106 αναγνώστες online
Find us on FacebookJoin us on Facebook
sideBar



Σαββέρια Μαργιολά - «Αλισάχνη»

ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ «Τι έχω να χάσω»

Τάσος Π. Καραντής
Τάσος Π. Καραντής
Πρώτη Παρουσίαση
ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ - «Τι έχω να χάσω»
25.08.2019
Ορφέας | Main Feed

Συνεντεύξεις

Τάσος Π. Καραντής

Πρόσφατα, στις 16 Νοέμβρη του 2008, παρουσιάστηκε στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, η «Απόκρυφη Ιστορία», ο ολοκληρωμένος κύκλος τραγουδιών του Νίκου Πλάτανου, σε ποίηση της Ελένης Γλύκατζη – Αρβελέρ, με ερμηνευτή το Γιώργο Νταλάρα και σε σκηνοθεσία της Μέμης Σπυράτου. Παρακολουθώντας την ιδιαίτερη αυτή μουσική παράσταση, εντυπωσιάστηκα κι ένιωσα βαθιά μέσα μου, πόσο καίρια, εύστοχα και ταιριαστά, μελοποιήθηκε, παρουσιάστηκε κι ερμηνεύτηκε ο ποιητικός αυτός λόγος, που μιλά για τις κρυμμένες αλήθειες της Ιστορίας μας. Έτσι, έχοντας ακόμα στ’ αυτιά μου τον απόηχο της συναυλίας και με αφορμή την προσεχή δισκογραφική έκδοση του έργου, μίλησα με το Νίκο Πλάτανο - τον άνθρωπο δηλαδή που μελοποίησε τα ιστορικά αυτά ποιήματα και τα έκανε τραγούδια – για την «Απόκρυφη Ιστορία», αλλά και τη δική του μουσική διαδρομή, από την Ecole Normale de Musique de Paris, ως το «Χάραμα» , τα «13 Φεγγάρια» , αλλά και το Εθνικό Θέατρο και το Μέγαρο Μουσικής!
Μπερδευτήκατε; Ο Νίκος Πλάτανος πάντως δηλώνει, πως τον ενδιαφέρει, εξίσου, η λόγια, αλλά κι η πιο … νυχτερινή αντίληψη της μουσικής! Αλλά βέβαια, πέρα απ’ αυτή τη “διχοστασία”, όπως θα έλεγε κι η Αρβελέρ, μιλήσαμε για τη μουσική στο θέατρο, το ελληνικό τραγούδι και τη δισκογραφία κι, ιδιαιτέρως, για την ποίηση και τους ποιητές, εκείνους τους, κατ’ αυτόν, έκπτωτους αγγέλους, που, όπως μας είπε, μπροστά τους ωχριούν ακόμα και τα πιο οργισμένα ροκ είδωλα!
Ο Νίκος Πλάτανος προσμένει σύντομα την έκδοση της «Απόκρυφης Ιστορίας», όπου θα αποτελέσει, ουσιαστικά, την πρώτη επίσημη δισκογραφική παρουσία του κι ονειρεύεται μιαν άνοιξη στην καρδιά του χειμώνα. Νομίζω, πως με ευαίσθητους, δημιουργικούς και με άποψη καλλιτέχνες σαν κι αυτόν, θα έρθει σίγουρα!
Πριν μιλήσουμε για την “απόκρυφη ιστορία”, θα ήθελα να κάνουμε μια μικρή αναφορά στην δική σας προσωπική “μουσική ιστορία”, δηλαδή, στο πως ξεκίνησε η σχέση σας με τη μουσική και τι σπουδές έχετε κάνει.
Ν.Π.: Η δική μου ιστορία ξεκινάει όπως συνήθως στους μουσικούς από έναν εφηβικό ερασιτεχνισμό. Συμμετοχή σε μαθητικές ορχήστρες, θεατρικές παραστάσεις, σχολικές γιορτές, οικογενειακά γλέντια, μ’ ένα πιάνο ή μ’ ένα ακορντεόν στο χέρι. Τα καλύτερά μας χρόνια. Αυτή είναι ακόμα η “ευκολία” μου. Μαζευόμαστε όλοι μια παρέα γύρω από το πιάνο και τραγουδάμε, ακόμη και τώρα που οι παρέες δεν τραγουδάνε όπως παλιά. Στο Ωδείο δεν ήμουν επιμελής μαθητής, κάνοντας τους δασκάλους μου να θυμώνουν, γιατί μόλις καθόμουν στο πιάνο, αντί να μελετάω άρχιζα να αυτοσχεδιάζω και να παίζω τραγούδια. Παρεμπιπτόντως, ακόμη δεν πιστεύω ότι έχει βρεθεί τρόπος να γίνει ελκυστική και δημιουργική η κλασική παιδεία στα Ωδεία κι αυτό είναι κρίμα. Πέρασα στη Νομική από κεκτημένη ταχύτητα, παράτησα όμως τις σπουδές μέσα σε δύο χρόνια για να αφιερωθώ στη μουσική. Ο “άτακτος” φοιτητικός τρόπος ζωής όμως, συν το γεγονός ότι εργαζόμουν σαν μουσικός το βράδυ δεν δημιουργούσαν τις προϋποθέσεις για σοβαρή μελέτη. Έπρεπε εξάπαντος να αλλάξω περιβάλλον και συνήθειες κι έτσι έφυγα στο εξωτερικό, στο Παρίσι. Εκεί, όπως κάθε Έλληνας που σέβεται τον εαυτό του, κατάφερα να συγκεντρωθώ καλύτερα. Σπούδασα στην Ecole Normale de Musique de Paris Ανώτερη Αρμονία, Αντίστιξη και Φούγκα, καθώς και Σύνθεση Μουσικής Κινηματογράφου δίπλα στον Antoine Duhamel, σπουδαίο συνθέτη πολλών ταινιών της γαλλικής nouvelle vague, των Γκοντάρ, Τρυφώ, Ταβερνιέ κ.α.
Από τα πρώτα εφηβικά χρόνια έγραφα μουσική και κυρίως τραγούδια σε στίχους ποιητών ή σε στίχους φίλων μου. Αυτό συνεχίζω να κάνω και τώρα σε καθημερινή σχεδόν βάση, ανεξάρτητα αν υπάρχει παραγγελία ή συγκεκριμένο επαγγελματικό σχέδιο.

Μόλις γύρισα από το Παρίσι κι ενώ υπηρετούσα στη μπάντα του Ναυτικού, είχα την τύχη να συνεργαστώ με την Δήμητρα Γαλάνη, σ’ ένα πολύ επιτυχημένο πρόγραμμα στο ιστορικό “Χάραμα”, σαν υπεύθυνος ορχήστρας. Εκεί γνωρίστηκα κι έγινα φίλος με όλη τη νέα γενιά τραγουδιστών, όπως η Ελένη Τσαλιγοπούλου, ο Αλκίνοος Ιωαννίδης, ο Γεράσιμος Ανδρεάτος, και μουσικών όπως ο Μανώλης Πάππος, ο Γιώργος Κοντογιάννης, ο Βασίλης Δρογκάρης. Μερικά χρόνια αργότερα συνεργάστηκα με την Ελένη Τσαλιγοπούλου και την Μελίνα Κανά σ’ ένα άλλο εκρηκτικό πρόγραμμα, στα “13 Φεγγάρια”. Όπως βλέπετε λοιπόν μ’ ενδιαφέρει και η πιο λόγια αλλά και η πιο... νυχτερινή αντίληψη της μουσικής.
Παρατηρώ ότι το μεγαλύτερο μέρος του έργου σας αφορά τη μουσική για το θέατρο. Αυτή θεωρείτε πως είναι κι η κυρίαρχη ταυτότητά σας ως συνθέτης;
Μέσα απ’ τις σπουδές μου πάνω στη σύνθεση μουσικής κινηματογράφου θέλησα να μελετήσω τη σχέση της μουσικής με κάτι έξω απ’ αυτήν, με την εικόνα, με μια ψυχολογική κατάσταση που πρέπει να εκφραστεί, με τρόπους μουσικής παρέμβασης στην εκτύλιξη μιας ιστορίας. Απ’ την άλλη μεριά, μέσα απ’ το τραγούδι προσπάθησα να προσεγγίσω μουσικά τον λόγο και μάλιστα τον ποιητικό. Ήταν φυσικό λοιπόν να οδηγηθώ και στο θέατρο, για το οποίο είχα πάντα μια μεγάλη αγάπη και σεβασμό. Θεωρούσα ότι, μαζί με το τραγούδι, ανήκει στο σκληρό πυρήνα του πολιτισμού μας.
Σε αντίθεση δε με το τραγούδι, έχει το πλεονέκτημα ότι εκ των πραγμάτων δεν μπορεί να βιομηχανοποιηθεί, θα παραμείνει πάντα χειροποίητο. Μια τέχνη όπου πάντα θα είναι θεμιτό να καταπιάνεσαι με τους κλασικούς, έστω και για να ανατρέψεις τις παραδοσιακές προσεγγίσεις τους, με σύγχρονα σημαντικά κείμενα, με μεγάλα πολιτικά και κοινωνικά ζητήματα, χωρίς να χρειάζεται να απολογείσαι και να προσαρμόζεσαι στις απαιτήσεις της αγοράς και των ΜΜΕ. Έτσι, μπορεί να περιλάβει και να αξιοποιήσει προτάσεις που δεν θα εύρισκαν θέση σε μια πιο βιομηχανοποιημένη κατάσταση, όπως για παράδειγμα η δισκογραφία. Αν με ρωτάτε, όχι, η κυρίαρχη ταυτότητά μου δεν είναι η θεατρική, είναι πιο πολύ αυτή του συνθέτη τραγουδιών, απλώς το τραγούδι όπως το φαντάζομαι εγώ μόνο στο θέατρο έχει βρει προς το παρόν τη θέση του
.
Ως προς τη δισκογραφία, μέχρι τώρα, έχετε εκδώσει έναν προσωπικό δίσκο τις «Παγίδες» (2001) σε στίχους του Σταμάτη Πάρχα κι έχετε δώσει και μερικά τραγούδια σας για τον προσωπικό δίσκο της Μελίνας Κανά της ίδιας χρονιάς (2001). Γιατί είναι τόσο περιορισμένη η δισκογραφική παρουσία σας;
Τι να σας πω; Το πιθανότερο είναι ότι στη δισκογραφία, όπως αυτή αντιλαμβάνεται τον εαυτό της μέχρι σήμερα τουλάχιστον, δουλειές σαν τη δική μου δεν χωράνε. Εγώ το μόνο που προσπάθησα όλα αυτά τα χρόνια ήταν να είμαι ενεργός μουσικά είτε μέσα από το θέατρο, είτε παρουσιάζοντας τη δουλειά μου σε διάφορους χώρους και κυρίως γράφοντας πολύ μουσική. Αλίμονο αν περιμέναμε τις δισκογραφικές για να υπάρξουμε δημιουργικά στη μουσική, δεν θα κάναμε τίποτα. Πάντως νομίζω ότι πρόκειται για μια ασυγχώρητη “πολυτέλεια” να αποκλείονται συνολικά οι πιο απαιτητικές δουλειές με το πρόσχημα ότι είναι αντιεμπορικές, σε μια εποχή που το ελληνικό τραγούδι, που κάποτε υπήρξε το διαμάντι του ελληνικού πολιτισμού, βρίσκεται σε τεράστια κρίση και ένδεια. Πρόκειται για μια μεγάλη παρεξήγηση που μόνο πρόσωπα με το θάρρος και την αίσθηση ευθύνης του Γιώργου Νταλάρα μπορούν να λύσουν.

Έχετε ασχοληθεί συστηματικά με τη μελοποίηση σπουδαίων Ελλήνων ποιητών (Ελύτης, Σεφέρης, Καββαδίας, Λαπαθιώτης). Τι ρόλο παίζει η ποίηση στην τέχνη, αλλά και στη ζωή σας;
Ποίηση σ’ ένα τραγούδι είναι αυτό που το μετατρέπει από καταναλωτικό αντικείμενο σε έργο τέχνης, που του προσδίδει μια αξία πέρα από την τρέχουσα εμπορική. Ακόμα και σε τραγούδια που δεν βασίζονται σε στίχους ποιητών, αυτό που μας κάνει να τα αγαπάμε και να τα ξεχωρίζουμε είναι η ποίηση που περιέχουν. Στην πράξη τώρα, θεωρώ ότι τα ποιήματα συνιστούν ένα πρώτης τάξεως υλικό για τραγούδι. Βέβαια είναι πιο δύσκολο να το προσεγγίσεις και ίσως δεν είναι κατάλληλα όλα τα ποιήματα για να γίνουν τραγούδια. Πάντως είμαι σίγουρος ότι όλοι οι ποιητές όταν γράφουν φαντάζονται ότι τραγουδάνε. Το βλέπουμε στο πόσο συχνά χρησιμοποιούν στους τίτλους των ποιημάτων τους την λέξη “τραγούδι”, “άσμα”, “canto”, “song”, “chanson” κλπ. Την αληθινή μουσική που κρύβει ένα ποίημα δεν θα την ανακαλύψουμε ίσως ποτέ. Εκδοχές μόνο και όψεις της θα φωτίζουμε. Μια μελοποίηση είναι κάτι σαν τη σκηνοθεσία ενός θεατρικού κειμένου, μια ανάγνωση, μια ερμηνεία, μπορεί να υπάρχουν και χιλιάδες άλλες, αυτή όμως είναι η δική μας προσέγγιση, σήμερα. Και για να είναι ζωντανό ένα έργο τέχνης απαιτείται μια δική μας προσωπική προσέγγιση, στο σήμερα, διαφορετικά το έργο για μας και για την εποχή μας είναι νεκρό. Αυτό ακριβώς συμβαίνει σήμερα. Οι ποιητές έχουν εξοβελιστεί στο τελευταίο ράφι της βιβλιοθήκης μας και τα βιβλία τους τα έχει σκεπάσει η σκόνη. Αν όμως σκεφτούμε ότι το ακραίο καταναλωτικό μοντέλο της τελευταίας τριακονταετίας έφτασε στα όριά του και μια νέα πνευματικότητα τείνει να αναδυθεί, μπορούμε σιγά-σιγά να αρχίσουμε να ξεσκονίζουμε αυτά τα ποιητικά βιβλία και τότε μπορεί ανάμεσα στις σελίδες τους να ανακαλύψουμε πράγματα που σημαίνουν πολλά για τη ζωή μας
.

Να δούμε αυτούς τους ανθρώπους, τους ποιητές, όχι σαν τίποτα αποστειρωμένους λόγιους, άξιους για το σκονισμένο ράφι, αλλά σαν αυτό που κάποτε και στην πραγματική ζωή υπήρξαν: πνεύματα ανεξάρτητα, συνήθως σε ρήξη με το κοινωνικό τους περιβάλλον, κάποιες φορές αλήτες και πλάνητες, τραγουδιστές του έρωτα και της νεότητας, σύγχρονοι προφήτες. Και τότε σας διαβεβαιώνω ότι το πιο αγαπημένο μας οργισμένο ροκ είδωλο θα ωχριά μπροστά σ’ αυτούς τους έκπτωτους αγγέλους.

Τα ιστορικά ποιήματα της Ελένης Γλύκατζη – Αρβελέρ κάτω από ποιο πρίσμα τα προσεγγίσατε; Τι σας προσέλκυσε σ’ αυτά;
Στα ποιήματα της Ελένης Αρβελέρ έχουμε να κάνουμε με τη στιγμή που η σκέψη του ιστορικού, του επιστήμονα, μια σκέψη κριτική και απομυθοποιητική μετασχηματίζεται σε κάτι φαινομενικά αντίθετό της: σε μια ποίηση που συχνά έχει την αμεσότητα του λαϊκού τραγουδιού, την αθωότητα του παραμυθιού. Και λέω φαινομενικά γιατί το ποίημα έχοντας διανύσει τη μισή απόσταση κι έχοντας περάσει από την κριτική ανάλυση στον μύθο (ποίημα χωρίς μυθολογία δεν γίνεται) διανύει την υπόλοιπη μισή κλείνοντας τον κύκλο και ξαναφτάνοντας από την πίσω πόρτα αυτή τη φορά, στην κριτική και στην αποδόμηση κατεστημένων ιδεολογικών ερμηνειών, όλου αυτού του συνονθυλεύματος από επίσημες αλήθειες και ψέματα που διδάσκεται στα σχολεία. Χρησιμοποιώντας δηλαδή τα όπλα της μυθοποίησης καταφέρνει να λειτουργήσει εντελώς απομυθοποιητικά Τη στιγμή που νομίζεις ότι μιλάει για κάτι, μιλάει για το ακριβώς αντίθετό του. Νίκος ΠλάτανοςΝομίζεις ότι διακρίνεις μια νοσταλγία αυτοκρατορικού μεγαλείου και με μια πιο προσεκτική ανάγνωση βλέπεις την ανάγκη για σεβασμό του δίκιου του άλλου, του γείτονα καθώς και την ανάγκη για γεφύρωμα των εθνικών και πολιτικών διαφορών μέσα απ’ τη συνομιλία των πολιτισμών. Νομίζεις πως έχεις να κάνεις με την ηρωοποίηση της μιας πλευράς, της ηττημένης, και ανακαλύπτεις την ευθύνη της για τη συμφιλίωση που δεν έγινε. Από την αρχή για μένα το ζητούμενο δεν ήταν να κάνω ένα λόγιο έργο αλλά λαϊκά τραγούδια όσο το δυνατόν πιο απλά και άμεσα. Στον σκοπό αυτό συνέβαλλε εκτός από την ομοιοκατάληκτη έμμετρη φόρμα, η νοηματική και εικονοποιητική διαύγεια καθώς και η συναισθηματική φόρτιση. Άλλοτε ακολούθησα τις εικόνες, το άρωμα και τη μυθολογία του ποιήματος κι άλλοτε πήγα εντελώς κόντρα που λένε, συχνά με μια συνειδητή δόση υπερβολής που χρειάζεται την αντίστοιχη δόση αίσθησης χιούμορ από την πλευρά του ακροατή. Το καλό τραγούδι στην Ελλάδα συχνότατα έχει λειτουργήσει σαν όχημα για τη διάδοση των μεγάλων ιδεών και της ποίησης. Τώρα, μέσα από μια τέτοια δουλειά θα θέλαμε το τραγούδι και η ποίηση να συμβάλουν στο να αναπτυχθεί ένας ιστορικός στοχασμός, να καλλιεργηθεί η κριτική σκέψη πάνω στο παρελθόν, στο παρόν και το μέλλον αυτού του ιστορικού και πνευματικού υποκειμένου που λέγεται Ελληνισμός. Οι αντιφάσεις και τα δίπολα που διέπουν την ιστορία του Ελληνισμού, αρχαιότητα - χριστιανισμός, παράδοση – νεωτερικότητα, ανατολή – δύση, αριστερά – δεξιά, αυτή η «διχοστασία» που καθορίζει την ιστορία μας, όλ’ αυτά είναι παρόντα και ζωντανά στην ποίηση της Ελένης Αρβελέρ καθιστώντας την “εύφλεκτο” υλικό.

Η ίδια πως δέχτηκε την πρότασή σας; Ζήτησε “δείγμα δουλειάς”;
Η Ελένη Αρβελέρ δεν θα αποθάρρυνε ποτέ ένα νέο άνθρωπο που καταπιάνεται όχι μόνο με τα δικά της ποιήματα αλλά γενικότερα με τέτοια ζητήματα, αν διέκρινε μια στοιχειώδη σοβαρότητα στην προσέγγιση. Από την αρχή είπε “κάντε ότι θέλετε με τα ποιήματα, εγώ είμαι μαζί σας”. Φυσικά αργότερα άκουσε τις πρώτες δοκιμές των τραγουδιών και της άρεσαν πολύ. Την “μύησή” μου όμως στην ποίηση της Ελένης Αρβελέρ τη χρωστάω στην αγαπημένη μου φίλη, τη σκηνοθέτιδα Μέμη Σπυράτου. Αυτή πίστεψε απ’ την αρχή σ’ αυτό το σχέδιο και μας μετέφερε την πίστη και το όραμά της. Ανέλαβε τη σκηνοθεσία της παράστασης – συναυλίας και την καλλιτεχνική επιμέλεια μαζί με την Άννα Νταλάρα. Αν χωρίς τη Μέμη αυτό το σχέδιο δεν θα ξεκινούσε καν, χωρίς την Άννα έχω την αίσθηση ότι δεν θα ολοκληρωνόταν ποτέ. Είναι αυτή που υποβάλλοντας τις ιδέες μας στο ανελέητο crash test της πραγματικότητας το βοηθάει να αποσαφηνίσει την καλλιτεχνική του φυσιογνωμία.

Ο ερμηνευτής της «Απόκρυφης Ιστορίας» είναι ο Γιώργος Νταλάρας. Ποιο ήταν το κριτήριο της επιλογής του;
Μιλάτε για την επιλογή ποιου από ποιον; Αστειεύομαι. Εν πάση περιπτώσει η έννοια της επιλογής προϋποθέτει την έννοια της εναλλακτικής λύσης και στην περίπτωσή μας δεν υπάρχει. Ο Γιώργος Νταλάρας είναι σχεδόν a priori ο ιδανικός ερμηνευτής μιας τέτοιας δουλειάς. Μέσα από την ποίηση της Ελένης Αρβελέρ παρακολουθούμε τις περιπέτειες του Ελληνισμού σαν ενός ενιαίου ιστορικού υποκειμένου που συνεχώς εξελίσσεται διατηρώντας όμως πάντοτε έναν άφθαρτο εσωτερικό πυρήνα. Δεν ξέρω πολλούς άλλους ερμηνευτές που να ανταποκρίνονται απ’ τη μια σ’ αυτή την ιστορικότητα (όλα τα ρεύματα της ελληνικής μουσικής διασταυρώνονται στην ερμηνεία του, από το Βυζαντινό Μέλος μέχρι τη σύγχρονη μπαλάντα, περνώντας από το Μικρασιάτικο, το ρεμπέτικο, το λαϊκό, το έντεχνο - λαϊκό) και ταυτόχρονα να στοχεύουν κατευθείαν στο κέντρο του ελληνικού ψυχισμού, στον εσωτερικό πυρήνα του.

Ποιες ήταν οι πηγές έμπνευσης των συνθέσεών σας;
Αυτά τα ρεύματα που προανέφερα ήταν ακριβώς τα πρότυπα και οι μουσικοί κόσμοι που ανέτρεξα. Από το Βυζαντινό Μέλος μέχρι την ροκ μπαλάντα, όλοι αυτοί οι μουσικοί κόσμοι λειτούργησαν σαν πεδία αναφοράς. Προφανώς θα ήταν μωροφιλόδοξο να προσπαθήσουμε να ανασυστήσουμε μια ενιαία αφήγηση της ιστορίας της ελληνικής μουσικής μέσα σ’ ένα κύκλο τραγουδιών. Πιο πολύ μας ενδιέφεραν κόντρες και αντιφάσεις, συγκρούσεις ανάμεσα σε είδη τραγουδιών, ξαφνικές τομές στη μέση ενός τραγουδιού όπου ένας άλλος μουσικός κόσμος εισβάλλει. Ακόμα και κάποιες εμφανείς μιμήσεις ύφους ή στιλιστικά δάνεια θα θέλαμε να τα δούμε και να τα δουν και οι ακροατές με το απαραίτητο κλείσιμο ματιού, με την απόσταση και το χαμόγελο που καταργούν τη σοβαροφάνεια και γι αυτό ακριβώς ξαναεπιτρέπουν τη συγκίνηση.

Είσαστε πολιτικοποιημένος στο χώρο της Αριστεράς. Κατά πόσο νομίζετε ότι έχουμε ανάγκη την “απόκρυφη ιστορία”, δηλαδή τις κρυμμένες αλήθειες, στη σημερινή Ελλάδα;
Μια αριστερή προσέγγιση σίγουρα θα προσυπογράψει την κριτική που ασκεί η Ελένη Αρβελέρ στις ιθύνουσες τάξεις για τις ευθύνες που φέρουν σε κρίσιμες στιγμές της ελληνικής ιστορίας και τους χειρισμούς τους που κατέληξαν σε τραγωδία. Θα σταθεί, όμως, πιο επιφυλακτική σε μια πιο ουσιοκρατική αντίληψη της ελληνικότητας, στην έννοια της επιβίωσης ενός βαθύτερου πυρήνα της μέσα στην ιστορική διαδρομή. Αυτά αφορούν την Αριστερά, στην οποία, σημειωτέον, δεν είμαι κομματικά ενταγμένος, και θα τα λύσει με τον τρόπο της.
Η απόκρυφη ιστορίαΟ σύγχρονος άνθρωπος της μετανεωτερικής εποχής όμως, με την πολυδιάσπαση των ταυτοτήτων που την χαρακτηρίζει δεν βλέπει κανένα πρόβλημα στο να ακολουθήσει μια μαρξιστική ταξική ιστορική ανάλυση για τα αίτια της παρακμής και της διάλυσης της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας για παράδειγμα, ή για τη στάση του κλήρου κατά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης, θέματα που έχει αναλύσει η ιστορικός Αρβελέρ, κι έπειτα να αναρωτηθεί μαζί με την ποιήτρια Αρβελέρ «ποιος έχει την ευθύνη για όσα θρηνεί και θρήνησε χρόνια η Ρωμιοσύνη». Και μόνο για το γεγονός ότι φέρνει τις δύο πλευρές, τη συντηρητική και την προοδευτική αντιμέτωπες με τις αντιφάσεις τους και τα προβλήματα πρόσληψης και ερμηνείας του ιστορικού φαινομένου που προκύπτουν στη σύγχρονη μετανεωτερική εποχή, η ποιητική παρέμβαση της Ελένης Αρβελέρ είναι σημαντική. Η απάντηση στο ερώτημά σας είναι λοιπόν πως έχουμε απόλυτη ανάγκη από τις κρυμμένες αλήθειες, αλλά και από την Απόκρυφη Αλήθεια, αν γίνομαι κατανοητός.

Μια πρώτη ζωντανή παρουσίαση του έργου σας έγινε πριν τέσσερα χρόνια στο «ΡΕΞ» (15 – 11 – 2004) – στα πλαίσια της 5ης Διεθνούς Συνάντησης Αρχαιολογικής Ταινίας Μεσογειακού Χώρου «Ο Αγών» - όπου παρουσιάστηκαν έξι (6) κομμάτια σας από την «Απόκρυφη Ιστορία». Επίσης, μέρος της (3 κομμάτια), από την πρώτη ζωντανή παρουσίαση της στο «ΡΕΞ»(2004), κυκλοφόρησε σε dvd από το περιοδικό «Αρχαιολογία και Τέχνες» (2006). Όπως αναφέρθηκε στη συνέντευξη Τύπου , μετά την παρουσίαση του έργου στο Μέγαρο Μουσικής, θα πραγματοποιηθεί κι η ολοκληρωμένη δισκογραφική κυκλοφορία του. Πότε προβλέπεται να κυκλοφορήσει και τι προσμένετε απ’ αυτήν την έκδοση;
Θα θέλαμε να πραγματοποιηθεί η έκδοση το συντομότερο δυνατό, στο βαθμό που είναι αρκετά χρόνια που επεξεργαζόμαστε το υλικό. Θα πρόκειται τότε για την πρώτη μου “επίσημη” ολοκληρωμένη δισκογραφική παρουσία, που την οφείλω εξ ολοκλήρου στην εμπιστοσύνη που μου έδειξαν η Ελένη Αρβελέρ και ο Γιώργος Νταλάρας. Όμως όσο κι αν προσωπικά η προοπτική μιας τέτοιας έκδοσης με γεμίζει με χαρά και με ένα αίσθημα ικανοποίησης ότι οι κόποι μας δεν πάνε χαμένοι, μένει να δούμε αν, έστω δειλά, θα σηματοδοτήσει μια στροφή στην πορεία του ελληνικού τραγουδιού, αν δηλαδή θα ενθαρρυνθούν προσπάθειες που ξεφεύγουν από το αμιγώς εμπορικό πλαίσιο, και την αποκλειστικά ερωτική θεματολογία. Διαφορετικά θα έχουμε κάτι σαν τον κούκο μες στο χειμώνα.

Αν κι αναμένουμε την έκδοση της «Απόκρυφης Ιστορίας», τι άλλο κάνετε αυτόν τον καιρό δημιουργικά; Τι σχεδιάζετε κι ονειρεύεστε για το μέλλον;
Αυτό τον καιρό έχω κάνει την μουσική επεξεργασία για την παράσταση “Ιστορίες από το δάσος της Βιέννης” του Χόρβατ που ανεβαίνει στην Κεντρική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου σε σκηνοθεσία του Γιάννη Χουβαρδά. Συμμετέχω στην παράσταση σαν μουσικός καθώς και με ένα πολύ ιδιαίτερο μικρό ρόλο. Ακόμα ετοιμάζω τη μουσική για τον “Ρομπέρτο Τσούκκο” του Κολτές που θα ανέβει στη Νέα Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου σε σκηνοθεσία της Έφης Θεοδώρου.
Ονειρεύομαι μιαν άνοιξη στην καρδιά του χειμώνα.
Φωτογραφίες συνέντευξης τύπου: Χρύσα Σωφρονά
Οι απόψεις και οι σκέψεις των συνεργατών του Ορφέα δεν ταυτίζονται απαραίτητα με τη γνώμη του περιοδικού.
Απαγορεύεται αυστηρά η χρήση και η αναδημοσίευση του συνόλου ή μέρους των άρθρων του Ορφέα, χωρίς προηγούμενη άδεια των υπευθύνων του περιοδικού και του συντάκτη και χωρίς ταυτόχρονη αναφορά της επωνυμίας του περιοδικού, του ονοματεπωνύμου του συντάκτη και του ακριβούς συνδέσμου του άρθρου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΥ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΥ ΣΕ ΑΛΛΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΧΟΛΙΑ

RSS

ΤΑ ΠΙΟ ΔΙΑΒΑΣΜΕΝΑ (90d)

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

ΕΙΠΑΝ - ΕΓΡΑΨΑΝ

Η αλήθεια είναι ότι είμαστε στην πρώτη θέση της επικαιρότητας, όπως τον καιρό της χούντας. Με τη διαφορά ότι τότε ήταν όλοι μαζί μας, ήθελαν να μας βοηθήσουν. Τώρα είναι όλοι εναντίον μας
Νάνα Μούσχουρη

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ / ΑΥΡΙΟ

25/8/1934 Γεννήθηκε ο τραγουδιστής Γιάννης Βογιατζής
26/8/1943 Γεννήθηκε ο τραγουδιστής Δάκης (Βρασίδας Χαραλαμπίδης)