90 αναγνώστες online
Find us on FacebookJoin us on Facebook
sideBar



Σαββέρια Μαργιολά - «Αλισάχνη»

ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ «Τι έχω να χάσω»

Τάσος Π. Καραντής
Τάσος Π. Καραντής
Πρώτη Παρουσίαση
ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ - «Τι έχω να χάσω»
19.08.2018
Ορφέας | Main Feed
Τάσος Π. Καραντής

Ο Γιώργος Τσάμπρας δεν χρειάζεται ιδιαίτερες συστάσεις, αφού είναι ένα από τα πιο γνωστά κι έγκυρα πρόσωπα της μουσικής δημοσιογραφίας (ραδιοφωνικής κι έντυπης). Ο ίδιος με παρακάλεσε να μην γράψω επαίνους στην εισαγωγή μου, δεν θα το κάνω, και δεν το χρειάζεται, μιλάει το πολυετές έργο του από μόνο του. Είμαι σίγουρος, πως και μόνο τον τίτλο (από τη γνωστή ραδιοφωνική εκπομπή του) να έβαζα, χωρίς το όνομα, θα καταλαβαίνατε ποιος είναι αυτός που δίνει συνέντευξη. Και, φυσικά, δεν θα μπορούσε να έλειπε από την ενότητα «Μουσικογράφοι και ραδιοφωνικοί παραγωγοί» του «ΟΡΦΕΑ». Σας αφήνω λοιπόν να διαβάσετε τα όσα μου είπε ο Γιώργος Τσάμπρας, για ό,τι αφορά τη μουσική δημοσιογραφία και  το μουσικό μας τοπίο. Για μένα, πάντως – και δεν είναι έπαινος, αλλά η αλήθεια μου – αποτέλεσαν μάθημα και σωστή κατεύθυνση.

Διαβάζοντας κανείς την μουσική αρθρογραφία σας, εδώ και σχεδόν 30 χρόνια – αν δεν σας έχει γνωρίσει ή δεν σας έχει δει – θα έχει την εντύπωση πως είστε αρκετά μεγάλος. Κι όμως είστε, μόλις, 40+. Πως προέκυψε, καταρχάς, η αγάπη σας για το τραγούδι και μπήκατε τόσο μικρός στο χώρο των περιοδικών, όσον αφορά τα μουσικά;
Γιώργος Τσάμπρας: Σε ότι αφορά την αγάπη για το τραγούδι, έχω την εντύπωση ότι … γεννήθηκα κάπως έτσι … Θυμάμαι γεγονότα όταν ήμουν 4 – 5 χρόνων, που τα συνδέω με συγκεκριμένα τραγούδια … Θυμάμαι λεπτομέρειες από το μουσικό πρόσωπο του ραδιοφώνου της εποχής, τραγούδια – κυρίως δημοτικά, μιας και μεγάλωσα σε χωριό – από γλέντια, κασέτες γραμμένες που περιείχαν από το «Κάθε ηλιοβασίλεμα» με την Ρίτα Σακελλαρίου, μέχρι το «Αχ! Μαρία» με τον Μανώλη Μητσιά, τραγουδιστές με «πλέι μπακ» σε ασπρόμαυρα τηλεοπτικά προγράμματα … Μάλλον μού άρεσε πολύ και να γράφω όπως και να διαβάζω … Στα 12, «διασκεύασα» «Τα Χριστούγεννα του τεμπέλη» του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη για μια σχολική παράσταση. Επειδή φοβόμουν ότι θα με κορόιδευαν αν έλεγα ότι το έκανα εγώ, είπα ότι το βρήκα σε ένα βιβλίο … Στα 16 – 17, έγραφα ευθυμογραφήματα «με τον τρόπο της Έλενας Ακρίτα» - μάλιστα κάποια απ’ αυτά, τα δημοσίευσα τότε σε εποχιακά «χιουμοριστικά» έντυπα. Πρέπει να ήταν το ’82 – ήμουν δηλ. 18 – που έστειλα ένα κείμενο σχολιασμού της τρέχουσας δισκογραφίας, σ’ ένα διαγωνισμό του περιοδικού «Μουσική». Δεν περίμενα ότι θα ξεχώριζε … Με αρκετούς μήνες καθυστέρηση, έμαθα ότι ήμουν ανάμεσα στους βραβευμένους. Το έπαθλο ήταν η έναρξη συνεργασίας με το περιοδικό. Αμοιβή 800 δραχμές η σελίδα … Έτσι ξεκίνησαν όλα … Μετά … Το ένα έφερε το άλλο.

Ο κατάλογος των περιοδικών ποικίλης ύλης, καθώς και των μουσικών περιοδικών, που συνεργαστήκατε, είναι μακρύς. Υπάρχει εξάλλου στο βιογραφικό σας. Θα ξεχωρίζατε και θα μένατε σε κάποια και σε κάποιες περιόδους, για λόγους συναισθηματικούς ή και άλλους;
Γ.Τ.: Ευτυχώς για μένα, οι περίοδοι που θέλω να ξεχνάω ήταν λίγες κα αφορούσαν μικρά διαστήματα …Όχι, ότι δεν υπήρχαν ή δεν ήρθαν δυσκολίες και μάλιστα μεγάλες … Όμως, νομίζω ότι πάντα χαιρόμουν με πολλά απ’ όσα έκανα σε κάθε εποχή. Ίσως είναι το γνωστό απόφθεγμα : « Κάνε το χόμπυ σου δουλειά και δεν θα χρειαστεί να δουλέψεις ούτε μια μέρα». Ίσως είναι που ο χρόνος, εξωραΐζει τα γεγονότα … Ακόμα και καυγάδες που έκανα σε πολύ νεαρή ηλικία, σήμερα τους θεωρώ … θετικές εμπειρίες και ξέρω πως δεν μπορούσε να ‘ναι αλλιώς. Είναι χαρακτηριστικό ότι αρκετές από τις πιο διαρκείς σχέσεις μου με ανθρώπους του χώρου, έχουν αρχίσει από καυγά. Η αλήθεια είναι ότι σπανίως φοβήθηκα να πω την αλήθεια μου. Από την άλλη όμως,  όσο μεγάλωνα όλο ήμουν και πιο διαθέσιμος να ακούσω και την αλήθεια του άλλου, ακόμα και να την υιοθετήσω, αν την έβρισκα πιο … ενδιαφέρουσα από τη δικιά μου. 
Είτε με θετικές, είτε με αρνητικές εμπειρίες, έμαθα πράγματα και από το περιοδικό «Μουσική» και από το «Τηλέραμα» που βρέθηκα αμέσως μετά, και από τα «Επίκαιρα» - απ’ όπου μου έχουν μείνει το ίδιο έντονα, τόσο οι καυγάδες όσο και οι σχέσεις στοργής με την Λιλάντα Λυκιαρδοπούλου – και από τον «Ήχο», και από το «Ζάπινγκ» - ήταν μοναδική εμπειρία να γράψεις τις … αυτοβιογραφίες καμιά 50αριά σπουδαίων τραγουδιστών σε … 6 μήνες – και από το «Δίφωνο» της πρώτης περιόδου … Και δεν είναι τόσο τα περιοδικά, όσο οι άνθρωποι που βρίσκονταν πίσω τους κάθε φορά. Δάσκαλοι, φίλοι και «εχθροί».

Το ραδιόφωνο πως σας προέκυψε;
Γ.Τ.: Στα 18 μου, είχα κάνει έναν πιλότο στο Δεύτερο Πρόγραμμα. Η – αρνητική - απάντηση που πήρα γι’ αυτόν όμως, με έκανε τότε να πιστέψω ότι … δεν τον άκουσε κανείς. Είχα την … προνοητικότητα να πω την άποψή μου στην διεύθυνση και να … πάω σπίτι μου. Ευτυχώς, λίγους μήνες μετά ο Νότης Μαυρουδής – τότε μουσικός υπεύθυνος για το Δεύτερο – τον οποίο γνώρισα με αφορμή μια συνέντευξη για το περιοδικό «Μουσική», σκέφτηκε ότι θα μπορούσα να κάνω μια εκπομπή σχολιασμού της τρέχουσας δισκογραφίας. Όλα έγιναν πολύ γρήγορα … Να φανταστείτε, την Τετάρτη μού τηλεφώνησε, Πέμπτη συζητήσαμε, Παρασκευή ηχογράφησα – για πρώτη φορά στη ζωή μου – και την Δευτέρα βγήκε στον αέρα η πρώτη μου εκπομπή. Θυμάμαι πολύ έντονα την απίστευτη υπομονή του ηχολήπτη Σπύρου Δανάλη, προκειμένου να με κάνει να μιλάω σαν άνθρωπος – απ’ το φόβο μου μάλλον, μιλούσα σαν … πολυβόλο. Θυμάμαι την απίστευτη διαλλακτικότητα του κ. Μαυρουδή, απέναντι σ’ ένα νεαρό που ήταν πολύ πιο μονοκόμματος. Και τέλος, θυμάμαι την απίστευτη γνώση και την πάντα τεκμηριωμένη άποψη της κ. Σοφίας Μιχαλίτση, της διευθύντριας του Δεύτερου, απέναντι και στην πιο μικρή λεπτομέρεια όσων έβγαιναν στον αέρα – φυσικά και των εκπομπών μου. Βέβαια, για να πω όλη την αλήθεια τότε – ίσως, επειδή κι εκείνη ήταν … απότομη, όπως κι εγώ – συνήθως με εκνεύριζαν οι παρατηρήσεις της. Σιγά - σιγά, κατάλαβα ότι μέσα απ’ αυτές τις παρατηρήσεις, έμαθα – ό τι έμαθα - για το ραδιόφωνο … Τώρα, μετά από τόσα χρόνια, θεωρώ ότι η δημόσια ραδιοφωνία εκείνης της εποχής, ήταν το πιο οργανωμένο αλλά και το πιο … ελεύθερο «μέσο» που γνώρισα. Ναι! Ξέρω τι λέω ...    

Κι εδώ, τα ραδιοφωνικά σας χρόνια, κι οι εκπομπές σας είναι πολλά. Σε ποια θα μένατε περισσότερο, ως απολογισμό;
Γ.Τ.: Τα πρώτα χρόνια στο Δεύτερο, ήταν μεγάλο σχολείο για μένα. Αλλά δεν πιστεύω ότι υπήρχε το ανάλογο αποτέλεσμα από εμένα. Έτσι, οι πρώτες εκπομπές που αναγνωρίζω τον εαυτό μου στο ραδιόφωνο, ήταν αυτές του «Αθήνα 9.84». «Τα τραγούδια είναι χίλια, μα ή ώρα είναι μια». Κάθε απόγευμα στις 7 – αυτή η ώρα με κυνηγάει από τότε … Ο «9.84» δεν ήταν για μένα ραδιοφωνικό σχολείο, ήταν περισσότερο σχολείο … ανθρωπίνων σχέσεων. Και με τους ακροατές, αλλά και με τους συναδέλφους … Ήταν μια εποχή ευρύτατης αποδοχής των όσων κάναμε όλοι εκεί – πραγματικά σπούδασα τη συμπεριφορά του ακροατή. Αλλά εκεί έμαθα και το τι θα πει ομάδα, παρέα, φιλικές σχέσεις μέσα σ’ έναν «επαγγελματικό» χώρο. Όπως εκεί έμαθα και τα … αντίθετά τους … Τον – όχι πάντα υγιή – ανταγωνισμό, την τρικλοποδιά, το ρουσφέτι, τον … ιδιωτικό διακανονισμό των επαγγελματικών σχέσεων και την κούφια ρητορεία του «προοδευτικού» πολιτικού λόγου. Όταν ξαναγύρισα στο Δεύτερο Πρόγραμμα τα νεώτερα χρόνια, νομίζω ότι ήμουν πολύ πιο ώριμος εγώ, αλλά βρέθηκα και σε συνθήκες που μού έδωσαν τη δυνατότητα να κάνω κάποια πράγματα για τα οποία είμαι περήφανος. Τόσο στην «ζώνη» με τις «ιστορίες του μπουζουκιού», κάτω από τον - όχι τυχαίο - τίτλο «Πρέπει να ξέρεις μηχανή να κόψεις μαύρα μάτια», Δευτέρα με Πέμπτη στις 7 το απόγευμα ... Και πολύ περισσότερο στις «ζωντανές ηχογραφήσεις», στο «Ησυχία! Γράφουμε … » στις 6 το απόγευμα της Παρασκευής. Ήταν πραγματικά εμπειρία ζωής ο συγχρωτισμός με όλους τους μουσικούς και τους τραγουδιστές που πέρασαν από τις περισσότερες από 100 «συναυλίες» της εκπομπής, υπηρετώντας το «όνειρό» τους και το όνειρό μας, συνήθως έξω από τα δισκογραφικά πλαίσια. 

Είχατε πρότυπα παλιότερους ραδιοφωνικούς παραγωγούς, κι αν ναι, ποιους;
Γ.Τ.: Πολλούς. Όχι όμως με την έννοια να θέλω να είμαι σαν αυτούς. Με την έννοια ότι εκτιμούσα - πολύ ή λιγότερο - αυτά που έκαναν στο χώρο. Τώρα, αν … αντέγραψα και τίποτα, δεν θα το πω εγώ. Άσε που αν το είχα καταλάβει, δεν θα είχε συμβεί … Δε θα πρωτοτυπήσω … Η παρουσία του Γιώργου Παπαστεφάνου υπήρξε καταλυτική και για μένα, όπως άλλωστε και για όλο το χώρο του ραδιοφώνου και – ίσως περισσότερο – της τηλεόρασης. Κι όχι μόνο ως «φωνή από το ραδιόφωνο» αλλά και ως «στάση ζωής και σκέψης»  - όταν πια τον γνώρισα και αρχίσαμε να συζητάμε. Από εκεί και πέρα, ο κατάλογος είναι μακρύς και δε θέλω να σας κουράσω … Η Σοφία Μιχαλίτση, σαφώς και υπήρξε πρότυπο και στο δρόμο των «ζωντανών ηχογραφήσεων». Όπως και αρκετοί μουσικοί – ή και ευρύτερων ενδιαφερόντων - παραγωγοί της πρώτης μεταπολιτευτικής γενιάς, στο Δεύτερο και στο Τρίτο Πρόγραμμα – «μόνιμοι» ή περιστασιακοί. Η Έφη Μεταλληνού και η Έφη Πουλοπούλου. Ο Άρης Δαβαράκης, με την Μαρίκα Τζιραλίδου ή χωρίς ... Ο Γιώργος Κοντογιάννης αλλά και ο Γιώργος Παπαδάκης. Η Φεβρωνία Ρεβύνθη. Ο Δημήτρης Λέκκας και ο Αντώνης Ανδρικάκης. Ο Νάσος Αθανασίου. Σίγουρα ξεχνάω.

Ανάμεσα στις ιδιότητές σας, του μουσικογράφου και του ραδιοφωνικού παραγωγού, που γέρνει περισσότερο η ζυγαριά;
Γ.Τ.: Θεωρώ περισσότερο «γραφιά» τον εαυτό μου … Άλλωστε και η ραδιοφωνική μου παρουσία έχει να κάνει περισσότερο με τον γραπτό λόγο και την προετοιμασία, παρά με την ετοιμότητα της στιγμής.

Με την ιντερνετική μουσική αρθρογραφία έχετε ασχοληθεί; Ή το σκέφτεστε, μιας κι όλα βαίνουν ολοταχώς προς το διαδίκτυο;
Γ.Τ.: Ως αναγνώστης μόνο έχω ασχοληθεί ... Κι αποτελεί και ένα από τα αγαπημένα μου θέματα, για προβληματισμό και συζήτηση … Επειδή εγώ πιστεύω στις ομάδες, μέχρι τώρα δεν έχει προκύψει καμιά τέτοια πρόταση. Δεν ξέρω γιατί … Με θεωρούν απόμακρο; Μεγάλο για να μπω σε τέτοια «καινούργια» δεδομένα;  Κάτι άλλο, που δεν έχω σκεφτεί;  Πολύ περισσότερο, δεν έχει προκύψει καν συζήτηση, που να έχει και μια στοιχειώδη επαγγελματική βάση. Είπα ότι όλη αυτή η ιστορία παραμένει όλα αυτά τα χρόνια και το «χόμπυ» μου, αλλά τη δυνατότητα να το λέω, μού την έδωσαν τα επαγγελματικά δεδομένα που είχα πάντα.

Η αρθογραφία σας, τα βιβλία σας κι οι εκπομπές σας, απλώνονται κυριολεκτικά, σε όλα τα είδη του ελληνικού τραγουδιού. Εσάς προσωπικά, ποιο είδος τραγουδιού, αποτελεί το αγαπημένο σας άκουσμα;
Γ.Τ.
: Μπορώ να σας πω ποια είδη αποτελούν πιο βαθιά προσωπικά μου βιώματα, αλλά ως εκεί. Έχω μια πιο βαθιά στο χρόνο σχέση με τα δημοτικά τραγούδια ή με τα λαϊκά του ’60 και του ’70 … Όμως, από χαρακτήρα, σε όποιο είδος και να θες να με «κλείσεις», θα έχω όλη την καλή διάθεση, να σου βγω από … απέναντι. Άλλωστε είναι πια τόσα πολλά τα χρόνια που έχω περάσει και με όλα τα άλλα ακούσματα, που σχεδόν έχω … ξεχάσει τι άκουσα πρώτα και τι μετά. Εντάξει … Είναι αλήθεια ότι μεγαλώνοντας,  προσεγγίζεις τα νεώτερα πράγματα όλο και πιο φορτισμένος από τα «κεκτημένα» του παρελθόντος. Εκεί είναι και το στοίχημά σου πια … Να μην φτάσεις να μιλάς μόνο για «παλιές καλές ημέρες» … Δεν ξέρω αν αποτελεί ένδειξη για μένα, το ότι ακούω τέτοια από νεώτερους από εμένα και μού φαίνονται από επιπόλαια έως … ύποπτα.
   
Έχετε δηλώσει, πως σταματήσατε να γράφετε δισκοκριτικές. Δεν αποτελεί έλλειμμα, ένας μουσικογράφος, με τις γνώσεις σας και τις εμπειρίες σας, να μην καταθέτει τη γνώμη του για την τρέχουσα δισκογραφία;
Γ.Τ.: Υπάρχουν πολλοί τρόποι να καταθέσει κανείς γνώμη για όσα συμβαίνουν γύρω, γενικά ή ειδικά. Προσωπικά, η μόνη περίπτωση που μπορεί να αρνηθώ να εκφράσω γνώμη, είναι όταν νοιώθω ότι αυτή τη ζητά κάποιος για να την χρησιμοποιήσει ως δικό του «όπλο». Αμφισβητώ τις δισκοκριτικές,  κυρίως για τον τρόπο που γράφονται και με γνώση των προθέσεων που έχουν κάποτε. Πιστεύω ότι για να μιλήσω δημόσια για τη δουλειά ενός ανθρώπου, πρέπει να της δείξω τουλάχιστον την …τρυφερότητα που της έχει δείξει κι εκείνος που την έφτιαξε. Τα «φασόν», εκπίπτουν από μόνα τους, από κάθε κριτική διάθεση.
Αλλά για να μιλήσεις για μια δουλειά που απασχόλησε έναν ή περισσότερους καλλιτέχνες, πιστεύω ότι οφείλεις να την δεις όχι ως «επαγγελματίας γραφιάς που την επομένη θα γράψει – ξέρω ‘γω – 100 λέξεις», αλλά να νοιώσεις πως λειτουργεί μέσα στην καθημερινότητά σου – με αφετηρία βέβαια την γνώση και την εμπειρία σου. Από εκεί και πέρα … Δε μού άρεσε ποτέ η πρακτική που έχει αναπτυχθεί κατά κόρον, να ψάχνουμε πίσω από τις δισκοκριτικές τα «συμφέροντα» του «δισκοκριτικού». Κι αισθανόμουν άβολα, όταν έπρεπε να αποδείξω ότι δεν είμαι ελέφαντας, γιατί ο «συνάδελφος», συνδύαζε αριστοτεχνικά τις προσωπικές του συμπάθειες ή τα προσωπικά του συμφέροντα με την «κριτική» του άποψη.

  
Έχετε περάσει κι από το νυχτερινό ρεπορτάζ. Παρακολουθείτε πλέον τακτικά – επαγγελματικά ή για την προσωπική σας ενημέρωση - μουσικά προγράμματα μαγαζιών; Αν ναι, πάτε σε όλα(μουσικές σκηνές, συναυλίες, μουσικές παραστάσεις σε θέατρα και πίστες) ή είστε πλέον επιλεκτικός και σε ποιο είδος;
Γ.Τ.: Ποτέ δεν ήμουν ιδιαίτερα «τακτικός» στα επί σκηνής ή επί πίστας δρώμενα. Πάντα είχα μια επιλεκτική λογική, μέσα στην οποία βέβαια, περιλαμβανόταν η προσωπική αγωνία να μην  αφήνω «κενά» αλλά και η δεδομένη συμπάθεια στις επιλογές κάποιων ανθρώπων. Και σήμερα έτσι είμαι … Με δεδομένο ότι δεν «κυνηγάω προσκλήσεις», αλλά και δεν μπορώ – ή δεν θέλω - να πληρώσω πράγματα, περισσότερο από όσο νοιώθω ότι αξίζουν.
 
Μια βασική σας ιδιότητα, είναι κι αυτή του επιμελητή δίσκων, δισκογραφικών σειρών, συλλογών κλπ. Είναι κι αυτό ένα μεράκι και γίνεται, κατόπιν επιλογής σας, ή λειτουργείτε εκεί πιο επαγγελματικά – βιοποριστικά;
Γ.Τ.
: Προσωπικά, δεν διαχωρίζω αυτή την δραστηριότητά μου από όλες τις άλλες. Πολλά από όσα έχω κάνει σ’ αυτό το χώρο, είχαν για μένα και δημοσιογραφικό, όσο και μουσικό ενδιαφέρον. Και όλα μαζί, «μπερδεύονται» - ενίοτε «γλυκά», ενίοτε … «τραυματικά» - με τον επαγγελματισμό και τον βιοπορισμό μου … Δεν έχω πρόβλημα να αναφέρω συγκεκριμένες εμπειρίες … Φαντάζομαι όμως, ότι δεν αποτελούν το ιδιαίτερο ενδιαφέρον αυτής της «συνομιλίας» και ίσως καταχραστώ το χώρο σας.

Πολλή συζήτηση, γίνεται για τη διάθεση, συλλογών, δισκογραφιών και νέων κυκλοφοριών, μέσω των κυριακάτικων εφημερίδων. Το κάνετε κι εσείς, με πιο πρόσφατη την επιμέλεια της δισκογραφίας του Γιώργου Νταλάρα της 20ετίας 1970-1990, που, ήταν όντως, μια άρτια δουλειά, που ξεχώριζε από άλλες. Υπάρχει μια διχογνωμία στο θέμα, άλλοι υποστηρίζουν πως καλώς γίνεται, αφού μεγάλα έργα φτάνουν στον πολύ κόσμο και στις νεότερες γενιές με φτηνή τιμή, ενώ, άλλοι, μιλούν για ευτελισμό του μέσου(cd) και της ίδιας της δισκογραφίας. Ποια είναι η δική σας άποψη; 
Γ.Τ.
: Αυτές είναι εξελίξεις που δεν έχουν να κάνουν με τις προσωπικές απόψεις των «ειδικών», ούτε και με καλλιτεχνικά δεδομένα … Έχουν να κάνουν με γενικότερα οικονομικά και κοινωνικά δεδομένα … Από τη στιγμή που είναι έτσι τα πράγματα, το να κάθεσαι να κάνεις «φιλολογικές»  συζητήσεις, δεν έχει νόημα - και ζητώ συγγνώμη από τους φιλολόγους για την επιτιμητική χρήση του χαρακτηρισμού. Πάντως, τίποτα δεν ευτελίζεται, αν δεν … έχει την πρόθεση να ευτελιστεί. Το πρόβλημά μου, δεν είναι πως «ενσωματώνεται» ένας ψηφιακός δίσκος στην «τιμή» μιας εφημερίδας, όσο το ότι για χρόνια ένας ψηφιακός δίσκος, κόστιζε όσο … δέκα εφημερίδες και βάλε … Υπάρχει πιο ευτελής διαδικασία, από την … κοροϊδία; Και από εκεί και πέρα … Υπάρχουν εκδόσεις δίσκων μέσω εφημερίδων που τις έχω ζηλέψει και αυτοτελείς εκδόσεις δίσκων που θεωρώ μνημεία ευτέλειας.  Δεν είναι εκεί το θέμα … Είναι αλήθεια βέβαια ότι η τόσο εκτεταμένη παροχή ψηφιακών δίσκων μέσω του τύπου, έχει ευτελίσει γενικά το προϊόν … Αλλά, δεν μπορώ να συγκρίνω τις εκδόσεις της «Καθημερινής» με τα έργα συνθετών ή αυτές που κάναμε για το «Βήμα» με τον Γιώργο Νταλάρα, με τα «ωραιότερα νησιώτικα» της Στέλλας Κονιτοπούλου» που θεώρησε σκόπιμο να «προσφέρει» η δεύτερη εφημερίδα, κάποιο Πάσχα, νομίζω.

Όλοι μιλάνε για τη νόσο του ραδιοφώνου που λέγεται playlist. Πως φτάσαμε ως εκεί; Ποιο είναι για εσάς το “μυστικό” για ένα υγιές ραδιόφωνο και μια ραδιοφωνική εκπομπή;
Γ.Τ.: Οι «λύσεις» θέλουν πολύ συζήτηση … Τουλάχιστον εγώ, δεν έχω έτοιμες …  Πολλά φταίνε και για τις «πλέι λίστ» … Κάποτε, στην αθώα τους εκδοχή, δεν είναι και τόσο «κακό», όσο έφτασαν να φαίνονται λόγω της υπερβολής χρήσης τους … Και προσωπικά, πολλές φορές, προτιμώ να ακούω «τραγούδια χωρίς συνδετικό λόγο», από ανούσιες αμπελοφιλοσοφίες παραγωγών … Θέλω να πω … Η ουδέτερη χρήση του λόγου –  είτε αυτός έχει να κάνει με ποιητικά απωθημένα, είτε με … καλησπέρες στα Τρίκαλα και καλημέρες στο … βροχερό Αιγάλεω – σαφώς και οδήγησε το κοινό να μας προσέχει όλο και λιγότερο και έκανε την λογική της «πλέι λίστ», να φαντάζει ως λύση για μεγάλες ακροαματικότητες. Ήρθε και η … οικονομία και … έδεσε το γλυκό. Η αγορά στην απόλυτη δόξα της. Ποτέ δεν είχαμε τόσα πολλά «μέσα», με τόσο λίγα ακούσματα.

Πιστεύετε στα ραδιόφωνα με “ταμπέλα”, που υπηρετούν και παρουσιάζουν συγκεκριμένο είδος μουσικής ή στα ραδιόφωνα με μουσικό πλουραλισμό και πόσο ευρύς μπορεί να είναι αυτός; Υπάρχουν, δηλαδή, είδη τραγουδιού και τραγουδιστών που θα πρέπει να αποκλείονται από ένα ραδιόφωνο; Κι, αν ναι, θα πρέπει να έχουν κι αυτά το δικό τους; Οπότε πάμε πάλι σε “ταμπέλες”;  
Γ.Τ.: Δεν έχω καταλήξει σε μια απάντηση γι’ αυτό. Ο καθένας, κάνει την επιλογή του, ανάλογα με τις απόψεις και τα συμφέροντά του … Ο ίδιος έχω δουλέψει κατ’ εξοχήν σε «πλουραλιστικά» ραδιόφωνα. Κι αυτός ο «πλουραλισμός» βέβαια, έχει όρια, όχι μόνο για την – εκάστοτε – διεύθυνση, αλλά και για τους ακροατές. Δεν είναι λίγες οι φορές που μού τηλεφωνούν ακροατές για να με επιπλήξουν ότι κάποια επιλογή μου «δεν ταιριάζει στο Δεύτερο» ή «δεν ταιριάζει στη λαϊκή ώρα» ή … ή … Όπως δεν είναι και λίγες οι φορές, όπου ακροατές, μου λένε τα καλλίτερα για το «θάρρος» των επιλογών μου, κάποτε και για τις «εμμονές» των επιλογών μου. Μπορώ να σας πω όμως, και το «άκρον άωτον» διευθυντικής «γραμμής» που – ευτυχώς – δεν χρειάστηκε να ακολουθήσω. Με καλεί «σοβαρός» διευθυντής ενημερωτικού σταθμού που θέλει ένα «μουσικό» άνοιγμα και μού οριοθετεί τα πλαίσια των επιλογών που έχουν … αποφασίσει: «Θα παίζουμε μεγάλους Έλληνες συνθέτες … Θεοδωράκη, Χατζιδάκι … Ζορμπαλά …». Έφυγα ευγενικά αλλά …τρέχοντας.

Για να δούμε τα παραπάνω, και στα ίδια τα “χωράφια” του ελληνικού τραγουδιού, πολλά σύνορα και συρματοπλέγματα βλέπω. Διαχωρισμοί κι αναθέματα που μετατρέπουν το τραγούδι σε γήπεδο. Γιατί τόσος φανατισμός, για κάτι που δεν είναι ούτε κόμμα, ούτε θρησκεία, αλλά τέχνη; Πρέπει πάντα “να φιλοσοφούμε ή να μελαγχολούμε”; Δεν χρειάζονται και “τα ευτράπελα, τα ελαφρά, ο χορός και το κέφι” στη ζωή και το τραγούδι μας;
Γ.Τ.: Εύκολο να το λέμε, δύσκολο να το κάνουμε. Οι «φανατισμοί» και οι «ταμπέλες» , αποτελούν την πιο εύκολη λύση.  Είναι πιο κοντινές στην ελληνική ιδιοσυγκρασία. Αποδεικνύονται εξαιρετικά περιοριστικές στα όρια της γνώσης – είναι ιδανικές για τεμπέληδες  της σκέψης και της ακρόασης. Και τέλος, αποτελούν αποδοτική συνταγή πώλησης ενός προϊόντος. Κάποτε φτιάχνουν και ολόκληρες καριέρες.

Είναι κι ένα τοπίο με κυρίαρχους μύθους το ελληνικό τραγούδι, συνθετών (Θεοδωράκης - Χατζιδάκις) και τραγουδιστών (Καζαντζίδης - Μπιθικώτσης). Κάνοντας όμως μια έρευνα, για το ΤΟΠ – 10 των υψηλότερων πωλήσεων της ελληνικής δισκογραφίας, διαπίστωσα – αν εξαιρέσω το εθνικής εμβέλειας «ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ» - ότι κι οι 4 απουσίαζαν! Πρώτος είναι ο Πλέσσας με το «Δρόμο». Κι όμως σε κάθε συνέντευξη που θα διαβάσω, όλων, μα όλων, αγαπημένοι είναι ο Θεοδωράκης κι ο Χατζιδάκις, με τα τραγούδια τους μεγάλωσαν! Είναι σπουδαίοι, ναι, αλλά κανείς δεν μεγάλωσε, για παράδειγμα, και με τα – εξίσου δημοφιλή κι αγαπητά – τραγούδια του Πλέσσα, του Χατζηνάσιου και του Σπανού; Γιατί δεν το λέμε; Εσείς πιστεύετε στους 4 αυτούς μύθους ή έχετε τη δική σας μυθολογία;
Γ.Τ.: Αν κατάλαβα καλά την ερώτηση, γιατί είναι λίγο μπερδεμένη … Αυτά τα ΤΟΠ – 10,20,30 κλπ. είναι καλά για τις εντυπώσεις, αλλά στην ουσία δεν ξέρω πόσο έχουν βάση. Εκτός και έρθει κάποιος και μας δώσει ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ και ΣΥΓΚΡΙΤΙΚΑ στοιχεία όλων των εποχών - που, απ’ όσο ξέρω, δεν υπάρχουν … Δηλαδή, τι λέμε; Ότι ο «Δρόμος» είναι ο πιο εμπορικός δίσκος όλων των εποχών; Με βάση ποια μέτρηση, ακριβώς; Και έπειτα … Τι σημαίνει αυτό; Ότι αν αύριο – υποθετική περίπτωση, μέσα στα σύγχρονα δεδομένα - , έρθει ένας δίσκος του σωρού και πουλήσει … 10 αντίτυπα περισσότερα απ’ όσα έχει πουλήσει ο «Δρόμος», θα  έχει κερδίσει την … κορυφή της ελληνικής δισκογραφίας, σε βάρος του «Δρόμου»; Αυτά είναι κατατάξεις που μπορούν να στηρίξουν εποχιακά μουσικά ριάλιτι, αλλά δεν έχουν σχέση με την πραγματικότητα. Ο «Δρόμος» είναι αυτός που είναι γιατί έγραψε την ιστορία που έγραψε, αυτά τα 40 τόσα χρόνια από την κυκλοφορία του. Το ίδιο όμως και ο Καζαντζίδης και ο Θεοδωράκης και ο Μπιθικώτσης και ο Χατζιδάκις και όλοι οι άλλοι μύθοι μας … Που σαφώς και δεν είναι μόνον τέσσερεις … Μπορεί να είναι και … 104. Ο καθένας ανάλογα με το έργο του και τη συμμετοχή του στα δρώμενα της εποχής και του χώρου του. Να μην αρχίσω να αραδιάζω ονόματα.

Νταλάρας, Πάριος, Αλεξίου. Οι τρεις(ακριβώς με τη σειρά που τους παραθέτω και με τη σειρά που – νομίζω, όχι τυχαία - τους παράθεσε  ο Τζίμης Πανούσης στο ομώνυμο σατιρικό τραγούδι του το 1985) πιο εμπορικοί τραγουδιστές στην ιστορία του ελληνικού τραγουδιού (με βάση τις πωλήσεις των χρυσών και πλατινένιων δίσκων τους). Κι όχι μόνο αυτό βέβαια, αλλά και σπουδαίες φωνές, με ρεπερτόριο, που κυριάρχησαν τις τελευταίες 4 δεκαετίες και τις χαρακτήρισαν. Αγαπήθηκαν πολύ κι από την συντριπτική πλειοψηφία, αλλά κι απαξιώθηκαν κι αμφισβητήθηκαν έντονα. Είναι θύματα πατροκτονίας – μια κι όλοι αμφισβητούμε τους πατεράδες μας κι οι νέοι τους μεγαλύτερους – ή της μεγάλης δημοφιλίας και της εμπορικότητάς τους; Θα ήθελα μια συνολική τοποθέτησή σας για τα 3 αυτά ιστορικά ονόματα.
Γ.Τ.: Θα μπορούσα να σας παραπέμψω στην προηγούμενη απάντησή μου. Για μένα, αλλοίμονο στην εποχή που θα έχει 2,3,5,10 «κορυφαίους» ... Πολύ περισσότερο που αυτή η «κορυφή», εύκολα μπορεί να αμφισβητηθεί, με βάση όλα όσα είπα πριν… Μην βιαστείτε να θεωρήσετε την απάντησή μου ως «αμφισβήτηση» ή «απαξίωση» των τριών … Έτσι κι αλλιώς, η αποδοχή που έχουν εισπράξει αυτοί οι τρεις – όχι βέβαια μόνο σε εμπορικό επίπεδο – είναι υπερπολλαπλάσια της αμφισβήτησης και – πολύ περισσότερο – της απαξίωσής τους … Σε καμιά άλλη εποχή δεν έχουμε καλλιτέχνες που να  έχουν τη δράση των τριών και να «αντέχουν» τόσα πολλά χρόνια … Κι αυτά τα πράγματα πιστεύω ότι δεν είναι ούτε τυχαία, ούτε κατασκευασμένα από υπόγειες δυνάμεις ... Από εκεί και πέρα, μπορεί ως ακροατής να είμαι πιο κοντά στις επιλογές ή στη γενικότερη συμπεριφορά, κάποιων απ’ αυτούς …
Η τουλάχιστον, σε κάποιες απ’ αυτές τις επιλογές … Ομολογώ, ότι πολλές φορές δεν καταλαβαίνω κάποιες επιλογές τους, που μοιάζει να υπαγορεύονται από ένα άγχος «παραμονής στην κορυφή» ή προσέγγισης ενός κοινού που βιωματικά δεν μπορεί να τους ανήκει. Ως άνθρωπος επίσης, δικαιούμαι να εκτιμώ κάποιον περισσότερο. 
Κάτω από το ίδιο βλέμμα όμως, βλέπω και τόσους άλλους τραγουδιστές και τόσους άλλους δημιουργούς. Ποτέ δεν πίστεψα στην «μονοκρατορία των πρώτων». Ακόμα κι αν ήταν ο Τσιτσάνης κι ο Βαμβακάρης, ο Θεοδωράκης κι ο Χατζιδάκις ή  οι τρεις που λέτε, είτε άλλοι. Όλοι αυτοί είναι – σαφώς, σπουδαία – «παιδιά» μιας εποχής ... Και  για να γίνω και λίγο «μελό» – όπως λέει και ο σοφός στίχος της Σώτιας Τσώτου – «αν δεν υπήρχαν οι μικροί, πως θα υπήρχαν οι μεγάλοι». Το τραγούδι συνολικά, μ’ ενδιαφέρει περισσότερο από τις προσωπικές «μυθολογίες».

Η “άλλη πλευρά του τραγουδιού” : Βίσση, Βανδή, Ρουβάς, Χατζηγιάννης, Πλούταρχος, Βέρτης κ.ά. Εξίσου εμπορικά και δημοφιλή ονόματα, μερικά από αυτά μέσα στο ΤΟΠ - 10 των μεγαλύτερων πωλήσεων της ελληνικής δισκογραφίας. Η δική σας ματιά κι οπτική βρίσκει κάτι το θετικό καλλιτεχνικά στους τραγουδιστές της “άλλης πλευράς”;
Γ.Τ.: Και πάλι ισχύουν όσα ήδη είπα. Επίσης όμως, τα θετικά και τα αρνητικά ενός τραγουδιστή, δεν εντοπίζονται με βάση την τοποθέτησή του στην μία ή την άλλη πλευρά. Οι καλοί τραγουδιστές είναι καλοί τραγουδιστές, οι έξυπνοι άνθρωποι είναι έξυπνοι άνθρωποι, οι ευαίσθητοι είναι ευαίσθητοι και οι εργατικοί είναι εργατικοί, ανεξαρτήτως πλευράς … Όλα τα ονόματα που αναφέρετε, δεν έχουν την ίδια δυναμική, τις ίδιες επιλογές, τα ίδια χρόνια, δεν ανήκουν στην ίδια «άλλη πλευρά» … Από τη Βίσση μέχρι το Βέρτη, υπάρχει χάος κι αυτό δεν μετρά απαραίτητα αρνητικά απέναντι στον έναν και θετικά απέναντι στον άλλον. Δε θα συγκρίνω μια καριέρα 40 χρόνων, με δυο τρείς επιτυχημένους δίσκους και δυο σαιζόν που ήρθε κόσμος στο μαγαζί … Όπως δεν θα συγκρίνω και τις επιλογές ενός ανθρώπου που αναζητά – ενίοτε, απεγνωσμένα – τρόπο να μπει στο χώρο, με τις επιλογές ενός ανθρώπου που υπηρετεί το χώρο από μια συγκεκριμένη θέση.

Τραγουδοποιοί. Πραγματικά βλέπω αρκετούς, με μια κιθάρα, δυο ακόρντα, κι όχι πάντα συμπαθή φωνή, να κάνουν καριέρα τραγουδιστή, με ό,τι αυτό συνεπάγεται, γιατί είναι κάτι το εντελώς διαφορετικό αν ήταν μόνο συνθέτες – δημιουργοί. Αν το τραγούδι παραμένει η τέχνη της φωνής, που θέλει τον συνθέτη του και τον τραγουδιστή του(κάτι θα ήξεραν ο Άκης Πάνου κι ο Κουγιουμτζής που δεν τα είπαν οι ίδιοι τα τραγούδια τους αλλά τα έδωσαν στις μεγαλύτερες φωνές) μήπως – χωρίς φυσικά να απαγορεύσουμε σε κάποιον να λέει και τα τραγούδια του – θα πρέπει να ξαναβρούμε το μέτρο;
Γ.Τ.
: Το ότι χάνουμε συχνά το μέτρο, δεν έχει να κάνει μόνο με τους τραγουδοποιούς αλλά με το τραγούδι, με τη μουσική, με τις τέχνες, με την καθημερινή ζωή, με την Ελλάδα γενικότερα. Και είμαι ο τελευταίος που θα εκφράσω, ηθικοπλαστικές συμβουλές … Όντως υπήρξαν υπερβολές και σ’ αυτό το χώρο. Κι εγώ πιστεύω περισσότερο στο τραγούδι που μοιράζεται ανάμεσα σε συνθέτη – στιχουργό και τραγουδιστή … Αλλά, έλα που έρχονται πολλά τραγούδια - κάποια από αυτά μάλιστα ανήκουν σε όλους  αυτούς που έκαναν και τις υπερβολές - και με διαψεύδουν. Ευελπιστώ πάντως ότι έχουμε ξεφύγει απ’ αυτές  τις υπερβολές κι ότι το ξεκαθάρισμα του μέλλοντος θα κρατήσει τα καλλίτερα.

Ελληνικό ροκ. Υπάρχει; Αγγλόφωνο ή ελληνόφωνο; Βασίλης Παπακωνσταντίνου, είναι ακόμα ο «σταρ του ελληνικού ροκ»; Ποια είναι η αίσθησή σας για την ελληνική ηλεκτρική σκηνή;
Γ.Τ.: Έχω μιλήσει ήδη πολύ για ταμπέλες και ετικέτες, για να αποδεχτώ εδώ μία, που είναι και τόσο … ίξεις αφίξεις. Ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου είναι ένας σπουδαίος τραγουδιστής της εποχής του και με μεγάλη δύναμη επικοινωνίας. Εγκλωβίστηκε βέβαια, σ’ ένα συγκεκριμένο «μύθο». Αυτό μπορεί να περιόρισε τις επιλογές του αλλά μπορεί να του έδωσε και περισσή δημοφιλία. Ποτέ δεν κατάλαβα τι σημαίνει «ελληνικό ροκ» … Πάντα, χρησιμοποιούσα τον τίτλο – όπως κι όλους τους άλλους ανάλογους -  μόνο για να συνεννοούμαι κι αυτό με πολλές … παρεξηγήσεις. Πιο «ροκ» θεωρώ τον  … Ψαραντώνη, από τον τελευταίο οργισμένο πενηντάρη με σκουλαρίκι και ηλεκτρική κιθάρα, που επί της ουσίας είναι «ότι ακριβώς κατηγορεί». Η «ελληνική ηλεκτρική σκηνή» - αν την πούμε έτσι – δεν μπορεί να αμφισβητηθεί σοβαρά  αλλά εξαρτάται από το ποιος την υπηρετεί. Όταν έχεις σαν μέτρο τον Χάρη και τον Πάνο Κατσιμίχα, δεν μπορεί να δέχεσαι το κάθε υπαρξιακό ή μουσικό απωθημένο που εκφράζεται σ’ αυτά τα πλαίσια … Όπως και όταν μιλάς ελληνικά, δύσκολα μπορείς να εκφραστείς με οποιαδήποτε άλλη γλώσσα – συμπεριλαμβανομένης της αγγλικής.

Λαϊκό τραγούδι. Όλοι μιλούν για τον Νικολόπουλο ως τον “τελευταίο των Μοϊκανών”. Υπάρχουν ακόμα - όχι όμως το ίδιο πολυγραφότατοι - κι οι Σούκας, Μουσαφίρης, Πολυκανδριώτης κ.ά. Κι από ερμηνευτές, πέρα από τη θρυλική γενιά του ’70, οι Μακεδόνας, Μπάσης, Ανδρεάτος (κ.ά.), οι οποίοι είναι κι αυτοί πλέον 40 και κάτι. Μετά πάμε σε ονόματα(κι εκεί έχουμε νομίζω αρκετές καλές φωνές) του λαϊκού της πίστας, ας το πω έτσι. Θεωρείτε πως υπάρχει ή θα υπάρξει συνέχεια; Ή θα επιβεβαιωθούν όσοι έχουν την άποψη ότι το λαϊκό έχει κλείσει μουσικά ως είδος, δεν ανανεώνεται πια και θα αποτελέσει σύντομα ένα ιστορικό πλέον είδος σαν το δημοτικό και το ρεμπέτικο;
Γ.Τ.
: Σε ότι αφορά τα πρόσωπα, λέω να μην σας θυμίσω το μακάβριο που λέγεται για τους «αναντικατάστατους». Αλλά και σε ότι αφορά τα είδη … Προσωπικά, θεωρώ ότι και το λαϊκό, όπως και το ρεμπέτικο και το δημοτικό, δεν έχουν «κλείσει» και δεν αποτελούν «ιστορικά» ή – πολύ περισσότερο - «μουσειακά» είδη. Δεν μπορούμε να πούμε κάτι τέτοιο, όταν τόσοι και τόσοι νέοι άνθρωποι τα «σπουδάζουν» με την θέλησή τους, σε σχολεία, σε πάλκα, σε δίσκους, σε βιβλία, σε πανηγύρια ή όπου αλλού τα βρουν. Νομίζω ότι μια τέτοια εκτίμηση, έχει να κάνει περισσότερο με την λανθασμένη άποψη που έχουν πολλοί από εμάς, περί «δημιουργικότητας» και περί «σύγχρονου» ήχου. Όταν τραγούδια κάποιων από αυτούς που αναφέρετε, τραγούδια του Κορακάκη, τραγούδια από το «Παρών!» του Άκη Πάνου, τραγούδια του Απόστολου Χατζηχρήστου ή το «Πουλάκι ξένο» αφορούν περισσότερους από πολλά «νεωτεριστικά» - για κάποια «μέσα» - τραγούδια, γιατί τα δεύτερα είναι «σύγχρονα» και τα πρώτα «μη εξελισσόμενα δημιουργικά»; Έχετε σκεφτεί ακόμα και το ενδεχόμενο, το – παντός είδους - λαϊκό τραγούδι να προχώρησε τόσο πολύ κάποιες εποχές, έτσι ώστε να χρειάζεται τώρα να «κάτσει» λίγο και να περιμένει να το «φτάσει» το κοινό που εκπροσωπείται μ’ αυτό; Κάπως έτσι σκέφτομαι όταν βρίσκω να μού λέει περισσότερα ένα τραγούδι του Τσιτσάνη, από πολλές σύγχρονες «ασκήσεις ύφους» που δεν έχουν αποφασίσει τι θέλουν να πουν.

Νατάσσα Μποφίλιου. Μια από τις πιο σημαντικές ερμηνεύτριες της νέας γενιάς. Νομίζω πως πλέον έκανε το μεγάλο άλμα κι όσον αφορά την αναγνωρισιμότητά της και τη δημοφιλία της. Εσείς πως την βλέπετε;
Γ.Τ.: Η «νέα γενιά» δεν είναι ένα πράγμα, όπως και ο χαρακτηρισμός «σημαντικός» είναι πολύ βαρύς για να τον δίνουμε σε μια τραγουδίστρια με τρείς δίσκους. Και το λέω αυτό, όχι για να μειώσω την τραγουδίστρια, όσο για να επισημάνω την ασάφεια και την υπερβολή των «μονάδων μέτρησης» που έχουμε. Μάλιστα, είναι κάτι τέτοιοι χαρακτηρισμοί που φορτώνουν ή και μπλοκάρουν τις προσπάθειες νέων ανθρώπων, με μια δυσβάσταχτη για τις πλάτες τους, «μυθολογία». Ας αφήσουμε τους νέους ανθρώπους να δοκιμάζουν και να πειραματίζονται … Όλος ο χρόνος είναι μπροστά τους, αν το θέλουν και το μπορούν … Μην τους «φορτώνουμε» και με «Μεγάλες προσδοκίες».

Ελεωνόρα Ζουγανέλη. Παράλληλης αξίας ερμηνεύτρια με την Μποφίλιου, με αναμφισβήτητη φωνητική αξία και της ίδιας γενιάς βέβαια. Κάποιοι όμως μιλούν για λάθος δισκογραφικό δρόμο ως προς το ρεπερτόριο(εμπορικό ποπ). Ποια είναι η δική σας γνώμη;
Γ.Τ.: Ισχύουν όσα είπα και πριν, για την Νατάσα Μποφίλιου … Η καθεμιά τους, έχει διαλέξει ένα δρόμο, ανάλογο με το κομμάτι της «νέας γενιάς» που θέλουν να απευθυνθούν ή θεωρούν ότι ανήκουν … Έχουν όλο το χρόνο να συνεχίσουν ή να αλλάξουν … Εδώ θα ‘μαστε.

Πέρα απ’ αυτές τις δυο, διακρίνετε άλλες γυναικείες, αλλά κι αντρικές, φωνές, καθώς και δημιουργούς, που δείχνουν να έχουν τα προσόντα να αποτελέσουν τη διάδοχη κατάσταση των μεγάλων ονομάτων των προηγούμενων δεκαετιών και κυρίως του ’70 και του ’80;
Γ.Τ.
: Δεν μπορεί να υπάρξει διάδοχη κατάσταση ανάλογη με αυτή του ’60, του ’70 και του ’80, όχι απαραίτητα για καλλιτεχνικούς αλλά κυρίως για κοινωνικούς λόγους. Η ελληνική κοινωνία είναι – ή μάλλον, ήταν μέχρι τώρα, δεν ξέρουμε πως ακριβώς θα εξελιχθεί – εξαιρετικά κατακερματισμένη για να φτιάξει «μύθους» ανάλογους με εκείνους κάποιων προηγούμενων δεκαετιών. Ούτε η αγορά έχει «μακρόπνοους» στόχους, ούτε οι καλλιτέχνες έχουν ιδιαίτερα «μακροπρόθεσμα» σχέδια. Όλα παίζονται σ’ ένα στενό παρόν … Κάτι σαν «Ότι φάμε κι ότι πιούμε» … Μ’ αυτό σαν δεδομένο και ευτυχώς έξω απ’ αυτά τα πλαίσια, πολλοί από τις προηγούμενες γενιές, κάθε άλλο παρά έχουν «κλείσει». Αλλά και εμφανίζονται νέα πρόσωπα, που αν είχαν τις βάσεις δημιουργίας κάποιων παλιότερων εποχών, ίσως να ‘τανε πιο αποτελεσματικοί. Να μιλήσω για τον Αλκίνοο Ιωαννίδη που η «Νεροποντή» νοιώθω να είναι η πιο κατασταλαγμένη δουλειά του και η «Πατρίδα» το πιο συγκλονιστικό ανάλογο τραγούδι των τελευταίων δεκαετιών; Να μιλήσω για τον «Ξένιο» του Μίλτου Πασχαλίδη; Να μιλήσω για τα λαϊκά τραγούδια του Γιώργου Αλτή; Για τις επιλογές της νεαρής Μαρίας Αναματερού;  Για καλές στιγμές του Χρήστου Θηβαίου, του Κώστα Λειβαδά; Για τον Στέλιο Βαμβακάρη και το παρόν του; Για το συγκρότημα μπουζουκιών «Δρόμος» και τις προσπάθειές τους; Λίγα λέω – αυτά που μού ήρθαν πιο πρόχειρα … Ξέρετε πολλούς άλλους τομείς της ελληνικής κοινωνίας, που να έχουν τέτοια «παραγωγή»;

Να κλείσουμε την κουβέντα μας με το ραδιόφωνο φυσικά. Ποια ήταν, μέχρι τώρα, η πιο ευχάριστη στιγμή σας (ή η πιο μεγάλη σας έκπληξη κι ικανοποίηση), αλλά κι η πιο δυσάρεστη ή έστω αμήχανη;
Γ.Τ.: Οι ευχάριστες στιγμές ήταν πολλές. Και ήδη, νοιώθω ότι έχω καταχραστεί το χώρο σας. Οι δυσάρεστες, ευτυχώς λιγότερες. Προσπαθώ να «ιεραρχήσω» … Έτσι κι αλλιώς, και οι δυσάρεστες στιγμές, υπήρξαν καλά «μαθήματα». Ίσως έχει ενδιαφέρον να πω ότι τα χειρότερα δεν ήρθαν ούτε από «κακές» πολυεθνικές, ούτε από  «σκληρούς» μεγαλοεργοδότες. Ας πούμε … Πειράζει να μην είναι ραδιοφωνική η ιστορία; Κάποια στιγμή, με πολλή ρητορεία περί «προσφοράς» και … συμβολική αμοιβή, μού ζητήθηκε να φτιάξω μια έκδοση για έναν άξιο και αγαπητό δημοσιογράφο που είχε φύγει από τη ζωή. Λόγω σεβασμού, δεν ζήτησα κανένα εχέγγυο. Πάνω σ’ αυτό, εργάστηκα αρκετούς μήνες … Δεν θα υπερασπιστώ το αποτέλεσμα της εργασίας μου – έτσι κι αλλιώς, δεν μπορείτε να το μελετήσετε. Τι έγινε μετά; Δεν μπήκε στον κόπο να μού εξηγήσει κανείς από τον ενδιαφερόμενο - και συνήθως λαλίστατο περί «λαϊκότητας» και «κοινωνικής δικαιοσύνης» - «κύκλο», τι ακριβώς τους έφταιξε στο πόνημά μου. Ούτε ένα τηλεφώνημα. Μετά από αρκετές δικές μου οχλήσεις, εκ μέρους του εκδοτικού οίκου, μού ειπώθηκε ότι «το αποτέλεσμα ήταν – λέει - … «ξέπνοο» - ποτέ δεν καυχήθηκα για τις επιδόσεις μου, ως «νεοφώτιστος γενίτσαρος» -  και μού ζητήθηκε η αμοιβή να γίνει ακόμα πιο … συμβολική.  Εισέπραξα σε … 3 δόσεις, μετά από … 3 περίπου χρόνια, 1200 ευρώ … Και έναν ακόμη λόγο να με κάνουν εξαιρετικά καχύποπτο, οι άνθρωποι που διατυμπανίζουν την «λαϊκότητά» τους και θέλουν να ξεχωρίζουν απ’ τους άλλους, μ’ αυτό το χαρακτηριστικό. 

 

Οι απόψεις και οι σκέψεις των συνεργατών του Ορφέα δεν ταυτίζονται απαραίτητα με τη γνώμη του περιοδικού.
Απαγορεύεται αυστηρά η χρήση και η αναδημοσίευση του συνόλου ή μέρους των άρθρων του Ορφέα, χωρίς προηγούμενη άδεια των υπευθύνων του περιοδικού και του συντάκτη και χωρίς ταυτόχρονη αναφορά της επωνυμίας του περιοδικού, του ονοματεπωνύμου του συντάκτη και του ακριβούς συνδέσμου του άρθρου

Σχόλια  

 
+2 #1 Κώστας Πατσαλής 03-11-2011 17:12
Από τους λίγους που ξέρουν τι γράφουν ή τι λένε με σοβαρότητα , βαθιά γνώση του αντικειμένου , με ήθος κι ευγένεια!
Παράθεση
 

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΥ ΣΕ ΑΛΛΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΧΟΛΙΑ

RSS

ΤΑ ΠΙΟ ΔΙΑΒΑΣΜΕΝΑ (90d)

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

ΕΙΠΑΝ - ΕΓΡΑΨΑΝ

Τη δουλειά της σάτιρας την κάνουν οι εξουσιαστές. Θέλει μεγάλο ταλέντο υποκριτικής να βγαίνεις στην TV και να τσακώνεσαι για το ποιος είναι ο μεγαλύτερος μαλάκας και ο ικανότερος κλέφτης.
Τζίμης Πανούσης

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ / ΑΥΡΙΟ

19/8/1936 Δολοφονήθηκε από τις δυνάμεις του δικτάτορα Φράνκο ο Ισπανός λογοτέχνης Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα
20/8/1949 Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη ο τραγουδοποιός Νικόλας Άσιμος

ΤΥΧΑΙΑ TAGS