98 αναγνώστες online
Find us on FacebookJoin us on Facebook
sideBar



Σαββέρια Μαργιολά - «Αλισάχνη»

ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ «Τι έχω να χάσω»

Τάσος Π. Καραντής
Τάσος Π. Καραντής
Πρώτη Παρουσίαση
ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ - «Τι έχω να χάσω»
24.05.2019
Ορφέας | Main Feed
Τάσος Π. Καραντής

Η Σοφία Παπάζογλου είναι μια άρτια ερμηνεύτρια. Η, πολλών δυνατοτήτων, φωνή της συνδυάζει τα αυθεντικά λαϊκά ηχοχρώματα σε μια πλούσια, όμως, ερμηνευτική γκάμα, που αγγίζει με αλήθεια κι ευαισθησία το κάθε είδος τραγουδιού. Προσθέστε στα παραπάνω μια εσωτερική κι εξωτερική ομορφιά, καθώς και την απλότητα κι οικειότητα, που την χαρακτηρίζει ως άνθρωπο και θα έχετε, ολοκληρωμένο, το προφίλ μιας από τις πιο άξιες, σημαντικές, αλλά κι αγαπητές τραγουδίστριες.
Τους τελευταίους μήνες είχε μια μεγάλη δισκογραφική παρουσία, με τρεις συμμετοχές – στο «Φαγιούμ» των Νεοφυτίδη – Λέντζου, στο «Σαν τραγούδι μαγεμένο» του Γιώργου Νταλάρα και στο «Με τον Ομπάμα αντάμα» του Χρήστου Νικολόπουλου και του Μανώλη Ρασούλη - κι έναν προσωπικό δίσκο («Ένα παράξενο ταξίδι») και για τον λόγο αυτόν την φιλοξενούμε στον «ΟΡΦΕΑ» σε μια κουβέντα που προσπαθεί να ακολουθήσει τη διαδρομή της από το Βέλγιο, όπου γεννήθηκε, ως το πρόσφατο, γοητευτικό «Παράξενο ταξίδι» της. Διαβάστε τις απόψεις της Σοφίας Παπάζογλου, αλλά, κυρίως, ακούστε την, σε τραγούδια, από τις παραπάνω δουλειές, όπως τα : «Ο μικρός αγέρας», «Πασαλιμανιώτισσα» και «Βλέφαρό μου». Είναι ακριβά δώρα φωνής!

Η πρώτη διαδρομή της ζωής σου ήταν Βέλγιο (όπου γεννήθηκες) – Θεσσαλονίκη (όπου έζησες τα παιδικά κι εφηβικά σου χρόνια). Με το τραγούδι σε ποιο σημείο αυτής της διαδρομής συναντήθηκες;
Σ.Π.: Το τραγούδι, ο χορός και το γλέντι ήταν βασικό κομμάτι της ζωής της οικογένειας μου. Θυμάμαι στο Βέλγιο οι γονείς μου με παίρνανε μαζί τους σε χοροεσπερίδες της ποντιακής λέσχης και όχι μόνο, ο πατέρας μου μου μάθαινε ποντιακούς χορούς με τη φωνή του Χρύσανθου στο πικάπ, έπαιζε στο μπουζούκι τραγούδια του ’60 και τραγουδούσαν με τη μητέρα μου, απ’ τους γονείς της μαμάς μου άκουγα την “Μπρατσέρα” και το “Θαλασσάκι” καθότι είχαν καταγωγή απ’ τη Ρόδο αλλά και στη Θεσσαλονίκη, στις γιορτές, που μαζευότανε το σόι, γλεντούσαμε με παλιά λαϊκά και ρεμπέτικα. Καμιά φορά όμως χορεύανε και σέικ και άλλους μοντέρνους χορούς ακούγοντας “Boney M” και “Bee Gees”!!!
Υπήρχε, όπως βλέπεις, ποικιλία και πολυσυλλεκτικότητα στα ακούσματά μου της παιδικής ηλικίας και τα έψαξα και η ίδια διεξοδικά μεγαλώνοντας γιατί πάντα η μουσική και το τραγούδι με ξεσήκωναν και μου κέντριζαν το ενδιαφέρον και τις αισθήσεις
.

Από τη μια τα παιδαγωγικά κι απ’ την άλλη οι σπουδές φωνητικής. Είσαι η δασκάλα που έγινε τραγουδίστρια;
Σ.Π.: Το παιδαγωγικό ήρθε ως φυσική συνέχεια του σχολείου μέσα απ’ τη διάθεση μου να σπουδάσω - περισσότερο για τη μόρφωση - και να ζήσω την περίφημη φοιτητική ζωή. Οι σπουδές τραγουδιού ήρθαν αρκετά αργότερα, ενώ είχα ήδη μπει για τα καλά στον “χώρο” και στον “χορό”, σε μια φάση που ήθελα να πειραματιστώ και να ανακαλύψω καινούρια πράγματα και δυνατότητες στη φωνή και στην ερμηνεία. Έτσι φοίτησα για οχτώ χρόνια δίπλα στην Μήδεια Ιασωνίδου κλασικό τραγούδι κυρίως αλλά και τζαζ(στις αρχές των σπουδών).Τα παράτησα, δυστυχώς, πέρυσι πριν δώσω για δίπλωμα κλασικού τραγουδιού, λόγω κάποιων προβλημάτων με τη φωνή αλλά και φόρτου εργασίας. Αυτές οι σπουδές μου άνοιξαν μονοπάτια που δεν γνώριζα τα οποία διεύρυναν τους μουσικούς μου ορίζοντες και καλλιέργησαν το αισθητήριο - αισθητική μου. Και αφού το θέτεις έτσι, είμαι η παραλίγο δασκάλα που έγινε λαϊκή τραγουδίστρια ενώ παράλληλα σπούδασε κλασικό τραγούδι.

Ποιες ήταν οι αγαπημένες σου φωνές(γυναικείες κι αντρικές) που σε επηρέασαν και τους θεωρείς δασκάλους σου;
Σ.Π.: Οι φωνές που με σημάδεψαν και είναι χαραγμένες στη μνήμη και στη καρδιά μου παιδιόθεν, είναι αυτές του Στέλιου Καζαντζίδη, της Καίτης Γκρέυ, της Γιώτας Λύδια, της Μαρίκας Νίνου και της Ρόζας Εσκενάζυ. Είναι οι φωνές που δεν μπορώ να ξεχάσω και θα με συγκινούν όσο ζω.

Το 1995 μπήκες, επίσημα, στο χώρο του τραγουδιού και της δισκογραφίας, με το δίσκο «Στεναγμός ανατολίτης». Πως προέκυψε αυτή η συνεργασία σου με το Νίκο Μαμαγκάκη;
Σ.Π.: Tο Φλεβάρη 1995 ξεκίνησα να τραγουδάω στη σκηνή της μπουάτ «Τήνελλα» στη Θεσσαλονίκη. Ήταν η πρώτη μου επαγγελματική επαφή με το τραγούδι. Κάποια στιγμή λοιπόν με πληροφόρησε ο μπουζουξής του σχήματος πως ο Νίκος Μαμαγκάκης ψάχνει για μια νέα τραγουδίστρια να συμμετάσχει στον καινούριο του δίσκο και με παρότρυνε να του στείλω υλικό να μ’ ακούσει. Χωρίς να τρέφω ελπίδες έστειλα μια κασέτα με κάποια απ’ τα τραγούδια που έλεγα στο μαγαζί με πανάθλιο ήχο και τελείως αντιεπαγγελματικό. Ένα μήνα αφού την έστειλα μου τηλεφώνησε ο Μαμαγκάκης προς μεγάλη μου έκπληξη και ζήτησε να κατέβω στην Αθήνα να με δει. Στη συνάντησή μας μου είπε πως του άρεσε πολύ η φωνή μου αλλά εκτός αυτού πίστεψε πως είχα και τα κότσια να κάνω αυτή τη δουλειά. Μάλιστα μου είχε πει ότι είναι εξίσου σημαντικό με το ταλέντο και ήταν βασικό κριτήριο για την έναρξη της συνεργασίας μας. Με παίδεψε πολύ γιατί τα τραγούδια του είναι υψηλών απαιτήσεων αλλά άξιζε τον κόπο και τον χρόνο που αφιέρωσα. Τον αγαπώ πολύ και του χρωστάω πάρα πολλά. Τον θεωρώ πνευματικό πατέρα και μέντορά μου.

Τους επόμενους προσωπικούς δίσκους σου τους υπέγραψαν ο Γιώργος Ζήκας («Πάμε νότια»), ο Μανώλης Πάππος («Όσα σου μοιάζουν») κι ο Παναγιώτης Καλαντζόπουλος («Πέμπτη απόγευμα»), ένας λαϊκός συνθέτης, ένας μπουζουξής κι ένας συνθέτης – τραγουδοποιός. Ποιο είναι το κριτήριο για την κάθε δισκογραφική συνεργασία σου;
Σ.Π.
: Όσο απρόβλεπτη ήταν η συνεργασία μου με τον Νίκο Μαμαγκάκη, άλλο τόσο απρόβλεπτα ξεκίνησαν και οι άλλες συνεργασίες μου. Δεν είχα σχεδιάσει κάτι, απλά προέκυψαν τα πράγματα, εντελώς φυσικά και αβίαστα. Εννοείται πως δεν θα έκανα μια συνεργασία με κάποιον που δεν εκτιμώ απλά επειδή βρέθηκε μπροστά μου! Και με τους τρεις συνθέτες που ανέφερες και που έχουν διαφορετικό ύφος και στάση απέναντι στην τέχνη τους ο καθένας, είχα μια πολύ δημιουργική συνεργασία και αγάπησα τα τραγούδια που μου χάρισαν και αποτελούν σήμερα τη δισκογραφική -καλλιτεχνική μου περσόνα. Κριτήριο μου πάντα ήταν τα τραγούδια να με εκφράζουν για να μπορώ να τα υποστηρίξω και να έχουν ερμηνευτικό ενδιαφέρον .Στην περίπτωση του Γιώργου, του Μανώλη και του Παναγιώτη, εκτός αυτού, έπαιξε ρόλο και η ήδη σπουδαία προηγούμενη πορεία τους στο χώρο του τραγουδιού αλλά και ότι βρεθήκαμε καλλιτεχνικά σε μια κοινή δημιουργική συγκυρία όπου είχαμε την ανάγκη να εκφραστούμε μέσω της τέχνης του τραγουδιού. Έτσι ήταν γραφτό να συναντηθούν οι δρόμοι μας και χαίρομαι που ο κόσμος αγκαλιάζει όσο περνά ο καιρός όλο και περισσότερο αυτά τα τραγούδια, τα ζητάνε στις εμφανίσεις που κάνω, τα τραγουδάνε. Έχουν βρει κι αυτά το δρόμο τους προς το κοινό και θα ήταν ευχής έργον να παραμείνουν φρέσκα σαν καινούρια μες στο πέρασμα του χρόνου.

Οι περισσότερες πάντως, από τις, αρκετές, δισκογραφικές συμμετοχές σου, αφορούν το ρεμπέτικο – σμυρναίικο – λαϊκό τραγούδι. Εκεί “πονά” η καρδιά σου;
Σ.Π.: Μακάρι να ήταν έτσι τα πράγματα. Θα με βόλευε πολύ να έχω δισκογραφήσει περισσότερα σμυρναίικα και λαϊκά, γιατί στις εμφανίσεις μου στις μουσικές σκηνές, που αυτά τα τραγούδια καλύπτουν το μεγαλύτερο μέρος των προγραμμάτων, θα τα τραγουδούσα και ως κατοχυρωμένο προσωπικό μου ρεπερτόριο. Είναι όμως λίγα τα ρεμπέτικα - σμυρναίικα που έχω πει στη δισκογραφία και πολύ περισσότερα τα έντεχνα και λαϊκά. Πρέπει να σου πω βέβαια πως παίρνω μεγαλύτερη χαρά όταν μου προτείνουν να κάνω συμμετοχές με καινούρια τραγούδια στη δισκογραφία τα οποία είναι κόντρα στο στυλ που με ξέρει ο πολύς κόσμος, γιατί δεν θέλω επ’ ουδενί να τυποποιηθώ ως τραγουδίστρια παλιού ρεπερτορίου. Και ενώ η ευρύτερη λαϊκή μας παράδοση είναι η βάση και η ρίζα μου, αυτό που με καίει, με τσουρουφλίζει και με απασχολεί κυρίως είναι να φτιαχτούν σύγχρονα τραγούδια με την ποιότητα και τη δύναμη που είχαν τα παλιά. Η καρδιά μου πονάει στο σήμερα κι όχι στο χτες. Το χτες μας άφησε σπουδαία παρακαταθήκη και είναι η σειρά μας ως σύγχρονοι και σημερινοί άνθρωποι, ως καλλιτέχνες των καιρών μας, να δημιουργήσουμε τη δικιά μας “παράδοση” με ήθος, σεβασμό και αγάπη για το ελληνικό τραγούδι κόντρα στην ευτέλεια και την ισοπέδωση των μίντια.

Έχεις συνεργαστεί ζωντανά με “πολύ κόσμο”, με μεγάλα ονόματα. Ποιες συνεργασίες θεωρείς πιο καθοριστικές;
Σ.Π.: Απ’ όλες τις συνεργασίες μου αποκόμισα σημαντικές εμπειρίες και αποτελούν διαφορετικές και ιδιαίτερες στάσεις που χάραξαν την πορεία μου μέχρι σήμερα. Θεωρώ όμως πιο σημαντικές τη συνεργασία μου με την Ελευθερία Αρβανιτάκη στο ξεκίνημά μου, με την Εστουδιαντίνα Νέας Ιωνίας Βόλου, με την Ελένη Βιτάλη, με τον σπουδαίο Γιάννη Μαρκόπουλο, με τον Χρήστο τον Νικολόπουλο και τον Μανώλη Ρασούλη (είναι και οι δύο πολύ αγαπημένοι μου άνθρωποι) και, φυσικά, με τον Γιώργο Νταλάρα.

Η τελευταία σου συνεργασία ήταν με το Γιώργο Νταλάρα στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, στη μουσικοθεατρική παράσταση – αναφορά στο ρεμπέτικο «Σαν τραγούδι μαγεμένο», που, πρόσφατα, κυκλοφόρησε και σε cd - dvd(LEGEND / 2009). Μίλησέ μου γι’ αυτήν τη συνεργασία σου και την εμπειρία σου δίπλα σε έναν κορυφαίο ερμηνευτή όπως ο Νταλάρας.
Σ.Π.: Η παράσταση “Σαν τραγούδι μαγεμένο” είναι ένα πολυθέαμα -υπερπαραγωγή του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών με την υπογραφή του Γιώργου Νταλάρα, με τραγούδι, σκηνοθεσία, φώτα, κοστούμια εποχής, video wall και χορό όπου είχα την τύχη να συμμετέχω. Ήταν μοναδική εμπειρία για μένα. Εκτός του ότι ήταν όλα καλοστημένα και άψογα στην παράσταση, το να τραγουδάς δίπλα στον Γιώργο Νταλάρα είναι σχολείο. Ειλικρινά ένοιωθα σαν μαθήτρια στο θρανίο!
Ότι είναι σπουδαίος τραγουδιστής ο Νταλάρας το έχει δείξει η ιστορία και η γνώμη μου περισσεύει νομίζω. Αυτό που έχω να πω εγώ ως συνεργάτης του είναι πως πρόκειται για έναν πολύ άξιο άνθρωπο που έχτισε την καλλιτεχνική του πορεία με αίμα και ψυχή, μας έχει χαρίσει τραγούδια αγαπημένα με τη φωνή του(κυρίως την πρώτη 10ετία-15ετία της δισκογραφίας του κατά την άποψή μου) και συνεχίζει ακάθεκτος. Τον ευχαριστώ που με κάλεσε να τραγουδήσω μαζί του και εύχομαι να έχει πάντα την ίδια ενέργεια και δύναμη να συνεχίσει τον λαμπερό δρόμο του
.

Μέχρι σήμερα έχεις εμφανιστεί σε συναυλιακούς χώρους, σε μουσικές σκηνές και σε λαϊκά μαγαζιά, όπως το «Χάραμα». Οι μεγάλες πίστες σε ενδιαφέρουν, θα εμφανιζόσουν ποτέ εκεί;
Σ.Π.: Δεν με ενδιαφέρουν οι μεγάλες πίστες (τα σκυλάδικα) γιατί το τραγούδι μοιραία υποβιβάζεται σ’ αυτούς τους χώρους, όπου κύριο ρόλο παίζουν το θέαμα και το θεαθήναι, η διασκέδαση δηλαδή το “σκόρπισμα”, η γκλαμουριά, το λαιφστάιλ, η σαχλοκαψούρα και κλαψούρα και υπάρχει διάχυτη στην ατμόσφαιρά τους μια άνεϋ ορίων χυδαιότητα και κιτσαριό. Έγινα σαφής;

Γενικότερα, ποια είναι η γνώμη σου για το σύγχρονο λαϊκό τραγούδι πίστας, το “σκυλάδικο”, όπως το λένε. Το θεωρείς συνέχεια αυτού που λέγαμε παλιότερα “βαρύ λαϊκό”;
Σ.Π.: Έχει επικρατήσει όταν λέμε “πάμε στα μπουζούκια” να εννοούμε τα σκυλάδικα. Κάποτε όντως ίσχυε αυτό. Ας πούμε μέχρι και τις αρχές του ’90.Τώρα τι είδους μπουζούκια είναι τα σκυλάδικα δεν έχω καταλάβει. Έχω πάει δύο φορές σε τέτοια μαγαζιά με ονόματα του είδους, για να δω ιδίοις όμμασι και να ακούσω ιδίοις ώσι τι συμβαίνει σ’ αυτές τις πίστες τέλος πάντων και γίνεται πανζουρλισμός. Είναι το πιο άψυχο και ανούσιο πράγμα που έχω δει ποτέ μουσικά. Και ο κόσμος τους, που αποτελεί και το πλατύ κοινό πλέον, είναι σαν αγέλη “χωρίς βουλή, χωρίς θεό” όπως λέει και ο Σαββόπουλος. Τι σχέση έχουν οι πίστες με τα μπουζούκια και τα παλιά λαϊκά, έστω και τα βαριά; Θα σου πω εγώ: Καμία. Εξαιρούνται τα σκυλάδικα της εθνικής και της επαρχίας που το κοινό τους είναι λαϊκοί άνθρωποι και, αν μη τι άλλο, έχουν μια αυθεντικότητα.

Συμμετείχες στο «Φαγιούμ» (ΜΕΤΡΟΝΟΜΟΣ / 2009), τη δουλειά του νέου Κύπριου συνθέτη Νεοκλή Νεοφυτίδη, όπου παρουσίασες ένα διαφορετικό ερμηνευτικό πρόσωπο, ιδιαίτερο, στο πολύ ατμοσφαιρικό τραγούδι «Ο μικρός αγέρας». Θεωρείς τον εαυτό σου λαϊκή τραγουδίστρια ή μια ερμηνεύτρια που μπορεί να τραγουδήσει τα πάντα;
Σ.Π.
: Θεωρώ το “Φαγιούμ” απ’ τις καλύτερες μου συμμετοχές στη δισκογραφία με τραγούδια που λάτρεψα και με συγκίνησαν με το που τα πρωτάκουσα. Είναι πολύ ταλαντούχοι και ο Νεοκλής ο Νεοφυτίδης που έγραψε τη μουσική αλλά και ο Δημήτρης ο Λέντζος που έγραψε τους στίχους και ήταν σαν να ήταν πλασμένοι οι συγκεκριμένοι στίχοι γι’ αυτές τις μουσικές. Πράγμα σπάνιο στις μέρες μας.
Τώρα αν είμαι λαϊκή τραγουδίστρια ή όχι δεν μπορώ να στο απαντήσω. Ας πούμε όμως ότι είμαι λαϊκή τραγουδίστρια. Εσύ ο ίδιος μου λες ότι σου έκανε εντύπωση ο “Μικρός αγέρας” απ’ το “Φαγιούμ”. Γιατί δεν σου έκανε εντύπωση η “Επιστροφή” που είναι λαϊκό χασάπικο ή ο “Λυτρωμός” που έχει παραδοσιακό ύφος; Για κάποιο ανεξήγητο λόγο αρέσω περισσότερο στα πιο ιδιαίτερα και απρόβλεπτα τραγούδια όπως συνέβη και στον δίσκο μου με τον Μανώλη τον Πάππο. Ενώ στη δισκογραφία μου(προσωπική και συμμετοχές) έχω πει λαϊκά τραγούδια, πολύς κόσμος εντυπωσιάζεται και με προτιμά τελικά στα “άλλα”.
Εγώ θέλω να έχω τη δυνατότητα και τις ευκαιρίες να πω διάφορα είδη τραγουδιού (και ευτυχώς τις έχω) γιατί αποστρέφομαι την τυποποίηση και η κατάταξη σε ένα είδος τραγουδιού είναι εγκλωβισμός που με πνίγει. Επιθυμώ να πειραματιστώ και να δοκιμαστώ σε ό,τι αγαπάει και τραβάει η ψυχή μου. Να σου θυμίσω ότι και οι παλιοί λαϊκοί τραγουδιστές τραγουδούσαν τα πάντα
.

Nα έρθω και στο «Παράξενο ταξίδι» σου, που μόλις κυκλοφόρησε από το ΜΕΤΡΟΝΟΜΟ, με συνταξιδιώτες τον Αλβανό συνθέτη Ντάσο Κούρτι στο ακορντεόν και τον Βασίλη Κετεντζόγλου στην κιθάρα. Καταρχήν, θα ήθελα να σε ρωτήσω πως, στην εποχή των ηχηρών ενορχηστρώσεων, εσύ επέλεξες να σε συνοδεύσουν δυο όργανα;
Σ.Π.
: Για μεγάλη μου τύχη αυτά τα δύο όργανα κάνουν για μια ορχήστρα. Και δεν το λέω εγώ για να ευλογήσω τα γένια μου αλλά το κοινό που έχει παρακολουθήσει και παρακολουθεί τις παραστάσεις μας το λέει. Με τον Ντάσο και τον Βασίλη έχουμε κοινή οπτική για την τέχνη και τη ζωή και αποτελούμε μια μουσική παρέα που έχει ανάγκη να ξεφύγει απ’ τα τετριμμένα και κοινότοπα του χώρου μας και να προτείνει. Είμαι πολύ τυχερή που τους έχω συνεργάτες και νοιώθω ασφάλεια και μεγάλη χαρά όταν παίζουμε μουσική μαζί. Στις μεγάλες ορχήστρες χάνεται το χρώμα και η ερμηνεία των οργάνων και των φωνών. Αυτό φυσικά δε σημαίνει πως δε μ ’αρέσουν οι μεγάλες ορχήστρες. Ίσα - ίσα. Όμως στη μικρή ορχήστρα αναδεικνύονται όλα τα ηχοχρώματα και ξεχωρίζουν. Το ίδιο συμβαίνει και με μας. Άλλωστε με ενδιαφέρει να είναι παρείστικη η ατμόσφαιρα, καθαρό το άκουσμα και τα τραγούδια ιδιαίτερα και “πρόταση” για τους ακροατές. Αυτό το πετύχαμε και στις ζωντανές εμφανίσεις μας και στον δίσκο.

Ο δίσκος αυτός – εκτός από δυο καινούρια τραγούδια – περιλαμβάνει επανεκτελέσεις εντελώς διαφορετικού ύφους κομματιών, από παλιά λαϊκά, μέχρι Χατζιδάκι, Σαββόπουλο και Μάλαμα, καθώς και ξένα, στην αγγλική και ισπανική γλώσσα! Πως έγινε η επιλογή; Ήταν τραγούδια και είδη τραγουδιού που αγαπάς;
Σ.Π.
: H αρχική επιλογή έγινε από μένα αλλά και τα παιδιά μου πρότειναν τραγούδια. Επίσης βασικό κριτήριο ήταν και είναι να αρέσουν και στους τρεις μας τα τραγούδια που παίζουμε. Το ισπανικό τραγούδι το διάλεξα μέσα από κάποια που μου είχε προτείνει ο Κετεντζόγλου, για παράδειγμα. Όλα τα τραγούδια του δίσκου ανεξαιρέτως τα αγαπάμε και τα γουστάρουμε και το καθένα απ’ αυτά έχει την ιστορία του, το δικό του ταξίδι και τη δική του συγκίνηση. Βέβαια έψαξα πολύ το ρεπερτόριο των συνθετών για να καταλήξω στα συγκεκριμένα κομμάτια και επιδίωξή μου ήταν να προτείνω τραγούδια κρυφά και λίγο ξεχασμένα όμως χαρακτηριστικά του καθενός κι ας μην είναι τα σουξέ τους. Τα παλιά λαϊκά ήταν απαραίτητα γιατί είναι το βίωμά μας. Επίσης η τζαζ είναι μουσική που υπεραγαπώ, με ενδιαφέρει πολύ, με συγκινεί, ακούω συχνά στο σπίτι και ψάχνω και μαθαίνω τραγούδια αυτού του είδους. Έτσι επελέγη το “Cry me a river” που μπήκε στον δίσκο. Θέλοντας να τιμήσω τους συνεργάτες μου τους πρότεινα να μου γράψουν από ένα τραγούδι για να υπάρχει και το καινούριο μες στα παλιά, σαν συνέχεια. Η σκέψη γι’ αυτό το cd όμως γεννήθηκε ή μάλλον προέκυψε από την ανταπόκριση του κόσμου στα live μας και πόσο πέρασαν τα κομμάτια αυτά στους ακροατές μας.

Να τον δούμε αυτό το δίσκο και ως μια παρουσίαση των φωνητικών ικανοτήτων σου και της ερμηνευτικής γκάμας σου;
Σ.Π.: Μπορείτε να τον δείτε όπως θέλετε. Αυτό είναι δικό σας ζήτημα και δεν με αφορά. Για μένα ο δίσκος αυτός είναι η πραγματοποίηση του ονείρου μου. Τραγουδάω αυτά που αγαπώ και με “φτιάχνουν” με δύο καταπληκτικούς σολίστες -μουσικάρες που απογειώνουν τις μουσικές με το παίξιμό τους. Αυτό με κάνει ευτυχισμένη και είναι ο λόγος που ξεκίνησα να τραγουδάω και θέλω ακόμη να τραγουδάω.

Παρατηρώ, ότι το «Παράξενο ταξίδι» είναι ο πέμπτος προσωπικός δίσκος σου σε μια 15χρονη, μέχρι σήμερα, δισκογραφική διαδρομή. Άλλη τραγουδίστρια, θα “σχιζόταν” να βγάζει κάθε χρόνο κι από ένα δίσκο. Τι σε κάνει να είσαι τόσο – ας το πω έτσι – μετρημένη;
Σ.Π.
: Όπως σου είπα και πρωτύτερα δεν θα έκανα δίσκο με όποιον βρισκόταν μπροστά μου απλά για να κάνω έναν δίσκο. Βασικό μου μέλημα είναι να βρίσκω τραγούδια ρεπερτορίου και όχι αναλώσιμα, τραγούδια που μιλάνε στην ψυχή μου ώστε να τα τραγουδήσω με την ψυχή μου. Είχα κατά καιρούς διάφορες προτάσεις, πολύ καλές μάλιστα, που πολλοί θα παρακαλούσαν να τις έχουν αλλά είπα όχι. Δεν ήμουν σε φάση να κάνω τα συγκεκριμένα πράγματα, δεν με αφορούσαν όταν μου τα πρότειναν. Θέλω αυτό που τραγουδάω και θα μείνει με τη φωνή μου να με αφορά και να με εκφράζει τη συγκεκριμένη στιγμή που το κάνω. Βέβαια, αν κάποιος φίλος ή γνωστός θελήσει να πω ένα τραγούδι σε δίσκο του για να τον στηρίξω, θα το κάνω με χαρά εφόσον βέβαια το υλικό έχει τουλάχιστον κάποιο ενδιαφέρον. Όμως δεν μπήκα ποτέ στη λογική των εταιρειών, του σουξέ, του προϊόντος προς κατανάλωση. Είμαι αουτσάιντερ και ερασιτέχνης σ’ αυτό το κομμάτι του επαγγέλματος και νομίζω πως έτσι διαφύλαξα την ψυχή και την αξιοπρέπειά μου. Αλλιώς θα ήμουν σκλάβος του εαυτού και της εικόνας μου. Είμαι ευχαριστημένη και γεμάτη απ’ αυτά που έχω κάνει ως τώρα και έχω όρεξη και διάθεση να κάνω ακόμη περισσότερα.

Σκέφτεσαι – και μ’ αυτό θα ήθελα να ολοκληρώσουμε – να εμφανιστείς σε κάποιο χώρο, εδώ στην Αθήνα, εντελώς μόνη σου, ως πρωταγωνίστρια, κάνοντας τη δική σου καλλιτεχνική πρόταση;
Σ.Π.: Θα ήθελα πολύ να αναλάβω την ευθύνη ενός προγράμματος αλλά φέτος είναι αδύνατον για προσωπικούς λόγους. Ευελπιστώ να τα καταφέρω του χρόνου αρκεί να βρεθεί ο κατάλληλος χώρος βέβαια. Σίγουρα όμως μες στο χειμώνα θα κάνω εμφανίσεις σε μουσικές σκηνές με τον Ντάσο και τον Βασίλη εντός και εκτός Αθηνών για να παρουσιάσω το cd.

* * * * * * *

Επισκεφτείτε την επίσημη ιστοσελίδα της Σοφίας Παπάζογλου στη διεύθυνση: www.sofiapapazoglou.gr
- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -
Οι φωτογραφίες προέρχονται από το site της Σοφίας Παπάζογλου
Φωτογραφίες από την παράσταση "Σαν τραγουδι μαγεμένο", ΜΜΑ: Χάρης Ακριβιάδης
Οι απόψεις και οι σκέψεις των συνεργατών του Ορφέα δεν ταυτίζονται απαραίτητα με τη γνώμη του περιοδικού.
Απαγορεύεται αυστηρά η χρήση και η αναδημοσίευση του συνόλου ή μέρους των άρθρων του Ορφέα, χωρίς προηγούμενη άδεια των υπευθύνων του περιοδικού και του συντάκτη και χωρίς ταυτόχρονη αναφορά της επωνυμίας του περιοδικού, του ονοματεπωνύμου του συντάκτη και του ακριβούς συνδέσμου του άρθρου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΥ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΥ ΣΕ ΑΛΛΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΧΟΛΙΑ

RSS

ΤΑ ΠΙΟ ΔΙΑΒΑΣΜΕΝΑ (90d)

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

ΕΙΠΑΝ - ΕΓΡΑΨΑΝ

Όταν αγαπάς η μισή αγάπη είναι φόβος για το χαμό της αγάπης, η άλλη μισή είναι μίσος για τη σκλαβιά της αγάπης, όλη η αγάπη είναι πόνος που λείπει η αγάπη.Που ’ναι η χαρά της αγάπης; Που ’ναι η αγάπη;
Γιάννης Ρίτσος

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ / ΑΥΡΙΟ

24/5/1941 Γεννήθηκε ο αμερικανός τραγουδιστής Μπομπ Ντύλαν
24/5/1974 Έφυγε από τη ζωή ο αμερικανός πιανίστας της jazz Edward Kennedy "Duke" Ellington

ΤΥΧΑΙΑ TAGS