97 αναγνώστες online
Find us on FacebookJoin us on Facebook
sideBar



Σαββέρια Μαργιολά - «Αλισάχνη»

ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ «Τι έχω να χάσω»

Τάσος Π. Καραντής
Τάσος Π. Καραντής
Πρώτη Παρουσίαση
ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ - «Τι έχω να χάσω»
18.08.2019
Ορφέας | Main Feed

Συνεντεύξεις

Τάσος Π. Καραντής

Η Στέλλα Γαδέδη είναι μια εξαιρετική μουσικός και φλαουτίστα, αλλά, παράλληλα, τη διακρίνει και μια συνθετική άνεση στο να δημιουργεί μελωδίες και τραγούδια με ατμόσφαιρα και ζωντάνια. Μπορεί η παρουσία της στο χώρο της ελληνικής δισκογραφίας να είναι διακριτική, αλλά, όλα αυτά τα χρόνια, έχει φτιάξει έναν ευδιάκριτο δικό της προσωπικό μουσικό κόσμο γεμάτο ευαισθησία. Όπως λέει κι η ίδια, “γεννήθηκε μαζί με τη μουσική”, γι’ αυτό κι η κουβέντα που κάναμε μαζί της, με αφορμή τον καινούριο δίσκο της («Πάντως ήταν νύχτα – Λα Πουπέ» - LYRA, 2008), περιστράφηκε, αποκλειστικά, γύρω απ’ τη μουσική.
Ξεχωριστή θέση στη συζήτησή μας είχαν ο Χατζιδάκις, ο Μαμαγκάκης, οι συνεργασίες της με μεγάλες ορχήστρες, αλλά κι οι συμμετοχές της στις ηχογραφήσεις λαϊκών δίσκων των Καλδάρα, Ζαμπέτα, Πλέσσα, Κουγιουμτζή και Λοίζου, που λειτούργησαν ως σχολείο. Μας μίλησε, επίσης, για το μαγικό ήχο του φλάουτου, έκανε έναν απολογισμό της δισκογραφίας της και, βέβαια, αναφέρθηκε στο νέο της cd.

Πάντως, οφείλω να ομολογήσω, ότι η Στέλλα Γαδέδη έχει την ικανότητα να σε μαγεύει και με το λόγο της, καθώς σε βάζει στον κόσμο των παραμυθένιων παιδικών μουσικών βιωμάτων της, μέσα από τις αφηγήσεις της για τον αέρα, που απ’ την καμινάδα του σπιτιού της, της σφύριζε τα βράδια υπερκόσμια τραγούδια!

Από πολλή μικρή ηλικία πήγες στο ωδείο, στα 8 σου χρόνια ήσουν σολίστ σε χορωδία και στα 12 έπαιζες φλάουτο! Μαζί με τη μουσική γεννήθηκες!;
Σ.Γ.: Ναι, μαζί με τη μουσική γεννήθηκα. Το πρώτο μας σπίτι στο Καρπενήσι ήταν δίπλα στο Δάσος, σε μια γειτονιά όπου έμεναν πολλοί οργανοπαίχτες λαϊκών οργάνων. Σπιτονοικοκύρης μας ήταν ο Λαβίδας που έπαιζε σαντούρι. Εμένα ωστόσο με ξελόγιαζαν μακρινές μουσικές που έφθαναν μέσω του ραδιοφώνου και του κινηματογράφου. Η φωνή της Μαρίας Κάλλας, ελαφρά τραγούδια, τζαζ και μουσική του Τσίρκου, το οποίο λάτρευα και ήθελα να γίνω ακροβάτης. Τα βράδια άκουγα στην καμινάδα του τζακιού που δίπλα του κοιμόμουν τον αέρα να σφυρίζει τραγούδια υπερκόσμια. Αυτά ονειρευόμουν! Όταν πια ήρθαμε στη Λαμία σε ηλικία 6 ετών πήγα στο Ωδείο. Το πρώτο μου όργανο ήταν το ακορντεόν. Κάποια στιγμή, όταν ανέλαβε τη διεύθυνση του Ωδείου ο Αλέκος Αινιάν (σπουδαίος δάσκαλος και μουσικός που ονειρευόταν να κάνει τη Λαμία Βιέννη), ασχολήθηκα αποκλειστικά με τη μουσική και σταμάτησα και το σχολείο, ενώ ήμουν πρώτη μαθήτρια(Συνέχισα το σχολείο αργότερα στην Αθήνα, στο νυχτερινό γυμνάσιο). Όλη μέρα μουσική, πιάνο – θεωρία – χορωδία και αργότερα φλάουτο. Σε ηλικία 10 ετών ήμουν σολίστ στη χορωδία, σε διεθνή διαγωνισμό της Ιταλίας όπου κέρδισα το 2ο βραβείο. Παράλληλα διάβαζα και λογοτεχνία ασταμάτητα, μου άνοιγε παράθυρα στον κόσμο.

Στέλλα ΓαδέδηΩς φλαουτίστα συνεργάστηκες με σπουδαία ονόματα, Χατζιδάκις, Μαμαγκάκης, Κουνάδης, Σαββόπουλος, Καραίνδρου κ.ά., αλλά και με μεγάλες ορχήστρες («Κρατική Ορχήστρα», «Ορχήστρα των Χρωμάτων», «Συμφωνική Ορχήστρα της Ραδιοφωνίας της Σόφιας» κ.ά.). Πως ξεκίνησαν όλα κι έφερε η μια συνεργασία την άλλη;
Σ.Γ.: Ενώ είχαν προηγηθεί πολλές συναυλίες σε όλη την Ελλάδα με την ορχήστρα και χορωδία ΑΡΜΟΝΙΑ ΑΙΝΙΑΝ, σε ηλικία 16 ετών έπαιξα ένα έργο του Νίκου Μαμαγκάκη για σόλο φλάουτο και φωνή στην αίθουσα συναυλιών “Εσπερίδες”. Από εκεί και πέρα το ένα έφερε το άλλο. Ενώ σπούδαζα άρχισα να κερδίζω και τη ζωή μου παίζοντας φλάουτο σε δίσκους λαϊκών συνθετών όπως οι Καλδάρας, Ζαμπέτας, Πλέσσας, Κουγιουμτζής, Λοΐζος κ.ά. Ήταν για μένα κι αυτό ένα μεγάλο σχολείο. Μετά ήρθαν οι ορχήστρες και οι συνεργασίες που αναφέρατε. Χρωστάω δηλαδή την αρχή της επαγγελματικής μου σταδιοδρομίας στο Νίκο Μαμαγκάκη.

Υπήρξες μόνιμη συνεργάτιδα του Μάνου Χατζιδάκι. Πως προέκυψε αυτή η στενή συνεργασία και καλλιτεχνική σχέση με το μεγάλο συνθέτη;
Σ.Γ.: Ο Χατζιδάκις με άκουσε να παίζω στο Διονύση Σαββόπουλο κι ενθουσιάστηκε. Η συνεργασία μας όμως άρχισε αργότερα όταν επέστρεψα από το Παρίσι, που πήγα με υποτροφία της Γαλλικής Κυβέρνησης να συνεχίσω τις σπουδές μου. Και κράτησε μέχρι το τέλος. Ο Μάνος Χατζιδάκις έχει ξεχωριστή θέση στην καρδιά μου και στην ζωή μου, γι’ αυτό που ήταν σαν καλλιτέχνης και σαν άνθρωπος.

Είσαι καθηγήτρια του φλάουτου. Πως θα μας περιέγραφες το φλάουτο ως μουσικό όργανο; Ποιο είναι το ιδιαίτερο ηχόχρωμά του; Σε σένα προσωπικά, πως λειτουργεί; Ως προέκταση της πνοής σου και της ψυχής σου;
Σ.Γ.: Το φλάουτο έχει μαγικό ήχο. Είναι το όργανο που έχει άμεση σχέση με την ανθρώπινη πνοή, χωρίς να παρεμβάλλεται τίποτε άλλο, δηλαδή επιστόμιο ή καλάμι, όπως σε άλλα πνευστά. Για μένα είναι πράγματι η προέκτασή μου. Αυτό άλλωστε προσπάθησα να το καταφέρω σε όλη μου τη ζωή. Εκτός του ότι είναι για μένα ένας τρόπος να τραγουδάω χωρίς λόγια και να λέω τα μύχια και τ’ ανείπωτα, το φλάουτο με ταξίδεψε σ’ όλο τον κόσμο, κυριολεκτικά και μεταφορικά, παίζοντας μουσική διαχρονική και πανανθρώπινη, που έχει γραφτεί ειδικά για το όργανο αυτό από την αναγέννηση μέχρι τη σύγχρονη εποχή. Πραγματικά μου άνοιξε τους ορίζοντες. Ο δρόμος που μου έδειξε και η μουσική που έπαιξα και παίζω είναι για μένα το μέτρο και η πυξίδα που μου δείχνει πως θέλω να βρίσκομαι μέσα στη μουσική κι όταν συνθέτω κι εγώ η ίδια.

gadedh_2.jpgΕκτός από μουσικός και σολίστ του φλάουτου, συνθέτεις μουσική, γράφεις τραγούδια και τραγουδάς κι η ίδια. Ποια, απ’ όλες αυτές, είναι η κυρίαρχη καλλιτεχνική ταυτότητά σου;
Σ.Γ.: Αισθάνομαι κυρίως μουσικός. Βεβαίως με το φλάουτο νιώθω μεγάλη εξοικείωση, ότι ξέρω πλέον τα μυστικά του αλλά και το τραγούδι και η σύνθεση με ενδιαφέρουν πολύ και τα εξερευνώ βαθιά. Με τη σύνθεση ειδικότερα ασχολούμαι πλέον συστηματικά και εντατικά και ονειρεύομαι να γράψω τραγούδια που θα φτάσουν στη ψυχή και τα χείλη των ανθρώπων και μουσικά έργα που θα τα παίζουν μεγάλες ορχήστρες του κόσμου. Το φλάουτο μου άνοιξε το δρόμο προς την αυτογνωσία και έτσι είναι πιο εύκολο για μένα να προσεγγίζω τα υπόλοιπα χωρίς να παρεμβάλλω τον εαυτό μου, γιατί αυτό, ξέρετε, αποτελεί εμπόδιο τόσο στη διαδικασία της μάθησης όσο και της έκφρασης.

Μαζί με τον πρόσφατο δίσκο σου, έχεις εκδώσει έξι (6) προσωπικές δουλειές, που μοιράζονται ανάμεσα σε δικά σου έργα και τραγούδια και σε κλασικά έργα για φλάουτο και, γενικότερα, οργανικά. Όλα αυτά έχουν κυκλοφορήσει μέσα σε μια, σχεδόν, 25ετία κι, αν πάω και στις συμμετοχές σου, είσαι στη δισκογραφία εδώ και τέσσερις (4) δεκαετίες. Είσαι, απολογιστικά – αριθμητικά κι ουσιαστικά – ικανοποιημένη; Γενικά, πως παίρνεις κάθε φορά την απόφαση για το τι, πως και πότε θα κυκλοφορήσεις σε δίσκο;
Σ.Γ.: Παρατηρώντας αυτά που συμβαίνουν γύρω μου θα ήταν πολυτέλεια για μένα και αχαριστία να μην είμαι ικανοποιημένη γι’ αυτά που μπόρεσα να κάνω. Όταν όμως ανατρέξω στις εποχές που έκανα το κάθε τι, βλέπω πραγματικά πως έγινε με φοβερό κόπο, στην αρχή παλεύοντας κυρίως με προσωπικές δυσκολίες, τα τελευταία όμως χρόνια με τις δυσκολίες που θέτει ο τόπος μας σ’ έναν καλλιτέχνη. Όλα γίνονται πλέον δύσκολα εδώ πέρα. Καμία βοήθεια, κανένα εξωτερικό κίνητρο για να είναι κανείς δημιουργικός και να λειτουργεί ως καλλιτέχνης στην Ελλάδα. Ευτυχώς όμως μένουν οι μουσικές να φωτίζουν τη διαδρομή. Ίσως αν ζούσα κάπου αλλού να είχα κάνει περισσότερα, κυρίως να είχα επικοινωνήσει καλύτερα με τους ανθρώπους. Ίσως και όχι, ποιος ξέρει. Με το φλάουτο θα μπορούσα να είχα κάνει πολύ περισσότερους δίσκους. Ποιος ενδιαφέρεται όμως στην Ελλάδα πραγματικά για το φλάουτο; Όσο καλά κι αν παίζω, αυτό σχεδόν πέφτει στο κενό. Ευτυχώς που με τα χρόνια το φλάουτο μου έμαθε πώς να λυτρώνομαι εγώ με αυτό που κάνω καλά. Έτσι θέλω να λειτουργώ και με τη σύνθεση, αν βρω αποδέκτες, πράγμα που επιθυμώ βεβαίως, έχει καλώς, αλλιώς τι να κάνουμε; Η πιο μεγάλη μου επιθυμία είναι να είμαι δημιουργική με τη μουσική σ’ όλη μου τη ζωή, αφού μ’ αυτή γεννήθηκα. Αποφασίζω να κάνω δίσκο όταν δεν πάει άλλο. Όταν έχει συσωρρευθεί πολύ δουλειά και ζητάει να βγει στο φως. Τότε αποφασίζω να κυκλοφορήσω δίσκο έστω και αν χρειαστεί να τον πληρώσω μόνη, όπως τον συγκεκριμένο, γιατί έτσι κι αλλιώς αυτό που πληρώνω όντας απομονωμένη είναι πολύ πιο ακριβό τίμημα.

Στη δουλειά σου «Κήποι της νύχτας» (1996), έχεις μελοποιήσει ποιητές (Λαπαθιώτη, Χρονά, Καρυωτάκη, Σεφέρη κ.ά.). Αυτοί είναι οι αγαπημένοι σου; Διαβάζεις ποίηση, αποτελεί μέρος της καθημερινότητάς σου; Θα μελοποιούσες “άγνωστους” και νέους ποιητές που θα σε άγγιζε ο λόγος τους;
Σ.Γ.: Κι αυτοί και άλλοι όπως ο Καβάφης, ο Ρίτσος, η Έμιλι Ντίκινσον, ο Πεσσόα, είναι αγαπημένοι μου. Απ’ το Λαπαθιώτη, Καρυωτάκη και Χρονά δανείστηκα το λόγο τους τη συγκεκριμένη εποχή για να πω κάτι βαθιά δικό μου. Ο Λαπαθιώτης, που έπαιζε και βιολί ήταν πολύ ειδικός ποιητής και πολλά από τα ποιήματά του είναι σαν να ζητούν να γίνουν τραγούδι. Με Στέλλα Γαδέδηενέπνευσε και ο τρόπος που έζησε και κάτω από ποιες συνθήκες έγραψε αυτά τα ποιήματα, δεν έχουν τίποτα το λόγιο. Είναι φορτισμένα από τη ζωή του. Μια ζωή έντονη, ερωτική και συνάμα τραγική. Στην καθημερινότητά μου μεγαλύτερη θέση έχει η λογοτεχνία, όχι η ποίηση. Από παιδί διαβάζω σχεδόν με μανία θα ’λεγα, μεγάλωσα μέσα από τις ιστορίες των άλλων. Αυτό όμως που με συγκινεί ιδιαιτέρως είναι τα λόγια κάποιων τροβαδούρων που σε συνδυασμό με τη μουσική τους βγάζουν ένα αποτέλεσμα άκρως ποιητικό, όπως ο Bob Dylan και ο Leonard Cohen, που συντροφεύουν τη καθημερινότητά μας με τρόπο μοναδικό. Τα ποιήματα είναι αυτόνομα έργα και έχουν γραφτεί για να υπάρχουν χωρίς μουσική. Προσθέτοντας μουσική ο συνθέτης τα «οικειοποιείται», τα φωτίζει με το δικό του τρόπο και φτιάχνει ένα νέο, διαφορετικό έργο που άλλοτε πετυχαίνει και άλλοτε όχι. Βεβαίως θα μελοποιούσα έναν άγνωστο ποιητή, αρκεί η ποίησή του να είναι άμεση, απλή και να μιλούσε στη ψυχή μου.

Στη δουλειά σου «Το βιβλίο της μνήμης» (2001) έχεις διασκευάσει κάποια γνωστά δημοτικά τραγούδια («Ο αμάραντος», «Ρούσα παπαδιά» κ.ά.). Πως νομίζεις ότι μπορεί να επιβιώσει - πέρα από ρετρό - ο παραδοσιακός ήχος στις μέρες μας; Μέσα από διασκευές και χρησιμοποίηση μοτίβων του σε σύγχρονες συνθέσεις;
Σ.Γ.: Τα συγκεκριμένα τραγούδια τα διασκεύασα για το “Βιβλίο της Μνήμης” γιατί είχαν άμεση σχέση με τη ζωή μου και την παιδική μου ηλικία. Αλλιώς νομίζω ότι δεν θα το έκανα. Ο “Αμάραντος” σκιαγραφεί τη ρουμελιώτικη ψυχή και εγώ σα γνήσια Ρουμελιώτισσα ήθελα να θυμίσω στον εαυτό μου, κάποια στιγμή της ζωής μου που είχα λυγίσει, ότι μπορώ ν’ αντέχω σαν τον αμάραντο. Η “ρούσσα παπαδιά” είναι μια τραγική ιστορία – θρίλερ για μια σχέση δύο αδελφών καμωμένη όμως μ’ ένα πολύ ανάλαφρο τρόπο που έρχεται σε αντίθεση με αυτό που περιγράφει. Και αυτό είναι γνώρισμα της πατρίδας μου και προσωπικό βίωμα. Η μουσική μας παράδοση είναι μεγάλος πλούτος και είναι καλό να μην την αγνοούμε ούτε να την αφήνουμε να μαραζώνει. Σύγχρονες προσεγγίσεις εφόσον γίνονται με γνώση και ταλέντο μπορεί να έχουν πολύ ενδιαφέρον. Στέλλα ΓαδέδηΕπίσης όταν λειτουργεί η παράδοση υπόγεια στο έργο ενός δημιουργού και αφαιρετικά είναι σπουδαίο. Δεν συμβαίνει όμως αυτό με την πλειοψηφία των σύγχρονων τραγουδιών με παραδοσιακό ύφος που εμφανίζονται ως πρωτότυπες δημιουργίες ενώ είναι κλεμμένες παραδοσιακές μελωδίες με νέο “σύγχρονο” στίχο. Αυτό δεν είναι δημιουργία κατά τη γνώμη μου.

Στον τελευταίο σου δίσκο (2008/LYRA) έχεις τοποθετήσει δυο έργα σου, γραμμένα για δυο εντελώς διαφορετικές θεατρικές παραστάσεις, το «Πάντως ήταν νύχτα», που βασίζεται στην ποίηση του Ρίτσου και το «Λα Πουπέ», που είναι μια μαύρη κωμωδία. Πως προέκυψε αυτή η συγκατοίκηση;
Σ.Γ.: Μάλλον τυχαία. Πρόσφατα που έγραψα το “ΛΑ ΠΟΥΠΕ”, στην αρχή και για τις ανάγκες της παράστασης, το ηχογράφησα σε home studio αποκλειστικά με τη χρήση samplers. Αντίστοιχα και ο Ρίτσος, που τον είχα παρουσιάσει μερικά χρόνια νωρίτερα είχε γίνει με περιορισμένα μέσα, μπάσο σαξόφωνο και πιάνο. Και τα δύο έργα πιστεύω ότι έχουν λόγο ύπαρξης και πέρα από τις συγκεκριμένες παραστάσεις και θέλησα να τα ηχογραφήσω όπως τα είχα φανταστεί, το ένα με μία τζαζ ορχήστρα και το άλλο με μία ροκ μπάντα. Έτσι βρήκαν τη θέση τους και τα δύο στον ίδιο δίσκο.

Αναφέρεις στο σημείωμά σου, ότι τα έργα σου αυτά γράφτηκαν κατά παραγγελία, για τις δυο ομώνυμες παραστάσεις. Από τι εμπνέεσαι για να γράψεις, από το κείμενο, από το σενάριο ή κι από τη σκηνοθεσία;
Σ.Γ.: Και τα δύο από τα κείμενα. Τα κείμενα του Γιάννη Ρίτσου (όχι μόνον αυτά που μελοποίησα αλλά κυρίως ο πεζός λόγος που διάβαζε ο Δημήτρης Καταλειφός στην παράσταση) τα οποία δεν γνώριζα ήταν μια αποκάλυψη. Μιλάνε για το θάνατο, τη φύση, τον έρωτα, τη μοναξιά, την καθημερινότητα με συγκλονιστικό τρόπο. Ταυτίστηκα μαζί τους. Στο “ΛΑ ΠΟΥΠΕ” τα τραγούδια είναι μέρος του θεατρικού κειμένου και υπηρετούν τη δράση του. Βεβαίως το ύφος και η ατμόσφαιρά τους (στοιχεία φανκ, ποπ, ραπ και ηλεκτρονική μουσική) θέλησα να λειτουργούν αντιστικτικά με το ρόλο της μοναχικής και εκτός κόσμου πρωταγωνίστριας του έργου μοδίστρας Ρίκας που υποδύεται έξοχα η Άννα Κοκκίνου.

Στέλλα ΓαδέδηΟι συγκεκριμένες γυναικείες φωνές (Σαβίνα Γιαννάτου, Ευσταθία, Ανδριάνα Μπάμπαλη, Δώρα Πετρίδη, Αντιγόνη Μπούνα), που, ομολογουμένως, υπηρετούν άξια τα τραγούδια σου, πως επιλέχτηκαν;
Σ.Γ.: Άρχισα να ηχογραφώ το δίσκο χωρίς να έχω σκεφτεί ποιος θα το τραγουδήσει. Στην χειρότερη περίπτωση θα τα έλεγα όλα εγώ. Στην πορεία εντελώς φυσικά και αυθόρμητα σκεφθήκαμε με τον Άκη Κατσουπάκη τις συγκεκριμένες τραγουδίστριες που πραγματικά ανταποκρίθηκαν με μεγάλη προθυμία. Χάρηκα ιδιαιτέρως αυτή τη συνεργασία.

Ένα τραγούδι («Ξεχασμένοι ξεχαστήκαμε») ερμηνεύεις κι εσύ στο δίσκο, του οποίου το όλο ύφος φλερτάρει με το παλιό “ελαφρό τραγούδι”. Έχεις κάνει κι έναν ολόκληρο δίσκο(«Όταν οι κινηματογράφοι ήταν ακόμα θερινοί και παίζαν στα διαλείμματα τραγούδια» / 1985) με τραγούδια του μεσοπολέμου. Έχεις μια ιδιαίτερη αγάπη γι’ αυτής της ατμόσφαιρας τραγούδια; Ταιριάζουν με την ιδιοσυγκρασία σου;
Σ.Γ.: Ήταν τα τραγούδια που άκουγα από το θερινό σινεμά που ήταν μπροστά από την αυλή του Ωδείου. Έβγαινα από την αίθουσα του Ωδείου για να τεμπελιάσω λίγο τρώγοντας πασατέμπο κι αυτά τα τραγούδια με πήγαιναν σε άλλους κόσμους. Μου ταιριάζουν κιόλας, έχουνε ένα βελούδινο ερωτισμό, κι όχι μόνο. Είναι πολύ ωραία, φτιαγμένα με τέχνη. Ας μην ξεχνάμε ότι ο Αττίκ κι ο Γιαννίδης ήταν πολύ καλοί μουσικοί. Μ’ αρέσουν οι περασμένες εποχές, με καθησυχάζουν. Είναι έξω από το χρόνο μας, από την καθημερινότητά μας, από αυτά που μας καταδυναστεύουν. Και εμένα στην τέχνη μ’ αρέσει η μαγεία, το όνειρο, το να με κάνει να φεύγω έστω και για λίγο από την πραγματικότητα που άλλωστε είναι ό,τι πιο ψεύτικο υπάρχει.

Ποιο είδος τραγουδιού ή μουσικής θα θεωρούσες “ακραίο” – για σένα προσωπικά - να γράψεις, αλλά θα σε εξίταρε η ιδέα να το κάνεις; Και ποιο δεν θα μπορούσες, ποτέ και με τίποτα, να συνθέσεις;
Σ.Γ.: Ήταν πρόκληση για μένα να γράψω ηλεκτρονική μουσική, χρησιμοποιώντας συνθετικούς ήχους και ηλεκτρονικούς ρυθμούς. Αυτό χρειάστηκε για τις ανάγκες του έργου “ΛΑ ΠΟΥΠΕ”. Κατά τ’ άλλα θα ήθελα να μπορέσω να γράψω μουσική με πιο ανοιχτές φόρμες απ’ ότι είναι τα τραγούδια, και δουλεύω προς αυτή την κατεύθυνση. Δεν θα μ’ ενδιέφερε να γράψω όλα αυτά τα σκυλοπόπ, λαϊκοπόπ ή δήθεν έντεχνα που κυκλοφορούν γύρω μας και μας κατακλύζουν, που είναι πραγματικά σκουπίδια.

Και για να κλείσουμε τον κύκλο φτάνοντας ξανά στην αρχή. Από μικρό παιδί ζεις συντροφιά με τη μουσική, είναι η ζωή σου ή, έστω, αποτελεί μεγάλο μέρος της. Λειτουργεί μέσα σου σωστικά, λυτρωτικά, ή στα μεγάλα προβλήματα και στους πόνους της ζωής χάνει την όποια δύναμή της;
Σ.Γ.: Λειτουργεί με πολλούς τρόπους. Άλλοτε λυτρωτικά, γιατί πώς να το κάνουμε είναι ένα μικρό θαύμα όταν από το τίποτα γεννιέται ένα τραγούδι ή ένα μουσικό κομμάτι, αυτό με μαγεύει και μου δίνει μια αίσθηση αιωνιότητας, αισθάνομαι πως θα με σώσει απ’ όλα. Απ’ την άλλη μεριά αυτή η ευαισθησία που έχει ένας καλλιτέχνης και οι τρομακτικές κεραίες που πρέπει να διαθέτει για να πιάνει πράγματα ακόμα και μεταφυσικά τον κάνει ν’ αντιμετωπίζει τις δυσκολίες και τους πόνους της ζωής επώδυνα και τραγικά. Χρειάζεται μεγάλη αυτογνωσία και δύναμη για να μην σαλτάρεις. Και επειδή οι πόνοι της ζωής από κανένα δεν λείπουν κι όλα είναι μια αυταπάτη η μουσική είναι η ωραιότερη και πιο λυτρωτική.

Οι απόψεις και οι σκέψεις των συνεργατών του Ορφέα δεν ταυτίζονται απαραίτητα με τη γνώμη του περιοδικού.
Απαγορεύεται αυστηρά η χρήση και η αναδημοσίευση του συνόλου ή μέρους των άρθρων του Ορφέα, χωρίς προηγούμενη άδεια των υπευθύνων του περιοδικού και του συντάκτη και χωρίς ταυτόχρονη αναφορά της επωνυμίας του περιοδικού, του ονοματεπωνύμου του συντάκτη και του ακριβούς συνδέσμου του άρθρου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΥ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΥ ΣΕ ΑΛΛΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΧΟΛΙΑ

RSS

ΤΑ ΠΙΟ ΔΙΑΒΑΣΜΕΝΑ (90d)

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

ΕΙΠΑΝ - ΕΓΡΑΨΑΝ

Βαραίνουν τα σώματα μέσα στο χρόνο, σηκώνοντας απάνω τους τη θλίψη τους την ακατάλυτη, σηκώνοντας τη μοναξιά.
Γιώργος Θέμελης

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ / ΑΥΡΙΟ

19/8/1936 Δολοφονήθηκε από τις δυνάμεις του δικτάτορα Φράνκο ο Ισπανός λογοτέχνης Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα

ΤΥΧΑΙΑ TAGS