104 αναγνώστες online
Find us on FacebookJoin us on Facebook
sideBar



Σαββέρια Μαργιολά - «Αλισάχνη»

ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ «Τι έχω να χάσω»

Τάσος Π. Καραντής
Τάσος Π. Καραντής
Πρώτη Παρουσίαση
ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ - «Τι έχω να χάσω»
17.10.2018
Ορφέας | Main Feed

Μουσικογράφοι & ραδιοφωνικοί παραγωγοί

Τάσος Π. Καραντής

Από μικρό παιδί έπαιζε με δίσκους (!), αργότερα έγινε συλλέκτης και σήμερα, είναι ένας από τους σημαντικότερους και καλύτερους ραδιοφωνικούς παραγωγούς μας. Αν δεν το βρήκατε ήδη, μιλώ για τον Σιδερή Πρίντεζη, την γνωστή φωνή, με τις τόσες εκπομπές στο Β΄ Πρόγραμμα και στο Kosmos, όπου υπηρετεί, όπως το θέτει κι ο ίδιος, τη ραδιοφωνική «σχολή της πληροφορίας». Είχα την χαρά και την τιμή να μιλήσω μαζί του, για τι άλλο; Για το ραδιόφωνο και το ελληνικό τραγούδι. Ο πιο κατάλληλος άνθρωπος, ο οποίος αποδείχτηκε κι αρκετά ανοιχτόμυαλος και φιλελεύθερος κι αυτό αποτέλεσε για μένα μεγάλη ικανοποίηση, γιατί αν κάτι δεν αντέχω στη ζωή μου, είναι τα συρματοπλέγματα, τα δόγματα και τις παρωπίδες.

Στον Σιδερή Πρίντεζη δεν ισχύουν όλα αυτά, εξάλλου το δηλώνει ξεκάθαρα : «δεν έχω στεγανά στις επιλογές μου», ενώ έχει μεγάλο ενδιαφέρον η άποψή του για το ελληνικό ποπ και τους δημοφιλείς πρωταγωνιστές του, τον Σάκη Ρουβά και τον Μιχάλη Χατζηγιάννη.
Πέρα και πάνω απ’ όλα όμως, ο Σιδερής Πρίντεζης, ανήκει στους ραδιοφωνικούς παραγωγούς εκείνους που διατηρούν ζωντανή τη δύναμη της μουσικής και την μαγεία του ραδιοφώνου. Ελπίζω προς την ίδια κατεύθυνση να συνδράμει κι αυτή του η συνέντευξη.

Διαβάζω για εσάς, ότι από μαθητής ήσασταν συλλέκτης δίσκων! Πώς σας κόλλησε αυτό το χόμπυ; Θυμάστε την έναρξή του; Δηλαδή πότε και με ποια αφορμή είπατε, αρχίζω να συλλέγω δίσκους;
Σιδερής Πρίντεζης: Δε θυμάμαι να υπήρξε κάποιο χαρακτηριστικό γεγονός το οποίο να με ώθησε στη συλλογή δίσκων. Θυμάμαι πάντα τον εαυτό μου να ασχολείται με δισκάκια που έβαζα συνέχεια σε ένα μικρό φορητό πικ-απ που μου είχαν πάρει οι γονείς μου. Όντας μοναχοπαίδι, δεν ήμουν από τα παιδιά που, όποτε ήθελα, έβρισκα κάποιο άλλο παιδί για να παίξω με αυτοκινητάκια ή κάποιο επιτραπέζιο. Κι έτσι, με τα χρόνια, αυτό το «παιχνίδι με τους δίσκους» έφτασε να γίνει τρόπος ζωής.

Τι  δίσκους συλλέγατε; Ποιο είδος μουσικής και τραγουδιού σας άρεσε περισσότερο τότε;
Σ.Π.: Ως παιδί άκουγα τα δισκάκια 45 στροφών ελληνικής μουσικής που αγόραζαν οι δικοί μου για τους ίδιους, αλλά και κάποιους παιδικούς δίσκους που αγόραζαν για μένα (με ιδιαίτερη αδυναμία στον Καραγκιόζη του Ευγένιου Σπαθάρη). Στην εφηβεία πέρασα στην ξένη pop μουσική. Ωστόσο η συλλογή των δίσκων ξεκίνησε στα φοιτητικά μου χρόνια με έμφαση στο ελληνικό τραγούδι και στα soundtracks.

Έχετε πει – κι έτσι είναι – ότι κομμάτι της ευτυχίας είναι το να καταφέρεις να κάνεις το χόμπυ σου επάγγελμα. Δεν το κάνατε όμως αμέσως με την ενηλικίωσή σας, αλλά την τελευταία 10ετία, ήταν θέμα συγκυριών ή δεν είχατε πάρει ακόμα την τελική απόφασή σας;
Σ.Π.
: Ήταν θέμα συγκυριών όπως το θέτετε, αλλά και δικής μου δειλίας και αναποφασιστικότητας. Στα χρόνια των σπουδών μου (τόσο στο Χημικό Τμήμα του Πανεπιστημίου Αθηνών, όσο και σε ξένες γλώσσες μετά), αλλά και του στρατού αργότερα, ήξερα ότι δε θα αποχωριστώ ποτέ την ενασχόλησή μου με τη μουσική, αλλά δεν πίστευα ποτέ ότι θα την εξασκήσω ως επάγγελμα.

Γιατί ραδιοφωνικός παραγωγός κι όχι μουσικογράφος (πλην ελαχίστων εξαιρέσεων); Τι είναι αυτό που σας έλκει περισσότερο στο ραδιόφωνο, σε σχέση με τη γραπτή μουσική δημοσιογραφία;
Σ.Π.: Πάντα θυμάμαι τον εαυτό μου στα εφηβικά πάρτυ, να είμαι αυτός που έφερνε τη μουσική (δίσκους και κασέττες τότε). Ήξερα ότι θέλω να βάζω μουσική σε πολύ κόσμο είτε με έβλεπαν (όπως σ’ εκείνα τα πάρτυ), είτε με άκουγαν (όπως τώρα). Αυτό που με έλκει περισσότερο στο ραδιόφωνο είναι ότι, σε αντίθεση με το γραπτό λόγο, έχεις τη δυνατότητα να δημιουργήσεις την ατμόσφαιρα που θέλεις μέσα στην οποία εντάσσεις και το τραγούδι, αλλά και να αποδείξεις τα λεγόμενά σου για κάποιο τραγούδι με την ταυτόχρονη ακρόασή του. Απαραίτητη και σημαντική η έρευνα και οι ιστορίες γύρω από ένα μουσικό είδος ή μια εποχή, αλλά για κάποιον που δεν είναι μυημένος χρειάζονται και τα αντίστοιχα ακουστικά παραδείγματα. Βέβαια με το διαδίκτυο αυτά τα δύο (η συγγραφή και η ακρόαση) μπορούν να συνυπάρξουν αρμονικά.

Είχατε πρότυπα παλιότερους ραδιοφωνικούς παραγωγούς, κι αν ναι, ποιους;
Σ.Π.: Θα απαντήσω με το κλισέ ότι δε θέλω να πω συγκεκριμένα ονόματα γιατί θα ξεχάσω κάποιους και γιατί με τους πιο πολλούς από αυτούς είμαι πλέον συνάδελφος στην Ελληνική Ραδιοφωνία και μπορεί να θεωρηθεί ότι το κάνω για να «ευλογήσω τα γένια μας». Ωστόσο δε μπορώ να μην αναφερθώ στον Γιώργο Παπαστεφάνου που τόσο μέσα από τις τηλεοπτικές του εκπομπές, όσο και μέσα από τις ραδιοφωνικές του εκπομπές, όχι μόνο μάθαινα πράγματα για το τραγούδι, αλλά με συνέπαιρνε και ο τρόπος προσέγγισης και αξιολόγησης της μουσικής γενικότερα. Αυτή η «ραδιοφωνική σχολή» αποτέλεσε την κατοπινή μου επιλογή. Δεν είμαι ο καταλληλότερος για να κάνω μια νυχτερινή εκπομπή και να μιλήσω για τη νύχτα, το φεγγάρι και τον ουρανό με τ’ άστρα. Δεν το υποτιμώ καθόλου και υπάρχουν σε πολλά ραδιόφωνα συνάδελφοι που το κάνουν εξαιρετικά. Απλά εγώ δεν είμαι ικανός για κάτι τέτοιο και έχω επιλέξει τη «σχολή της πληροφορίας», χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει ότι κάθε μουσική επιλογή συνοδεύεται από το αντίστοιχο δοκίμιο.

Έχετε αδυναμία στο ελαφρό τραγούδι και στα soundtracks. Το δεύτερο το καταλαβαίνω, αλλά το πρώτο, πώς σας προέκυψε; Γιατί, δεν ανήκετε στη γενιά που το ελαφρό τραγούδι ήταν το κυρίαρχο άκουσμα.
Σ.Π.: Οι πρώτοι μεγάλοι δίσκοι που θυμάμαι στο σπίτι ήταν ένας δίσκος με ελαφρά τραγούδια με τον Φώτη Πολυμέρη κι ένας δίσκος με επιτυχίες του Γιώργου Μητσάκη. Η μητέρα μου ήταν του τανγκό και του βαλς κι ο πατέρας μου του χασάπικου και του ζεϊμπέκικου. Αυτό με βοήθησε στο να μην έχω στεγανά (ελπίζω) στις επιλογές μου. Ωστόσο μεγαλώνοντας, διαπίστωσα ότι το δεύτερο είδος ήταν διαδεδομένο και στους άλλους χώρους που βρισκόμουνα, ενώ το πρώτο ήταν λίγο είδος εσωτερικής κατανάλωσης, τουλάχιστον στο ευρύτερο οικογενειακό μου περιβάλλον. Δεν το έβρισκα εύκολα εκτός σπιτιού και το άκουγα ακόμα λιγότερο. Αυτό ίσως μ’ έκανε να το ψάξω περισσότερο.

Μιλήστε μας, με λίγα λόγια, για τις ραδιοφωνικές εκπομπές σας, πώς προέκυψαν οι τίτλοι τους και ποιο είναι το περιεχόμενό τους, για να έχουν μια εικόνα οι αναγνώστες μας.
Σ.Π.: Στο Δεύτερο Πρόγραμμα βρίσκομαι από Δευτέρα ως Πέμπτη 6-7 το απόγευμα με το «Κλειδί του sol» μία εκπομπή που τη Δευτέρα και την Τρίτη ασχολείται κυρίως με τη μουσική από τον κινηματογράφο, το θέατρο, την τηλεόραση, καθώς και με τραγούδια από φωνές ηθοποιών, ενώ Τετάρτη και Πέμπτη κινείται στο ευρύτερο φάσμα της ελληνικής δισκογραφίας. Το όνομα της εκπομπής δόθηκε από τον Αντώνη Ανδρικάκη πριν από 11 χρόνια, όταν μου έδωσε την ευκαιρία και μου άνοιξε την πόρτα του ραδιοφώνου στον τότε Planet.
Ακόμα κάθε Σάββατο απόγευμα 6-7 επίσης και πάντοτε στο Δεύτερο Πρόγραμμα ασχολούμαι αποκλειστικά με το παλιό ελαφρό ελληνικό τραγούδι ... για τους λόγους που ανέφερα παραπάνω, με την εκπομπή «Πάμε σαν άλλοτε» (ευνόητη η προέλευση του τίτλου της). Αμέσως μετά (7-8) υπάρχει η εκπομπή «Στιγμές Αρχείου» στην οποία παρουσιάζονται στιγμιότυπα (μουσικά και θεατρικά) από το πλουσιότατο και σημαντικότατο Αρχείο της Ελληνικής Ραδιοφωνίας από τη δεκαετία του ’50 μέχρι τις μέρες μας.
Τέλος, στο Kosmos, κάθε Σάββατο επίσης 4-6 μου δίνεται η ευκαιρία να μεταδίδω αγαπημένα μου τραγούδια από το διεθνές ρεπερτόριο με έμφαση στα αγγλόφωνα, τα γαλλικά και τα ιταλικά τραγούδια, αλλά και τα soundtracks.


Η επιμέλεια και παρουσίαση της θεατρικής μουσικής είναι μια άλλη πλευρά σας. Συνδυάζετε, μ’ αυτόν τον τρόπο, μέσα σας, την αγάπη σας για τη μουσική, αλλά και για το θέατρο;
Σ.Π.: Ο κινηματογράφος και το θέατρο είναι οι δύο μεγάλες μου αγάπες εκτός μουσικής. Τα παρακολουθώ και τα δύο από πολύ μικρή ηλικία. Ο συνδυασμός όμως που αναφέρατε έχει ως τώρα πραγματοποηθεί μόνο στο θέατρο. Στο ραδιόφωνο η μουσική και ο λόγος δημιουργούν τις εικόνες, ενώ στον κινηματογράφο και το θέατρο οι εικόνες και ο λόγος προϋπάρχουν και χρειάζονται πολλές φορές τη μουσική.

Όλοι μιλάνε για τη νόσο του ραδιοφώνου που λέγεται playlist. Πώς φτάσαμε ως εκεί; Ποιο είναι για εσάς το “μυστικό” για ένα υγιές ραδιόφωνο και μια ραδιοφωνική εκπομπή;
Σ.Π.: Για λόγους οικονομίας (κυρίως) φτάσαμε ως εκεί. Από την άλλη δεν έχω μυστικά και συνταγές ή «μυστικές συνταγές» αν προτιμάτε. Για μένα η αλήθεια είναι πάνω απ’ όλα. Αν υπηρετείς το χώρο σου με καρδιά και με γνώση (όχι πάντα με την έννοια της κατάρτισης) αυτό θα φτάσει στο ακροατήριο. Για μένα το πολυφορεμένο «Περνάμε ωραία στα παρασκήνια και αυτό περνάει και στον κόσμο» δεν αρκεί. Δεν κάνω ραδιόφωνο μόνο για το κέφι μου, αλλά θέλω ό,τι κάνω να με εμπεριέχει. Γιατί αλλιώς μπορεί αυτό που κάνω να έχει απήχηση, αλλά δε θα έχει ψυχή, τη δική μου ψυχή. Και αν βγάλουμε την ψυχή απ’ ό,τι κάνουμε, τότε εμείς οι ίδιοι θα έχουμε ανοίξει την πόρτα στο άψυχο playlist.

Πιστεύετε στα ραδιόφωνα με “ταμπέλα”, που υπηρετούν και παρουσιάζουν συγκεκριμένο είδος μουσικής ή στα ραδιόφωνα με μουσικό πλουραλισμό και πόσο ευρύς μπορεί να είναι αυτός; Υπάρχουν, δηλαδή, είδη τραγουδιού και τραγουδιστών που θα πρέπει να αποκλείονται από ένα ραδιόφωνο; Κι αν ναι, θα πρέπει να έχουν κι αυτά το δικό τους; Οπότε πάμε πάλι σε “ταμπέλες”;  
Σ.Π.: Είναι λίγο φαύλος κύκλος αυτό που περιγράφετε. Πιστεύω στο ραδιόφωνο με μουσικό πλουραλισμό στο οποίο όμως θα υπάρχουν και κάποιες εκπομπές συγκεκριμένου και ειδικού ίσως ρεπερτορίου. Αυτές οι εκπομπές άλλωστε θα ενισχύουν το μουσικό του πλουραλισμό. ‘Οχι μόνο δηλαδή εκπομπές στη διάρκεια των οποίων οι ακροατής θα μπορεί να ακούσει σχεδόν τα πάντα, αλλά και ξεχωριστές εκπομπές που θα ασχολούνται με είδη που δεν ακούγονται συχνά, ακόμα και σε αυτόν τον ίδιο σταθμό.

Για να δούμε τα παραπάνω, και στα ίδια τα “χωράφια” του ελληνικού τραγουδιού, πολλά σύνορα και συρματοπλέγματα βλέπω. Διαχωρισμοί κι αναθέματα που μετατρέπουν το τραγούδι σε γήπεδο. Γιατί τόσος φανατισμός, για κάτι που δεν είναι ούτε κόμμα, ούτε θρησκεία, αλλά τέχνη; Πρέπει πάντα “να φιλοσοφούμε ή να μελαγχολούμε”; Δεν χρειάζονται και “τα ευτράπελα, τα ελαφρά, ο χορός και το κέφι” στη ζωή και το τραγούδι μας;
Σ.Π.
: Τα παραπάνω ερωτήματα τα θεωρώ ρητορικά και αυταπάντητα. Φυσικά και όλα χρειάζονται. Επειδή όμως ως μεσογειακός λαός, είμαστε αρκετά εκδηλωτικοί και εξωστρεφείς, ζούμε αυτές τις διαφορές και τους διαχωρισμούς στον υπερθετικό βαθμό.

Είναι κι ένα τοπίο με κυρίαρχους μύθους το ελληνικό τραγούδι, συνθετών(Θεοδωράκης - Χατζιδάκις) και τραγουδιστών(Καζαντζίδης - Μπιθικώτσης). Κάνοντας όμως μια έρευνα για το ΤΟΠ – 10 των υψηλότερων πωλήσεων της ελληνικής δισκογραφίας, διαπίστωσα – αν εξαιρέσω το εθνικής εμβέλειας «ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ» - ότι κι οι 4 απουσίαζαν! Πρώτος είναι ο Πλέσσας με το «Δρόμο». Κι όμως σε κάθε συνέντευξη που θα διαβάσω, όλων, μα όλων, αγαπημένοι είναι ο Θεοδωράκης κι ο Χατζιδάκις, με τα τραγούδια τους μεγάλωσαν! Είναι σπουδαίοι, ναι, αλλά κανείς δεν μεγάλωσε, για παράδειγμα, και με τα – εξίσου δημοφιλή κι αγαπητά – τραγούδια του Πλέσσα, του Χατζηνάσιου και του Σπανού; Γιατί δεν το λέμε; Εσείς πιστεύετε στους 4 αυτούς μύθους ή έχετε τη δική σας μυθολογία;
Σ.Π.: Παρακαλώ πολύ μη θεωρήσετε υπεκφυγή τη συγκεκριμένη απάντηση, αλλά προσωπικά στο τραγούδι με ενδιαφέρει περισσότερο η Ιστορία και λιγότερο η Μυθολογία. Θέλω να ασχολούμαι δηλαδή και με τους (αφανείς) Ήρωες και με τους Μύθους. Εννοώ ότι πέρα από τους αδιαμφισβήτητους Μύθους που προαναφέρατε υπάρχουν πολλοί συνθέτες και στιχουργοί των οποίων τα τραγούδια βρίσκονται στα χείλη του κόσμου όλα αυτά τα χρόνια, οι ίδιοι όμως δεν έχουν περάσει τόσο πολύ στη συνείδηση του κόσμου ως δημιουργοί.

Νταλάρας, Πάριος, Αλεξίου. Οι τρεις(ακριβώς με τη σειρά που τους παραθέτω και με τη σειρά που – νομίζω, όχι τυχαία - τους παράθεσε  ο Τζίμης Πανούσης στο ομώνυμο σατιρικό τραγούδι του το 1985) πιο εμπορικοί τραγουδιστές στην ιστορία του ελληνικού τραγουδιού(με βάση τις πωλήσεις των χρυσών και πλατινένιων δίσκων τους). Κι όχι μόνο αυτό βέβαια, αλλά και σπουδαίες φωνές, με ρεπερτόριο, που κυριάρχησαν τις τελευταίες 4 δεκαετίες και τις χαρακτήρισαν. Αγαπήθηκαν πολύ κι από την συντριπτική πλειοψηφία, αλλά κι απαξιώθηκαν κι αμφισβητήθηκαν έντονα. Είναι θύματα πατροκτονίας – μια κι όλοι αμφισβητούμε τους πατεράδες μας κι οι νέοι τους μεγαλύτερους – ή της μεγάλης δημοφιλίας και της εμπορικότητάς τους; Θα ήθελα μια συνολική τοποθέτησή σας για τα 3 αυτά ιστορικά ονόματα.
Σ.Π.: Δίπλα στα ονόματα αυτά μπορώ να σας παραθέσω και άλλα της ίδιας γενιάς, στις συναυλίες των οποίων, σε ανοιχτούς ή σε κλειστούς χώρους, παρατηρώ ότι συγκεντρώνονται πολλοί νέοι άνθρωποι που, κάποιοι από αυτούς, δεν είχαν γεννηθεί όταν οι συγκεκριμένοι καλλιτέχνες έκαναν τα πρώτα τους βήματα. Νομίζω ότι αυτό κάτι λέει ή τουλάχιστον κάτι πρέπει να πει.

 


 

Η “άλλη πλευρά του τραγουδιού” : Βίσση, Βανδή, Ρουβάς, Χατζηγιάννης, Πλούταρχος, Βέρτης κ.ά. Εξίσου εμπορικά και δημοφιλή ονόματα, μερικά από αυτά μέσα στο ΤΟΠ - 10 των μεγαλύτερων πωλήσεων της ελληνικής δισκογραφίας. Η δική σας ματιά κι οπτική βρίσκει κάτι το θετικό καλλιτεχνικά στους τραγουδιστές της “άλλης πλευράς”;
Σ.Π.
: Οι πωλήσεις, η εμπορικότητα, η κατάταξη σε είδη, οι πλευρές και οι όχθες του τραγουδιού είναι χρήσιμα εργαλεία ταξινόμησης και ιστορικής έρευνας, αλλά δεν ξέρω κατά πόσο χωράνε στο πεντάγραμμο, στις νότες και στις συγχορδίες του. Από το να κατατάξω ένα τραγούδι ή έναν καλλιτέχνη ή δημιουργό σε μία συγκεκριμένη όχθη της μουσικής προτιμώ να τον δω να κολυμπάει (και όχι να πνίγεται) μέσα στη θάλασσα της μουσικής.

Τραγουδοποιοί. Πραγματικά βλέπω αρκετούς, με μια κιθάρα, δυο ακόρντα, κι όχι πάντα συμπαθή φωνή, να κάνουν καριέρα τραγουδιστή, με ό,τι αυτό συνεπάγεται, γιατί είναι κάτι το εντελώς διαφορετικό αν ήταν μόνο συνθέτες – δημιουργοί. Αν το τραγούδι παραμένει η τέχνη της φωνής, που θέλει τον συνθέτη του και τον τραγουδιστή του(κάτι θα ήξεραν ο Άκης Πάνου κι ο Κουγιουμτζής που δεν τα είπαν οι ίδιοι τα τραγούδια τους αλλά τα έδωσαν στις μεγαλύτερες φωνές) μήπως – χωρίς φυσικά να απαγορεύσουμε σε κάποιον να λέει και τα τραγούδια του – θα πρέπει να ξαναβρούμε το μέτρο;
Σ.Π.
: Νομίζω πως πρέπει να ξαναβρούμε το μέτρο γενικότερα. Σε πολλές περιπτώσεις το εύκολο έχει παραγίνει εύκολο και το δήθεν έχει παραγίνει δήθεν. Από την άλλη, δε σημαίνει απαραίτητα ότι η χειρότερη φωνή ενός τραγουδιστή μπορεί να υπηρετήσει ένα τραγούδι περισσότερο από την καλύτερη φωνή ενός δημιουργού, μόνο και μόνο για τη διάκριση των ρόλων. Ούτε φυσικά και το αντίστροφο. Υπάρχουν ερμηνείες που έχουν να κάνουν με την ιδιαιτερότητα ή τη χροιά μιας φωνής και όχι απαραίτητα με τα «καλολογικά» της στοιχεία.

Ελληνικό ροκ. Υπάρχει; Αγγλόφωνο ή ελληνόφωνο; Βασίλης Παπακωνσταντίνου, είναι ακόμα ο «σταρ του ελληνικού ροκ»; Ποια είναι η αίσθησή σας για την ελληνική ηλεκτρική σκηνή;
Σ.Π.: Δεν ξέρω αν στη χώρα μας έχει νόημα η λέξη «σταρ» για το ελληνικό ροκ. Σίγουρα ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου είναι από τους ανθρώπους που συνδέθηκαν στενά με αυτό που λέμε ελληνικό ροκ. Η γενικότερη αίσθησή μου είναι ότι η λέξη «ελληνικό» πρέπει να προσδιορίζεται από περισσότερα στοιχεία που να δίνουν στο είδος αυτή την ταυτότητα. Υπάρχουν άνθρωποι που αρκούνται στον ελληνικό στίχο για να χαρακτηρίσουν ένα ροκ τραγούδι ελληνικό. Αντίστροφα, υπάρχουν άλλοι που θεωρούν ότι η κυριαρχία της ηλεκτρικής κιθάρας χαρακτηρίζει ένα ελληνικό τραγούδι ως ροκ. Αν ερμηνεύσουμε τη λέξη ροκ ως στάση ζωής και προσπεράσουμε τη χρονική εμφάνισή της εκτός Ελλάδας, τότε μπορώ να σας πω ότι για μένα το ίδιο ροκ είναι ο Μάρκος Βαμβακάρης με τον Διονύση Σαββόπουλο και ο Νικόλας Άσιμος με τους δημιουργούς της «Λιλιπούπολης».

Λαϊκό τραγούδι. Όλοι μιλούν για τον Νικολόπουλο ως τον “τελευταίο των Μοϊκανών”. Υπάρχουν ακόμα - όχι όμως το ίδιο πολυγραφότατοι - κι οι Σούκας, Μουσαφίρης, Πολυκανδριώτης κ.ά. Κι από ερμηνευτές, πέρα από τη θρυλική γενιά του ’70, οι Μακεδόνας, Μπάσης, Ανδρεάτος(κ.ά.), οι οποίοι είναι κι αυτοί πλέον 40 και κάτι. Μετά πάμε σε ονόματα(κι εκεί έχουμε νομίζω αρκετές καλές φωνές) του λαϊκού της πίστας, ας το πω έτσι. Θεωρείτε πως υπάρχει ή θα υπάρξει συνέχεια; Ή θα επιβεβαιωθούν όσοι έχουν την άποψη ότι το λαϊκό έχει κλείσει μουσικά ως είδος, δεν ανανεώνεται πια και θα αποτελέσει σύντομα ένα ιστορικό πλέον είδος σαν το δημοτικό και το ρεμπέτικο;
Σ.Π.
: Επιτρέψτε μου στα παραπάνω ονόματα να προσθέσω τον πολύ σημαντικό κατά τη γνώμη μου Βαγγέλη Κορακάκη. Το θέμα της μη ανανέωσης ίσως υπάρχει. Δε συμφωνώ όμως με την άποψη περί ιστορικού είδους όταν δεκάδες τραγούδια έχουν περάσει στις επόμενες γενιές. Η λέξη «ιστορικό» επαναλαμβάνω με ενδιαφέρει ως προς τη χρονική τοποθέτηση και μόνο. Όταν ο λόγος των στιχουργών παλιότερων δεκαετιών είναι τόσο σημερινός, αλλά και η μελοποιημένη ποίηση παραμένει πολλές φορές αφοπλιστικά επίκαιρη, πώς μπορώ να πω ότι το συγκεκριμένο είδος τραγουδιού «έκλεισε» ; Ιστορικό δε σημαίνει απαραίτητα και μουσειακό.

Νατάσσα Μποφίλιου. Μια από τις πιο σημαντικές ερμηνεύτριες της νέας γενιάς. Νομίζω πως πλέον έκανε το μεγάλο άλμα κι όσον αφορά την αναγνωρισιμότητά της και τη δημοφιλία της. Εσείς πως την βλέπετε; Όπως, επίσης, κι  Ελεωνόρα Ζουγανέλη. Παράλληλης αξίας ερμηνεύτρια με την Μποφίλιου, με αναμφισβήτητη φωνητική αξία και της ίδιας γενιάς βέβαια. Κάποιοι όμως μιλούν για λάθος δισκογραφικό δρόμο ως προς το ρεπερτόριο (εμπορικό ποπ). Ποια είναι η δική σας γνώμη;
Σ.Π.
: Απαντώ και για τις δύο, καθώς, για μένα, αυτό που επιτυγχάνουν αυτές οι δύο φωνές (και όχι μόνο αυτές) είναι ότι καταφέρνουν να συγκεράσουν ετερόκλητα τραγούδια και να συγκεντρώνουν στις εμφανίσεις τους και το ακροατήριο που θέλει να ακούσει το εσωστρεφές τραγούδι που παλιότερα έβρισκε σε μικρούς και κάπως «στεγνούς» χώρους, αλλά και το ακροατήριο που προτιμούσε το εξωστρεφές τραγούδι που πολλές φορές κακοποιήθηκε στις μεγάλες πίστες. Σχετικά με το χαρακτηρισμό «εμπορικό ποπ» μου δίνετε την ευκαιρία να πω ότι ο όρος «ποπ» είναι ένας όρος η έννοια του οποίου διαστρεβλώθηκε τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα, καθώς συνδέθηκε αποκλειστικά με τα μεγάλα νυχτερινά κέντρα, τα πολλά ντεσιμπέλ, τον έντονο χορευτικό ρυθμό και τη φθηνή αισθητική. Μέχρι και δικό μας είδος δημιουργήσαμε, το λεγόμενο «λαϊκο-ποπ». Κι επειδή δυστυχώς μαζί με τα ξερά καίγονται και τα χλωρά, στη συνείδηση μεγάλης μερίδας του κοινού αυτό το είδος, που στο εξωτερικό έχει αναδείξει πολύ αξιόλογους καλλιτέχνες, στην Ελλάδα έχει συνδεθεί με την ευτέλεια, αν και υπάρχουν και στη χώρα μας ονόματα, όπως ο Μιχάλης Χατζηγιάννης ή ο Σάκης Ρουβάς που το υπηρετούν με ταλέντο και συνέπεια.

Διακρίνετε άλλες φωνές, καθώς και δημιουργούς, που δείχνουν να έχουν τα προσόντα να αποτελέσουν τη διάδοχη κατάσταση των μεγάλων ονομάτων των προηγούμενων δεκαετιών και κυρίως του ’70 και του ’80;
Σ.Π.: Φυσικά και υπάρχουν και φωνές και δημιουργοί που μπορούν να πάρουν τη σκυτάλη. Το ταλέντο και η έμπνευση δε στερεύουν. Δεν ξέρω βέβαια αν όλοι οι δημιουργοί έχουν ίσες ευκαιρίες παρουσίασης του έργου τους. Δεν ξέρω επίσης αν η υπερπληθώρα των νέων ονομάτων και η ταχύτητα παραγωγής και προβολής των νέων τραγουδιών μέσα από τα πολλαπλά πλέον μέσα διάδοσης της μουσικής δίνουν τον απαραίτητο χρόνο στο τραγούδι να αφομοιωθεί και να καταξιωθεί στη συνείδηση του κόσμου, αλλά και στον κόσμο να γνωρίσει καλύτερα τους συντελεστές του τραγουδιού. Νομίζω δηλαδή ότι το τραγούδι σήμερα παίζεται περισσότερο και ακούγεται λιγότερο.

Να κλείσουμε την κουβέντα μας με το ραδιόφωνο φυσικά. Ποια ήταν, μέχρι τώρα, η πιο ευχάριστη στιγμή σας (ή η πιο μεγάλη σας έκπληξη κι ικανοποίηση), αλλά κι η πιο δυσάρεστη ή έστω αμήχανη;

Σ.Π.: Η χειρότερη προσωπική στιγμή στο ραδιόφωνο ήταν το Μάρτιο του 2002, όταν αναγκάστηκα να ηχογραφήσω εκπομπή λίγες ώρες μετά την είδηση του θανάτου της μητέρας μου καθώς δε μπορούσε να βρεθεί εκείνη τη χρονική στιγμή αντικαταστάτης. Όσο για ευχάριστες στιγμές στο ραδιόφωνο, αυτές είναι πάρα πολλές και δε συμβαίνουν απαραίτητα στον αέρα. Είναι οι στιγμές που θα δεχθείς ένα τηλέφωνο για να ακούσεις ένα απλό ευχαριστώ γιατί μια ραδιοφωνική σου επιλογή ευαισθητοποίησε έναν άλλον άνθρωπο, κάπου τον άγγιξε, κάτι του θύμισε, κάπως τον παρακίνησε για να τηλεφωνήσει και να μιλήσει σε κάποιον που τον ακούει στο ραδιόφωνο και που ίσως να μην τον συναντήσει ποτέ του ή και που, αν τον συναντούσε, να μην έκανε παρέα μαζί του γιατί μπορεί να προέρχονταν από διαφορετικούς κόσμους και να είχαν άλλες προσλαμβάνουσες ή άλλες προτεραιότητες. Όμως τα 3 με 4 λεπτά ενός τραγουδιού αυτά τα λειαίνουν και τα εκμηδενίζουν. Και αυτή ακριβώς είναι η δύναμη της μουσικής και η μαγεία του ραδιοφώνου.

* Το φωτογραφικό υλικό μας παραχωρήθηκε από τον κ. Σιδερή Πρίντεζη. Η δεύτερη φωτογραφία (στο στούντιο) είναι της Μάρως Χρυσανθοπούλου.

 

Οι απόψεις και οι σκέψεις των συνεργατών του Ορφέα δεν ταυτίζονται απαραίτητα με τη γνώμη του περιοδικού.
Απαγορεύεται αυστηρά η χρήση και η αναδημοσίευση του συνόλου ή μέρους των άρθρων του Ορφέα, χωρίς προηγούμενη άδεια των υπευθύνων του περιοδικού και του συντάκτη και χωρίς ταυτόχρονη αναφορά της επωνυμίας του περιοδικού, του ονοματεπωνύμου του συντάκτη και του ακριβούς συνδέσμου του άρθρου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΥ ΣΕ ΑΛΛΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΧΟΛΙΑ

RSS

ΤΑ ΠΙΟ ΔΙΑΒΑΣΜΕΝΑ (90d)

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

ΕΙΠΑΝ - ΕΓΡΑΨΑΝ

Άστοχα πράγματα και κινδυνώδη, οι έπαινοι για των Ελλήνων τα ιδεώδη.
Κωνσταντίνος Καβάφης

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ / ΑΥΡΙΟ

17/10/1948 Γεννήθηκε ο συγγραφέας και ποιητής Γιώργος Χρονάς
17/10/1995 Ο συνθέτης Σταύρος Ξαρχάκος υποβάλλει την παραίτησή του από τη θέση του καλλιτεχνικού διευθυντή του Οργανισμού "Θεσσαλονίκη Πολιτιστική Πρωτεύουσα 1997"
18/10/1920 Γεννήθηκε στην Αθήνα η ηθοποιός και επί σειρά ετών υπουργός Πολιτισμού Μελίνα (Μαρία Αμαλία) Μερκούρη
18/10/1931 Πέθανε ο αμερικανός εφευρέτης του φωνογράφου Τόμας Έντισον
18/10/1979 Ο ποιητής Οδυσσέας Ελύτης τιμάται από τη Σουηδική Ακαδημία με το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας

ΤΥΧΑΙΑ TAGS