151 αναγνώστες online
Find us on FacebookJoin us on Facebook
sideBar



Σαββέρια Μαργιολά - «Αλισάχνη»

ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ «Τι έχω να χάσω»

Τάσος Π. Καραντής
Τάσος Π. Καραντής
Πρώτη Παρουσίαση
ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ - «Τι έχω να χάσω»
12.12.2017
Ορφέας | Main Feed

Ιστολόγια με νότες

Τάσος Π. Καραντής

Το ιντερνέτ είναι, πλέον, το κυρίαρχο μέσο στη ζωή μας. Και κυρίαρχα μέσα στο διαδίκτυο είναι τα ιστολόγια (blogs), όπου αποτελούν την πιο απόλυτα ελεύθερη μορφή έκφρασης και γνώμης, σε συνάρτηση, βεβαίως με την υπευθυνότητα, τη σοβαρότητα και το πολιτικό ήθος κι ανεξαρτησία του δημιουργού τους.  Ανάμεσά τους υπάρχουν και τα «ιστολόγια με νότες», που αφορούν τον τομέα της μουσικής και του ελληνικού τραγουδιού, που υπηρετεί, εξάλλου κι ο «ΟΡΦΕΑΣ», ως ένα μη κερδοσκοπικό μουσικό περιοδικό.

Σκεφτήκαμε, λοιπόν, να ανοίξουμε την ενότητα «Ιστολόγια με νότες», όπου θα συστήνουμε στους αναγνώστες μας τα – υπεύθυνα και σοβαρά, κατά την κρίση μας – μουσικά blogs. Η μορφή της γνωριμίας αυτής θα είναι μέσω μιας συνέντευξης, με - κοινό κατά 80%-90% - ερωτηματολόγιο προς τον δημιουργό του κάθε μπλογκ. Σκοπός μας δεν είναι μόνο μια τυπική παρουσίαση του κάθε μπλογκ, αλλά, κυρίως, οι απόψεις του δημιουργού του κι ιδιοκτήτη του για διάφορα θέματα του τραγουδιού μας, ευελπιστώντας να ανοίξει ένας ευρύτερος, σοβαρός, με επιχειρήματα, διάλογος, μέσω αρθρογραφίας. Αυτή τη φορά παρουσιάζουμε το «Άρωμα Βινυλίου» του Τάσου Κριτσιώλη, τον οποίον ευχαριστώ θερμά για την ανταπόκρισή του.

Το ελληνικό τραγούδι πότε μπήκε, κυρίαρχα, στη ζωή σου, ώστε να είσαι πλέον σήμερα μουσικογράφος στο www.musiccorner.gr και να διατηρείς και το μουσικό μπλογκ «Άρωμα βινυλίου»( www.vinylmaniac.madblog.gr);
Τάσος Κριτσιώλης: Πριν απαντήσω, να προσθέσω ότι εργάζομαι και στη σελίδα mygreek.fm. Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, με τη μουσική ασχολούμαι. Δυστυχώς μόνον ως ακροατής, αφού παρά το γεγονός ότι στο σπίτι υπήρχανε και υπάρχουν ακόμα μια κιθάρα κι ένα μπουζούκι -μεράκια του πατέρα μου-, δεν επεδίωξα να μάθω ποτέ κάποιο από αυτά. Ο πατέρας μου επέμενε να μου μάθει τα βασικά, αλλά εγώ δεν ήθελα επειδή βαριόμουνα. Τώρα το μετανιώνω, αλλά τέλος πάντων…
Από μωρό παιδί, με θυμάμαι να βάζω 45άρια δισκάκια και δίσκους 33 στροφών σ’ ένα πικάπ-βαλιτσάκι που είχαμε στο σπίτι. Το «Υπάρχω» (υπάρχει ακόμη ο δίσκος σε σχετικά καλή κατάσταση για την ταλαιπωρία που τράβηξε…), 45άρια κυρίως του Μανώλη Μητσιά, παιδικούς δίσκους με παραμύθια κ.τ.λ. Η αλήθεια είναι ότι οι γονείς μου δεν αγοράζανε πολλούς δίσκους, αλλά συγκεκριμένα πράγματα. Καμαρώνω λ.χ. για τη «Μικρά Ασία» και τον «Βυζαντινό εσπερινό» που τα πήρανε σχεδόν μόλις βγήκανε και τα έχω σήμερα στις πρώτες εκδόσεις τους.
Αργότερα, άρχισα να ζητώ να μου αγοράζουνε δίσκους που μου αρέσανε και από το γυμνάσιο και πέρα άρχισα σιγά-σιγά ν’ αγοράζω εγώ ο ίδιος με το χαρτζιλίκι που μου δίνανε. Για κάμποσα χρόνια αγόραζα CD, καθώς το στερεοφωνικό ήτανε στο σαλόνι κι έτσι δε μπορούσα να το χρησιμοποιώ όποτε ήθελα. Απαίτησα όμως να το πάρω στο δωμάτιό μου κι από εκεί και πέρα, τα πράγματα πήρανε το δρόμο τους. Τα τελευταία επτά-οκτώ χρόνια, το μεγαλύτερο κομμάτι των εσόδων μου πηγαίνει στα βινύλια.

Άρωμα βινυλίου», το μπλογκ σου. Πως προέκυψε η τόση μεγάλη σου αγάπη για το βινύλιο; Σε τι υπερτερεί μέσα σου, σε σχέση με το cd;
Τ.Κ.
: Για μένα, βινύλιο σημαίνει μουσική. Όλα τα υπόλοιπα, με αφήνουν αδιάφορο. Πέραν των συναισθηματικών λόγων, δε συγκρίνεται με τίποτε η μαγεία της ιεροτελεστίας (έτσι τη βλέπω εγώ) του να βάλεις ένα δίσκο στο πικάπ. Από το πώς θα τον βγάλεις από τη θήκη, πώς θα τον σκουπίσεις και πάνω απ’ όλα, η στιγμή που θα πέσει πάνω του η βελόνα και θ’ ακούσεις τα χαρακτηριστικά «τσακ-τσακ».
Η γνώμη μου είναι ότι από τη στιγμή που κυριάρχησε ο ψηφιακός ήχος, η μουσική τελείωσε. Ο καθένας μπορεί να κατεβάσει ή ν’ αντιγράψει ένα ψηφιακό δίσκο όποια στιγμή θέλει. Με το βινύλιο δε συνέβαινε αυτό μέχρι πριν λίγα χρόνια. Ο δίσκος δε μπορούσε ν’ αντιγραφεί παρά μόνο σε κασέτα, κάτι που σημαίνει ότι η ποιότητα ήχου θα ήτανε χειρότερη. Επομένως, έπρεπε ν’ αγοράσεις το δίσκο βινυλίου που στο κάτω-κάτω ήτανε κι ένα είδος συλλογής. Βεβαίως, τώρα υπάρχουνε τα ειδικά πικάπ που μετατρέπουνε
το βινύλιο σε mp3 (έχω και τέτοιο για τη δουλειά μου), αλλά πιστεύω ότι θα μπορούσε να συνεχίσει να κυριαρχεί τουλάχιστον για μια δεκαετία επιπλέον.

Θυμάμαι, είχε πει, κάποτε, ο Νταλάρας, ότι ο καλύτερος ήχος είναι του βινυλίου. Ενώ, «ήξερα» ότι είναι του cd . Ποια είναι γνώμη σου;
Τ.Κ.: Έχει απόλυτο δίκιο ο Νταλάρας. Ο αναλογικός ήχος δε συγκρίνεται με τον ψηφιακό και νομίζω ότι η προτίμησή μου είναι σαφής.

Ποιος είναι ο στόχος του «Αρώματος βινυλίου» ; Να παρουσιάσεις, με πληροφορίες, τα αγαπημένα σου βινύλια ή να παρουσιαστεί (με πληροφορίες), σιγά-σιγά, όλη η ελληνική δισκογραφία σε βινύλιο;
Τ.Κ.
: Το δεύτερο το θεωρώ εξαιρετικά δύσκολο έως αδύνατο. Μιλάμε για εκατοντάδες χιλιάδων τίτλους και είναι εξωπραγματικό για τον οποιονδήποτε να καταφέρει να συγκεντρώσει σε βινύλιο όλη την ελληνική δισκογραφία. Ο σκοπός της σελίδας μου είναι να παρουσιάσει ορισμένα από τα «διαμάντια» της μουσικής μας που κυκλοφορήσανε σε βινύλιο, με βάση πληροφορίες που άκουσα, διάβασα ή μου μεταφερθήκανε. Πέραν των αγαπημένων μου δίσκων που έχουνε παρουσιαστεί στο μεγαλύτερο μέρος τους, υπάρχουνε και κομμάτια που ανακαλύπτω στην πορεία και θεωρώ ότι αξίζει τον κόπο να τα κάνω γνωστά στο ευρύ κοινό.

Αλήθεια – αν θέλεις – μπορείς να μου πεις από πόσα βινύλια αποτελείται η δισκοθήκη σου; Γιατί, κι εγώ, που νομίζω πως έχω μια επαρκή δισκοθήκη, έχω εκπλαγεί με τον αριθμό και την τακτικότητα των παρουσιάσεών σου!
Τ.Κ.
: Οι δίσκοι 33 στροφών έχουνε ξεπεράσει τους 1.200, ενώ έχω και περίπου 130 δισκάκια 45 στροφών, κάποια από αυτά με ανέκδοτα σε άλλες μορφές ήχου τραγούδια μεγάλων ερμηνευτών. Όλα και μόνον ελληνικά.

Τώρα, συνεχίζεις, να την εμπλουτίζεις με cd, ή κατεβάζεις mp3 από το ιντερνέτ;
Τ.Κ.: Αναγκαστικά αγοράζω CD, μια και πλέον οι δουλειές που μ’ ενδιαφέρουνε δεν κυκλοφορούνε σε βινύλιο. Όταν όμως συμβαίνει αυτό (λ.χ. με τον περσινό δίσκο της Αλεξίου ή το «Γρήγορα η ώρα πέρασε» της Αρβανιτάκη) εννοείται ότι το αγοράζω σε βινύλιο. Δεν έχω κατεβάσει ποτέ τραγούδια από το διαδίκτυο.

Θα ήθελα τη γνώμη σου για το διαδίκτυο όσον αφορά το τραγούδι. Από τη μια αποτέλεσε κυριολεκτικά ένα νέο χώρο όπου όλα, πλέον, τα μουσικά δημοσιογραφικά μέσα βαίνουν προς τα εκεί, από την άλλη, είναι ένας από τους βασικούς λόγους της κατάρρευσης της δισκογραφίας, μέσα από τα παράνομα κατεβάσματα των τραγουδιών. Πως το βλέπεις εσύ;
Τ.Κ.: Σίγουρα η εξέλιξη της τεχνολογίας είναι μεγάλη και τρέχει με ταχύτητα φωτός. Το διαδίκτυο έκανε τη ζωή μας ευκολότερη, αλλά όσον αφορά τη μουσική προξένησε μεγάλη και κατά τη γνώμη μου ανεπανόρθωτη ζημιά. Όλα τα τραγούδια διαρρέουν στο διαδίκτυο με απίστευτη ταχύτητα, ο καθένας μπορεί να τα κατεβάσει όποια στιγμή θέλει κι έτσι ο δίσκος μένει απούλητος στα ράφια των δισκοπωλείων. Με λύπη μου προβλέπω ότι οσονούπω θα κλείσουνε κι αυτά και θ’ αγοράζουμε μουσική μόνο μέσω διαδικτύου. Εγώ όμως που έμαθα σχεδόν 30 χρόνια να πηγαίνω στο δισκάδικο για ν’ αγοράσω αυτό που μ’ αρέσει, αρνούμαι να συμβιβαστώ με τις τεχνολογικές εξελίξεις κι εξακολουθώ να πιστεύω ότι το βινύλιο δε θα πεθάνει ποτέ. Κι ας μπαίνουμε τώρα στη δεύτερη γενιά παιδιών που δεν ξέρουνε τι σημαίνει πικάπ και βελόνα.

Για να μπούμε και λίγο στα χωράφια του ελληνικού τραγουδιού, πολλά σύνορα και συρματοπλέγματα βλέπω. Διαχωρισμοί κι αναθέματα που μετατρέπουν το τραγούδι σε γήπεδο. Γιατί τόσος φανατισμός, για κάτι που δεν είναι ούτε κόμμα, ούτε θρησκεία, αλλά τέχνη; Εσένα, προσωπικά, ως ακροατή, ποια είναι τα αγαπημένα σου καθημερινά ακούσματα και καλλιτέχνες, από το παρελθόν και σημερινοί;
Τ.Κ.: Όπως αρνούμαι να συμβιβαστώ με τις εξελίξεις στην τεχνολογία (αν και τις χρησιμοποιώ για πρακτικούς λόγους αφού δε γίνεται αλλιώς), έτσι αρνούμαι να συμβιβαστώ με την κατάντια του τραγουδιού τα τελευταία 10-15 χρόνια. Δε θέλω να πιστέψω ότι η Ελλάδα που έβγαλε κολοσσούς συνθέτες, στιχουργούς κι ερμηνευτές έχει καταντήσει να κυριαρχείται μουσικά από άφωνους-ες, ατάλαντους-ες και παιδάκια με ξυρισμένα πόδια. Γι’ αυτό λοιπόν, καθημερινά τα ηχεία του πικάπ μου βγάζουν υπέροχους ήχους από το ένδοξο παρελθόν του ελληνικού τραγουδιού.

Και υπάρχει και μια άλλη διάσταση, στο προσωπικό μας γούστο και στις μουσικές συμπάθειες κι  αντιπάθειες μας. Επηρεάζει τη γραφή ενός μουσικογράφου, όσον αφορά την αντικειμενικότητά του, και το γεγονός ότι απευθύνεται σ’ ένα ποικίλο κοινό αναγνωστών-ακροατών και θα πρέπει να είναι όσο το δυνατόν ουδέτερος; Έχεις πιάσει δηλαδή τον εαυτό σου με τα είδη και τους καλλιτέχνες που “συμπαθείς” μουσικά, να είσαι επιεικής και μ’ αυτά κι αυτούς, που “αντιπαθείς” μουσικά αυστηρός;
Τ.Κ.: Το αντίθετο. Ακριβώς επειδή αγαπώ έναν καλλιτέχνη, είμαι ο πρώτος που θα τον στήσει στα έντεκα βήματα για κάποιες επιλογές του που θεωρώ λανθασμένες. Δε χαρίζομαι σε κανέναν, ούτε χαϊδεύω τα αυτιά του οποιουδήποτε. Τα κανακέματα δεν είναι του χαρακτήρα μου. Όσους αντιπαθώ, απλώς δεν ασχολούμαι μαζί τους.
 
Οι δηλώσεις ή το πώς συμπεριφέρεται ένας καλλιτέχνης σε επηρεάζει κι ως προς την πρόσληψη του έργου του; ‘Η διαχωρίζεις τον άνθρωπο από τον καλλιτέχνη; Να δώσω δυο, διαφορετικά, παραδείγματα, ο Σαλβαντόρ Νταλί ήταν φιλοφρανκικός, σε εμποδίζει αυτή του η πολιτική τοποθέτηση από το να σε μαγέψει ένας ονειρικός πίνακάς του; Ή, ο Άκης Πάνου, δολοφόνησε άνθρωπο, αφαίρεσε ανθρώπινη ζωή, σε ενοχλεί αυτό στο να απολαύσεις ένα σπουδαίο τραγούδι του;
Τ.Κ.: Κανένας δεν είναι άγιος, ούτε φορά φωτοστέφανο. Όλοι είναι άνθρωποι με αδυναμίες κι ελαττώματα. Κι επειδή επικαλείστε τον Άκη Πάνου, θα μιλήσω μ’ ένα στίχο του από το τραγούδι «Αμαρτωλός είμαι κι εγώ» από τον «Σεισμό» με τον Μιχάλη Μενιδιάτη: «Δεν είμαι αναμάρτητος για να δικάζω λάθη, αμαρτωλός είμαι κι εγώ με τα δικά μου πάθη». Μπορεί να διαφωνώ και να κατακρίνω συμπεριφορές και πράξεις, όμως το ταλέντο και η καλλιτεχνική προσφορά του οποιουδήποτε είναι κάτι ξεχωριστό. Σίγουρα θα ήταν ιδανικό να υπήρχε συνδυασμός χαρακτήρα και ταλέντου, όμως αυτό είναι πολύ σπάνιο φαινόμενο.
 
Είναι κι ένα τοπίο με κυρίαρχους μύθους το ελληνικό τραγούδι, συνθετών (Θεοδωράκης - Χατζιδάκις) και τραγουδιστών(Καζαντζίδης - Μπιθικώτσης). Κάνοντας όμως μια έρευνα, για το TOP – 10 των δίσκων με τις υψηλότερες πωλήσεις της ελληνικής δισκογραφίας, διαπίστωσα – αν εξαιρέσω το εθνικής εμβέλειας «ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ» - ότι κι οι 4 απουσίαζαν! Πρώτος είναι ο Πλέσσας με το «Δρόμο». Κι όμως σε κάθε συνέντευξη που θα διαβάσω, όλων, μα όλων, αγαπημένοι είναι ο Θεοδωράκης κι ο Χατζιδάκις, με τα τραγούδια τους λένε πως μεγάλωσαν! Είναι σπουδαίοι, ναι, αλλά κανείς δεν μεγάλωσε, για παράδειγμα, και με τα – εξίσου δημοφιλή κι αγαπητά – τραγούδια του Πλέσσα, του Χατζηνάσιου και του Σπανού; Γιατί δεν το λέμε; Μήπως άλλους λέμε ως σπουδαίους, για να είμαστε, δημόσια, πολιτικά ορθοί, κι άλλα αγοράζουμε κι ακούμε ιδιωτικά; Γιατί, κάτι τέτοιο δείχνουν οι αριθμοί του TOP-10! Εσύ πιστεύεις στους 4 αυτούς μύθους ή έχεις τη δική σου μυθολογία;
Τ.Κ.: Εγώ δε μετράω τον τραγουδιστή ή τον συνθέτη με βάση τις πωλήσεις που έχει κάνει, αλλά με βάση του τι προκαλεί στ’ αυτιά μου. Αν μου αρέσει κάτι, δε με νοιάζει αν θα είμαι ο μόνος που θα το αγοράσει. Για παράδειγμα, ο Χατζιδάκις δεν είναι από τους αγαπημένους μου. Έχω επτά-οκτώ δίσκους του, αλλά σχεδόν όλοι έχουνε να κάνουνε με τις πιο λαϊκές δημιουργίες του (λ.χ. «Επιστροφή», «Της γης το χρυσάφι» κ.τ.λ.). Πιθανότατα έχει να κάνει και με το γεγονός ότι δεν είμαι φαν της ορχηστρικής μουσικής κι ένα μεγάλο μέρος της δισκογραφίας του εν λόγω δημιουργού έχει να κάνει μ’ αυτή. Φυσικά, τούτο δε σημαίνει ότι δεν υποκλίνομαι μπρος στο έργο του κι ότι δε τον θεωρώ ένα σημαντικότατο πρόσωπο του ελληνικού πολιτισμού. Από την άλλη, δεν παρασύρομαι από το ρεύμα και με ότι πουλάει.
Από εκεί και πέρα, ο Θεοδωράκης και ο Χατζιδάκις είναι το σημείο αναφοράς για το ελληνικό τραγούδι των τελευταίων 50-55 ετών. Αυτοί ανοίξανε καινούργιους δρόμους και ήλθαν οι μεταγενέστεροι να βαδίσουνε στα χνάρια τους, φτιάχνοντας όμως το δικό τους ύφος και χαρίζοντάς μας σπουδαία πράγματα.
 

Νταλάρας, Πάριος, Αλεξίου. Οι τρεις (ακριβώς με τη σειρά που τους παραθέτω και με τη σειρά που – νομίζω, όχι τυχαία - τους παράθεσε  ο Τζίμης Πανούσης στο ομώνυμο σατιρικό τραγούδι του το 1985) πιο εμπορικοί τραγουδιστές στην ιστορία του ελληνικού τραγουδιού (με βάση τις πωλήσεις των χρυσών και πλατινένιων δίσκων τους). Κι όχι μόνο αυτό βέβαια, αλλά και σπουδαίες φωνές, με ρεπερτόριο με μεγάλα τραγούδια, που κυριάρχησαν τις τελευταίες 4 δεκαετίες και τις χαρακτήρισαν. Αγαπήθηκαν πολύ κι από την συντριπτική πλειοψηφία, αλλά κι αμφισβητήθηκαν έντονα τα τελευταία χρόνια. Είναι θύματα πατροκτονίας – μια κι όλοι αμφισβητούμε τους πατεράδες μας κι οι νέοι τους μεγαλύτερους – ή της μεγάλης δημοφιλίας και της εμπορικότητάς τους; Θα ήθελα μια συνολική τοποθέτησή σου για τα 3 αυτά ιστορικά ονόματα.
Τ.Κ.: Στην Ελλάδα λέμε ότι πετροβολάμε το δέντρο που βγάζει καρπούς κι όχι το κούφιο. Ακριβώς το ίδιο συμβαίνει και με τα τρία ονόματα που αναφέρετε. Ειδικά για τον Νταλάρα έχουν ακουστεί και γραφτεί τα μύρια όσα εδώ και 40 και πλέον χρόνια, πολλά από τα οποία έχουνε κάποια βάση. Έχω κι εγώ να του καταλογίσω πολλά, αλλά δε μπορώ να μη του βγάλω το καπέλο για όσα έχει προσφέρει. Καλλιτέχνης με όλη τη σημασία της λέξης. Δεν εξετάζω τι και πόσα λεφτά έβγαλε ή βγάζει κι από πού τα παίρνει. Για να μιλήσω και λιγάκι λαϊκά, μαγκιά του. Εδώ κερδίζουνε χρήματα κάποιοι απίστευτοι τύποι που παριστάνουνε τους τραγουδιστές, τους ηθοποιούς, τους δημοσιογράφους κ.τ.λ., στον Νταλάρα κολλάμε; Είχε (γιατί δεν έχει πια) μιαν εκπληκτική φωνή, είχε την τύχη στα πρώτα του βήματα να τον οδηγήσουνε στο σωστό δρόμο σπουδαίοι δημιουργοί, άνοιξε λεωφόρους στο σύγχρονο ελληνικό τραγούδι τολμώντας να πειραματιστεί σε πολλά είδη, δεν εφησύχασε ποτέ και δικαίως βρίσκεται εκεί που βρίσκεται. Ασχέτως αν έχει κάνει πολλά λάθη και ειδικά τα τελευταία χρόνια, με τις συνεχείς επανεκδόσεις των παλαιών δίσκων του με ακυκλοφόρητα τραγούδια κ.τ.λ.
Και πάμε τώρα στον Πάριο. Εδώ χτυπάτε ευαίσθητη χορδή, γιατί τον λατρεύω και λυπάμαι αφάνταστα για τις κατά συρροή ατυχείς (για να το πω κομψά) επιλογές του τα τελευταία δέκα-δεκαπέντε χρόνια τόσο δισκογραφικά, όσο και στις ζωντανές εμφανίσεις του. Είναι ένας τραγουδιστής που ο Θεός τον προίκισε με μιαν απίστευτη φωνή, την οποίαν όμως ουδέποτε μπόρεσε  - ή δεν θέλησε - να εκμεταλλευθεί όπως της άξιζε.
Δε λέω, ωραία τα ερωτικά τραγούδια που είπε και θα τα ακούνε και τα παιδιά των παιδιών μας, όμως κάπου βολεύτηκε κι έμεινε στάσιμος. Δεν τόλμησε - ή δε τον άφησε η εταιρεία - να κάνει ανοίγματα και σε άλλα είδη. Τραγούδησε τα νησιώτικα και σείστηκε το σύμπαν. Γιατί θα έπρεπε να μείνει για 40 και πλέον χρόνια στα ίδια και στα ίδια; Γιατί δε συνεργάστηκε με συνθέτες όπως ο Μικρούτσικος ή ο Κραουνάκης που θα μπορούσανε να γράψουνε φοβερά πράγματα πάνω στη φωνή του; Γιατί δεν έγινε ποτέ ο δίσκος με τον Μίκη Θεοδωράκη και τον Λευτέρη Παπαδόπουλο που ετοιμαζότανε το 1985; Γιατί δεν πλησίασε ποτέ τον Μάνο Χατζιδάκι για να κάνουνε κάτι μαζί, ενώ κατά δήλωσή του ο ίδιος ο δημιουργός το ήθελε πολύ;
Επαναπαύτηκε στις δάφνες του, έκανε μια-δυο «υπερβάσεις» με τον Ξαρχάκο και τον Σπανουδάκη και τέλος. Τα δε τελευταία χρόνια που επιμένει να γράφει και να τραγουδά ο ίδιος τα τραγούδια του, έχει αγανακτήσει πολύ κόσμο. Σίγουρα στο παρελθόν έγραψε πολύ σπουδαία πράγματα, αλλά δεν αντιλαμβάνεται ότι επαναλαμβάνεται και κουράζει; Αφήστε που πλέον στερείται κι έμπνευσης…
Όσο για τις ζωντανές εμφανίσεις του, εκεί κι αν ξενίζουν οι επιλογές του. Συνυπάρχει επί πίστας με ονόματα κατά πλειοψηφία κατώτερά του σε όλους τους τομείς, μόνο και μόνο για να θεωρεί εαυτόν ενεργό. Με όλα αυτά έχει καταστρέψει την υπέροχη και βελούδινη φωνή που είχε κι έχει καταντήσει πλέον μια καρικατούρα του εαυτού του, προσπαθώντας ν’ αποδείξει τι; Ότι έχει φωνή; Ότι αντέχει; Ειλικρινά, λυπάμαι για τον Πάριο των τελευταίων 10-15 χρόνων κι ελάχιστα πράγματα θα έχουμε να θυμόμαστε από αυτό το διάστημα από κείνον…
Η Αλεξίου έκανε μια πολύ μεγάλη καριέρα, με κατά βάση σωστές επιλογές και συνεργασίες και σίγουρα είναι η μεγαλύτερη γυναικεία φωνή των τελευταίων 40 ετών. Έχω την εντύπωση όμως ότι από τότε που καλλιτεχνικά πήρε τα πράγματα στα χέρια της, ξέφυγε λιγάκι από το καθαρά μουσικό κομμάτι και κοίταξε περισσότερο το εμπορικό-επιχειρηματικό. Πώς να εξηγήσω διαφορετικά λ.χ. τις απανωτές επανεκδόσεις με διαφορετικές συσκευασίες του άλμπουμ «Ως την άκρη του ουρανού σου» πριν κάμποσα χρόνια;
Φωνητικά βρίσκεται πλέον σε πολύ κακή κατάσταση και η γνώμη μου είναι ότι θα έπρεπε να έχει αποσυρθεί εδώ και τρία-τέσσερα χρόνια, όπως και ο Πάριος. Είναι κρίμα καλλιτέχνες τέτοιου βεληνεκούς να φθείρονται χρόνο με το χρόνο και να ξεθωριάζουν οι ίδιοι το μύθο και το λαμπρό παρελθόν τους.
 
Η “άλλη πλευρά του τραγουδιού” : Βίσση, Βανδή, Θεοδωρίδου, Ρουβάς, Χατζηγιάννης, Μαζωνάκης, Ρέμος, Πλούταρχος, Βέρτης κ.ά. Εξίσου εμπορικά και δημοφιλή ονόματα, μερικά από αυτά μέσα στο TOP -10 των μεγαλύτερων πωλήσεων της ελληνικής δισκογραφίας. Η δική σου ματιά κι οπτική βρίσκει κάτι το θετικό καλλιτεχνικά στους τραγουδιστές της “άλλης πλευράς”; Μήπως χρειάζεται κι η δική τους ελαφρότητα για κάποιες ανάλαφρες στιγμές μας;
Τ.Κ.
: Κάποτε υπήρχε αντιστοίχως ο Γιώργος Κοινούσης, ο οποίος θέλει όλους αυτούς κι άλλους τόσους για κολατσιό. «Ανάλαφρες» στιγμές μας χάρισε και ο Θέμης Ανδρεάδης, ο οποίος είναι ένας σπουδαίος και παρεξηγημένος καλλιτέχνης. Η Βίσση για μένα έχει «πεθάνει» από το 1985 και ακούω μόνο το ρεπερτόριό της από το ξεκίνημά της μέχρι τότε. Η Θεοδωρίδου θεωρώ ότι θα μπορούσε να σταθεί αξιοπρεπώς σε παλαιότερες δεκαετίες που ανθούσε το καλό ελληνικό τραγούδι, όπως και ο Πλούταρχος. Για τους υπόλοιπους, θεωρώ υποβιβασμό του εαυτού μου ν’ αναφερθώ.

Τραγουδοποιοί. Η Στέλλα Βλαχογιάννη έχει μιλήσει, παλιότερα, για τη «λαίλαπα των τραγουδοποιών». Πραγματικά βλέπω αρκετούς, με μια κιθάρα, δυο ακόρντα κι όχι πάντα συμπαθή φωνή, να κάνουν καριέρα τραγουδιστή, με ό,τι αυτό συνεπάγεται, γιατί είναι κάτι το εντελώς διαφορετικό αν ήταν μόνο συνθέτες – δημιουργοί. Αν το τραγούδι παραμένει η τέχνη της φωνής, που θέλει τον συνθέτη του και τον τραγουδιστή του (κάτι θα ήξεραν ο Άκης Πάνου, που έγραφε ο ίδιος τη μουσική και τους στίχους στα τραγούδια του, αλλά τα έδινε στις μεγαλύτερες φωνές ή ο Κουγιουμτζής, που είχε πει : «κι εγώ μπορώ να ερμηνεύσω τα τραγούδια μου, αλλά δεν μπορώ να τα τραγουδήσω!»), μήπως – χωρίς φυσικά να απαγορεύσουμε σε κάποιον να λέει και τα τραγούδια του – θα πρέπει να ξαναβρούμε το μέτρο;
Τ.Κ.: Πιστεύω ότι ελάχιστοι μπορούνε να περηφανεύονται ότι μπορούνε να τα κάνουν όλα καλά. Όχι μόνο στις τέχνες, αλλά σε όλα τα επαγγέλματα. Στην Ελλάδα πόσοι καταφέρανε να γράψουνε μουσική και στίχο και να τραγουδήσουν οι ίδιοι με επιτυχία; Ο Λουκιανός Κηλαηδόνης, ο Διονύσης Σαββόπουλος, ο Γιάννης Μηλιώκας, από ένα σημείο και πέρα ο Δήμος Μούτσης (και όχι πάντα επιτυχημένα) και συγνώμη αν ξεχνώ και άλλους. Μιλώ για καλλιτέχνες που σε όλη την καριέρα τους βασίστηκαν αποκλειστικά στις δικές τους δυνάμεις, χωρίς τη συνδρομή άλλων δημιουργών. Εγώ είμαι υπέρ της εξειδίκευσης σε οποιονδήποτε τομέα. Καλύτερα να ξέρεις μόνον ένα πράγμα, αλλά να το ξέρεις καλά.
 
Ελληνικό ροκ. Υπάρχει; Αγγλόφωνο ή ελληνόφωνο; Ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου, παραμένει ακόμα ο μεγαλύτερος, δημοφιλέστερος κι εμπορικότερος βετεράνος «Έλληνας ροκ σταρ»; Η γνώμη σου για τη Μόνικα; Ποια είναι η αίσθησή σου για την ελληνική ηλεκτρική σκηνή;
Τ.Κ.
: Ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου ήταν, είναι και θα είναι ο μοναδικός Έλληνας ροκ σταρ όλων των εποχών. Μόνον αυτόν ακούω στο συγκεκριμένο είδος. Συγνώμη, αλλά την κυρία που αναφέρετε δεν τη γνωρίζω κι έτσι δε μπορώ να έχω άποψη. Άλλωστε, ο ηλεκτρικός ήχος δεν είναι του γούστου μου.
 
Λαϊκό τραγούδι. Όλοι μιλούν για τον Νικολόπουλο ως τον “τελευταίο των Μοϊκανών”. Υπάρχουν ακόμα - όχι όμως το ίδιο πια πολυγραφότατοι - κι οι  Σούκας, Μουσαφίρης, Πολυκανδριώτης κ.ά. Κι από ερμηνευτές, πέρα από τη θρυλική γενιά του ’70, οι Μακεδόνας, Μπάσης, Ανδρεάτος (κ.ά.), οι οποίοι είναι κι αυτοί πλέον 40 και κάτι. Μετά πάμε σε ονόματα (κι εκεί έχουμε νομίζω αρκετές καλές φωνές – ως λαρύγγια εννοώ) του λαϊκού της πίστας, ας το πω έτσι. Θεωρείς πως υπάρχει ή θα υπάρξει συνέχεια; Ή θα επιβεβαιωθούν όσοι έχουν την άποψη ότι το λαϊκό έχει κλείσει μουσικά ως είδος, δεν ανανεώνεται πια και θα αποτελέσει σύντομα ένα ιστορικό πλέον είδος σαν το δημοτικό και το ρεμπέτικο;
Τ.Κ.
: Πού τους είδατε εσείς τους λαϊκούς δημιουργούς; Ο Νικολόπουλος γράφει σχεδόν κάθε χρόνο, αλλά οι περισσότερες δουλειές του μένουνε στα αζήτητα. Είναι κρίμα που οι συνθέτες που αναφέρατε (κι άλλοι ακόμα) έχουνε σχεδόν παραδώσει τα όπλα, αλλά δε νομίζω ότι φταιν οι ίδιοι. Απλώς, δε βολεύουνε τις εταιρείες (όσο ακόμη υπάρχουν). Υπάρχει ένα όνομα-καρκίνωμα τα τελευταία 15 χρόνια που έχει καταστρέψει το ελληνικό τραγούδι και πέραν αυτού, δεν υπολογίζεται κανένας. Ούτε καν να το αναφέρω θέλω.

Νατάσσα Μποφίλιου. Το αύριο, μάλλον το σήμερα, του ελληνικού τραγουδιού. Προσωπικά τη θεωρώ την κορυφαία σήμερα ερμηνεύτρια, επιπέδου(όχι ομοιότητας) μιας Αλεξίου, αν και της λείπουν τα λαϊκά γυρίσματα στη φωνή, στα όσα την έχω ακούσει μέχρι σήμερα. Νομίζω πως πλέον έκανε το μεγάλο άλμα κι όσον αφορά την αναγνωρισιμότητά της και τη δημοφιλία της, άρχισαν όμως – ακριβώς γι’ αυτόν το λόγο - κι οι πρώτες αντιπάθειες! Θυμάμαι ένα σχόλιο στο μπλογκ «Άσματα και Μιάσματα» του Αντώνη Μποσκοΐτη : «Μην ασχολείσαι με το ξανθό κενό»! Εσύ είσαι ενθουσιώδης με την Μποφίλιου;
Τ.Κ.: Δε μπορώ να πω ότι την έχω ακούσει επισταμένα για να έχω άποψη. Θα προτιμούσα να μην εκφέρω γνώμη, αφού δεν είμαι γνώστης της δουλειάς της και θα κινδυνέψω να υποπέσω σε εσφαλμένες κρίσεις είτε θετικές, είτε αρνητικές.
 
Η Ελεονώρα  Ζουγανέλη – μια φωνή με εξαιρετικές δυνατότητες και πανέμορφο ζεστό ηχόχρωμα – μήπως οδηγείται δισκογραφικά στους περπατημένους ήδη ποπ εμπορικούς δρόμους; Η Στέλλα Βλαχογιάννη, που ήταν από τους πρώτους που την παρουσίασαν εξώφυλλο στο «ΔΙΦΩΝΟ», πρόσφατα τη χαρακτήρισε «ως το τελευταίο εργοστασιακό κατασκεύασμα»! Εσύ τι γνώμη έχεις;
Τ.Κ.
: Αυτή και η Ραλλία Χρηστίδου πιστεύω ότι είναι οι κορυφαίες γυναικείες φωνές της σύγχρονης γενιάς. Αλλά γιατί μόνο ποπ; Δεν υπάρχει κάτι άλλο; Ειδικά η Ραλλία, μπορεί να πει με εκπληκτικό τρόπο λαϊκά τραγούδια. Έλεος πια με το ποπ.
 
Διακρίνεις άλλες γυναικείες, αλλά κι αντρικές, φωνές, καθώς και δημιουργούς, που δείχνουν να έχουν τα προσόντα να αποτελέσουν τη διάδοχη κατάσταση των μεγάλων ονομάτων των προηγούμενων δεκαετιών και κυρίως του ’70 και του ’80;
Τ.Κ.: Θα ξεχωρίσω τον Νίκο Μακρόπουλο, ο οποίος έχει μια γνήσια λαϊκή φωνή βγαλμένη από το ένδοξο παρελθόν του είδους. Τον έχω ακούσει σε τηλεοπτικές εκπομπές να ερμηνεύει παλιά λαϊκά τραγούδια και μ’ έχει ενθουσιάσει. Δείτε όμως τι αθλιότητες και σκουπίδια του δίνουνε να πει. Αν βρεθεί ένας συνθέτης να του γράψει καλά τραγούδια, πιστεύω ακράδαντα ότι θ’ αποτελέσει τη διάδοχη κατάσταση των παλαιότερων.
Για τη Θεοδωρίδου τα είπαμε παραπάνω, πιστεύω πολύ στον Μπάση και στον Κότσιρα (αν και θεωρούνται πλέον «παλιοί»), ενώ οφείλω ν’ αναφέρω ως δημιουργό (αλλά κι ερμηνευτή, γιατί όχι;) τον Βαγγέλη Κορακάκη. Φωνητικά μου θυμίζει τους μάγκες της παλιάς εποχής και ειδικότερα τον Δημήτρη Ευσταθίου, ενώ και τα τραγούδια που γράφει είναι βγαλμένα από άλλες όμορφες εποχές.


Πως βλέπεις το μέλλον του ελληνικού τραγουδιού; Βγαίνουν ακόμα τραγούδια (μελωδίες και στίχοι) και φωνές που σε απογειώνουν; Ή επιστρέφεις στο παρελθόν των ’70ς και των ‘80ς, όταν θες να «φτιαχτείς» μουσικά;
Τ.Κ.: Το μέλλον του ελληνικού τραγουδιού είναι το … παρελθόν του. Ας βγαίνουν όσα σκουπίδια θέλουνε κι όσοι ατάλαντοι και άφωνοι χωρούν. Ο κόσμος πάντα θα επιστρέφει στα παλιά και θα ζητά τα καλά ελληνικά τραγούδια του χθες. Κάποτε, γράφονταν 40-50 καλά τραγούδια κάθε χρόνο, τώρα μετά βίας δύο-τρία κι αυτά σπανίως ακούγονται από τα ραδιόφωνα των playlists και των ραδιο-φονικών παραγωγών-κολλητών των εταιρειών και των δήθεν τραγουδιστών. Φυσικά κι ακούω αποκλειστικά και μόνο τραγούδια από το παρελθόν. Θέλει και ρώτημα; 

Επισκεφτείτε το «Άρωμα βινυλίου» του Τάσου Κριτσιώλη

 

 

Οι απόψεις και οι σκέψεις των συνεργατών του Ορφέα δεν ταυτίζονται απαραίτητα με τη γνώμη του περιοδικού.
Απαγορεύεται αυστηρά η χρήση και η αναδημοσίευση του συνόλου ή μέρους των άρθρων του Ορφέα, χωρίς προηγούμενη άδεια των υπευθύνων του περιοδικού και του συντάκτη και χωρίς ταυτόχρονη αναφορά της επωνυμίας του περιοδικού, του ονοματεπωνύμου του συντάκτη και του ακριβούς συνδέσμου του άρθρου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΥ ΣΕ ΑΛΛΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΧΟΛΙΑ

RSS

ΤΑ ΠΙΟ ΔΙΑΒΑΣΜΕΝΑ (90d)

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

ΕΙΠΑΝ - ΕΓΡΑΨΑΝ

Θα ’ρθει η μέρα που η νέα φτώχεια θα εκδικηθεί πολύ σκληρά τους άθλιους τραπεζίτες. Για τη μέρα αυτή τραγουδώ πάντα.
Μανώλης Μητσιάς

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ / ΑΥΡΙΟ

12/12/1915 Γεννήθηκε ο αμερικανός τραγουδιστής Φρανκ Σινάτρα