυρούς του. Έχω δώσει και κάποιες συνεντεύξεις σε διαδικτυακά περιοδικά και ραδιόφωνα. Μου είναι οικείο. Ίσως πιο οικείο από μια εφημερίδα. Τώρα που το σκέφτομαι, μου φαίνεται μικρότερη η έκθεση στο Internet γιατί εκεί είναι όλοι εκτεθειμένοι.

Το ευρύ κοινό σας γνώρισε στο πλευρό του Θανάση Παπακωνσταντίνου. Σίγουρα εισπράξατε πολλά από τη συνεργασία αυτή. Τι είναι αυτό που θυμάστε περισσότερο; Θα επιδιώκατε ή θα βλέπατε θετικά μία νέα σύμπραξη με το Θανάση Παπακωνσταντίνου ή θεωρείτε πως είναι ένας κύκλος που έκλεισε οριστικά;
Μ.Φ.: Έχω πει πολλές φορές πως δεν κλείνω τους κύκλους, μόνο τους ανοίγω. Όταν συνεργάζεσαι καλά και τα αποτελέσματα της συνεργασίας είναι αξιόλογα δεν μπορείς να την διαγράψεις. Είναι φυσικό να κουραστείς και να θέλεις ν’ απομακρυνθείς όταν τα πράγματα αρχίσουν να γίνονται χωρίς ενθουσιασμό, αλλά είμαστε άνθρωποι.
Μπορεί η μοίρα να μας ξαναφέρει κοντά. Για αυτά αποφασίζει ο χρόνος και οι συγκυρίες.

Ξεκινήσατε το θέατρο και το τραγούδι παράλληλα. Εξακολουθείτε και το κάνετε ως σήμερα, κάτι αρκετά ασυνήθιστο, δεν το κάνουν πολλοί, δεν είναι εύκολο πράγμα οι παράλληλες διαδρομές, όσο κι αν είναι ζηλευτές. Πως είναι αυτή η νοερή καθημερινή σας διαδρομή ανάμεσα στο θέατρο και το τραγούδι; Αν φανταστείτε τον εαυτό σας σε ένα λεωφορείο που κάνει τη διαδρομή τραγούδι – θέατρο και πάλι πίσω, τι νομίζετε πως θα βλέπατε από το παράθυρο;
Μ.Φ.: Τι ωραία ερώτηση. Νομίζω πως θα έβλεπα την ίδια εικόνα αλλά δεν θα σας τη πω γιατί δεν θα έχει ενδιαφέρον για κανέναν άλλον εκτός από μένα. Εξάλλου οι εικόνες που βλέπουν οι άλλοι μέσα από τις δικές μας διαδρομές είναι πιο πολύτιμες.

Μιλήστε μας λίγο για τη θεατρική σας ομάδα το «Δρόμο με Δέντρα» και το στέκι σας τον «Κρατήρα» που κυριολεκτικά και μεταφορικά φτιάξατε με τις δικές σας δυνάμεις. Θα ήθελα να ακούσω από εσάς, πως εμπνευστήκατε και πραγματοποιήσατε όλο αυτό το εγχείρημα. Προφανώς κάτι δυνατό σημαίνει για εσάς ...
Μ.Φ.: Ο Κρατήρας ξεκίνησε από την ανάγκη κάποιων ομάδων για χώρο εργασίας. Σιγά σιγά οι ομάδες αυτές άρχισαν να παρουσιάζουν την δουλειά τους, αργότερα άρχισαν τα μαθήματα, τα σεμινάρια, ο Καραγκιόζης, τα παζάρια, οι προβολές και οι εκθέσεις. Τίποτα δεν ξεκίνησε μεγαλόπνοα αλλά από ανάγκη, ίσως γι’ αυτό απέκτησε πολλούς υποστηρικτές και φίλους. Ο Κρατήρας δυστυχώς δεν λειτουργεί από το καλοκαίρι για τεχνικούς λόγους. Παρουσίασε προβλήματα στατικότητας και τώρα γίνονται εργασίες. Έτσι μείναμε άστεγοι. Συνεχίζουμε βέβαια να συναντιόμαστε και να δουλεύουμε σε σπίτια και σε χώρους φίλων, αλλά τίποτα δεν συγκρίνεται με το «σπίτι» μας. Δεν γνωρίζουμε πότε και αν θα ξαναμπούμε εκεί, οι ιδιοκτήτες του χώρου θα αποφασίσουν. Ναι, ο Κρατήρας για μένα ήταν πολύ σημαντικός.

Ο «Δρόμος με Δέντρα» είναι μία αντίδραση στην αποξένωση που υπάρχει στην εποχή μας; Υπάρχει χώρος για ομάδες φίλων και συνεργατών που θέλουν να δημιουργούν μαζί σε μια εποχή που έχει επικρατήσει το δόγμα «ο καθένας μόνος του» και που για πολλούς είναι και το ζητούμενο;
Μ.Φ.
: Αυτό θεωρώ είναι ένα φαινόμενο πρόσκαιρο που το γεννά η ανασφάλεια και ο εγωισμός. Όποιος δεν έχει λόγο σοβαρό να υπάρχει με το έργο του, φοβάται την έκθεση και κατ’ επέκταση την σύγκριση. Έτσι, προσπαθεί να πείσει τους άλλους πως αποτελεί εξαίρεση και κανείς δεν τον καταλαβαίνει. Τόσο απλοϊκό μου φαίνεται το δόγμα «ο καθένας μόνος του». Ούτως ή άλλως μόνοι μας είμαστε, το θέμα δεν είναι πως θα παραμείνουμε μόνοι αλλά πως θα φτιάξουμε κοινωνίες και οικογένειες. Αυτή είναι η επιταγή της εποχής μας και της κάθε εποχής μάλλον. Όπως λέει και ο λαός «Ένας κούκος δεν φέρνει την άνοιξη».

Πως βλέπετε το θέατρο στις μέρες μας; Πολλές οι θεατρικές σκηνές, δύσκολη οικονομικά η συγκυρία για τους πολλούς. Μπορεί το θέατρο να εκφράσει ιδέες και αξίες, έχει προτάσεις; Είναι ένα μέσο που μπορεί να αφυπνίσει συνειδήσεις ή κινείται στη σφαίρα του απλού διασκεδαστή;
Μ.Φ.: Ο ρόλος του θεάτρου στην κοινωνία είναι ακριβώς αυτός: η αφύπνιση των συνειδήσεων και η ψυχαγωγία. Τον ρόλο του διασκεδαστή τον κρατά η τηλεόραση και το κάνει πολύ κακά. Είναι παρήγορο το γεγονός ότι υπάρχουν τόσες θεατρικές σκηνές στην Αθήνα, μπορεί να σημαίνει πως πολλοί άνθρωποι θέλουν να μιλήσουν και φτιάχνουν το βήμα τους για να το κάνουν. Μακάρι να έχουν πράγματι κάτι να πουν. Και μακάρι ο κόσμος να αρχίσει να πηγαίνει στο θέατρο επιτέλους σ’ αυτήν την χώρα. Είναι λίγοι αυτοί που πηγαίνουν στο θέατρο. Και δικαιολογίες του στυλ «τι να πας να δεις, όλα χάλια είναι» τις ακούω βερεσέ. Όταν περνάμε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μας μπροστά στην τηλεόραση δεν μπορούμε να έχουμε και άποψη.

Για να πάμε αβίαστα από το θέατρο στη μουσική, «Δρόμο με Δέντρα», Baumstrasse στη Γερμανική, ονομάσατε και τον πρώτο σας προσωπικό δίσκο, δικό σας και του συζύγου σας Βασίλη Μαντζούκη, προφανώς εμπνεόμενη από τη θεατρική σας ομάδα. Από τα γραφόμενα στο ένθετο του δίσκου, φαίνεται πως το υλικό αυτό ήταν μία προσωπική και οικογενειακή υπόθεση που ξαφνικά ένιωσε ή καλύτερα νιώσατε την ανάγκη να βγει προς τα έξω. Μιλήστε μας λίγο για το δίσκο αυτό. Τι εισπράξατε από την μουσική εξωτερίκευση των προσωπικών σας βιωμάτων;
Μ.Φ.: Για το όνομα της ομάδας εμπνευστήκαμε από έναν πίνακα του Paul Klee με τον ίδιο τίτλο και στην συνέχεια ονομάσαμε έτσι τον δίσκο μας αλλά και το studio μας. Πιστεύω πως κάθε δίσκος αποτελεί την μουσική εξωτερίκευση των προσωπικών μας βιωμάτων. Ένας τόσο προσωπικός δίσκος όμως σαν το Baumstrasse είναι ένα σόναρ που αναζητά τους συγγενείς του μέσα στο σκοτάδι.

Έχετε πει πως τα πρώτα χρόνια ζούσατε από το τραγούδι. Πως ήταν αυτό που συντηρούσε, οικονομικά εννοώ, τη σχολή σας, δηλαδή στην ουσία το πάθος και την αγάπη σας για το θέατρο. Σε κάποια άλλη φάση ίσως να συνέβη το αντίθετο. Τελικά, πάντα χρειαζόμαστε κάτι που γνωρίζουμε καλά, να συντηρεί αυτό που αγαπάμε; Μήπως είστε πολύ τυχερή που τυχαίνει να αγαπάτε και τα δύο;
Μ.Φ.: Χρειαζόμαστε κάτι που αγαπάμε πολύ για να συντηρούμε αυτό που αγαπάμε πολύ. Αισθάνομαι τυχερή που κάνω την δουλειά που διάλεξα και έχω καταφέρει να ζω απ’ αυτήν.

Στην ερμηνεία σας υπάρχουν θεατρικά στοιχεία, είναι κάτι που φαίνεται και είναι και λογικό. Στην υποκριτική σας, υπάρχει μελωδικότητα;
Μ.Φ.: Δεν το έχω σκεφτεί ποτέ. Στις παραστάσεις που σκηνοθετώ πάντως η μουσική παίζει πολύ σημαντικό ρόλο. Όπως έχει πει και η Madame de Stael: «Ένα περιστατικό, όποιο κι αν είναι, όταν αναγγέλλεται με μουσική, προξενεί πάντοτε συγκίνηση». Πιστεύω όσο τίποτε στην δύναμη της μουσικής.

Ως προς τα μουσικά μας γούστα και τις μουσικές μας επιλογές, νομίζετε πως είμαστε απόλυτα «τηλεκατευθυνόμενοι», όπως έχετε πει παλιότερα σε συνέντευξή σας, ή η νέα γενιά κάνει την επανάστασή της και ακούει τελικά «ότι γουστάρει»; Πόσο μπορούμε να ελπίζουμε πως θα ακουστεί αυτό που πραγματικά αξίζει;
Μ.Φ.: Συνεχίζω να νομίζω πως η πλειοψηφία είναι απόλυτα τηλεκατευθυνόμενη. Η κάθε νέα γενιά πάντα κάνει την «επανάστασή» της και ακούει τελικά ό,τι γουστάρει. Το θέμα είναι αν αυτό που γουστάρει είναι στ’ αλήθεια επιλογή της. Και κατά πόσο αυτή η επιλογή πραγματικά αξίζει. Οι πωλήσεις των δίσκων, οι ακροαματικότητες και τα εκατομμύρια sms στις ψηφοφορίες των τηλεοπτικών talent shows δείχνουν πως η νέα γενιά ακούει Βέρτη και Κοκκίνου, και στην καλύτερη περίπτωση Χατζηγιάννη. Πάντα υπάρχει κι ένα ποσοστό πολύ μικρό που ψάχνεται και επιμένει. Και ό,τι αξίζει θα το αναζητήσει και δεν θα περιμένει να του το φορέσουνε.

Τα δικά σας μουσικά γούστα;
Μ.Φ.: Δεν αντέχω την μουσική των Άνδεων και τα Kέλτικα. Δεν ακούω σκυλάδικα, δεν άκουγα ποτέ Τρύπες και Ξύλινα σπαθιά, δεν μου αρέσει η Madonna, η Celine Dion και η Mariah Carey και πλήττω αφόρητα με τον Σπανουδάκη, τους Pink Martini, τους Tiger Lillies και τον Jean Michel Jarre. Στο σπίτι μου ακούμε περισσότερο κλασική μουσική -αραβική και δυτική-, Χατζιδάκι, Μπέλλου, παραδοσιακά και η αδυναμία μου είναι o Kurt Weil και ο Tom Waits.

Το καλοκαίρι του 2007 συμμετείχατε στις παραστάσεις «Τραγούδια για τσίλιες… και μία νύχτες» στο Ηρώδειο μαζί με το Γιώργο Νταλάρα και άλλους καλλιτέχνες σε επιμέλεια του Παναγιώτη Κουνάδη. Δύο συναυλίες με concept τις ουσίες και την αναφορά τους στο τραγούδι, που συζητήθηκαν πολύ και προκάλεσαν αντιδράσεις. Εμείς που βρεθήκαμε στο θέατρο, είδαμε κόσμο στο διάλειμμα να απαιτεί ακόμη και την άμεση διακοπή των συναυλιών. Είμαστε πια τόσο συντηρητικοί ως κοινωνία που δε μπορούμε ούτε να διακρίνουμε ιστορικά και κοινωνικά στοιχεία μέσα από την τέχνη;
Μ.Φ.: Ναι.

Κατά τα άλλα, τι έχετε κρατήσει από τις παραστάσεις αυτές; Πως ήταν η συνεργασία σας με το Γιώργο Νταλάρα;
Μ.Φ.: Η συνεργασία μου με τον Γιώργο Νταλάρα ήταν από όλες τις απόψεις άψογη. Αυτό που έχω κρατήσει από τις παραστάσεις αυτές είναι η συγκίνηση που ένιωσα τραγουδώντας την «Ταμπακέρα» ενώ στα βράχια προβαλλόταν η φωτογραφία της Μαρίκας Νίνου.

Για να επανέλθω στο ρόλο του διαδικτύου στη μουσική, υπάρχουν, ας μου επιτραπεί, δύο «σχολές». Εκείνοι που βλέπουν μόνο τη ζημιά που έχει επιφέρει η διαδικτυακή πειρατεία στην τσέπη των δισκογραφικών και των καλλιτεχνών και οι άλλοι που το θεωρούν ως το πρώτο και διαρκώς ανερχόμενο μέσο για την ανάδειξη των τραγουδιών και των προσώπων. Σίγουρα η αλήθεια είναι κάπου στη μέση. Υπάρχει τρόπος να κάνουμε την πλάστιγγα να γύρει προς τη μία, την «καλή» πλευρά; Οι καλλιτέχνες μπορούν να συμβάλλουν σε αυτό;
Μ.Φ.: Την κακή πλευρά δεν την έχω γνωρίσει γιατί όπως σας είπα δεν έχω προσωπική δισκογραφία ώστε να έχω ζημιωθεί. Την ζημιά την έπαθαν οι δισκογραφικές εταιρίες και οι καλλιτέχνες με τα μεγάλα ποσοστά από τις πωλήσεις. Εμείς οι «μικροί» τι είχαμε τι χάσαμε. Καλό θα ήταν πάντως οι Έλληνες καλλιτέχνες να συσπειρωθούν επιτέλους, όχι για να πολεμήσουν το διαδίκτυο, αλλά για να το χρησιμοποιήσουν για την δουλειά τους. Έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε εχθρούς κι εκεί που δεν υπάρχουν. Η βλακεία και η αμορφωσιά είναι ο εχθρός, όχι το Internet. Τα πιο ενδιαφέροντα πράγματα που άκουσα τον τελευταίο χρόνο τα άκουσα από το myspace. Υπέροχες μουσικές, βασανισμένες και αξιόλογες, καλλιτέχνες με σοβαρό λόγο και όραμα και χωρίς δισκογραφία.

Η συνύπαρξή σας με την Τάνια Τσανακλίδου την περασμένη χρονιά άφησε πίσω της μία –κατά γενική ομολογία- πετυχημένη παράσταση. Σε εσάς και την Τάνια μπορεί να βρει κανείς πολλά κοινά. Πόσο εύκολα μπορούν να συνυπάρξουν στην ίδια σκηνή δύο «γυναικείοι ρόλοι»; Υπάρχει άραγε κάποιο μυστικό;
Μ.Φ.: Η Τάνια ανήκει σ’ αυτήν την κατηγορία γυναικών που ο κόσμος τις λέει «αντράκια», γιατί ξέρει να μοιράζεται, δίνει χώρο στους ανθρώπους δίπλα της και δεν φοβάται την έκθεση. Η απάντησή μου λοιπόν σ’ αυτήν την ερώτηση είναι πως ναι, είναι εύκολο να συνυπάρξουν δυο γυναίκες στην ίδια σκηνή εφόσον δεν είναι ανασφαλείς και φοβιτσιάρες.

Πριν κουβεντιάσουμε για τη νέα σας δουλειά με την οποία θα ήθελα και να κλείσουμε τη συνέντευξη, θα ήθελα να ρωτήσω αν υπάρχουν άμεσα ή απώτερα σχέδια, καλλιτεχνικά πάντα, για τους μήνες που ακολουθούν.
Μ.Φ.: Σκηνοθετώ την παράσταση «Η υπόθεση της οδού Λουρσίν» του Ευγένιου Λαμπίς που θα κάνει πρεμιέρα στις 9 Απριλίου στο θέατρο Πορεία, και από τέλος Μαρτίου θα βρίσκομαι σε περιοδεία σε ευρωπαϊκά φεστιβάλ με την παράσταση «UNA- unknown negative activity» της ομάδας Rootless Root στην οποία συμμετέχω ως performer. Για το καλοκαίρι, λέμε να κάνουμε περιοδεία την παράσταση «The kubara project II», ενώ παράλληλα με την ομάδα μου εργαζόμαστε πάνω στην Ηλέκτρα του Ευριπίδη.

Ερχόμαστε λοιπόν, στην τελευταία σας δουλειά, το διπλό cd «Δύο νύχτες στα Μέγαρα» που κυκλοφορεί εδώ και λίγο καιρό. Για όσους δε γνωρίζουν, πρόκειται για τη δισκογραφική έκδοση των δύο συναυλιών σας που δόθηκαν το Σεπτέμβρη στο Αίθριο του Μεγάρου Μουσικής στην Αθήνα. Το πρώτο cd τιτλοφορείται «The Kubara Project» με τραγουδια που ακούστηκαν και στις ομότιτλες παραστάσεις, ενώ το δεύτερο «Παράδοση κατ΄οίκον» με κυρίως παραδοσιακές διασκευές. Θα συστήσετε αυτή την, ιδιαίτερη και σημαντική, θα έλεγα, δουλειά στους αναγνώστες μας;
Μ.Φ.: Οι «Δυο νύχτες στα Μέγαρα» είναι μια συλλογή από πολύ ωραία τραγούδια που παίζουμε εδώ και χρόνια στις εμφανίσεις μας και ήρθε η στιγμή να καταγραφούν. Ο πρώτος δίσκος με τίτλο «The kubara project» είναι ένας δίσκος με πραγματικά λαϊκά τραγούδια, όχι όμως με την έννοια που έχει επικρατήσει για το τι είναι λαϊκό. Σκέφτομαι ότι κάποτε ο κόσμος χόρευε την Maruzzela στις γιορτές και τραγουδούσε Σουγιούλ και Γούναρη. Μιλάμε για πολύ μεγάλες επιτυχίες. Πώς έφτασαν τα τραγούδια αυτά να θεωρούνται βαριά κουλτούρα δεν μπορώ να καταλάβω. Εμείς προσπαθούμε να τα ξανασυστήσουμε ως λαϊκά. Ο δεύτερος τώρα δίσκος με τίτλο «Παράδοση κατ’ οίκον» είναι μια επιλογή από παραδοσιακά τραγούδια από όλη την Ελλάδα, την Καππαδοκία, τον Πόντο και την Κύπρο που εδώ και πολλά χρόνια τα τραγουδάω σε συναυλίες και πάντα ήθελα να τα έχω σε δίσκο όλα μαζί. Ήταν πολύ δύσκολο να επιλέξουμε ποια τραγούδια θα μπούνε τελικά σ’ αυτόν τον δίσκο γιατί η παραδοσιακή μουσική είναι ένα πηγάδι αστείρευτο απ’ όπου μπορείς να αντλείς συνεχώς. Θα μπορούσα να βγάλω σαράντα δίσκους με παραδοσιακά, τόσο μεγάλη είναι η αγάπη μου, αλλά θα άφηνα έτσι στην άκρη πολύ μεγάλους σύγχρονους συνθέτες όπως ο Kurt Weil και o Χατζιδάκις. Αυτός ο διπλός δίσκος είναι θα μπορούσα να πω μια παρουσίαση των τραγουδιών που μου αρέσει να τραγουδάω όταν βρίσκομαι με τους φίλους και την οικογένειά μου.

Φαίνεται, από το αποτέλεσμα, πως το concept των συναυλιών αυτών είχε πολλές μουσικές αναζητήσεις στην προετοιμασία του. Πως καταφέρατε χωρέσατε σε μία ολιγόωρη παράσταση Σουγιούλ και Χατζιδάκι, Λάγιο και Kurt Weil, Θανάση Παπακωνσταντίνου και Ζαμπέτα, Γεωγακοπούλου, Carosone και παραδοσιακά; Δε φοβηθήκατε πως το αποτέλεσμα θα μπορούσε να είναι ετερόκλητο; Τελικά η μουσική είναι τόσο ενιαία;
Μ.Φ.: Ναι. Η καλή μουσική είναι μία. Ούτε στιγμή δεν μας πέρασε από το μυαλό πως κάτι μπορεί να μην ταιριάζει. Όπως όταν με την παρέα μας πιάνουμε το τραγούδι και δεν περιοριζόμαστε σε ένα είδος, αλλά ο συνειρμός μας ταξιδεύει από τον Χατζιδάκι στον Λάγιο κι από κει στον Ζαμπέτα και τον Renato Carosone χωρίς ενοχές, κάπως έτσι φτιάχνουμε και τις παραστάσεις μας. Σ’ αυτό βοηθά η σχέση που έχουμε μεταξύ μας και ο χρόνος που περνάμε μαζί. Θα μου ήταν δύσκολο να φτιάξω μόνη μου ένα πρόγραμμα και μετά να βρω μουσικούς να το παίξουν. Όχι, δεν θα μου ήταν δύσκολο, απλά προτιμώ χίλιες φορές τον άλλο τρόπο.

Η παραδοσιακή μουσική είναι ροκ;
Μ.Φ.: Και rock είναι και jazz και funky και punk ανάλογα από ποια σκοπιά την κοιτάς. Η παράδοση είναι η άμυνα του σύγχρονου ανθρώπου στην αυτοματοποίηση και την ισοπέδωση γιατί αντλεί το υλικό της από τον μύθο, το ισχυρότερο όπλο που ανακάλυψε ο άνθρωπος.

Ποια είναι η γνώμη σας για τις επανεκτελέσεις γνωστών τραγουδιών και τις δισκογραφικές εκδόσεις των συναυλιών; Έχουμε κατά κόρον τέτοιες εκδόσεις τα τελευταία χρόνια. Κάτω από ποιες προϋποθέσεις μπορούν να προωθούν το τραγούδι και όχι απλά να το θυμίζουν;
Μ.Φ.: Αν η πρόθεση του καλλιτέχνη είναι να συστήσει το τραγούδι και όχι να συστηθεί αυτός για ακόμα μια φορά, τότε υπάρχει λόγος να γίνονται επανεκτελέσεις. Αυτό που συμβαίνει όμως κατά κόρον είναι να επιλέγουν οι τραγουδιστές τα μεγάλα σουξέ κι όχι τα κρυμμένα. Δεν πιστεύω δηλαδή πως η «Πριγκηπέσσα» του Μάλαμα είχε τόση ανάγκη από επανεκτέλεση γιατί ήταν ένα ήδη πολυπαιγμένο τραγούδι. Και τελικά, είχε την μοίρα του «ζεϊμπέκικου της Ευδοκίας», που δεν μπορούμε πια να το παίξουμε γιατί κουραστήκαμε να το ακούμε. Όσο για τις ζωντανές ηχογραφήσεις, το καταλαβαίνω που είναι τόσο συχνές. Παλιά, ο κόσμος μάθαινε το τραγούδι από τον δίσκο και πήγαινε να το ακούσει στην συναυλία ή στο μαγαζί. Τώρα, που δεν αγοράζουμε πια δίσκους, ακούμε τα τραγούδια στην συναυλία ή στο μαγαζί και μετά τα αναζητάμε.

Τι σημαίνουν για εσάς τα Μέγαρα;
Μ.Φ.: Πέρα από το λογοπαίγνιο που όλοι κάναμε κάποια στιγμή κι εμείς απλά το πήγαμε λίγο παραπέρα κατοχυρώνοντάς το, το Μέγαρο Μουσικής είναι ένας χώρος που σου παρέχει τον καλύτερο τεχνικό εξοπλισμό και είναι ιδανικός για μουσικές παραστάσεις. Έχω δει καλές, μέτριες και κακές παραστάσεις στο Μέγαρο άλλα όλες είχαν καλά μηχανήματα. Δυστυχώς είναι από τους ελάχιστους χώρους στην Ελλάδα που μπορείς να ακούσεις καλή μουσική υπό τις καλύτερες συνθήκες. Τα Μέγαρα για μένα από παιδί ήταν το σημάδι ότι φτάνουμε επιτέλους στην Ελευσίνα στο σπίτι μας.

Αφού σας ευχαριστήσουμε ειλικρινά και σας ευχηθούμε καλό δρόμο στις μουσικές σας περιπλανήσεις, θα θέλατε να κλείσουμε αυτή τη συνέντευξη με μία δικιά σας ευχή για το τραγούδι;
Μ.Φ.: Δεν μου έρχεται ευχή, θα σας πω κάτι που έγραψε ο Italo Calvino: Ενώ του ετοίμαζαν το κώνειο, ο Σωκράτης μάθαινε μια μελωδία στον πλαγίαυλο. «Σε τι θα σου χρησιμεύσει;» τον ρώτησαν. «Μα να μάθω αυτή τη μελωδία πριν πεθάνω».

Οι απόψεις και οι σκέψεις των συνεργατών του Ορφέα δεν ταυτίζονται απαραίτητα με τη γνώμη του περιοδικού.
Απαγορεύεται αυστηρά η χρήση και η αναδημοσίευση του συνόλου ή μέρους των άρθρων του Ορφέα, χωρίς προηγούμενη άδεια των υπευθύνων του περιοδικού και του συντάκτη και χωρίς ταυτόχρονη αναφορά της επωνυμίας του περιοδικού, του ονοματεπωνύμου του συντάκτη και του ακριβούς συνδέσμου του άρθρου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΥ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΧΟΛΙΑ

RSS

ΤΑ ΠΙΟ ΔΙΑΒΑΣΜΕΝΑ (90d)

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

ΕΙΠΑΝ - ΕΓΡΑΨΑΝ

Εκεί που σμίγει η αγάπη των ανθρώπων είναι η πατρίδα σου.
Γιάννης Ρίτσος

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ / ΑΥΡΙΟ

Δεν έχουν καταχωρηθεί γεγονότα.

ΤΥΧΑΙΑ TAGS