76 αναγνώστες online
Find us on FacebookJoin us on Facebook
sideBar



Σαββέρια Μαργιολά - «Αλισάχνη»

ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ «Τι έχω να χάσω»

Τάσος Π. Καραντής
Τάσος Π. Καραντής
Πρώτη Παρουσίαση
ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ - «Τι έχω να χάσω»
23.10.2017
Ορφέας | Main Feed
Κείμενο: Τάσος Π. Καραντής

Θανάσης Συλιβός: «Μετρονόμος»

Ιστολόγια με νότες

Τάσος Π. Καραντής

Το ιντερνέτ είναι, πλέον, το κυρίαρχο μέσο στη ζωή μας. Και κυρίαρχα μέσα στο διαδίκτυο είναι τα ιστολόγια (blogs), όπου αποτελούν την πιο απόλυτα ελεύθερη μορφή έκφρασης και γνώμης, σε συνάρτηση, βεβαίως με την υπευθυνότητα, τη σοβαρότητα και το πολιτικό ήθος κι ανεξαρτησία του δημιουργού τους.
Ανάμεσά τους υπάρχουν και τα «ιστολόγια με νότες», που αφορούν τον τομέα της μουσικής και του ελληνικού τραγουδιού, που υπηρετεί, εξάλλου κι ο «ΟΡΦΕΑΣ», ως ένα μη κερδοσκοπικό μουσικό περιοδικό.
Σκεφτήκαμε, λοιπόν, να ανοίξουμε την ενότητα «Ιστολόγια με νότες», όπου θα συστήνουμε στους αναγνώστες μας τα – υπεύθυνα και σοβαρά, κατά την κρίση μας – μουσικά blogs. Η μορφή της γνωριμίας αυτής θα είναι μέσω μιας συνέντευξης, με - κοινό κατά 80%-90% - ερωτηματολόγιο προς τον δημιουργό του κάθε μπλογκ. Σκοπός μας δεν είναι μόνο μια τυπική παρουσίαση του κάθε μπλογκ, αλλά, κυρίως, οι απόψεις του δημιουργού του κι ιδιοκτήτη του για διάφορα θέματα του τραγουδιού μας, ευελπιστώντας να ανοίξει ένας ευρύτερος, σοβαρός, με επιχειρήματα, διάλογος, μέσω αρθρογραφίας. Αυτή τη φορά παρουσιάζουμε τον «Μετρονόμο» (που βέβαια το μπλογκ του αποτελεί την προέκταση του γνωστού περιοδικού) του Θανάση Συλιβού, τον οποίον ευχαριστώ θερμά για την ανταπόκρισή του.

Θανάση σε πρωτογνωρίσαμε, πριν 15 σχεδόν χρόνια, με το βιβλίο σου για το Μάνο Λοΐζο («Μάνος Λοΐζος - η δική του ιστορία», εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1997) που το προλόγισε ο Λευτέρης Παπαδόπουλος. Πότε και πως ξεκίνησε αυτή η σχέση αγάπης που έχεις με το ελληνικό τραγούδι κι ιδιαίτερα με τον Λοΐζο; 
Θανάσης Συλιβός: Αυτή η σχέση αγάπης ξεκίνησε από το οικογενειακό περιβάλλον. Ο πατέρας μου αγαπούσε πολύ το τραγούδι. Στο σπίτι μας υπήρχαν αρκετά 45άρια και κασέτες με Καζαντζίδη, Γαβαλά, Διονυσίου, Λύδια αλλά και μεγάλοι δίσκοι 33 στροφών του  Θεοδωράκη,  του Λοΐζου, του Μούτση, του Ξαρχάκου, του Λεοντή … Πέρα από το άκουσμα στο σπίτι, τα τραγούδια αυτά τα ένιωθα πιο κοντά όταν τα άκουγα τραγουδισμένα από το στόμα απλών ανθρώπων σε φιλικά και οικογενειακά γλέντια. Στις πρώτες τάξεις του γυμνασίου, τα καλοκαίρια, βοηθούσα τον πατέρα μου στην οικοδομή και στο τέλος της εβδομάδας μετά τη δουλειά μαζευόμασταν όλοι, στο σπίτι του θείου μου, «για κρασί και μεζέ» όπως έλεγαν. Εκεί το τραγούδι είχε τον κύριο λόγο. Θυμάμαι το “Όλα είναι ένα ψέμα” με μια μικρή αλλαγή που έκαναν στους στίχους: “Τα βάσανα και οι καημοί θα μείνουν στην οικοδομή κι ‘γω θα φύγω μόνος”. Ήταν κάτι σαν ύμνος τους μαζί με το “Σαββατόβραδο” του Θεοδωράκη, το “Λιώνουν τα νιάτα μας” του Λοΐζου και το “Και να αδελφέ μου” του Λεοντή όπου στο στίχο του Ρίτσου “γιατί εμείς δεν τραγουδάμε για να ξεχωρίσουμε απ΄ τον κόσμο, εμείς τραγουδάμε για να σμίξουμε τον κόσμο” σήκωναν τα ποτήρια τους.
Με το Λοΐζο είχα μια ιδιαίτερη αδυναμία. Μικρός τότε, δεν είχα ιδέα “για τραστ και για κραχ” γι’ αυτό και δεν μπορούσα να κατανοήσω τον “Τρίτο παγκόσμιο”, αλλά άκουγα συνεχώς την “Τζαμάικα” και το “Δελφίνι, δελφινάκι”. Με άγγιζε το ευχάριστο άκουσμά τους και η μελωδία τους. Μεγαλώνοντας  άρχιζα να τον ανακαλύπτω όλο και περισσότερο και να συγκεντρώνω ο,τιδήποτε είχε σχέση με αυτόν.


Ακολούθησε, λίγα χρόνια μετά, το 2001, το μουσικό περιοδικό, ο «ΜΕΤΡΟΝΟΜΟΣ». Πως γεννήθηκε αυτή η ιδέα, πως πήρε σάρκα και οστά και ποιοι στήριξαν το περιοδικό στα πρώτα του βήματα μέχρι να πάρει το δρόμο του;
Θ. Σ.
: Από τα φοιτητικά χρόνια στη Θεσσαλονίκη μάζευα – και συνεχίζω να μαζεύω - με μανία ο,τιδήποτε είχε σχέση με την ελληνική μουσική: δίσκους, βιβλία, περιοδικά, διάφορα μουσικά έντυπα, αποκόμματα από εφημερίδες, έγραφα βιντεοκασέτες με μουσικές εκπομπές της τηλεόρασης και περνούσα ώρες για να τα αρχειοθετώ. Μέσα από όλη αυτή τη διαδικασία μου γεννήθηκε η ιδέα της έκδοση ενός περιοδικού για την ελληνική μουσική. Ατέλειωτες συζητήσεις και ξενύχτια με το φίλο και συγκάτοιτο στα φοιτητικά χρόνια Νίκο Μακροδήμο και τους φίλους μας γραφίστες Δημοσθένη Οικονομίδη και Ευαγγελία Ακρίβου, για το πώς θα μπορέσουμε να πραγματοποιήσουμε το όνειρό μας. Μπορεί να μην υπήρχε η οικονομική άνεση αλλά το πάθος μας ήταν αρκετό ώστε να στηθεί ο “Μετρονόμος” και τον Ιανουάριο του 2001 να κυκλοφορήσει το πρώτο τεύχος. Εξώφυλλο ο Χρήστος Λεοντής που έζησε από κοντά τη δημιουργία του περιοδικού και προς τιμή του συνεχίζει να προσφέρει απλόχερα τη βοήθειά του όπως και ο Φώντας Λάδης που με τον τρόπο του στήριξε την προσπάθεια. Από το πρώτο τεύχος βάλαμε τα δυνατά μας. Τα πρώτα χρόνια έκανα μόνος μου την διανομή. Με μια τσάντα γυρνούσα όλη τη Αθήνα. Σιγά – σιγά ο Μετρονόμος έφτασε και σε όλη την Ελλάδα. 

Το μπλογκ του «ΜΕΤΡΟΝΟΜΟΥ» πώς προέκυψε και ποιος είναι ο στόχος του κι η ταυτότητά του;
Θ.Σ.: Ως ένα μέσο ενημέρωσης των αναγνωστών – σε συνδυασμό με το site και τη σελίδα στο facebook - για τις δραστηριότητες του Μετρονόμου  με παράλληλες αναρτήσεις θεμάτων και σχολίων γύρω από τη μουσική. Συν-διαχειριστής είναι ο Ηρακλής Οικονόμου, ο οποίος έχει και το δικό του αξιόλογο μπλογκ Μουσικά Προάστια (mousikaproastia.blogspot.com).

Δώσε μου το στίγμα του «ΜΕΤΡΟΝΟΜΟΥ» . Ποιο είδος ελληνικού τραγουδιού τον ενδιαφέρει; Ποιου ύφους και προφίλ δημιουργούς, μουσικούς κι ερμηνευτές προβάλλει κι αναδεικνύει; Τι, εν τέλει, τον διαφοροποιεί από τα άλλα μουσικά περιοδικά;
Θ.Σ.
: Ο Μετρονόμος αγκαλιάζει  αυτό που ονομάζουμε “έντεχνο” ελληνικό τραγούδι, το έργο νέων Ελλήνων δημιουργών, το ρεμπέτικο, το λαϊκό, την παραδοσιακή μουσική και ο,τιδήποτε κινείται στους χώρους του ενδιαφέροντός του. Αρκετός χώρος δίνεται σε αφανείς δημιουργούς, ερμηνευτές και μουσικούς που όμως έχουν αφήσει αξιόλογο έργο στην ιστορία του ελληνικού τραγουδιού, πολλοί από τους οποίους παρουσιάστηκαν για πρώτη φόρα μέσα από τις σελίδες του περιοδικού, καθώς και σε θέματα “αρχείου” όπως το ένθετο “Εξώφυλλα και αναμνήσεις από τις 45 στροφές” όπου παρουσιάζονται εξώφυλλα, μεταξύ των οποίων και πολλά σπάνια, από δίσκους 45 στροφών. Τα περιεχόμενα από όλα τα τεύχη μπορεί να δει κανείς αναλυτικά στην ηλεκτρονική σελίδα του Μετρονόμου (www.metronomos.gr).

Πάνω σ’ αυτό που λες, «ότι αγκαλιάζει αυτό που ονομάζουμε έντεχνο ελληνικό τραγούδι», γιατί 10 χρόνια τώρα απουσιάζουν από τα εξώφυλλά του οι πρωταγωνιστές ερμηνευτές του εντέχνου της γενιάς του ΄70, αλλά και του ’80 (Αλεξίου, Νταλάρας, Μητροπάνος, Πάριος, Γαλάνη Πρωτοψάλτη, Αρβανιτάκη κ.ά.). Επειδή είναι σταρ; Δεν είναι όμως και σπουδαίες φωνές με σπουδαίο ρεπερτόριο;
Θ.Σ.: Το ότι δεν έχουν γίνει εξώφυλλο στο Μετρονόμο δε σημαίνει πώς αμφισβητείται η αξία τους. Η ιστορία του ελληνικού τραγουδιού τους έχει δώσει τη θέση που τους αξίζει. Έχουν γραφτεί και συνεχίζουν να γράφονται τόσα πολλά για αυτούς. Γνωρίζεις, όπως και όλοι μας, εδώ και τόσες δεκαετίες, σε κάθε νέα δουλειά που βγάζουν, ο Τύπος και τα ραδιόφωνα κατακλύζονται από τα πρόσωπα αυτά. Όλη η δημοσιότητα έπεσε στους τραγουδιστές και οι δημιουργοί πήραν τους δεύτερους ρόλους. Ένας από τους βασικούς στόχους του Μετρονόμου είναι να κινείται πέρα από τις επιταγές της αγοράς και να παρουσιάζει και τους «αφανείς ήρωες».

Παράλληλα με την έκδοση του περιοδικού, έχεις προβεί και σε εκδόσεις βιβλίων για το ελληνικό τραγούδι, καθώς και cd. Μίλησέ μου λίγο γι’ αυτές σου τις δραστηριότητες.
Θ.Σ.: Οι εκδόσεις των βιβλίων και των cd αποτελούν μια προέκταση του περιοδικού. Κινούνται στον ίδιο άξονα αισθητικής. Η πρώτη μας δισκογραφική παραγωγή ήταν ο "Έρωτας αρχάγγελος", σε μουσική Χρήστου Λεοντή και στίχους Δημήτρη Λέντζου, που τραγούδησαν ο Δημήτρης Μητροπάνος, ο Νίκος Δημητράτος, ο Παντελής Θαλασσινός, ο Δώρος Δημοσθένους, η Μαρία Σουλτάτου και η Ιωάννα Φόρτη. Πέρα από τα βιβλία για το ελληνικό τραγούδι έχουμε προχωρήσει και στην έκδοση λογοτεχνίας αλλά και ποίησης.

Και μια και μιλάμε για ιντερνετικά μπλογκ, Θα ήθελα τη γνώμη σου – μια κι εκδίδεις και δίσκους - για το διαδίκτυο όσον αφορά το τραγούδι. Από τη μια αποτέλεσε κυριολεκτικά ένα νέο χώρο όπου όλα, πλέον, τα μουσικά δημοσιογραφικά μέσα βαίνουν προς τα εκεί, από την άλλη, είναι ένας από τους βασικούς λόγους της κατάρρευσης της δισκογραφίας, μέσα από τα παράνομα κατεβάσματα των τραγουδιών. Πώς το βλέπεις εσύ;
Θ.Σ.: Το διαδίκτυο είναι ένας από τους λόγους κατάρρευσης της δισκογραφίας αλλά νομίζω το νήμα ξεκινάει από άλλου. Οι ίδιες οι μεγάλες δισκογραφικές εταιρείες ευθύνονται σε μεγάλο βαθμό για  το πώς έφτασαν εδώ τα πράγματα. Οδήγησαν τον κόσμο μακριά από τα δισκοπωλεία – με αποτέλεσμα τα περισσότερα να κλείσουν - με τις προσφορές σε εφημερίδες και περιοδικά αλλά και με τις υψηλές τιμές των cd . Αν κάνεις σήμερα μια βόλτα στα ελάχιστα εναπομείναντα δισκοπωλεία θα δεις ότι οι τιμές, ειδικά στον παλιό κατάλογο, έχουν πέσει σχεδόν στο μισό. Αυτό δεν θα μπορούσαν να το κάνουν μερικά χρόνια πριν; Όταν ευτελίσεις το cd δίνοντάς το σε εφημερίδες, χάνει την καλλιτεχνική αξία του ως προϊόν και ο κόσμος συνηθίζει στο «τζάμπα». Γι’ αυτό θα κατεβάσει παράνομα και τραγούδια. Αυτό για να γυρίσει πίσω είναι αρκετά δύσκολο. Αν μπεις σε ένα σουπερμάρκετ και πάρεις ένα κουτί γάλα χωρίς να πληρώσεις θα σε … πάνε μέσα. Στο τραγούδι γιατί να είναι διαφορετικά; Κάποιοι δε δούλεψαν για να γίνει και θα πρέπει να αμειφτούν; Οι περισσότερο χαμένοι από το παράνομο κατέβασμα των τραγουδιών είναι οι συνθέτες και οι στιχουργοί γιατί οι τραγουδιστές είτε από τα μαγαζιά είτε από τις συναυλίες, αμείβονται και πολλές φορές με μεγάλα πόσα.

Για να μπούμε και λίγο στα χωράφια του ελληνικού τραγουδιού, πολλά σύνορα και συρματοπλέγματα βλέπω. Διαχωρισμοί κι αναθέματα που μετατρέπουν το τραγούδι σε γήπεδο. Γιατί τόσος φανατισμός, για κάτι που δεν είναι ούτε κόμμα, ούτε θρησκεία, αλλά τέχνη; Εσένα, προσωπικά, όχι ως μουσικογράφος που πρέπει να ακούς διάφορα είδη, αλλά ως ακροατής, ποια είναι τα αγαπημένα σου καθημερινά ακούσματα;
Θ.Σ.
: Το θέμα του διαχωρισμού έχει να κάνει καθαρά με το τι ταιριάζει στη αισθητική του καθενός. Τα ακούσματά μου έχουν να κάνουν μ’ αυτό που με ευχαριστεί. Και το κέφι και ο χορός χρειάζεται. Δεν μπορώ όμως να τα βάλω όλα στο ίδιο τσουβάλι. Το θέμα του τραγουδιού έχει να κάνει και με μια γενικότερη παιδεία.

Και υπάρχει και μια άλλη διάσταση, το προσωπικό μας γούστο, οι μουσικές συμπάθειες κι οι αντιπάθειες μας. Επηρεάζει τη γραφή ενός δημοσιογράφου, όσον αφορά την αντικειμενικότητά του, και το γεγονός ότι απευθύνεται σ’ ένα ποικίλο κοινό αναγνωστών-ακροατών και θα πρέπει να είναι όσο το δυνατόν ουδέτερος; Έχεις πιάσει δηλαδή τον εαυτό σου με τα είδη και τους καλλιτέχνες που “συμπαθείς” μουσικά να είσαι επιεικής και μ’ αυτά κι αυτούς  που “αντιπαθείς” μουσικά αυστηρός;
Θ.Σ.: Δεν τίθεται θέμα "συμπάθειας" και "αντιπάθειας", αυτό νομίζω έχει να κάνει με ανθρώπους που τους ξέρεις προσωπικά πολύ καλά. Οι προσωπικές προτιμήσεις πρέπει να μένουν απέξω, όσον αφορά τη γραφή ενός δημοσιογράφου. Οι απόψεις πρέπει να είναι αντικειμενικές. Ορισμένες φορές μια επιείκεια μπορεί να υπάρξει αλλά αυτό που θα πρέπει να πεις, να το πεις. Έτσι βοηθάς και τον ίδιο τον καλλιτέχνη. Δε μπορείς να γράφεις συνέχεια ωραιολογίες…

Γενικότερα έχεις πραγματικές φιλικές σχέσεις με καλλιτέχνες; Γιατί, εγώ, προσωπικά, δεν έχω με κανέναν (πραγματική φιλία εννοώ, όχι μια απλή γνωριμία λόγω επαγγέλματος), τις αποφεύγω όπως «ο διάβολος το λιβάνι», γιατί νομίζω ότι έτσι διατηρώ την ανεξαρτησία μου και την αντικειμενικότητά μου. Ποια είναι η δική σου άποψη;
Θ.Σ.: Εκτιμώ και γνωρίζω αρκετούς καλλιτέχνες αλλά άλλο η εκτίμηση και άλλο η πραγματική φιλία όπως λες. Έτσι διατηρείς και την αντικειμενικότητά σου. Πραγματικά φιλικές σχέσεις μπορώ να πω ότι έχω με  τον Δήμο Μούτση, τον Χρήστο Λεοντή, τον Νίκο Μαμαγκάκη, τον Δημήτρη Λέντζο.

 


Οι δηλώσεις ή το πώς συμπεριφέρεται ένας καλλιτέχνης σε επηρεάζει κι ως προς την πρόσληψη του έργου του; ‘Η διαχωρίζεις τον άνθρωπο από τον καλλιτέχνη; Να δώσω δυο, διαφορετικά, παραδείγματα, ο Σαλβαντόρ Νταλί ήταν φιλοφρανκικός, σε εμποδίζει αυτή του η πολιτική τοποθέτηση από το να σε μαγέψει ένας ονειρικός πίνακάς του; Ή, ο Άκης Πάνου, δολοφόνησε άνθρωπο, αφαίρεσε ανθρώπινη ζωή, σε ενοχλεί αυτό στο να απολαύσεις ένα σπουδαίο τραγούδι του;
Θ.Σ.: Ως φοιτητής και πριν ασχοληθώ με το χώρο του τραγουδιού γνωρίζοντας πρόσωπα, καταστάσεις και συμπεριφορές, άκουγα το τραγούδι και μόνο αυτό και το απολάμβανα. Τώρα, όσο δύσκολο κι αν είναι μερικές φορές, προσπαθώ να κάνω το ίδιο, να ξεχωρίζω τον άνθρωπο από τον καλλιτέχνη. Και νομίζω έτσι πρέπει.
 
Είναι κι ένα τοπίο με κυρίαρχους μύθους το ελληνικό τραγούδι, συνθετών(Θεοδωράκης - Χατζιδάκις) και τραγουδιστών(Καζαντζίδης - Μπιθικώτσης). Κάνοντας όμως μια έρευνα, για το TOP – 10 των δίσκων με τις υψηλότερες πωλήσεις της ελληνικής δισκογραφίας, διαπίστωσα – αν εξαιρέσω το εθνικής εμβέλειας «ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ» - ότι κι οι 4 απουσίαζαν! Πρώτος είναι ο Πλέσσας με το «Δρόμο». Κι όμως σε κάθε συνέντευξη που θα διαβάσω, όλων, μα όλων, αγαπημένοι είναι ο Θεοδωράκης κι ο Χατζιδάκις, με τα τραγούδια τους λένε πως μεγάλωσαν! Είναι σπουδαίοι, ναι, αλλά κανείς δεν μεγάλωσε, για παράδειγμα, και με τα – εξίσου δημοφιλή κι αγαπητά – τραγούδια του Πλέσσα, του Χατζηνάσιου και του Σπανού; Γιατί δεν το λέμε; Μήπως άλλους λέμε ως σπουδαίους, για να είμαστε, δημόσια, πολιτικά ορθοί, κι άλλα αγοράζουμε κι ακούμε ιδιωτικά; Γιατί, κάτι τέτοιο δείχνουν οι αριθμοί του TOP-10! Εσύ πιστεύεις στους 4 αυτούς μύθους ή έχεις τη δική σου μυθολογία;
Θ.Σ.: Αφού μιλάμε για προσωπικό γούστο, ναι, έχω τη δική μου μυθολογία. Τα βιώματα και τα ακούσματα του καθενός δεν έχουν να κάνουν με αριθμό πωλήσεων. Ο καθένας είναι κοντά σε αυτό που ταιριάζει στην αισθητική του. Χωρίς να σημαίνει ότι δεν αναγνωρίζω τη συμβολή τους (Πλέσσα, Χατζηνάσιου, Σπανού) είμαι πιο κοντά στους Θεοδωράκη – Χατζιδάκι, αλλά και στο Λοΐζο, τον Ξαρχάκο, στο Μούτση, στο Λεοντή… όπως και στον Βαμβακάρη, στον Τσιτσάνη.

 

Νταλάρας, Πάριος, Αλεξίου. Οι τρεις (ακριβώς με τη σειρά που τους παραθέτω και με τη σειρά που – νομίζω, όχι τυχαία - τους παράθεσε  ο Τζίμης Πανούσης στο ομώνυμο τραγούδι του το 1985) πιο εμπορικοί τραγουδιστές στην ιστορία του ελληνικού τραγουδιού (με βάση τις πωλήσεις των χρυσών και πλατινένιων δίσκων τους). Κι όχι μόνο αυτό βέβαια, αλλά και σπουδαίες φωνές, με ρεπερτόριο, που κυριάρχησαν τις τελευταίες 4 δεκαετίες και τις χαρακτήρισαν. Αγαπήθηκαν πολύ κι από την συντριπτική πλειοψηφία, αλλά κι αμφισβητήθηκαν έντονα τα τελευταία χρόνια. Είναι θύματα πατροκτονίας – μια κι όλοι αμφισβητούμε τους πατεράδες μας κι οι νέοι τους μεγαλύτερους – ή της μεγάλης δημοφιλίας και της εμπορικότητάς τους; Θα ήθελα μια συνολική τοποθέτησή σου για τα 3 αυτά ιστορικά ονόματα.
Θ.Σ.: Και τα τρία αυτά ονόματα έχουν πάρει τη θέση που τους αξίζει. Έχουν ερμηνεύσει σπουδαία και αξεπέραστα τραγούδια. Εδώ και δεκαετίες είναι πάντα στο προσκήνιο. Και εγώ ακούω τις δουλειές τους, δε θα το έλεγα τόσο για τον Πάριο γιατί δεν τον παρακολουθώ … Δε νομίζω όμως ότι αμφισβητήθηκαν, όπως λες, τα τελευταία χρόνια. Εκεί που τίθεται θέμα κριτικής είναι στις επιλογές τους αυτά τα τελευταία χρόνια. Η προσπάθεια και η αμηχανία να βρίσκεσαι πάντα στην κορυφή πολλές φορές σε οδηγεί σε λάθος δρόμους. Αυτό που νομίζω έχει κάπως χαθεί είναι η επαφή τους με τη νέα γενιά, η οποία έχει μείνει – όσοι τους ακούν - στα πρώτα τους τραγούδια.

Η “άλλη πλευρά του τραγουδιού” : Βίσση, Βανδή, Θεοδωρίδου, Ρουβάς, Χατζηγιάννης, Μαζωνάκης, Ρέμος, Πλούταρχος, Βέρτης κ.ά. Εξίσου εμπορικά και δημοφιλή ονόματα, μερικά από αυτά μέσα στο TOP -10 των μεγαλύτερων πωλήσεων της ελληνικής δισκογραφίας. Η δική σου ματιά κι οπτική βρίσκει κάτι το θετικό καλλιτεχνικά στους τραγουδιστές της “άλλης πλευράς”;
Θ.Σ.
: Δεν μπορώ να πω ότι δεν έχουν ταλέντο αρκετοί από αυτούς αλλά χωρίς ιδεολογία και όραμα δε γίνεται τίποτα. Ο ίδιος ο χρόνος βάζει τα πράγματα στη θέση τους. Μην ξεχνάμε ότι όλοι αυτοί οι καλλιτέχνες είναι δημιουργήματα των δισκογραφικών εταιρειών. Στην δική μου αισθητική δεν ταιριάζουν.

Τραγουδοποιοί. Η Στέλλα Βλαχογιάννη έχει μιλήσει, παλιότερα, για τη «λαίλαπα των τραγουδοποιών». Πραγματικά βλέπω αρκετούς, με μια κιθάρα, δυο ακόρντα κι όχι πάντα συμπαθή φωνή, να κάνουν καριέρα τραγουδιστή, με ό,τι αυτό συνεπάγεται, γιατί είναι κάτι το εντελώς διαφορετικό αν ήταν μόνο συνθέτες – δημιουργοί. Αν το τραγούδι παραμένει η τέχνη της φωνής, που θέλει τον συνθέτη του και τον τραγουδιστή του (κάτι θα ήξεραν ο Άκης Πάνου, που έγραφε ο ίδιος τη μουσική και τους στίχους στα τραγούδια του, αλλά τα έδινε στις μεγαλύτερες φωνές ή ο Κουγιουμτζής, που είχε πει : «κι εγώ μπορώ να ερμηνεύσω τα τραγούδια μου, αλλά δεν μπορώ να τα τραγουδήσω!»), μήπως – χωρίς φυσικά να απαγορεύσουμε σε κάποιον να λέει και τα τραγούδια του – θα πρέπει να ξαναβρούμε το μέτρο;

Θ.Σ.: Ορισμένες φορές η ερμηνεία από τον ίδιο το δημιουργό είναι αξεπέραστη. Δεν είναι όμως αυτό κανόνας. Το τραγούδι είναι συνθέτης, στιχουργός, ερμηνευτής. Το μοντέλο των τραγουδοποιών ξεκίνησε από τα τέλη του ’80 με κορύφωση τη δεκαετία του ’90, με εξαίρεση τον Σαββόπουλο και τον Γκαϊφύλλια που προηγήθηκαν. Από τα ονόματα που βγήκαν εκείνη την περίοδο ελάχιστα συνεχίζουν στον ίδιο δρόμο αλλά «χάθηκαν», και αρκετοί από αυτούς που συνεχίζουν, γράφουν και τραγούδια για άλλους. Από όλη αυτή την ιστορία έμειναν κάποια καλά τραγούδια. Τώρα το πράγμα έχει κάπως ξεφουσκώσει.

Ελληνικό ροκ. Υπάρχει; Αγγλόφωνο ή ελληνόφωνο; Βασίλης Παπακωνσταντίνου, παραμένει ακόμα ο μεγαλύτερος, δημοφιλέστερος κι εμπορικότερος βετεράνος «Έλληνας ροκ σταρ», αλλά κι αρκετά κατηγορούμενος για ζημιογόνο (λόγω της μεγάλης δημοφιλίας του που επηρεάζει και παρασύρει) στασιμότητα κι αμφισβητούμενος. Μόνικα. Ποια είναι η αίσθησή σου για την ελληνική ηλεκτρική σκηνή;
Θ.Σ.: Για τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου θα συμφωνήσω με την άποψη του φίλου μου του Αντώνη Μποσκοΐτη: "Θα δεχόμουν πολύ καλύτερα τον όρο "ροκ σταρ" για τον Παπακωνσταντίνου. Δε σημαίνει πάλι πως για να αναγορευθεί κάποιος "βασιλιάς του ροκ" θα πρέπει ν' αυτοκτονήσει ή να πάει από ναρκωτικά. Υπό αυτή την έννοια, θεωρώ πολύ πιο ροκ απ' τον Παπακωνσταντίνου, τον Πουλικάκο, μη σου πω ακόμη και τους “Χάνομαι Γιατί Ρεμβάζω’’. Αν και ερμηνευτικά στέκει ακόμη στην πρώτη γραμμή και έχει σεβαστεί αυτά που τραγούδησε, οι τελευταίες δισκογραφικές του παρουσίες, και ειδικά αυτές που υπογράφει ο ίδιος τη μουσική δεν μπορώ να πω ότι έχουν το ανάλογο βάρος.
Για την ελληνική ηλεκτρική σκηνή αν και έχουμε ακούσει ενδιαφέροντα πράγματα είναι λίγο νωρίς να μιλήσουμε γι αυτήν. Μου θυμίζει το ξεκίνημα των τραγουδοποιών που λέγαμε πιο πάνω. Είναι ένα ρεύμα και θα δείξει ο καιρός προς τα πού θα πάει και τι θα αφήσει.

Λαϊκό τραγούδι. Όλοι μιλούν για τον Νικολόπουλο ως τον “τελευταίο των Μοϊκανών”. Υπάρχουν ακόμα - όχι όμως το ίδιο πια πολυγραφότατοι - κι οι Σούκας, Μουσαφίρης, Πολυκανδριώτης κ.ά. Κι από ερμηνευτές, πέρα από τη θρυλική γενιά του ’70, οι Μακεδόνας, Μπάσης, Ανδρεάτος(κ.ά.), οι οποίοι είναι κι αυτοί πλέον 40 και κάτι. Μετά πάμε σε ονόματα (κι εκεί έχουμε νομίζω αρκετές καλές φωνές – ως λαρύγγια εννοώ) του λαϊκού της πίστας, ας το πω έτσι. Θεωρείς πως υπάρχει ή θα υπάρξει συνέχεια; Ή θα επιβεβαιωθούν όσοι έχουν την άποψη ότι το λαϊκό έχει κλείσει μουσικά ως είδος, δεν ανανεώνεται πια και θα αποτελέσει σύντομα ένα ιστορικό πλέον είδος σαν το δημοτικό και το ρεμπέτικο;
Θ.Σ.: Το λαϊκό τραγούδι μπορεί να έχει κλείσει μουσικά ως είδος, συγκρίνοντας το με αυτό των προηγούμενων δεκαετιών. Λαϊκά τραγούδια όμως θα συνεχίζουν να γράφονται όσον αφορά τον ήχο που τα χαρακτηρίζει. Αυτό που έχει αλλάξει είναι οι κοινωνικές συνθήκες που το γέννησαν και σαν προέκταση η θεματολογία όσον αφορά τους στίχους. Ως ένα είδος ανανέωσης μπορώ να θεωρήσω τα κομμάτια του Νίκου Παπάζογλου. Στα ονόματα των δημιουργούν που ανάφερες ξεχωριστής σημασίας είναι και αυτό του Βαγγέλη Κορακάκη.

Νατάσσα Μποφίλιου. Το αύριο, μάλλον το σήμερα, του ελληνικού τραγουδιού. Προσωπικά τη θεωρώ την κορυφαία σήμερα ερμηνεύτρια, επιπέδου(όχι ομοιότητας) μιας Αλεξίου, αν και της λείπουν τα λαϊκά γυρίσματα στη φωνή, στα όσα την έχω ακούσει μέχρι σήμερα. Νομίζω πως πλέον έκανε το μεγάλο άλμα κι όσον αφορά την αναγνωρισιμότητά της και τη δημοφιλία της, άρχισαν όμως – ακριβώς γι’ αυτόν το λόγο - κι οι πρώτες αντιπάθειες! Θυμάμαι ένα σχόλιο στο μπλογκ «Άσματα και Μιάσματα» του Αντώνη Μποσκοΐτη : «Μην ασχολείσαι με το ξανθό κενό»! Εσύ είσαι ενθουσιώδης με την Μποφίλιου;
Θ.Σ.
: Πιστεύω πως έχει ταλέντο και χάρισμα και αν κάποιες φορές, στο ξεκίνημά της, μου έδειχνε λίγο «υπερβολική» στην ερμηνεία, τώρα νομίζω πως έχει βρει τις ισορροπίες της. Με το ‘’καλημέρα’’ έδειξε πολύ καλά δείγματα. Οι επιλογές της στο τι θα ερμηνεύσει και τι στάση θα κρατήσει, θα καθορίσουν την παραπέρα πορεία της.

Η Ελεονώρα  Ζουγανέλη – μια φωνή με εξαιρετικές δυνατότητες και πανέμορφο ζεστό ηχόχρωμα – μήπως οδηγείται δισκογραφικά στους περπατημένους ήδη ποπ εμπορικούς δρόμους; Η Στέλλα Βλαχογιάννη, που ήταν από τους πρώτους που την παρουσίασαν εξώφυλλο στο «ΔΙΦΩΝΟ», πρόσφατα τη χαρακτήρισε στο «ΜΕΤΡΟΝΟΜΟ» «ως το τελευταίο εργοστασιακό κατασκεύασμα»! Εσύ τι γνώμη έχεις;  
Θ.Σ.: Οι δισκογραφικές εταιρείες κάνουν τη δουλειά τους. Το θέμα είναι ο καλλιτέχνης κατά πόσο ξέρει ή αισθάνεται προς τα πού θέλει να πάει. Όπως είπαμε και πιο πάνω αν λείπει η ιδεολογία και το όραμα οδηγείσαι σε δρόμους όπου εύκολα γίνεσαι ανακυκλώσιμος.

Διακρίνεις άλλες γυναικείες, αλλά κι αντρικές, φωνές, καθώς και δημιουργούς, που έχουν να μας πουν σημαντικά κι αξίζει να μας τους προτείνεις, έστω ονομαστικά;
Θ.Σ.: Θα μου επιτρέψεις να μην αναφέρω ονόματα … Υπάρχουν και φωνές και δημιουργοί που αξίζουν.

«Όνειρα είμαστε που απέτυχαν», γράφει σ’ ένα της στίχο η Στέλλα Βλαχογιάννη. Βλέπω ότι η ελπίδα που γεννήθηκε στην Ελλάδα με την μεταπολίτευση και, κυρίως, με την αλλαγή του ’81, μεταλλάχτηκε στη σημερινή μίζερη νεοελληνική πραγματικότητα. Απ’ έξω λάμπουμε – ή λάμπαμε μέχρι πρόσφατα - κι από μέσα σήψη. Ο Παναγούλης, ψυχοσωματικά σακατεμένος, μέσα στη φυλακή της χούντας, έγραφε, με το αίμα του, τα πιο αισιόδοξα ποιήματα! Εμείς στην ασφάλεια, έστω του κοινοβουλευτισμού, δηλώνουμε ότι αποτύχαμε! Πως τα καταφέραμε έτσι;
Θ.Σ.: Τη δεκαετία του ΄80 θα την χαρακτήριζα αμαρτωλή. Παγιώθηκε το σημερινό πολιτικό, ιδεολογικό και κοινωνικό σύστημα της Ελλάδας και μπήκαν τα θεμέλια του σημερινού χρέους που οδήγησαν την χώρα στο σημερινό χάλι, σε συνδυασμό με την σκληρή ταξική πολιτική των κυβερνώντων. Είναι μεγάλη κουβέντα αυτή … Το «πώς τα καταφέραμε έτσι» δεν με βρίσκει σύμφωνο γιατί δεν είμαστε όλοι συμμέτοχοι σ’ αυτό. Αυτό που μπορώ να διακρίνω στο στίχο  της κ. Βλαχογιάννη είναι ότι υπονοεί τη γενιά της,  την γενιά του Πολυτεχνείου. Μια γενιά που εκμεταλλεύτηκε το γεγονός, το ξεπούλησε και συμβιβάστηκε.

Ας κλείσουμε την κουβέντα μας ποιητικά. Εκδίδεις ποίηση από τις εκδόσεις του «ΜΕΤΡΟΝΟΜΟΥ». Σε ποιους απευθύνεται σήμερα ένα ποιητικό βιβλίο; Ο Μίλτος Σαχτούρης, έλεγε ότι 3000 είναι αυτοί που ενδιαφέρονται πραγματικά για την ποίηση. Κι όμως, κοκορευόμαστε, ως έθνος και κράτος, για τον πολιτισμό μας. Μάλιστα τα δυο «Νόμπελ» (Σεφέρης - Ελύτης), αλλά – για να μην τα ξεχνάμε - και τα δυο «Λένιν» (Βάρναλης - Ρίτσος) τα πήραν ποιητές! Από την άλλη όμως, στον Μίλτο Σαχτούρη, το ελληνικό κράτος, έδωσε τιμητική σύνταξη 600 ευρώ το μήνα! Ενώ στον προπονητή Ότο Ρεχάγκελ - μετά την κατάκτηση του πανευρωπαϊκού ποδοσφαιρικού πρωταθλήματος από την εθνική ομάδα μας το 2004 – του δόθηκε το ποσό των 800.000 (!) ευρώ για την ανανέωση του συμβολαίου του για έναν μόνο χρόνο! Τελικά, είμαστε η Ελλάδα της ποίησης ή της μπάλας;
Θ.Σ.: H Ελλάδα της μπάλας είμαστε αν και την … έχουμε χάσει. Την αξία του πολιτισμού η πολιτεία τη θυμάται  μόνο στις συζητήσεις και στα προεκλογικά προγράμματα. Μόνο για εκδηλώσεις βιτρίνας και εντυπωσιασμού είμαστε και από πίσω τίποτα. Όσο μικρό και αν είναι το κοινό που απευθύνεται σήμερα η ποίηση δε  σημαίνει ότι δεν θα πρέπει να εκδίδονται ποιητικά βιβλία. Δεν μπορούμε να τα μεταφράζουμε όλα σε αριθμούς και πωλήσεις.
 
Επισκεφτείτε το blog του Θανάση Συλιβού «ΜΕΤΡΟΝΟΜΟΣ»
 
Μετρονόμος | Περιοδικό & εκδόσεις

 

 

Οι απόψεις και οι σκέψεις των συνεργατών του Ορφέα δεν ταυτίζονται απαραίτητα με τη γνώμη του περιοδικού.
Απαγορεύεται αυστηρά η χρήση και η αναδημοσίευση του συνόλου ή μέρους των άρθρων του Ορφέα, χωρίς προηγούμενη άδεια των υπευθύνων του περιοδικού και του συντάκτη και χωρίς ταυτόχρονη αναφορά της επωνυμίας του περιοδικού, του ονοματεπωνύμου του συντάκτη και του ακριβούς συνδέσμου του άρθρου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΥ ΣΕ ΑΛΛΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΧΟΛΙΑ

RSS

ΤΑ ΠΙΟ ΔΙΑΒΑΣΜΕΝΑ (90d)

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

ΕΙΠΑΝ - ΕΓΡΑΨΑΝ

Είμαστε κάτι ξεχαρβαλωμένες κιθάρες.
Κώστας Καρυωτάκης

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ / ΑΥΡΙΟ

23/10/1925 Γεννήθηκε στην Ξάνθη ο συνθέτης Μάνος Χατζιδάκις
24/10/2010 Έφυγε από τη ζωή ανήμερα των γενεθλίων της η τραγουδίστρια του Νέου Κύματος Καίτη Χωματά