93 αναγνώστες online
Find us on FacebookJoin us on Facebook
sideBar



Σαββέρια Μαργιολά - «Αλισάχνη»

ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ «Τι έχω να χάσω»

Τάσος Π. Καραντής
Τάσος Π. Καραντής
Πρώτη Παρουσίαση
ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ - «Τι έχω να χάσω»
20.07.2019
Ορφέας | Main Feed
Τάσος Π. Καραντής

Ο τραγουδιστής του «Καλημέρα Ήλιε» επανεμφανίζεται μ’ ένα προσωπικό, εφ’ όλης της ύλης, ρεσιτάλ στον ΙΑΝΟ
Ο Κώστας Σμοκοβίτης είναι μια από τις πιο χαρακτηριστικές και σημαντικές – μετρημένες στα δάχτυλα – αντρικές φωνές της γενιάς του ’70. Και βέβαια είναι ο τραγουδιστής που έχει ερμηνεύσει το τραγούδι – σύμβολο, το «Καλημέρα Ήλιε» («Θα τον μεθύσουμε τον ήλιο») του Μάνου Λοίζου!
Αυτό το Νοέμβρη (25/11) ο Κώστας Σμοκοβίτης επανεμφανίζεται μέσα από ένα προσωπικό, εφ’ όλης της ύλης, ρεσιτάλ στον ΙΑΝΟ, σε μια μοναδική βραδιά που του διοργανώνει ο ΟΡΦΕΑΣ. Με αφορμή, λοιπόν, αυτό το comeback ο Κώστας Σμοκοβίτης μιλά στον ΟΡΦΕΑ και μας ξετυλίγει το 37χρονο μουσικό οδοιπορικό του, μέσα στο οποίο βρίσκονται σπουδαίες στιγμές της ιστορίας του νεοελληνικού τραγουδιού!

Ολοκληρώνοντας τις εγκύκλιες σπουδές σου στον τόπο καταγωγής σου, τη Λαμία, οδηγήθηκες – παρά τις αντιδράσεις των εκπαιδευτικών γονιών σου – στο χώρο του ελληνικού τραγουδιού. Πρέπει να ήταν μεγάλη η αγάπη σου για το τραγούδι. Τι τη γέννησε;
Κ.Σ.: Δεν μπορείς να φανταστείς τι ρόλο μπορεί να παίξει στο μέλλον ενός ανθρώπου ένα δώρο. Όλα άρχισαν, σε ηλικία 3 ετών, όταν ο αδερφός της μητέρας μου, μου έφερε δώρο μια φυσαρμόνικα πίκολο. Κι έτσι, άρχισα να παίζω τη φυσαρμόνικα, χωρίς να μου τη διδάξει κανείς, μπήκαν οι νότες στ’ αυτιά μου! Βέβαια, είχα και βιώματα, μέσα από την οικογένεια, η μάνα μου, η κυρά – Κούλα, είχε άριστη φωνή, “το αηδόνι” τη λέγανε, είχε, μάλιστα, δημιουργήσει και χορωδίες στο σχολείο, όπου ήταν δασκάλα. Επίσης, είχα τ’ ακούσματα από το ραδιόφωνο, μελωδίες σαν το “Έχω ένα μυστικό” κι άλλα τραγούδια του Χατζιδάκι, αλλά και του Θεοδωράκη. Φυσικά, είχα και τα ακούσματα από τα καθαρόαιμα παραδοσιακά δημοτικά τραγούδια, όπως τα έπαιζαν και τα τραγουδούσαν σπουδαίοι οργανοπαίχτες και τραγουδιστές της περιοχής. Όλα αυτά προσπαθούσα να τα περάσω στη φυσαρμόνικα. Κάποια στιγμή δε, προσπαθούσα να παίξω ματζόρε και δεν μπορούσα. Ρωτάω έναν καθηγητή μουσικής και μου λέει, η φυσαρμόνικα είναι μινόρε κι εσύ προσπαθείς να παίξεις ματζόρε τραγούδι;! Άρχισα λοιπόν να ψάχνομαι περισσότερο, ήμουν αυτοδίδακτος, με οδηγούσε το αυτί και το έμφυτο. Με τη φυσαρμόνικά μου είχα γίνει η μασκότ της παρέας, πάντα μου ζητούσαν να τους παίξω κάτι στη φυσαρμόνικα.

Πότε άρχισες να τραγουδάς;
Κ.Σ.: Πρέπει να ήμουν στο Γυμνάσιο, όταν, μια φορά, μου έπεσε η φυσαρμόνικα κάτω κι έκανε μια ακίδα στα μπρούτζινα παλλόμενα γλωσσίδια που έχει. Και, καθώς συνέχισα να παίζω, η ακίδα αυτή μου δημιούργησε μια κύστη στη γλώσσα που με ταλαιπώρησε πολύ! Πήγα σε χειρούργο και μου την έκοψε, αλλά μου ξαναβγήκε! Αναγκάστηκα να πάω στον Ερυθρό Σταυρό και μου έκαναν τοπική αναισθησία για να μου αφαιρέσουν, για δεύτερη φορά, την κύστη από τη γλώσσα! Από τότε λοιπόν τη μίσησα τη φυσαρμόνικα! Να φανταστείς, ότι ξανάπαιξα, μόλις πρόπερσι, σε μια τιμητική βραδιά που διοργάνωσε για μένα ο Δήμος Λαμιέων! Αφότου παράτησα τη φυσαρμόνικα, τότε φούντωσε η λατρεία μου και το πάθος μου για το τραγούδι. Άκουγα τα τραγούδια του Ξαρχάκου, του Κουγιουμτζή, του Σπανού, όλα αυτά τα αριστουργήματα και τα δοκίμαζα στη φωνή μου. Έκανα το χέρι μου χωνί για να ακούω τη φωνή μου κι άρχισε να μου αρέσει. Άρχισα να τραγουδάω και στις παρέες μου κι έβλεπα ότι άρεσα! Βέβαια, όταν το έμαθαν αυτό οι γονείς μου, μου έκαναν πό
λεμο μέσα στο σπίτι, μη τυχόν και γίνω τραγουδιστής!

Και πότε άρχισε να σε ενδιαφέρει σοβαρά το τραγούδι και κατέβηκες στην Αθήνα;
Κ.Σ.: Ήμουν πλέον στην Ανωτέρα Σχολή Ηλεκτρονικών και την εποχή αυτή γινόταν ένας Διαγωνισμός Τραγουδιού στα πλαίσια της Πανελλήνιας Έκθεσης Λαμίας. Οπότε, οι φίλοι μου, μου έκαναν πλάκα κι έδωσαν το όνομά μου στους συμμετέχοντες, χωρίς εγώ να ξέρω τίποτα! Ήταν σοβαρός διαγωνισμός, συγκεντρώνονταν διαγωνιζόμενοι, απ’ όλη την Κεντρική Ελλάδα και γινόταν σε μια περιοχή, τα Γαλανέϊκα, όπου μαζεύονταν 20.000 κόσμος! Μαέστρος, υπεύθυνος του διαγωνισμού, ήταν ο συνθέτης Χρήστος Μουραμπάς, που ’χε γράψει μουσική σε πολλές ελληνικές ταινίες και παρουσιαστής ο Κώστας Βενετσάνος. Εγώ είχα πάει με τους φίλους μου να παρακολουθήσω το διαγωνισμό και στη πρώτη σειρά ήταν κι οι γονείς μου! Κάποια στιγμή, προς το τέλος, στο Νο 47(50 ήταν οι συμμετέχοντες), φωνάζουν τ’ όνομά μου! Εγώ τα ’χασα! Αφού ο Βενετσάνος φώναξε 2- 3 φορές τ’ όνομά μου κι εγώ δεν πήγαινα, είπε, καλά τόσο βεντέτος είναι αυτός ο Σμοκοβίτης και δεν έρχεται να τραγουδήσει;! Μόλις το άκουσα αυτό, πείσμωσα, δεν υπολόγισα τίποτα και πήγα! Λες κι ήμουν βαφτισμένος επαγγελματίας! Όλοι έπαιρναν το μικρόφωνο και βγαίναν χωρίς να πουν ποιο τραγούδι θα πούνε, σε ποιο τόνο θα το πούνε, τίποτα κι έπρεπε ο Μουραμπάς με την ορχήστρα του να τους πιάσει στο δρόμο! Εγώ πάω στο Μουραμπά και του λέω το “Μη χτυπάς” του Κηλαηδόνη που ’χει πει ο Μητσιάς το ξέρετε; Μου λέει, το ’χω ακούσει, αλλά μπορείς να μου το θυμίσεις λίγο; Του λέω, σολ ματζόρε θα το πω, του λέω τον τόνο, του θυμίζω λίγο και την εισαγωγή, συνεννοείται με την ορχήστρα και μου κάνει μια εισαγωγή, λες και θα έβγαινε ο Σαρλ Αζναβούρ μπροστά! Λέω το τραγούδι, με σιγουριά, μπροστά σε 20.000 κόσμο και στους γονείς μου! Μόλις ολοκληρώθηκε ο διαγωνισμός, είπε ο Βενετσάνος, εγώ ξέρω που πρέπει να πάει το α’ βραβείο, αλλά εσείς θα το αποφασίσετε διά βοής και χειροκροτημάτων. Πήρα το α’ βραβείο και μου είπαν ο Μουραμπάς κι ο Βενετσάνος, δεν έχεις να ζηλέψεις τίποτα απ’ τα ονόματα της Αθήνας, θα ζηλέψουν από σένα! Τους είπα, τι μου προτείνετε; Πάρε ένα εξώφυλλο δίσκου κι απ’ το πίσω μέρος γράφει τη διεύθυνση και το τηλέφωνο, κατέβα στην Αθήνα να κάνεις ακρόαση σε μια εταιρεία.

Τι ακολούθησε λοιπόν; Πως μπήκες στο χώρο του τραγουδιού και στη δισκογραφία;
Κ.Σ.: Στο σπίτι μου οι γονείς μου τα ’χαν βάψει μαύρα! Ο γιος μας τραγουδιστής;! Εγώ όμως το ’χα πάρει απόφαση. Έφτιαξα κρυφά ένα ταινιάκι, ένας φίλος μου που είχε μαγαζί με νυφικά, είχε ένα μπομπινόφωνο, πράγμα σπάνιο για την εποχή. Βρήκα λοιπόν κάποια πλεϊμπάκ με τα τραγούδια “Που ’ναι τα χρόνια”, “Κοίταξε να δεις”, “Στην Ελευσίνα μια φορά” και πήγα στο μαγαζί του και τα έγραψα με τη φωνή μου, εκεί πίσω απ’ τα νυφικά! Την έχω αυτήν την μπομπίνα. Τα πήρα μαζί, είχα επιλέξει να πάω σε δυο εταιρείες στη ΛΥΡΑ και στη ΜΙΝΟΣ και, το 1972, κατέβηκα στην Αθήνα στην αδερφή της μάνας μου, τη θεία την Ισμήνη. Ήθελα ό,τι γίνει να γίνει μέσα σε μια βδομάδα, που θα ήμουν στην Αθήνα κι έτσι ξεκίνησα από τη ΛΥΡΑ στην οδό Κριεζώτου. Παραγωγός εκεί ήταν κάποιος ονόματι Τσίρος, του έδωσα λοιπόν την μπομπίνα με έναν αέρα, θάρρος, θράσος, όπως θέλεις πέστο και του είπα, γεια σας, λέγομαι Σμοκοβίτης, τραγουδάω, αν θέλετε να με ακούσετε, ορίστε και του αφήνω το ταινιάκι. Άστο, μου είπε. Εγώ, επειδή βιαζόμουν, την άλλη μέρα του τηλεφώνησα, κύριε Τσίρο το ακούσατε;! Νεαρέ μου έχω τόσες δουλειές, μας το έφερες χτες και θέλεις να το ακούσουμε σήμερα; Την επόμενη πήγα από εκεί κι έστησα καυγά! Αν δεν το ακούσατε, φέρτε το να το πάρω! Ήταν παρών κι ο Πατσιφάς και με ρώτησε ποιος είμαι και πως λέγομαι, του εξήγησα, αλλά το πήρα, έφυγα και πήγα στη ΜΙΝΟΣ στη Χαριλάου Τρικούπη. Εκεί ήταν η Σόνια στο τηλεφωνικό κέντρο κι όπως με είδε να βγαίνω από το ασανσέρ - ήταν κι η μόδα με τα μακριά μαλλιά, καμπάνα παντελόνι και μακρύ πέτο – και να πηγαίνω προς το μέρος της, ήταν και μύωψ και πετάχτηκε σαν ελατήριο και μου είπε, καλημέρα σας κύριε Βοσκόπουλε! Παναγία μου είπα εγώ, αφού ήμουν μόνος μου στο ασανσέρ και της είπα, σε μένα μιλάτε; Ναι, δεν είστε ο κύριος Βοσκόπουλος; Όχι, Σμοκοβίτης λέγομαι! Αμέσως άλλαξε ύφος, τι θέλετε; Τραγουδάω, υπάρχει κάποιος να με ακούσει; Με έστειλε στον Σπύρο το Ράλλη. Πρόσεξε, 21 ετών ήμουν και του είπα, τραγουδάω, είμαι και φοιτητής, ακούστε με κι αν σας κάνω, καλώς, αν δεν σας κάνω, να γυρίσω στα ηλεκτρονικά μου! Μου είπε να πάω την επόμενη στο στούντιο Κολούμπια στον Περισσό για να με ακούσουν. Πήγα κι ήταν εκεί, ένας κιθαρίστας, ο Πάνος Ιατρού, ο Πυθαγόρας κι ο Ράλλης. Ηχολήπτης ήταν ο αδερφός της Νάντιας της Κωνσταντοπούλου, ο Γιώργος Κωνσταντόπουλος. Είπα το “Κοίταξε να δεις”, τους είδα ανακατεύτηκαν, μου λέει ο κιθαρίστας, αρέσεις! Κάτι άλλο; μου είπαν και τραγούδησα “Στην Ελευσίνα μια φορά”, μου ζήτησαν κι άλλο κι είπα την “Αφιλότιμη”. Αμέσως με έπιασε ο Πυθαγόρας και μου είπε, παιδί μου τα πλήρη στοιχεία σου και θα σου τηλεφωνήσουμε! Τα έδωσα κι έφυγα, ανέβηκα στη Λαμία.

Και, τελικά, υπέγραψες στη ΜΙΝΟΣ.
Κ.Σ.: Λίγες μέρες μετά κι ενώ είχα επιστρέψει στη Λαμία, χτυπάει το τηλέφωνο στο σπίτι μου και μου λέει η μάνα μου,
παιδάκι μου τηλέφωνο από την Αθήνα, κάποιος Μίνως, Μινώταυρος, δεν καταλαβαίνω τι μου λέει! Πετάχτηκα σαν ελατήριο! Με το Θεόδωρο ΔερβενιώτηΉταν ο Σπύρος ο Ράλλης και μου είπε, παιδί μου έλα για υπόθεσή σου στην εταιρεία. Κατέβηκα λοιπόν και υπέγραψα συμβόλαιο με τη ΜΙΝΟΣ. Τα πρώτα τραγούδια που ηχογράφησα, σε ενορχηστρώσεις του Θόδωρου του Δερβενιώτη, ήταν δυο επανεκτελέσεις τα “Μια Κεφαλλονίτισσα” και “Ο Χάρος βγήκε παγανιά”, όπου μου έκανε σεγόντο η Χαρούλα η Αλεξίου. Αμέσως με πήρε ο Βασίλης ο Δημητρίου και κάναμε τα “Χρυσά φτερά” της Ραλλούς Μάνου, σε στίχους του Μπόστ, μαζί με τη Χαρούλα την Αλεξίου. Τα τραγούδια αυτά κυκλοφόρησαν αργότερα, με άλλους στίχους από άλλους στιχουργούς, και τη συμμετοχή του Γιάννη Καλατζή, σε δίσκο, με τον τίτλο “Ω τι κόσμος μπαμπά”.
Με τις πρώτες αυτές ηχογραφήσεις μου στη ΜΙΝΟΣ, κατάλαβαν και το λάθος τους στη ΛΥΡΑ και το μετάνιωσαν!


Πως έγινε αυτό;
Κ.Σ.: Όλοι γράφαμε στα στούντιο της Κολούμπια κι απ’ τα μεγάφωνα ακουγόμασταν στο διάδρομο. Έτσι δεν πήραν τη Βίσση; Ήταν να πάει στη ΛΥΡΑ, την άκουσε ο Μάτσας και τους την πήρε! Καθώς έγραφα λοιπόν, είχαν στήσει αυτί και μόλις τελείωσα και βγήκα στο διάδρομο, ήταν εκεί ο Πατσιφάς, μαζί με τον Τσίρο, και με φώναξε και με ρώτησε, πως λέγεσαι παιδί μου; Σμοκοβίτης του απάντησα. Αμέσως με θυμήθηκε και γύρισε κι είπε στον Τσίρο, παλιοβλάκα, μας τον φάγανε μέσα απ’ τα χέρια μας!

Με το Μάνο ΛοίζοΜε το Λοίζο, πότε πρωτογνωρίστηκες;
Κ.Σ.: Αυτόν τον καιρό είχε φύγει ο Ράλλης από την εταιρεία κι είχε έρθει ο Αχιλλέας ο Θεοφίλου, όπου μαζί με το Μάτσα, με έστειλαν το Πάσχα του 1973 στο Λοίζο για να με ακούσει. Πήγα στο σπίτι του στο Χολαργό κι αφού με άκουσε στο τραγούδι “Στην απάνω γειτονίτσα” (“Η γοργόνα”), μου έδωσε μια μπομπίνα και μου είπε, “πάρε αυτά τα τραγούδια και να τα φυλάξεις καλύτερα κι απ’ τα δυο σου μάτια”! Πρόσεξε, μου είπε, γιατί είχαμε χούντα. Την πήρα, αλλά επειδή εγώ δεν είχα μπομπινόφωνο - ο Λοίζος έγραφε τα ντέμο του στο στούντιο Κολούμπια, σε επαγγελματικές ταινίες με ταχύτητες των 7,5 & 15 – πήγα σε έναν φίλο μου που ’χε δισκοπωλείο στον Άγιο Παντελεήμονα Αχαρνών και του είπα, θα μου κάνεις ένα αντίγραφο σε κασέτα, αλλά δεν θα ακούσεις τι έχει μέσα! Πως θα το γράψω, μου είπε, θα παραμορφώσει! Θα κοιτάς από τους δείκτες των οργάνων και δεν θ’ ακούσεις τίποτα! Ήμουνα πιστός σ’ αυτό μου είπε ο Μάνος!

Την φύλαξες, δηλαδή, πράγματι, σαν τα μάτια σου την μπομπίνα αυτή του Λοίζου!
Κ.Σ.: Ναι! Και την έχω αυτήν την μπομπίνα - ντέμο με τη φωνή του Λοίζου στα τραγούδια του δίσκου “Καλημέρα Ήλιε”, έτσι όπως μου τα έδωσε για να τα μάθω. Θα την δώσω κάποια στιγμή στο Σπίτι της Κύπρου στο Μουσείο του Μάνου Λοίζου. Είναι, όπως σου είπα, επαγγελματική ταινία, γραμμένη με δωδεκάχορδη και πιάνο στο στούντιο.

Πήρες λοιπόν τα τραγούδια για να τα μάθεις. Πως προχώρησε αυτή η συνεργασία σας στο «Καλημέρα Ήλιε»;
Με το Μάνο ΛοίζοΚ.Σ.: Τα έμαθα όλα τα τραγούδια του δίσκου κι αυτά που είπε η Χαρούλα, αλλά δεν υπήρχαν, μέσα το “Καλημέρα Ήλιε” και το “Δώδεκα παιδιά”, αυτά συμπληρώθηκαν στην πορεία. Είχε έρθει καλοκαίρι κι ο Μάνος πηγαινοερχόταν Πόρτο Ράφτη – Αθήνα. Τον πήρα λοιπόν τηλέφωνο και του είπα, τα ’μαθα! Πήγαμε στο στούντιο Κολούμπια στον Περισσό και τα γράψαμε όλα με τη φωνή μου και, κατόπιν, τα πήρε, να τ’ ακούσει και να κρίνει, σε ποια είμαι καλός και ποια μου πάνε. Μετά τα μοίρασε κι έδωσε και στη Χαρούλα και ξεκινήσαμε τις τελικές ηχογραφήσεις. Οι ορχήστρες γράφτηκαν στο στούντιο του Γιάννη Σμυρναίου, Πατησίων και Σκαραμαγκά, με πάρα πολύ καλούς μουσικούς, Νικολόπουλο, Πολυκανδριώτη, Λαβράνο, Τσεμπερούλη κ.ά. Μετά, πήρε τις πολυκάναλες ταινίες με τις ορχήστρες και πήγαμε στο στούντιο Κολούμπια στον Περισσό, για να γράψουμε τις φωνές και μάλιστα, γράφαμε πότε στο στούντιο 1, πότε στο στούντιο 2 και πότε στο στούντιο 3, μεσ’ στα δέντρα, για να χάσουν τα ίχνη μας, γιατί είχαμε χούντα. Υπήρχε μυστικισμός, ο Λοίζος φοβόταν, γιατί, κάθε λίγο και λιγάκι, τον έπαιρναν στην ασφάλεια. Θυμάμαι, πριν ξεκινήσουμε να βάλουμε τις φωνές, με έπιασε ο Χριστοδούλου – με τον οποίο, απ’ όσο γνωρίζω το ‘χε απωθημένο ο Λοίζος να γράψει μαζί του – είδε μάλλον το νεαρό της ηλικίας μου, 22 χρονών ήμουν, με τράβηξε παραδίπλα και μου είπε, Κώστα παιδί μου έχεις καταλάβει τι σημαντικό έργο πρόκειται να ερμηνεύσεις; Νόμιζε, πως ένα 22χρονο παλικάρι, θα ’χει το μυαλό πάνω απ’ τη σκούφια του! Του απάντησα κύριε Χριστοδούλου, και γραφή και ανάγνωση γνωρίζω, έχω τελειώσει το “μικρό Πολυτεχνείο”, βεβαίως κι έχω καταλάβει!

Μου ’πες πως το «Δώδεκα παιδιά» και το «Καλημέρα Ήλιε» μπήκαν μετά.
Κ.Σ.: Ναι. Το “Δώδεκα παιδιά”, αφού το γράψαμε, πήγε στη λογοκρισία και μας το γύρισαν με τους απαγορευμένους στίχους. Το διόρθωσε ο Χριστοδούλου και το είπα ξανά, με τους διορθωμένους στίχους, μαζί με τη Χορωδία του Εθνικού Ωδείου του Κακίτση. Τα “Δώδεκα παιδιά” γράφτηκαν για την επιτροπή του Πολυτεχνείου, η οποία ήταν 12μελής.

1974. Διακρίνονται οι Γιάννης Μαρκόπουλος, Μελίνα Μερκούρη, Νίκος Ξυλούρης, Μάνος Λοίζος, Κώστας ΣμοκοβίτηςΚαι το «Καλημέρα Ήλιε»;
Κ.Σ.: Είχαν περάσει περίπου 10 μέρες, αφότου τα είχαμε γράψει όλα τα κομμάτια και με πήρε τηλέφωνο ο Μάνος και μου ’πε, Κώστα έχουμε στούντιο. Υπέθεσα ότι κάποια επανάληψη θα θέλει να κάνει σε ’κάνα τραγούδι ή κάτι δεν θα του άρεσε. Αλλά, όταν πήγα στο στούντιο, είδα και την ορχήστρα εκεί. Ο Μάνος καθόταν στο πιάνο και μου είπε, έλα δίπλα μου και προσπάθησε να μάθεις γρήγορα το τραγούδι που θα σου παίξω. Μοίρασε παρτιτούρες στους μουσικούς και το άκουσα 2-3 φορές με οδηγό τη φωνή του. Μόλις τέλειωσαν και φύγανε οι μουσικοί, γράψαμε τη φωνή κατευθείαν, η ερμηνεία αυτή που υπάρχει στο δίσκο, είναι αυτή, όπως το έμαθα το τραγούδι μέσα στο στούντιο! Αφού μόλις το είπα και βγήκα έξω από το στούντιο, προσπαθούσα να το τραγουδήσω και δε θυμόμουνα τη μελωδία, δεν είχα προλάβει να το χωνέψω! Ο δίσκος βγήκε, ανεπίσημα, το Δεκέμβρη του ’73, πάνω στα επεισόδια του Πολυτεχνείου κι, επίσημα, το Γενάρη του ’74. Το “Καλημέρα Ήλιε” και τα “Δώδεκα παιδιά”, παίζονταν μαζί με το “Πότε θα κάνει ξαστεριά” και τα τραγούδια του Θεοδωράκη. Μάλιστα, το “Καλημέρα Ήλιε”, κινδύνεψε να κοπεί τότε από τη λογοκρισία μαζί με τα τραγούδια του Θεοδωράκη! Συγκεκριμένα, στις αρχές του ’74, όλα τα τραγούδια του Μίκη κόπηκαν από τη λογοκρισία, ακόμα και τα ερωτικά του! Και μαζί κόπηκε και το “Καλημέρα ήλιε”, γιατί νόμιζαν ότι ήταν του Θεοδωράκη. Παρενέβη η εταιρεία στην επιτροπή λογοκρισίας και τους είπε ότι το τραγούδι δεν είναι του Θεοδωράκη αλλά του Λοίζου κι έτσι άρθηκε η απαγόρευση. Από τότε άρχισε να παίζεται στο ραδιόφωνο και θέριεψε!

Και βέβαια το «Καλημέρα Ήλιε» – αν και, γενικότερα, είναι ένα από τα δημοφιλέστερα ελληνικά τραγούδια - έγινε ο ύμνος του ΠΑΣΟΚ!
Κ.Σ.: Κι όχι μόνο! Στις αρχές, όλοι το έπαιζαν το κομμάτι 20 φορές τη μέρα! Ακουγόταν από όλα τα κομματικά γραφεία, του ΠΑΣΟΚ, του ΚΚΕ, της ΕΔΑ, αλλά και της ΝΔ! ‘Ηταν το αισιόδοξο τραγούδι. Τελικά, βέβαια, έμεινε στο ΠΑΣΟΚ, γιατί “κούμπωσε” και με τον “ήλιο”, που ήταν το έμβλημά του. Το δίσκο “Καλημέρα ήλιε”, όπως σου είπα τον γράψαμε το 1973, το ΠΑΣΟΚ, όπως είναι γνωστό, ιδρύθηκε το 1974. Όταν, βέβαια, κυκλοφόρησε ο δίσκος, ο Ανδρέας Παπανδρέου δεν ήταν στην Ελλάδα, ήταν στο εξωτερικό. Απ’ ότι όμως γνωρίζω, ήταν αισιόδοξο άτομο κι αγαπούσε τον ήλιο, το φως και τη θάλασσα. Τώρα ή είχε επιλέξει ως έμβλημα τον ήλιο και το τραγούδι ταίριαξε ως ύμνος του ΠΑΣΟΚ αφού αναφερόταν στον ήλιο ή, πιθανόν, το τραγούδι να του έδωσε την ιδέα για τον ήλιο ως έμβλημα του κόμματος. Αλλά γι’ αυτά, θα μπορούσαν να πουν περισσότερα, οι, τότε, στενοί του συνεργάτες, ο Αντώνης Λιβάνης κι ο Κίμωνας Κουλούρης.

Τι άλλο θυμάσαι από το Λοίζο;
Κ.Σ.: Τις συμβουλές του! Όταν γράφαμε στο στούντιο, τον ρώτησα, Μάνο, εγώ δεν ξέρω μουσική, να πάω να μάθω; Και γύρισε, με εκείνο το πράο και το γαλήνιο ύφος του και μου είπε, Κώστα παιδί μου, αν πας να μάθεις μουσική θα γίνεις κακός τραγουδιστής! Δεν θα ερμηνεύεις πια μέσα από την ψυχούλα σου, αυθόρμητα, αλλά θα βλέπεις και θα βαράς νότες. Έχεις ταλέντο, τ’ αρπάζει τ’ αυτί σου, βάζεις και τα δικά σου στοιχεία, από εκεί και πέρα, εσύ δεν έχεις να κάνεις τίποτα απολύτως, τ’ άλλα είναι δουλειά του συνθέτη.

Ακολούθησε, την ίδια χρονιά, η δισκογραφική συνεργασία σου με το Μίκη Θεοδωράκη («Προδομένος Λαός»). Πως προέκυψε αυτή η συνεργασία, την φορτισμένη εκείνη περίοδο της μεταπολίτευσης;
Με το Μίκη Θεοδωράκη, τη Χάρις Αλεξίου και το Βασίλη ΠαπακωνσταντίνουΚ.Σ.: Όταν ήρθε ο Μίκης από το Παρίσι, συμμετείχα σε δυο έργα του. Το ένα ήταν ο “Προδομένος Λαός – Μαντώ Μαυρογένους”, σε στίχους του Βαγγέλη Γκούφα, μαζί με τη Χαρούλα Αλεξίου, το Βασίλη Παπακωνσταντίνου και τους αείμνηστους Μάνο Κατράκη και Αλίκη Βουγιουκλάκη, το οποίο και δισκογραφήθηκε. Το άλλο, που δεν κυκλοφόρησε σε δίσκο, ήταν το έργο “Αυτό το δέντρο δεν το λέγανε υπομονή”, σε στίχους του Νότη Περγιάλη, που ανέβηκε στο θέατρο “Κάβα” στην οδό Σταδίου, απ’ το θίασο του Νίκου Χατζίσκου και της Τιτίκας Νικηφοράκη. Αυτές οι στιγμές, απ’ την ηχογράφηση αυτών των δυο έργων, όπου με διηύθυνε ο Μίκης στο στούντιο, είναι χαραγμένες στη μνήμη μου, δεν πρόκειται να φύγουν ποτέ! Όπως και με την πρώτη συναυλία που έγινε μετά τη μεταπολίτευση, το Σεπτέμβρη του ’74, στο γήπεδο του Παναθηναϊκού, την οποία την κινηματογράφησε ο Κούνδουρος(“Τραγούδια της φωτιάς”), όπου η στιγμή που με διηύθυνε ο Λοίζος κι είχε σπάσει ο κόσμος τα κάγκελα, καθώς ήταν διψασμένος μετά τη χούντα, μου ’χει μείνει ανεξίτηλη! Αισθάνομαι δικαιωμένος γι’ αυτά που ’χω κάνει.

Παράλληλα με τη δυναμική αυτή είσοδό σου στη δισκογραφία, με Λοίζο και Θεοδωράκη, συνεργάστηκες, την ίδια εποχή, και με τον Απόστολο Καλδάρα, το Γιώργο Χατζηνάσιο και το Βασίλη Δημητρίου. Συνέβη τότε αυτό που γράφει ο Λευτέρης Παπαδόπουλος για σένα, ότι δηλαδή “έγινες ένα τραγουδιστής που όλοι οι συνθέτες επιθυμούσαν να συνεργαστούν μαζί σου”;!
Κ.Σ.
: Πιθανόν θα τους άρεσα στα τραγούδια του Λοίζου και στο ότι με είχε επιλέξει κι αυτός, αλλά, λογικά, θα με πρότεινε κι η εταιρεία σε κάποιους. Πάντως, τώρα που κάθομαι και το σκέφτομαι, όλοι αυτοί οι μεγάλοι συνθέτες, με τους οποίους συνεργάστηκα τότε, με άφησαν ελεύθερο, αφού, μάλλον, θα ’χαν διαγνώσει ότι έπιανα αμέσως τον κορμό του τραγουδιού κι έβαζα και δικά μου πράγματα, τα οποία θα τους άρεσαν τελικά, γιατί, ποτέ, κανείς τους, δεν με έβαλε να κάνω κάποια επαναληπτικά ή διορθώσεις. Θυμάμαι, ο Χατζηνάσιος, μου ’χε βγάλει κι όνομα, “κλέφτη” με έλεγε, γιατί άρπαζα αμέσως τη μελωδία.

Με το Νίκο ΚαρβέλαΤραγούδησες και Νίκο Καρβέλα όμως το 1974.
Κ.Σ.: Ναι, στον πρώτο του δίσκο “Μια χαρά μια καημός”, μαζί με την Άννα Βίσση και το Δημήτρη Κοντολάζο. Εγώ τον πήγα τον Καρβέλα στη εταιρεία κι έβγαλε τα πρώτα του τραγούδια, τα οποία δεν έχουν καμιά σχέση με την μετέπειτα πορεία του.

Λίγα χρόνια μετά, το 1977, συνεργάστηκες και με τον Σταύρο Κουγιουμτζή («Τραγούδια του καιρού μας»). Πως προέκυψε αυτός ο κύκλος τραγουδιών κι η συνεργασία σου με τον Κουγιουμτζή;
Κ.Σ.: Ο Κουγιουμτζής με είχε ακούσει ήδη από το 1973, όπου είχα πάει στο σπίτι του στο Μαρούσι. Του άρεσα και ήθελε να κάνει τραγούδια μαζί μου και, μάλιστα, μπορώ να σου πω ότι επέμενε, με ήθελε. Το 1977 ήταν η τρίτη φορά που ήθελε να γράψουμε μαζί κι, ενώ τις δυο προηγούμενες φορές ήταν οι συγκυρίες τέτοιες που δεν έγινε, την τρίτη φορά η συνεργασία μας πραγματοποιήθηκε μέσα από τον κύκλο “Τραγούδια του καιρού μας”. Με το Σταύρο ΚουγιουμτζήΌπως μου είχε πει ο ίδιος, του άρεσε η ερμηνεία μου στα τραγούδια του αυτά και μάλιστα είπα και το αγαπημένο του “Θα φύγω κάποια μέρα”, ένα καταπληκτικό ζεϊμπέκικο (“Θα φύγω κάποια μέρα, θα φύγω κάποιο μήνα, την ώρα που βραδιάζει και με πονάς Αθήνα”), γιατί πάντα ο Σταύρος είχε στο μυαλό του το γυρισμό στην Καλαμαριά, κατ’ ανάγκη έμενε στην Αθήνα.

Παράλληλα, με όλη αυτήν την χρυσή δισκογραφική περίοδό σου, είχες και σημαντικές συνεργασίες, στα πλαίσια των ζωντανών εμφανίσεών σου στα νυχτερινά κέντρα και στις μπουάτ της εποχής.
Κ.Σ.: Πριν κάνω το “Καλημέρα Ήλιε”, δούλευα στην Πλάκα, με το Δώρο Γεωργιάδη, τους “Τσαρμς”, τη Λίτσα Σακελλαρίου και τη Μπέσσυ Αργυράκη, που πήγαινε σχολείο ακόμα και τη διάβαζα εγώ μέσα στο καμαρίνι φυσική! Την περίοδο 1973 – 1974 εμφανίστηκα στα καινούρια “Δειλινά”, ένα μαγαζί που χτίστηκε για την επανεμφάνιση στη νύχτα του Στέλιου Καζαντζίδη, η οποία ποτέ δεν έγινε. Τελικά, ξεκινήσαμε με σχήμα: Γιώργος Νταλάρας, Χαρούλα Αλεξίου, εγώ, η Ελπίδα, η Μαρία Ρωμανού, ο Ζαν Ρομπέρ κι η Άννα Βίσση, που μόλις είχε έρθει από την Κύπρο. Μας συνόδευε η μεγάλη ορχήστρα του Νίκου Λαβράνου, με σολίστες στο μπουζούκι το Χρήστο Νικολόπουλο και Γιάννη Μπιθικώτση. Θυμάμαι, σ’ αυτό το πρόγραμμα, έλεγε ο Γιώργος (Νταλάρας) τα “Λιανοτράγουδα” του Θεοδωράκη κι εγώ το “Καλημέρα Ήλιε” του Λοίζου κι ερχόταν η ασφάλεια, γιατί ήταν χούντα ακόμα, κι εμείς φεύγαμε απ’ τα καμαρίνια προς τη θάλασσα, για να μη μας βουτήξουνε για αυτόφωρο! Ε, μετά στρώσανε τα πράγματα, τραγούδησα και με το φίλο μου Δημήτρη Κοντολάζο στο “Στορκ” και σε άλλα κέντρα της παραλίας, αλλά και με άλλους συναδέλφους και, κατόπιν, γνώρισα τις μεγάλες δόξες της Πλάκας. Εκεί κι αν ήταν οργασμός! Μετά πήγα στην “Όμορφη Νύχτα” στο Γαλάτσι, όπου ερχόταν κόσμος που δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να πάει στα μεγάλα κέντρα. Τραγούδησα, επίσης, και στα αναψυκτήρια, που άνθισαν τότε μέσα στην Αθήνα. Είχα, μάλιστα, την ευτυχία να δουλέψω με τον Βασίλη Τσιτσάνη στο “Άλσος” του Οικονομίδη.

Με την Καίτη Γκρέϋ
Με τη Γλυκερία και τη Χριστίνα Μαραγκόζη
Με τη Μαρία ΦαραντούρηΜε το Θανάση Πολυκανδριώτη

Η έναρξη της δεκαετίας του ’80 σε βρίσκει με έναν λαϊκό δίσκο («Τριαντάφυλλο κι αγκάθι»/1981), δυο ιστορικών ονομάτων του λαϊκού μας τραγουδιού, του Θεόδωρου Δερβενιώτη και του Κώστα Βίρβου. Πως προέκυψε αυτός, ο, πιο καθαρόαιμος λαϊκός, δίσκος στην, μέχρι τότε, πιο έντεχνη καριέρα σου;
Με τον Κώστα ΒίρβοΚ.Σ.: Η επαφή μου με το Δερβενιώτη ξεκινά απ’ το 1972, όπου ενορχήστρωσε κάποιες β΄ εκτελέσεις τραγουδιών που ηχογράφησα τότε. Θυμάμαι ένα καλοκαίρι – ενώ είχα ήδη αποχωρήσει από τη ΜΙΝΟΣ – τραγουδούσα στη “Γιορτή του κρασιού” στην Αγχίαλο κι ήρθε και με βρήκε η αγαπημένη φίλη μου η Ελένη Βιτάλη και μου ’πε, σε ψάχνει ο μπάρμπα – Θόδωρος ο Δερβενιώτης και μου ’δωσε το τηλέφωνό του. Πράγματι του τηλεφώνησα και μου ’πε, ότι τώρα που είσαι ελεύθερος από τη ΜΙΝΟΣ, θέλω να κάνουμε, μαζί με το Βίρβο, μια δουλειά πάνω σου, έτσι έγινε το “Τριαντάφυλλο κι αγκάθι”. Δεν είχε βέβαια την τύχη μιας μεγάλης εταιρείας (κυκλοφόρησε από τη GENERAL), αλλά άφησε κάποια καλά λαϊκά τραγούδια. Πρέπει επίσης να σου πω, ότι την εποχή αυτή ο Δερβενιώτης ήταν πικραμένος, γιατί οι εταιρείες του ζητούσαν μόνο σκόρπια τραγούδια κι όχι ολοκληρωμένες δουλειές. Μου ’λεγε, εμένα που τους έχω γράψει τόσες επιτυχίες και τους έχω φέρει τόσα λεφτά, δεν είναι ντροπή να μου ζητάνε μόνο ένα και δυο τραγούδια; Ούτε καν τη μια πλευρά ενός δίσκου δεν μου ζητάνε να υπογράψω. Ε, αμέσως μετά απ’ το δίσκο μας, υπέγραψε την μια πλευρά ενός επιτυχημένου δίσκου του Μητσιά, το “Εξ’ αδιαιρέτου”, μαζί με το Σταμάτη Κραουνάκη, που υπέγραφε την άλλη πλευρά του δίσκου. Και, μάλιστα, έβγαλε κι επιτυχίες, όπως το “Σου ’χω έτοιμη συγγνώμη”. Μου έλεγε, λοιπόν, η γυναίκα του, ότι σε ευγνωμονούσε, γιατί ήσουν, μέσα απ’ τον κοινό σας δίσκο, η αφορμή να τον προσέξουν ξανά!

Στη δεκαετία του ’80 όμως, ως και τις αρχές της δεκαετίας του ’90, τον καθοριστικό ρόλο στη δισκογραφία σου τον έπαιξε ο συνθέτης Μιχάλης Τερζής. Έκανες έναν προσωπικό δίσκο μαζί του(«Τρελό καλοκαίρι»/1985), σε στίχους του Άκου Δασκαλόπουλου και συμμετείχες στα «Κορίτσια της Κυριακής»(1988), αλλά, μαζί με τη Γλυκερία, και στο σάουντρακ από το σήριαλ «Η Αλτάνα της Πάργας»(1990). Μίλησέ μου για την σχέση σου, μ’ αυτόν τον σεμνό κι ιδιαίτερο δημιουργό.
Κ.Σ.: Με το Μιχάλη, τον αγαπημένο μου, γνωριζόμαστε από το 1972-1973 και πάντα ήθελε να του πω τραγούδια του. Μάλιστα, όταν γνώρισε το Λοίζο, μέσω του Άκου Δασκαλόπουλου, και του μίλησε για μένα, ο Μάνος του είπε, να προσέξεις αυτόν τον τραγουδιστή, έχει απεριόριστες δυνατότητες, κοίταξε να τον εκμεταλλευτείς. Του Μιχάλη Τερζή του είπα το πρώτο τραγούδι που έγραψε το “Μικρό γιαλό”, στο δίσκο “Τα κορίτσια της Κυριακής”, καθώς και το “Χελιδόνι γεια σου”, σε στίχους του Φώντα Λάδη, στον ίδιο δίσκο. Κάναμε κι έναν ολόκληρο δίσκο μαζί, το “Τρελό καλοκαίρι”, σε στίχους του Άκου Δασκαλόπουλου. Το δίσκο αυτό και τα 12 τραγούδια, τον έγραψα σε μια μέρα, μια Καθαρά Δευτέρα, μέσα σε 8 ώρες, το ένα πίσω από τ’ άλλο! Είχε ανοίξει το λαρύγγι μου και του ’λεγα του Μιχάλη του Τερζή, φέρε μου κι άλλο τραγούδι!

Με το Χρήστο ΝικολόπουλοΤο 1990 έκανες κι έναν προσωπικό δίσκο («Όλα για σένα»), όπου για πρώτη φορά συνεργάστηκες με τρεις από τους πιο σημαντικούς σύγχρονους λαϊκούς δημιουργούς (Τάκης Σούκας, Χρήστος Νικολόπουλος, Θανάσης Πολυκανδριώτης). Πως προέκυψε αυτή η τριπλή ευτυχή συγκυρία;
Κ.Σ.: Έγινε αυτή η δουλειά στο στούντιο του Χρήστου του Νικολόπουλου. Βγήκε στην ΜΒΙ, όπου την είχε αγοράσει ο μακαρίτης ο Καγιάφας, που ήταν λάτρης του Καζαντζίδη κι είχε έρθει με όρεξη για το λαϊκό τραγούδι. Κυκλοφόρησε το δικό μου δίσκο, ένα δίσκο του Κλωναρίδη, ένα του Μπιθικώτση κι έναν διπλό του Καζαντζίδη. Δεν ξέρω, δεν είχε τη δύναμη η εταιρεία; Πάντως δεν ακούστηκε όσο έπρεπε ο δίσκος μου. Εκτός από τον Καζαντζίδη, που είναι πατριάρχης κι ότι έβγαζε, δεν χρειαζόταν τίποτα, πούλαγε, εμείς, οι υπόλοιποι, χρειαζόμασταν βοήθεια, που δεν την είχαμε, από πλευράς εταιρείας. Ευτυχώς, αυτή η δουλειά συμπεριλήφθηκε στη συλλογή μου “Η Ανεμώνα”, που κυκλοφόρησε το 2008 από τη LYRA του Γιαννίκου, ο οποίος έχει αγοράσει και την ΜΒΙ.

Με το Γιώργο ΜητσάκηΤο 1993 συμμετείχες και στην τελευταία συναυλία του Γιώργου Μητσάκη στο Βεάκειο, όπου και κυκλοφόρησε η ζωντανή ηχογράφησή της. Ποια ήταν η σχέση σου με τον αείμνηστο μεγάλο δάσκαλο του λαϊκού μας τραγουδιού;
Κ.Σ.: Είχα παίξει μαζί με το Μητσάκη σε αναψυκτήρια και συμμετείχα σε τηλεοπτικά και ραδιοφωνικά αφιερώματα που έγιναν γι’ αυτόν. Εκτιμούσε τη φωνή μου και με είχε και τον είχα στην καρδιά μου. Όσον αφορά την τελευταία του συναυλία στο Βεάκειο, όπου συμμετείχα, εκεί είδα έναν άνθρωπο πολύ απογοητευμένο, γιατί πολλοί συνάδελφοι που υπολόγιζε ότι θα έρθουν, δεν ήρθαν και πικράθηκε πολύ απ’ αυτό το γεγονός. Επίσης, σε μια τηλεοπτική εκπομπή – αφιέρωμα που έγινε γι’ αυτόν στην ΕΡΤ, λίγο πριν “βαρύνει” και “φύγει”, εκεί είπα ένα ανέκδοτο τρα
γούδι του, τα “Γιάννενα”, που έλαχε να ’ναι το τελευταίο που έγραψε ο Μητσάκης. Παρότι, δεν ήταν καλός ο ήχος, επειδή είναι ντοκουμέντο, το συμπεριέλαβαν – σε α΄ εκτέλεση με τη φωνή μου - σε μια συλλογή με τραγούδια του Μητσάκη.

Ο Λευτέρης Παπαδόπουλος, στο σημείωμά του στο ένθετο της συλλογής σου «20 ανεπανάληπτες ηχογραφήσεις»(2007), αναφέρει ότι έχεις στα σκαριά τραγούδια που σου εμπιστεύτηκε ο Γιώργος Ζαμπέτας, λίγο πριν πεθάνει. Ποια ήταν η σχέση σου με το Ζαμπέτα και τι ακριβώς είναι αυτό το υλικό;
Με το Γιώργο ΖαμπέταΚ.Σ.: Και με τον Ζαμπέτα είχα δουλέψει μαζί σε μαγαζιά, όπως στην “Παλιά Αθηναία” στον Ιππόδρομο. Πήγα σπίτι του και τον είδα όταν ήταν με τα οξυγόνα. Και του είπα ρε Γιώργο δεν έχω κάτι δικό σου(εννοούσα, ότι δεν έχω ερμηνεύσει τραγούδια σου σε πρώτη εκτέλεση). Τώρα ρε! Και μου επέλεξε 8 μελωδίες, κατά την κρίση του και μου τις έδωσε σε μια κασέτα. Τι σου είναι οι αυθεντικοί λαϊκοί άνθρωποι! Κατόπιν μου είπε, ρε Κώτσο, εσύ δεν έχεις νταλαβέρια και φιλίες και με το Γιώργαρο(τον Μητσάκη); Κάτσε να τον πάρουμε τηλέφωνο. Και τον πήρε εκεί μπροστά μου! Ρε Γιώργαρε, έχω εδώ τον Κώτσο ρε, θα του φτιάξουμε ένα δίφατσο; Συνεννοήθηκαν, λοιπόν, να πάω στον Μητσάκη, να βάλει στίχους στις 6 μελωδίες που θα επέλεγε του Ζαμπέτα και να μου γράψει και τα υπόλοιπα 6, μουσική & στίχοι και να μου κάνουν έναν δίσκο με 12 τραγούδια, Ζαμπέτας – Μητσάκης! Δυστυχώς, φύγανε κι οι δυο τους σύντομα κι έμεινα με τις 8 μελωδίες!

Και τι σκοπεύεις να κάνεις τώρα;
Κ.Σ.: Προσπάθησα να κάνω μια συνεννόηση με το γιο του Ζαμπέτα, το Μιχάλη, αλλά έφυγε κι αυτός! Θα δούμε τώρα, θα πρέπει να συνεννοηθώ με τους υπόλοιπους κληρονόμους και να βρεθεί ο κατάλληλος στιχουργός να γράψει, γιατί οι μελωδίες είναι αυθεντικός, καθαρόαιμος Ζαμπέτας. Και να σου πω και το λυπηρό της υπόθεσης; Όταν, πριν πεθάνουν, έκανα κάποιες κρούσεις σε δισκογραφικές εταιρείες, ότι έχω Ζαμπέτα και Μητσάκη, ξέρεις τι μου απάντησαν; Δεν μας ενδιαφέρουν, αυτοί είναι παλιομοδίτες!

Με το Γιώργο ΚόρροΠάντως, απ’ τις αρχές της δεκαετίας του ’90 και για μια σχεδόν 15ετία, ως πρόσφατα, ενώ, ποτέ δεν σταμάτησες εντελώς να δισκογραφείς, το τραγούδι μπήκε σε δεύτερη μοίρα. Τι ήταν αυτό που σε απογοήτευσε τόσο πολύ, ώστε να πάρεις μια τέτοια απόφαση;
Κ.Σ.: Έβλεπα ότι το τραγούδι είχε πάρει μια άλλη τροπή κι εκεί αηδίασα κι εγκατέλειψα την Αθήνα. Άρχιζε να φτηναίνει το πράγμα. Το ίδιο συνέβαινε και με τη δισκογραφία κι εγώ δεν ήθελα να ρίξω νερό στο κρασί μου! Ήθελα να κρατήσω την προίκα μου!

Ούτε εκμεταλλεύτηκες το «Καλημέρα Ήλιε», το κομμάτι που έγινε ο ύμνος μια ολόκληρης πολιτικής παράταξης, η οποία κυβέρνησε τον τόπο για μια 20ετία. Αν πήγαινες, το 1981, και τους έλεγες, εγώ είμαι ο τραγουδιστής που τραγούδησα «Θα τον μεθύσουμε τον ήλιο», δεν θα σου δινόταν μια μεγάλη ευκαιρία; Δεν το σκέφτηκες; ‘Η δεν θα το έκανες ποτέ;
Κ.Σ.: Δεν εκμεταλλεύτηκα ποτέ μου τίποτα! Είμαι υπερήφανος άνθρωπος, ποτέ μου δεν ζήτησα ούτε μισή συναυλία από το Υπουργείο Πολιτισμού. Κι ας βρεθεί κάποιος να μου πει ότι το ’κανα! Ο αείμνηστος Λουκάς Νταράλας, μέσα στις τόσες συμβουλές που μου ’δινε στα πρώτα μου βήματα, μου ’λεγε και το εξής, να ’σαι υπερήφανος κι αξιοπρεπής και να πηγαίνεις εκεί που νομίζεις ότι σ’ αγαπάνε πραγματικά. Φιλοσοφημένες κουβέντες …

Κι όλα αυτά τα χρόνια, ο ΟΤΕ, αποτέλεσε, ένα δεύτερο κομμάτι της ζωής σου …
Κ.Σ.: Ο ΟΤΕ είναι ένα άλλο κομμάτι της ζωής μου, γιατί, για 30 χρόνια, ήταν παράλληλες οι καριέρες, το πρωί ΟΤΕ, το βράδυ τραγούδι κι όλα τα υπόλοιπα, ραδιόφωνο, τηλεόραση, στούντιο κλπ. Ήταν τα δυο μεράκια μου, τα ηλεκτρονικά και το τραγούδι. Όταν με πλήγωνε το ένα, πήγαινα στο άλλο, έδινα βαρύτητα στο άλλο και τούμπαλιν.

Με την Άλκηστις ΠρωτοψάλτηΓια να ’ρθω στο σήμερα, το 2007 κυκλοφόρησε από τη ΜΙΝΟΣ ένα best off με τραγούδια σου από τη “χρυσή δεκαετία” σου, του ’70.
Κ.Σ.: Ναι, το 2007, ο Μάτσας, παρ’ όλες τις περιπέτειες που είχαμε, μου έβγαλε ένα best, όπου εκεί μέσα είναι τα 20 καλύτερά μου, από το ρεπερτόριο που ’χα στη ΜΙΝΟΣ από το 1973 ως το 1977.

Κι ακολούθησε, το 2008, η συλλογή σου (διπλό cd) «Η ανεμώνα», από τη LYRA, με υλικό των δεκαετιών ’80 & ’90. Υπάρχουν, όμως, ως bonus tracks, και τέσσερα (4) νεότερα τραγούδια. Ανάμεσά τους και το πανέμορφο «Τα παλιά τα τρένα», με το οποίο πήρες το γ’ βραβείο στο Φεστιβάλ Τραγουδιού της Θεσσαλονίκης το 1997.
Κ.Σ.: Ναι, ο Δημήτρης ο Μπρούχος, ο ποιητής από τη Θεσσαλονίκη, ήρθε και με βρήκε εδώ στα Καμένα Βούρλα, όπου ζούσα αθόρυβα κι εργαζόμουνα στον ΟΤΕ και μου είπε, σε παρακολουθώ χρόνια κι έχω γράψει ένα τραγούδι εμπνευσμένος από τη φωνή σου. Το έγραψα στο Μόναχο, καθώς έβλεπα τα παροπλισμένα τρένα. Μόνο εσύ μπορείς να το πεις, γιατί τη φωνή σου είχα στο μυαλό και στ’ αυτιά μου. Δεν ήθελα να πάρω κανένα βραβείο, ούτε είχα καμιά αξίωση, ούτε μ’ ενδιέφερε. Εμένα με ενδιαφέρει να λέω καλά τραγούδια. Με συγκίνησε το τραγούδι και πήγα στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης και το είπα. Εκεί είχα και μια περιπέτεια. Λίγες μέρες πριν το Φεστιβάλ, έκλεισε ο λαιμός μου, λαρυγγίτιδα και φαρυγγίτιδα! Πήγα σε ΩΡΛ, μου έδωσε φάρμακα, αλλά τίποτα! Μου λέει ο Μπρούχος, αν δεν μπορείς να τραγουδήσεις, εγώ θα το αποσύρω, εγώ για σένα το έγραψα το τραγούδι! Τελικά, τη μέρα του διαγωνισμού, πήγα στο νοσοκομείο και μου έκαναν ένεση κορτιζόνης! Μου είπαν, θα ανοίξει ο λαιμός σου για λίγες ώρες, θα τραγουδήσεις και μετά θα κλείσει πάλι! Έτσι το είπα και πήρα το γ’ βραβείο. Βέβαια, δεν ήταν, όπως καταλαβαίνεις, ο λαιμός μου στα καλύτερά του, γι’ αυτό το ηχογράφησα πρόσφατα και το έβαλα στη “Ανεμώνα”, για να υπάρχει δισκογραφημένο.

Με το Γιάννη Ντουνιά και τη Γιώτα ΛυδίαΈδωσες το παρών σου, ως Θεσσαλός, στο cd «Ιστορία τραγουδιού Λάρισας»(εκδ. Ιστορικού Κέντρου Λάρισας), όπου ερμηνεύεις ένα ανέκδοτο τραγούδι του Μιχάλη Τερζή («Στη Λάρισα (Φώτα πορείας)») κι ένα, παλιότερο, τραγούδι («Αθήνα – Λάρισα») του Χρήστου Γκάρτζου και του Μιχάλη Μπουρμπούλη. Πες μου την “ιστορία” αυτών των δυο τραγουδιών, για το πώς δηλαδή τα επέλεξες για να τα πεις, πέρα, φυσικά, απ’ το ότι αναφέρονται στη Λάρισα.
Κ.Σ.: Μου ζήτησαν από το Ιστορικό Κέντρο Λάρισας να συμμετάσχω φιλικά. Το τραγούδι των Γκάρτζου – Μπουρμπούλη το είχα πάντα απωθημένο να το πω και τώρα μου δόθηκε η ιδανική ευκαιρία. Αλλά και το τραγούδι του Μιχάλη Τερζή μου άρεσε, το ήξερα ότι ήταν ανέκδοτο, τους το πρότεινα και το βάλαμε κι αυτό στη συλλογή.

Συμμετέχεις και στην πρόσφατη συνεργασία του Χρήστου Νικολόπουλου με το Μανώλη Ρασούλη («Με τον Ομπάμα αντάμα»), όπου λες ένα τραγούδι «Το μανιφέστο». Πως προέκυψε αυτή η συμμετοχή;
Κ.Σ.: Μου πρότεινε ο Χρήστος ο Νικολόπουλος να συμμετάσχω και να πω το συγκεκριμένο τραγούδι. Το “Μανιφέστο”, ταιριάζει με την καλλιτεχνική και την εν γένει πορεία της ζωής μου και με εκφράζει απόλυτα!

Ετοιμάζεις κάτι νέο;
Με τον Απόστολο ΚαλδάραΚ.Σ.: Ετοιμάζω μια σύγχρονη, γνήσια λαϊκή δουλειά, που πιστεύω ότι θα αρέσει στον πολύ κόσμο, σε μουσική ενός σχετικά νέου συνθέτη, ταλαντούχου, του Βασίλη Σδούκου. Είναι δεξιοτέχνης του μπουζουκιού και συνθέτει. Τους στίχους τους υπογράφουν ο Δημήτρης Κούτρας, ο Γιάννης Νικολαίδης, ο Λάζαρος Τσόλκας και, τιμητικά, οι αγαπημένοι μου φίλοι, ο Φίλιππος Γράψας, ο Δημήτρης Ιατρόπουλος κι ο Δημήτρης Μπρούχος. Με πολλή χαρά, δέχτηκε να συμμετάσχει, σ’ ένα ντουέτο, και να τραγουδήσει μαζί μου η Πίτσα Παπαδοπούλου, την οποία τη θεωρώ μεγάλη λαϊκή τραγουδίστρια και ψυχάρα και νομίζω ότι δένουν οι φωνές μας. Την παλεύω 2 χρόνια αυτή τη δουλειά και περνάνε όλα τα κομμάτια από “ιερά εξέταση”, να ταιριάζουν στο λαιμό μου, αλλά και να με εκφράζει ο στίχος.».

Πως τον βλέπεις το χώρο του τραγουδιού τα τελευταία χρόνια;
Κ.Σ.: Έχει παραγίνει το κακό. Και τι δεν ακούμε! Τα σκουπίδια δεν μ’ ενδιαφέρουν εμένα. Βέβαια, ο χώρος είναι για όλους, δεν είμαι ρατσιστής ούτε με τα σκυλάδικα, ούτε με κανέναν. Ίσα – ίσα πρέπει να υπάρχουν όλα, για να γίνεται η σύγκριση.

Το σημερινό μοντέλο του τραγουδιστή πως το βλέπεις;
Κ.Σ.: Όταν κάναμε εμείς ακροάσεις, δεν μας κοιτάζανε, ούτε για τα ωραία μας μάτια, ούτε αν είχαμε κοιλιακούς. Αυτό που τους ενδιέφερε ήταν το εξής : τους πείθαμε γι’ αυτό που λέγαμε εκείνη την ώρα; Έψαχναν την προσωπικότητα στη φωνή, τη χροιά, την άρθρωση και, γενικά, τα στοιχεία, που πρέπει να έχει ένας τραγουδιστής. Τι να πούμε τώρα, που κρατάνε τα σκήπτρα, κάποιοι άνθρωποι που είναι άφωνοι; Ή τους ακούς να τραγουδάνε κι έχουν πρόβλημα στην άρθρωσή τους και δεν καταλαβαίνεις τι λένε; Κι όμως αυτοί οι άνθρωποι είναι η σημερινή εποχή, όπου κυριαρχεί το μάρκετινγκ κι η πασαρέλα. Έκανε καμιά πασαρέλα, ο Αγγελόπουλος; Ο Γαβαλάς; Ο Στράτος; Ο Μπιθικώτσης; Ο Καζαντζίδης; Και τώρα που είπα Καζαντζίδης, θέλεις να σου πω τι μου έλεγε ο Καζαντζίδης για το πώς πρέπει να μετράς τον καλό τραγουδιστή;
Είμαι όλος αυτιά.
Κ.Σ.: Μου έλεγε, ότι αν θέλεις να μετρήσεις έναν τραγουδιστή, πόσα απίδια πιάνει ο σάκος του, άσε τη δισκογραφία, θα πρέπει να πας να τον ακούσεις ζωντανά, όχι μια, αλλά 30 συναπτές βραδιές! Και μου εξηγούσε: Εμείς δουλεύουμε με το συναίσθημα, μπορεί να αλλάξω μια κουβέντα με τη γυναίκα μου και να είμαι φορτωμένος, να μην είμαι καλά ψυχολογικά, να μην είμαι σε ευφορία. Άλλη βραδιά μπορεί να είμαι κρυωμένος, άλλη να έχει ο ηχολήπτης τ’ αυτιά του στην ασφάλεια και να μην ακούς καλά κι αν δεν ακούει ο τραγουδιστής καλά τη φωνή του τρελαίνεται! Άλλη βραδιά μπορεί να έχει τεμπελιάσει η ορχήστρα και να μην παίζει καλά, άλλη να είναι το κοινό αδιάφορο, να μην συγκινείται και να μην συμμετέχει. Ε, θα υπάρξει και μια βραδιά απ’ τις 30, που όλα αυτά θα είνα
Με τη Βίκυ Μοσχολιούι εντάξει και τότε, κάτσε να τον απολαύσεις τον καλό τραγουδιστή, εκεί θα τον μετρήσεις!

Πως τον γνώρισες τον Καζαντζίδη;
Κ.Σ.: Μου είχε ζητήσει να μιλήσω στην εκπομπή που είχαν κάνει γι’ αυτόν οι “Ρεπόρτερς”, για το συμβόλαιό του με τη ΜΙΝΟΣ, λόγω και του δικού μου “λεόντειου συμβολαίου”, τότε, με τον Μάτσα κι ευχαριστήθηκε που ανταποκρίθηκα. Αλλά, τον είχα συναντήσει κι αρκετές φορές εδώ στα
Καμένα Βούρλα και με συμβούλευε με την πείρα του. Μιλάγαμε για ώρες και, να ξέρεις, ήταν δύσκολος άνθρωπος ο Καζαντζίδης, έπρεπε να σ’ είχε περάσει από 40 κόσκινα για να μιλήσεις μαζί του.

Πάντως βλέπω πως η στάση σου προς το χώρο του τραγουδιού, μοιάζει σε πολλά με του Καζαντζίδη!
Κ.Σ.: Προς Θεού! Δεν θέλω να παραστήσω τον Καζαντζίδη! Αλλά, πειράζει, αν τυχαίνει να συμπίπτουν οι νοοτροπίες κι οι χαρακτήρες μας; Κοίτα εγώ είμαι υπερήφανος άνθρωπος, θεωρώ πρώτιστο και κύριο να σέβομαι τον εαυτό μου και την αξιοπρέπειά μου. Ο χαρακτήρας μου δεν μου επιτρέπει να προχωράω με τα τέσσερα, όσο είμαι ζωντανός θα προχωράω με τα δύο. Ορθός! Σ’ αυτά τα 37 χρόνια βγήκα αλώβητος από τη νύχτα στην εν γένει συμπεριφορά μου. Δεν επηρεάστηκα, ούτε αλλοτριώθηκα, ούτε άλλαξα συμπεριφορά προς τους φίλους και τους συγγενείς μου. Σε όλους τους ανθρώπους που μου λένε μια καλημέρα την ανταποδίδω δέκα φορές!
Με το Γιάννη ΣπανόΤι οραματίζεσαι κι ελπίζεις για το αύριο στο τραγούδι μας;
Κ.Σ.: Η επιθυμία μου κι οι ελπίδες μου είναι, αυτό το λιθαράκι που έβαλε η δική μου γενιά, ο καθένας μας, στο τραγούδι, να εκτιμηθεί από τις νεότερες γενιές και να το πάνε το πράγμα παραπέρα, ούτε να μείνει στάσιμο, ούτε να έρθει πίσω. Γράφονται και σήμερα καλά τραγούδια, αλλά δεν βγαίνουν στην επιφάνεια. Και τελικά, δεν είναι μόνο υπόθεση των εταιρειών, αλλά θα πρέπει κάποια στιγμή ο Έλληνας να μην δέχεται με απάθεια ότι του σερβίρουν, είναι κι αυτός συνυπεύθυνος. Εκείνο που με χαροποιεί είναι ότι υπάρχει μια μεγάλη μερίδα κόσμου που ψάχνεται, αυτό είναι παρήγορο. Υπάρχει φως στο τούνελ, αλλά θα πρέπει να τον κάνουμε προβολέα!
Εσένα πάντως σε βλέπω κεφάτο κι αισιόδοξο να εργάζεσαι στο προσωπικό σου στούντιο!
Κ.Σ.: Έκανα το προσωπικό μου στούντιο, αφενός από μεράκι κι αφετέρου για να ελέγχω εγώ και το στενό μου περιβάλλον καθημερινά τη φωνή μου. Και θέλω, όσο μπορώ, να προσφέρω ακόμα και το δικό μου λιθαράκι στα σημερινά δρώμενα. Δεν φιλοδοξώ να κάνω μια δεύτερη καριέρα, αλλά, όσο αντέχω, θέλω να αφήσω μερικά ακόμα πράγματα υγιή στο χώρο κι όχι φτηνά. Από ’κει και πέρα, αν εγώ καταλάβω ότι δεν τραβάει το λαρύγγι, θα αποσυρθώ αξιοπρεπώς, να με θυμάται ο κόσμος με τις ωραίες αναμνήσεις, δεν θέλω να συρθώ στα τελευταία μου με το άγχος και την αγωνία. Κάποια στιγμή όλοι διαγράφουμε τον κύκλο της ζωής.
Ας ολοκληρώσΜε το Γιάννη Καλατζήουμε αυτήν την κουβέντα μας, με ένα βασικό ερώτημα. Πότε θα σε απολαύσουμε ζωντανά; Γιατί, καλοί είναι οι δίσκοι, αλλά, τίποτα δεν μπορεί να αντικαταστήσει τη ζωντανή σχέση του τραγουδιστή με το κοινό του. Σκοπεύεις να πραγματοποιήσεις ζωντανές εμφανίσεις στην Αθήνα;
Κ.Σ.: Το σκέφτομαι, γιατί είναι απαίτηση πολλών που με ψάχνουν, αλλά θέλω να είναι κάτι καλό, σοβαρό κι αξιοπρεπές. Κι εγώ νιώθω την ανάγκη να έρθω σε επικοινωνία με όλον αυτόν τον κόσμο που με παρακολουθεί και με αγαπάει χρόνια, αλλά δεν είναι κι εύκολο, έτσι όπως έχει διαμορφωθεί το κλίμα με τα μαγαζιά.
Οι απόψεις και οι σκέψεις των συνεργατών του Ορφέα δεν ταυτίζονται απαραίτητα με τη γνώμη του περιοδικού.
Απαγορεύεται αυστηρά η χρήση και η αναδημοσίευση του συνόλου ή μέρους των άρθρων του Ορφέα, χωρίς προηγούμενη άδεια των υπευθύνων του περιοδικού και του συντάκτη και χωρίς ταυτόχρονη αναφορά της επωνυμίας του περιοδικού, του ονοματεπωνύμου του συντάκτη και του ακριβούς συνδέσμου του άρθρου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΥ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΥ ΣΕ ΑΛΛΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΧΟΛΙΑ

RSS

ΤΑ ΠΙΟ ΔΙΑΒΑΣΜΕΝΑ (90d)

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

ΕΙΠΑΝ - ΕΓΡΑΨΑΝ

Γελάω άμα ακούω για ελληνικό ροκ. Είναι σα να μου λένε αμερικάνικο τσάμικο.
Στέλλα Βλαχογιάννη

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ / ΑΥΡΙΟ

21/7/1928 Γεννήθηκε στην Τρίπολη ο ποιητής Κώστας Καρυωτάκης

ΤΥΧΑΙΑ TAGS