94 αναγνώστες online
Find us on FacebookJoin us on Facebook
sideBar



Σαββέρια Μαργιολά - «Αλισάχνη»

ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ «Τι έχω να χάσω»

Τάσος Π. Καραντής
Τάσος Π. Καραντής
Πρώτη Παρουσίαση
ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ - «Τι έχω να χάσω»
23.10.2017
Ορφέας | Main Feed

Ιστολόγια με νότες

Τάσος Π. Καραντής

Το ιντερνέτ είναι, πλέον, το κυρίαρχο μέσο στη ζωή μας. Και κυρίαρχα μέσα στο διαδίκτυο είναι τα ιστολόγια(blogs), όπου αποτελούν την πιο απόλυτα ελεύθερη μορφή έκφρασης και γνώμης, σε συνάρτηση, βεβαίως με την υπευθυνότητα, τη σοβαρότητα και το πολιτικό ήθος κι ανεξαρτησία του δημιουργού τους. Ανάμεσά τους υπάρχουν και τα «ιστολόγια με νότες», που αφορούν τον τομέα της μουσικής και του ελληνικού τραγουδιού, που υπηρετεί, εξάλλου κι ο «ΟΡΦΕΑΣ», ως ένα μη κερδοσκοπικό μουσικό περιοδικό.
Σκεφτήκαμε, λοιπόν, να ανοίξουμε την ενότητα «Ιστολόγια με νότες», όπου θα συστήνουμε στους αναγνώστες μας τα – υπεύθυνα και σοβαρά, κατά την κρίση μας – μουσικά blogs. Η μορφή της γνωριμίας αυτής θα είναι μέσω μιας συνέντευξης, με - κοινό κατά 80%-90% - ερωτηματολόγιο προς τον δημιουργό του κάθε μπλογκ. Σκοπός μας δεν είναι μόνο μια τυπική παρουσίαση του κάθε μπλογκ, αλλά, κυρίως, οι απόψεις του δημιουργού του κι ιδιοκτήτη του για διάφορα θέματα του τραγουδιού μας, ευελπιστώντας να ανοίξει ένας ευρύτερος, σοβαρός, με επιχειρήματα, διάλογος, μέσω αρθρογραφίας. Αυτή τη φορά παρουσιάζουμε το «Τραγουδιστάν» του Στέργιου Παπαστεργίου, τον οποίον ευχαριστώ θερμά για την ανταπόκρισή του.
 
Το ελληνικό τραγούδι πότε μπήκε, κυρίαρχα, στη ζωή σου, ώστε να είσαι πλέον σήμερα μουσικογράφος στο www.mixgrill.gr και να διατηρείς και το μουσικό μπλογκ «Τραγουδιστάν» (tragoudistan.blogspot.com);
Στέργιος Παπαστεργίου: Από μικρός ήμουν από εκείνους τους τύπους που κοιτούν στο πίσω μέρος ενός δίσκου για να δουν ποιος είναι ο συνθέτης, ο στιχουργός, ο ενορχηστρωτής κλπ. Ή από εκείνους που χάνουν τον ύπνο τους ενόψει κάποιας συναυλίας και τρέμουν τα χέρια τους από αδημονία όταν βγάζουν το περιτύλιγμα ενός νέου cd. Δεν θεωρώ τον εαυτό μου μουσικογράφο, παρότι η ενασχόλησή μου με το αντικείμενο αυτό είναι πλέον καθημερινή. Η βασική μου απασχόληση είναι στον τομέα των σπουδών μου, στα οικονομικά. Απλώς, συνεχίζω να συγκινούμαι βαθιά από στιγμές του ελληνικού τραγουδιού και να είμαι μανιώδης ερασιτέχνης ερευνητής κάποιων πτυχών του. Με άλλα λόγια, δεν είμαι κάτι άλλο από έναν προσεκτικό, φανατικό ακροατή, με την εμμονή της γραφής, που πραγματικά έτυχε να του δώσουν βήμα για να κάνει το αγαπημένο του χόμπι (ας το πούμε έτσι) και δημόσια. Και να πώς έγινε περίπου: το 2008 ανακάλυψα τις φοβερές δυνατότητες που δίνουν σε έναν τέτοιο τύπο τα blogs. Με την προτροπή ενός κολλητού φίλου κάναμε ένα ομαδικό blog στο οποίο γράφαμε διάφορα πράγματα. Το 2009 αποφάσισα να κάνω ένα νέο blog που να αφορά σχεδόν αποκλειστικά τη μουσική και το τραγούδι, σίγουρα επηρεασμένος και από τη φοβερή δουλειά που έβλεπα στα blogs «Άσματα και Μιάσματα», «Μουσικά Προάστια» και «Το άρωμα του τραγουδιού». Κάπως έτσι έφτιαξα το «Τραγουδιστάν» που το κρατώ μέχρι σήμερα. Πριν καλά-καλά καταλάβω τι θέλω να κάνω και πώς, μου ήρθε ένα μέιλ από τον Γιώργο Μπαλιώτη για συνεργασία με το Mix Grill, που τότε ήταν ακόμα μουσικό blog. Δέχτηκα, μπήκα στο Mix Grill, το οποίο μετά από λίγο καιρό έγινε site, και έκτοτε είμαι σε αυτήν την παρέα. Το ένα έφερε το άλλο. Δειλά-δειλά τα άρθρα τον πρώτο καιρό και σταδιακά συνεντεύξεις, τριβή με το αντικείμενο κλπ. Ακόμα απορώ πώς με ανακάλυψε τότε ο Μπαλιώτης, τον οποίο και ευγνωμονώ γιατί, πέραν των άλλων, αν έμαθα κάτι σε σχέση με τη γραφή γύρω απ’ το τραγούδι, το έμαθα «στην πλάτη» του Mix Grill που είναι δημιούργημά του.

«Τραγουδιστάν», το μπλογκ σου. Πως προέκυψε ο τίτλος; Η κατάληξη –σταν, προέρχεται από τα τούρκικα; Μια και ξέρω ότι η Ελλάδα, στην τούρκικη γλώσσα, λέγεται Γιουνανιστάν. Ποιος είναι ο στόχος του κι η ουσιαστική του ταυτότητα;
Σ.Π.
: Παρακολουθώντας το μουσικό τύπο στο δεύτερο μισό των 90s, όντας έφηβος, μου έμεινε η φράση «το τραγούδι περνάει κρίση» που τονιζόταν με μανία, με την έννοια ότι δεν βγαίνουν καλά πράγματα. Τα χρόνια περνούσαν και οι περισσότεροι μιλούσαν ακόμα για «κρίση», συγκρίνοντας πάντα με τις δεκαετίες ’60 και ‘70. Αυτό το συνδύασα με το γεγονός ότι όταν θέλουμε να γκρινιάξουμε για την κατάσταση στην Ελλάδα και να την φέρουμε στα μέτρα της θεωρίας της… Ψωροκώσταινας, πολλές φορές λέμε τη φράση «εδώ στο Ελλαδιστάν»… Κάπως έτσι ήρθε στο μυαλό μου το «Τραγουδιστάν», για να δηλώσει ότι το blog θα ασχολείται με το τραγούδι, κυρίως το ελληνικό, κι ας το θεωρούν πολλοί κατώτερο σε ποιότητα σε σχέση με την ανεπτυγμένη Δύση ή σε σύγκριση με τη «χρυσή» του εποχή. Συνδυάζεται πάντως και με το ψευδώνυμό μου (Στέπας), καθώς η στέπα παραπέμπει σε περιοχές με κατάληξη -σταν…
Ο χρόνος πλέον είναι λίγος και η ταυτότητα του blog έχει αλλάξει. Συχνά γράφω σε πολύ πιο προσωπικό και χαλαρό στυλ σε σχέση με το ξεκίνημα, πριν ενταχθώ στο Mix Grill. Στόχος παραμένει να παίρνω την ικανοποίηση του μοιράσματος με τους ολιγάριθμους αναγνώστες στιγμών του τραγουδιού που τις θεωρώ αξιόλογες. Αναδημοσιεύω επίσης ό,τι θεωρώ σημαντικό από την αρθρογραφία μου στο Mix Grill.


Το ψευδώνυμο Stepas, καθώς και τη φωτογραφία με το πρόβατο, αντί για σένα, στο προφίλ σου πως το επέλεξες και γιατί;
Σ.Π.: Το «Στέπας» επί της ουσίας ήταν η εύκολη λύση της στιγμής όταν πρωτοέγραψα σε blog και κλήθηκα να επιλέξω ψευδώνυμο, καθώς προέρχεται από ένωση των πρώτων συλλαβών του ονόματος και του επιθέτου μου, με την κατάληξη –ς που δηλώνει το φύλο. Δεν κάθισα να το σκεφτώ παραπάνω γιατί επιπλέον - και για ανεξήγητους λόγους - με γοήτευε πάντα η ιδέα ενός ταξιδιού σε περιοχές όπου επικρατεί η στέπα. Μάλλον θα φταίνε οι Ρώσοι συγγραφείς που έχω διαβάσει αρκετά… Το πρόβατο στη φωτό του προφίλ αντί για τη φάτσα μου είναι γιατί δεν συμπαθώ τις φωτογραφίες μου (έχω ελάχιστες), αλλά και επειδή από μικρό μού λέγανε ότι έχω μαλλί προβάτου! Eπειδή κατάγομαι και από αγροτική περιοχή, το πρόβατο είναι ένα ζώο που το λατρεύω για την αγνότητά του και το εντελώς cool βλέμμα του...

Το σίγουρο είναι ότι τα μπλογκ σπάνε το κατεστημένο του δημοσιογραφικού συστήματος, συμβάλλοντας στην πολυφωνία και στον πλουραλισμό. Μήπως όμως η ανωνυμογραφία (ιδίως στα σχόλια), το επίπεδο – αρκετές φορές – της “γραφής στο γόνατο”, κι οι εκφράσεις επιπέδου κουβέντας καφενείου, αποτελούν την “αχίλλειο πτέρνα” τους;
Σ.Π.: Έχω την αίσθηση ότι η ταύτισή των blogs με το αντικείμενο της δημοσιογραφίας φέρνει σε αμηχανία όσους πρωτοασχολήθηκαν με αυτά, και δικαίως, αφού το blog κανονικά δεν είναι παρά ένα προσωπικό ημερολόγιο που δημοσιεύεται και σου δίνει τη δυνατότητα να υπογράφεις με το πραγματικό σου όνομα ή με ψευδώνυμο και να έχεις σχόλια αναγνωστών. Καλώς ή κακώς, πράγματι τα blogs επιτελούν πολλές φορές ενημερωτικό έργο. Η ανωνυμογραφία του συντάκτη μπορεί να αποτελέσει πρόβλημα όταν κάποιος κρύβεται πίσω από αυτή για να συκοφαντήσει, να προσβάλει, να παραπλανήσει, να παραπληροφορήσει χωρίς να αναλάβει την ευθύνη. Παρομοίως και η ανωνυμογραφία στα σχόλια, η οποία όμως μπορεί να περιοριστεί από το διαχειριστή του blog. Τα blogs από μόνα τους δεν φέρνουν καμία επανάσταση ούτε στη δημοσιογραφία, ούτε στην κοινωνία, ούτε πουθενά. Βοηθούν σαν εργαλεία προς την κατεύθυνση που δίνει ο διαχειριστής τους. Μπορούν να συμβάλουν στο «σπάσιμο» του κατεστημένου, μπορεί να γίνουν και τα ίδια κατεστημένο… Όσο για τη γλώσσα, δεν με ενοχλεί ο ελεύθερος τρόπος γραφής. Αντιθέτως, πολλές φορές μου αρέσει αυτό σαν αντίβαρο στην «ξύλινη» και γεμάτη κλισέ γλώσσα των συμβατικών μέσων.

Εσύ, στο δικό σου μπλογκ, παρουσιάζεις, κυρίως, τις μουσικές σου αγάπες, καθώς κι αναδημοσιεύεις( συνεντεύξεις κι αρθρογραφία σου) από το www.mixgrill.gr. Παρατηρώ όμως, ότι, στα περισσότερα μπλογκς, προβάλλονται (και πολύ σωστά) οι μη έχοντες πρόσβαση στο κυρίαρχο μουσικό-δημοσιογραφικό σύστημα, αλλά, συνάμα, αποκλείονται, σχεδόν, οι έχοντες πρόσβαση σ’ αυτό! Οι οποίοι, δεν είναι πάντα ατάλαντοι κι άτεχνοι, αλλά μιλάμε για μεγάλα ονόματα, με ιστορία, ρεπερτόριο και προσφορά στο τραγούδι μας, έστω κι αν είναι μέινστριμ τραγουδιστές. Μήπως δηλαδή έχουμε μια “πολεμική τακτική” με εκατέρωθεν, από κάθε πλευρά, αποκλεισμούς;
Σ.Π.: Με προβληματίζει συχνά αυτό το θέμα. Γενικά πιστεύω ότι καλό είναι ένα μέσο (περιοδικό, site κλπ) να έχει μια συνέπεια ύφους, μια ταυτότητα. Αυτό σημαίνει ότι καλό θα ήταν να έχει κάποια αισθητική και ιδεολογική πρόταση που να είναι συνεκτική. Υπάρχουν αισθητικές διαφορές, πώς να το κάνουμε; Ένα μέσο που θέλει να λέγεται ενημερωτικό γύρω απ’τη μουσική, δεν μπορεί να λειτουργεί με αποκλεισμούς, αλλά και η έλλειψη πρότασης είναι κάτι που θα με ενοχλούσε. Καλό θα ήταν σε όλα τα μέσα να εκφράζεται το μεγαλύτερο δυνατό ποσοστό μουσικών ειδών και καλλιτεχνών, αλλά ας έχουμε υπόψη ότι η απόλυτη αντικειμενικότητα είναι αδύνατο να υπάρξει και νομίζω θα ήταν και αποκρουστικό να υπάρχει. Πάντως το αν οι «αποκλεισμένοι» από τα μέσα καλλιτέχνες προβάλλονται από τα blogs περισσότερο, είναι μια αντίδραση μάλλον φυσιολογική καθώς ήρθε να γεμίσει ένα κενό. Οι «μέινστριμ» έχουν έλλειμμα επικοινωνίας; Δεν νομίζω… Σε ό,τι με αφορά, στο blog μου θα παρουσίαζα οτιδήποτε με εκφράζει ή βρίσκω ενδιαφέρον σε αυτό, ανεξαρτήτως ταμπέλας (μέινστριμ, εναλλακτικό) και αρνητικής ή θετικής άποψης της πλειοψηφίας για αυτό.
 
Και μια και μιλάμε για ιντερνετικά μπλογκ, θα ήθελα τη γνώμη σου για το διαδίκτυο όσον αφορά το τραγούδι. Από τη μια αποτέλεσε κυριολεκτικά ένα νέο χώρο όπου όλα, πλέον, τα μουσικά δημοσιογραφικά μέσα βαίνουν προς τα εκεί, από την άλλη, είναι ένας από τους βασικούς λόγους της κατάρρευσης της δισκογραφίας, μέσα από τα παράνομα κατεβάσματα των τραγουδιών. Πως το βλέπεις εσύ;
Σ.Π.: Αυτό που με ανησυχεί είναι οι αμέτρητοι φάκελοι στον υπολογιστή, με αμέτρητους δίσκους και τραγούδια που ποτέ δεν ακούστηκαν. Ακόμα περισσότερο με ενοχλεί το ότι πλέον μπήκαμε σε μια φάση κατά την οποία δεν «κατεβάζουμε» καν. Θέλουμε να ακούσουμε κάτι; Το βάζουμε στο Youtube και τέλος. Φοβάμαι ότι περνάμε σε μια φάση κατά την οποία, μουσικά μιλώντας, θα ισχύσει το «αν δεν σε έχει το Youtube, δεν υπάρχεις», κατά το αντίστοιχο «ρητό» για την τηλεόραση. Είμαι απ’ τους ρομαντικούς που παίρνουν ακόμα γνήσιους δίσκους και ειλικρινά λέω ότι πολλά τραγούδια ακούγοντάς τα μετά και στο Youtube παρατηρώ ότι χάνουν τουλάχιστον ένα 50% της ποιότητάς τους και άρα της επικοινωνίας τους με τον ακροατή… Όλα αυτά και πολλά ακόμα με ανησυχούν, όμως πιστεύω πως η πορεία των πραγμάτων θα φέρει μια εξισορρόπηση. Θα βρεθεί τρόπος να μπορούν οι δημιουργοί να παίρνουν κάτι από τη διακίνηση των τραγουδιών τους μέσω διαδικτύου και ο ακροατής να βρίσκει αυτό που θέλει σε καλή ποιότητα. Οπωσδήποτε όλη αυτή η συζήτηση είναι για τον φορέα των τραγουδιών και τη διακίνησή τους και όχι για τα ίδια τα τραγούδια. Όσο γράφεται μουσική, θα βρίσκει το δρόμο της προς τα αυτιά μας με όποιο μέσο φέρνει η εξέλιξη στο δρόμο μας.
 
Για να μπούμε και λίγο στα χωράφια του ελληνικού τραγουδιού, πολλά σύνορα και συρματοπλέγματα βλέπω. Διαχωρισμοί κι αναθέματα που μετατρέπουν το τραγούδι σε γήπεδο. Γιατί τόσος φανατισμός, για κάτι που δεν είναι ούτε κόμμα, ούτε θρησκεία, αλλά τέχνη; Εσένα, προσωπικά, όχι ως μουσικογράφος που πρέπει να ακούς διάφορα είδη, αλλά ως ακροατής, ποια είναι τα αγαπημένα σου καθημερινά ακούσματα;
Σ.Π.: Συχνά η προτίμηση σε ένα είδος μουσικής κρύβει γενικότερα θέματα ιδεολογίας, τρόπου ζωής και παιδείας. Αυτό ίσως εξηγεί τα συρματοπλέγματα. Με ενοχλεί ο δογματισμός και αποστρέφομαι καταστάσεις διαμάχης στην τέχνη, αλλά δεν μπορώ και να κλείσω τα μάτια σε σαφέστατες αισθητικές και ιδεολογικές διαφορές. Ας ακούει ο καθένας ό,τι τον εκφράζει, αλλά ας μην έχει την απαίτηση να το ακούνε όλοι. Είναι τεράστιο το θέμα αυτό. Από μια άποψη, δεν το θεωρώ και τόσο κακό να υπάρχουν διαφορετικές αντιλήψεις επί του τραγουδιού. Ανοιχτό μυαλό δεν σημαίνει αχταρμάς. Δεν είμαστε τέλειοι, έχουμε αδυναμίες. Έχουμε συνείδηση, βιώματα, γούστα, υποκειμενισμό, ιδέες, ιδεοληψίες, αγκυλώσεις. Και αυτά αντικατοπτρίζονται και στο τραγούδι.
Προσωπικά, ακούω πολύ τους τραγουδοποιούς του ’90, τους νεότερους καλλιτέχνες της δικής μου γενιάς (Χαρούλης, Μποφίλιου κ.ά.), τους μεγάλους μας «έντεχνους» συνθέτες, την ελληνική ροκ σκηνή των 70s-80s-90s και τους σπουδαίους λαϊκούς συνθέτες και τραγουδιστές από το ρεμπέτικο (που το λατρεύω) μέχρι περίπου και τα τέλη του ’70. Γενικώς, στην καθημερινότητά μου ακούω κυρίως ό,τι περιγράφεται με τον περιβόητο όρο «έντεχνο», ενώ ιδιαίτερη αδυναμία έχω και στα παλιά λαϊκά. Αγαπώ ακόμα την παραδοσιακή μουσική, την jazz και τη λεγόμενη world σκηνή. Συχνότατα βάζω κάποιο δίσκο ορχηστρικής μουσικής, κυρίως Ευρωπαίων συνθετών.


Και να το δούμε κι αλλιώς. Δεν υπάρχει μια αισθητική και μια κουλτούρα. Μπορεί να υπάρχει μια κυρίαρχη, ανά εποχή – και το πώς είναι μια άλλη μεγάλη κουβέντα – αλλά πάντως όχι μία. Άλλο είδος τραγουδιού μπορεί να αγγίζει εμένα κι άλλο εσένα. Βλέπω – ίσως λόγω της γενιάς σου, γιατί η κάθε γενιά έχει τα δικά της βιώματα(γιατί άλλη δυναμική έχει το μουσικό βίωμα, από ένα απλό ποικίλο μουσικό άκουσμα) – ότι έχεις μια προτίμηση στους τραγουδοποιούς από το ’90 και μετά. Άλλους καλλιτέχνες παλιότερους (τραγουδιστές-συνθέτες-στιχουργούς), που δεν τους βλέπουμε στο μπλογκ σου, τους σέβεσαι; αλλά απλά δεν σε αγγίζουν; τους αμφισβητείς; Τους απαξιώνεις;
Σ.Π.: Με αγγίζουν πράγματα από πολλά είδη τραγουδιού. Αυτό στο blog μου ίσως και να μη φαίνεται διότι δεν έχω το χρόνο που θα ήθελα ώστε να γράφω για όλα όσα αγαπώ. Όχι μόνο δεν απαξιώνω καλλιτέχνες της παλαιότερης γενιάς, αλλά μάλιστα πολλοί γνωστοί μου με λένε «παλιομοδίτη» και με κοιτούν παράξενα… Από μικρός άκουγα πράγματα που η πλειοψηφία των συνομηλίκων μου τα έλεγε «ναφθαλίνη»… Λατρεύω τον Θεοδωράκη, τον Λοΐζο, το Λεοντή, τον Κουγιουμτζή, τη Μοσχολιού, το Ζαμπέτα, το Χιώτη, τον Βαμβακάρη, τον Τσιτσάνη, τον Λάγιο, τον Ανδριόπουλο, τον Κηλαηδόνη, τον Ξυλούρη, την Αρλέτα, τον Αγγελόπουλο, την Μπέλλου, τον Άσιμο, το ΛοΓο, τον Καζαντζίδη, τον Άκη Πάνου, τη Ρίτα Σακελλαρίου, τον Διονυσίου, το Σιδηρόπουλο, τον Μπιθικώτση, τον Μούτση, τον Μηλιώκα και η παράθεση αγαπημένων καλλιτεχνών των παλαιότερων γενεών θα μπορούσε να μην έχει τελειωμό… Η προτίμησή μου στους τραγουδοποιούς του ’90 και ειδικά στη λεγόμενη «Σχολή της Θεσσαλονίκης» (Παπάζογλου, Ρασούλης, Μάλαμας, Θ. Παπακωνσταντίνου, Περίδης, Κανά κ.ά.) είναι σαφής μέσα από το blog μου και αυτό που λες περί ισχυρής βιωματικής σχέσης μία από τις βασικές αιτίες. Ποιος δεν έχει όμως λίγο μεγαλύτερη αδυναμία σε συγκεκριμένους καλλιτέχνες;
 
Και υπάρχει και μια άλλη διάσταση, το προσωπικό μας γούστο, οι μουσικές συμπάθειες κι οι αντιπάθειες μας. Επηρεάζει τη γραφή ενός μουσικογράφου, όσον αφορά την αντικειμενικότητά του, και το γεγονός ότι απευθύνεται σ’ ένα ποικίλο κοινό αναγνωστών-ακροατών και θα πρέπει να είναι όσο το δυνατόν ουδέτερος; Έχεις πιάσει δηλαδή τον εαυτό σου με τα είδη και τους καλλιτέχνες που “συμπαθείς” μουσικά, να είσαι επιεικής και μ’ αυτά κι αυτούς, που “αντιπαθείς” μουσικά αυστηρός;
Σ.Π.: Τις περισσότερες φορές με τις μεγάλες μου συμπάθειες είμαι πολύ περισσότερο αυστηρός απ’ όσο θα έπρεπε. Αυτό είναι άλλο ένα χαρακτηριστικό των μουσικών «εμμονών». Από τον αγαπημένο σου καλλιτέχνη άλλες φορές περιμένεις κάτι συγκεκριμένο (κακώς) και άλλες φορές αδημονείς τόσο που τελικά νιώθεις ανικανοποίητος. Γενικώς, παλεύω πάρα πολύ ώστε να είμαι όσο πιο ψυχρός και αποστασιοποιημένος γίνεται και φυσικά ειλικρινής. Το τίμημα γι’ αυτό μου το άγχος είναι τα τεράστια κείμενα με τις πολλές εξηγήσεις… Είμαι πιο κοντά στην έννοια της «παρουσίασης» από αυτήν της «κριτικής». Λέω, «αυτό άκουσα, εκεί κινείται, για μένα είναι καλό, αν και (δεν) ακούω πολύ το συγκεκριμένο είδος» κλπ. κλπ … Πάντως από τη στιγμή που γράφεις κείμενο που φέρει γνώμη, ο υποκειμενισμός δεν απαλείφεται εύκολα κι αυτό δεν είναι απαραιτήτως κακό.
 
Έχεις πραγματικές φιλικές σχέσεις με καλλιτέχνες; Γιατί, εγώ, προσωπικά, δεν έχω με κανέναν (πραγματική φιλία εννοώ, όχι μια απλή γνωριμία λόγω επαγγέλματος), τις αποφεύγω όπως «ο διάβολος το λιβάνι», γιατί νομίζω ότι έτσι διατηρώ την ανεξαρτησία μου και την αντικειμενικότητά μου. Ποια είναι η δική σου άποψη;
Σ.Π.
: Όχι, δεν έχω καμία πραγματικά φιλική σχέση με κανέναν καλλιτέχνη. Ούτως ή άλλως, στην ουσία εδώ και μόλις έναν χρόνο κάνω σταθερά συνεντεύξεις, διαδικασία από την οποία γνωρίζεσαι με καλλιτέχνες προσωπικά. Πράγματι, η κατά το δυνατόν αντικειμενικότητα διαφυλάσσεται αν μείνεις μακριά από φιλικές σχέσεις. Πώς να γράψει κανείς αρνητικά για κάποιον που θα τον δει και αύριο και μεθαύριο και θα μιλήσει και στο τηλέφωνο και θα κάνει και πραγματική παρέα μαζί του;

Οι δηλώσεις ή το πώς συμπεριφέρεται ένας καλλιτέχνης σε επηρεάζει κι ως προς την πρόσληψη του έργου του; ‘Η διαχωρίζεις τον άνθρωπο από τον καλλιτέχνη; Να δώσω δυο, διαφορετικά, παραδείγματα, ο Σαλβαντόρ Νταλί ήταν φιλοφρανκικός, σε εμποδίζει αυτή του η πολιτική τοποθέτηση από το να σε μαγέψει ένας ονειρικός πίνακάς του; Ή, ο Άκης Πάνου, δολοφόνησε άνθρωπο, αφαίρεσε ανθρώπινη ζωή, σε ενοχλεί αυτό στο να απολαύσεις ένα σπουδαίο τραγούδι του;
Σ.Π.: Όταν ήμουν πιο μικρός αυτό το πράγμα με απασχολούσε πάρα πολύ. Πίστευα ότι ο καλλιτέχνης πρέπει να έχει μια συνέπεια… λόγων και έργων. Τώρα πια αντιλαμβάνομαι ότι δεν γίνεται να στερήσω από τον εαυτό μου την απόλαυση ενός αριστουργήματος επειδή ο δημιουργός του πιθανώς να είναι άσχημος χαρακτήρας. Πιστεύω όλο και περισσότερο ότι οι καλλιτέχνες δεν ανήκουν εξ ολοκλήρου στον εαυτό τους, όσο παράξενο κι αν ακούγεται αυτό. Οι πραγματικοί καλλιτέχνες είναι κρατήρες που βγάζουν την ενέργεια και τις ιδέες που σιγοβράζουν στην κοινωνία. Και βέβαια τα τραγούδια τους τα εκλαμβάνει ο καθένας όπως θέλει, άρα χάνουν και από αυτά τον πλήρη έλεγχο. Τώρα βέβαια αν πω ότι μένω και εντελώς ανεπηρέαστος από συμπεριφορές και λόγια, θα πω ψέματα και νομίζω δεν είμαι ο μόνος … Όπως θα κρίνω ή θα αντιπαθήσω έναν οποιονδήποτε άνθρωπο που έχει άσχημη συμπεριφορά, το ίδιο θα κάνω και με έναν καλλιτέχνη, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι θα πετάξω τους δίσκους του ή ότι δεν θα ξαναπάω σε συναυλία του. Αν μέναμε εντελώς ανεπηρέαστοι, δεν θα εκθειάζαμε όσους καταφέρνουν να σταθούν πραγματικά με μεγάλη αξιοπρέπεια, ευγένεια και σεμνότητα μέσα σε ένα χώρο γεμάτο φώτα και αλαζονεία. Δεν κρύβω ότι θαυμάζω τέτοιους καλλιτέχνες.

Είναι κι ένα τοπίο με κυρίαρχους μύθους το ελληνικό τραγούδι, συνθετών(Θεοδωράκης - Χατζιδάκις) και τραγουδιστών (Καζαντζίδης - Μπιθικώτσης). Κάνοντας όμως μια έρευνα, για το TOP – 10 των δίσκων με τις υψηλότερες πωλήσεις της ελληνικής δισκογραφίας, διαπίστωσα – αν εξαιρέσω το εθνικής εμβέλειας «ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ» - ότι κι οι 4 απουσίαζαν! Πρώτος είναι ο Πλέσσας με το «Δρόμο». Κι όμως σε κάθε συνέντευξη που θα διαβάσω, όλων, μα όλων, αγαπημένοι είναι ο Θεοδωράκης κι ο Χατζιδάκις, με τα τραγούδια τους λένε πως μεγάλωσαν! Είναι σπουδαίοι, ναι, αλλά κανείς δεν μεγάλωσε, για παράδειγμα, και με τα – εξίσου δημοφιλή κι αγαπητά – τραγούδια του Πλέσσα, του Χατζηνάσιου και του Σπανού; Γιατί δεν το λέμε; Μήπως άλλους λέμε ως σπουδαίους, για να είμαστε, δημόσια, πολιτικά ορθοί, κι άλλα αγοράζουμε κι ακούμε ιδιωτικά; Γιατί, κάτι τέτοιο δείχνουν οι αριθμοί του TOP-10! Εσύ πιστεύεις στους 4 αυτούς μύθους ή έχεις τη δική σου μυθολογία;
Σ.Π.: Ειδικά για το συγκεκριμένο παράδειγμα, δεν πιστεύω ότι ισχύει αυτό που λες, ότι δηλαδή άλλα λένε δημόσια και άλλα τους επηρέασαν πραγματικά. Οι αριθμοί από μόνοι τους δεν μου λένε κάτι. Είναι πολλές οι ενστάσεις που μπορώ να αναφέρω. Εγώ τις εποχές εκείνες δεν τις έζησα, αλλά ξέρω ότι το ’50 για παράδειγμα ένα τραγούδι γινόταν πανεθνική επιτυχία μέσα από τις ζωντανές του εκτελέσεις και από στόμα σε στόμα. Αυτή η πτυχή δεν μπορεί να συνυπολογιστεί μέσα από ένα top10 πωλήσεων. Και ναι, ίσως ο Πλέσσας και ο Χατζηνάσιος να μπήκαν σχεδόν σε κάθε σπίτι. Γιατί όμως είναι απαραίτητο να επηρέασαν τους μεταγενέστερους καλλιτέχνες και άρα να πρέπει αυτοί να το αναφέρουν στις συνεντεύξεις τους; Για μένα, ο Χατζιδάκις και ο Θεοδωράκης έκαναν μια τεράστια τομή, μια ολόκληρη επανάσταση στο ελληνικό τραγούδι και γενικότερα στον Πολιτισμό μας, κάτι που δεν έκαναν ο Πλέσσας και ο Χατζηνάσιος με τα όμορφα, κοσμαγάπητα, αλλά συμβατικά τραγούδια τους. Απόλυτα δίκαια τους θεωρούμε τους πυλώνες του τραγουδιού μας και ας κουράζει η διαρκής αναφορά των ονομάτων τους. Φυσικά και πιστεύω στους 4 αυτούς μύθους, όσο και αν για τη γενιά μου ο Καζαντζίδης θεωρείται υπερτιμημένος, τουλάχιστον από την πλειοψηφία. Για μένα καθόλου τυχαία δεν ξεχωρίζουν τα 4 αυτά ονόματα ως σημεία αναφοράς. Στην προσωπική μου μυθολογία βρίσκεις ακόμα τον Βαμβακάρη, τον Άσιμο, το Λοΐζο, τον Παπάζογλου, τον Μάλαμα και τον Θ. Παπακωνσταντίνου. Θα μπορούσα να προσθέσω και τον στιχουργό – ποιητή Άλκη Αλκαίο και αρκετούς ακόμα καλλιτέχνες.
 

 
Νταλάρας, Πάριος, Αλεξίου. Οι τρεις (ακριβώς με τη σειρά που τους παραθέτω και με τη σειρά που – νομίζω, όχι τυχαία - τους παράθεσε  ο Τζίμης Πανούσης στο ομώνυμο τραγούδι του το 1985) πιο εμπορικοί τραγουδιστές στην ιστορία του ελληνικού τραγουδιού (με βάση τις πωλήσεις των χρυσών και πλατινένιων δίσκων τους). Κι όχι μόνο αυτό βέβαια, αλλά και σπουδαίες φωνές, με ρεπερτόριο με μεγάλα τραγούδια, που κυριάρχησαν τις τελευταίες 4 δεκαετίες και τις χαρακτήρισαν. Αγαπήθηκαν πολύ κι από την συντριπτική πλειοψηφία, αλλά κι αμφισβητήθηκαν έντονα τα τελευταία χρόνια. Είναι θύματα πατροκτονίας – μια κι όλοι αμφισβητούμε τους πατεράδες μας κι οι νέοι τους μεγαλύτερους – ή της μεγάλης δημοφιλίας και της εμπορικότητάς τους; Θα ήθελα μια συνολική τοποθέτησή σου για τα 3 αυτά ιστορικά ονόματα.
Σ.Π.: Μου είναι ακατανόητο γιατί ο Γιώργος Νταλάρας πρέπει να βγάζει κάθε χρόνο δύο και τρεις δίσκους. Και φανατικός ακροατής του να ήμουν, πιστεύω ότι θα αδυνατούσα να τον παρακολουθήσω. Ωστόσο, μαγεύομαι από πολλές παλιές ερμηνείες του και κυρίως στον Κουγιουμτζή και σε κάποια λαϊκά-ρεμπέτικα. Με τον Πάριο δεν συντονίστηκα ποτέ. Είναι εκτός της αισθητικής μου και η φωνή του δεν με συγκλονίζει. Η Αλεξίου για μένα είναι η μεγαλύτερη γυναικεία φωνή της γενιάς της και απ’ τις κορυφαίες που έβγαλε ποτέ ο τόπος. Δεν μπορώ να πω ότι μου δημιουργεί τη σύγχυση που νιώθω π.χ. με την πορεία του Νταλάρα. Αντιθέτως, ακόμα και στους δίσκους που έκανε τα τελευταία χρόνια κατάφερνα να βρω αξιόλογες στιγμές. Το σίγουρο είναι ότι ένα μεγάλο κομμάτι των νεότερων – και όχι μόνο – γενεών, αντελήφθη πως οι καλλιτέχνες αυτοί, αν και με τεράστιες δυνατότητες και προσφορά, από ένα σημείο κι έπειτα έπαψαν να βγάζουν πράγματα που να έχουν λόγο ύπαρξης.
 
Η “άλλη πλευρά του τραγουδιού” : Βίσση, Βανδή, Θεοδωρίδου, Ρουβάς, Χατζηγιάννης, Μαζωνάκης, Ρέμος, Πλούταρχος, Βέρτης κ.ά. Εξίσου εμπορικά και δημοφιλή ονόματα, μερικά από αυτά μέσα στο TOP -10 των μεγαλύτερων πωλήσεων της ελληνικής δισκογραφίας. Η δική σου ματιά κι οπτική βρίσκει κάτι το θετικό καλλιτεχνικά στους τραγουδιστές της “άλλης πλευράς”; Μήπως χρειάζεται κι η δική τους ελαφρότητα για κάποιες ανάλαφρες στιγμές μας;
Σ.Π.
: Στους καλλιτέχνες του λαϊκοπόπ, του «σκυλάδικου» ή της μεγάλης πίστας τέλος πάντων, βρίσκω κάποιες καλές φωνές, κάποιες αξιοπρεπέστατες παρουσίες και κάποια όμορφα τραγούδια. Δυστυχώς αυτά τα θετικά είναι συνήθως εξαίρεση μέσα σε ένα είδος τραγουδιού που κυριαρχείται από εντυπωσιασμό παρά από ουσία και από μια πολύ κακή αισθητική και ακόμα χειρότερη νοοτροπία. Θα πήγαινα ευχαρίστως να δω κάποιον από αυτούς, αλλά για τους περισσότερους (πλην των εξαιρέσεων δηλαδή) δεν θα θεωρούσα τη βραδιά ως ψυχαγωγία, αλλά ως διασκέδαση, χαβαλέ και βαλβίδα για αποσυμπίεση, αυτό που λέμε «ξεδίνω». Θα επιμείνω σε αυτό που είπα πολλές φορές περί αισθητικής και ιδεολογίας. Δεν είναι τυχαία η υπερπροβολή αυτού του είδους τραγουδιού και η προσπάθεια επιβολής του, αφού μιλάμε για τραγούδια που ασχολούνται αποκλειστικά και μόνο με το τρίπτυχο έρωτας – καψούρα – χωρισμός. Δυστυχώς η μίνι φούστα, οι ποσότητες ουίσκι, η εκκωφαντική ένταση, οι φωτιές στη σκηνή, ο λουλουδοπόλεμος και οι κραυγές έχουν πολύ μεγαλύτερη σημασία για την πλειοψηφία των ακροατών της πίστας από το ίδιο το τραγούδι. Βέβαια, οι μέρες δόξας για το είδος φαίνεται πως πέρασαν, αλλά η δική μου γενιά διαμόρφωσε αισθητήριο μέσα σε αυτή τη λαίλαπα της υπερβολής και της κακογουστιάς. Φυσικά και χρειάζεται αυτό το είδος τραγουδιού, αλλά όχι με τη λογική ότι όποιος δεν το ακούει είναι ή ψεύτης ή θολοκουλτουριάρης ή εντελώς εξωγήινος...

Τραγουδοποιοί. Η Στέλλα Βλαχογιάννη έχει μιλήσει, παλιότερα, για τη «λαίλαπα των τραγουδοποιών». Πραγματικά βλέπω αρκετούς, με μια κιθάρα, δυο ακόρντα κι όχι πάντα συμπαθή φωνή, να κάνουν καριέρα τραγουδιστή, με ό,τι αυτό συνεπάγεται, γιατί είναι κάτι το εντελώς διαφορετικό αν ήταν μόνο συνθέτες – δημιουργοί. Αν το τραγούδι παραμένει η τέχνη της φωνής, που θέλει τον συνθέτη του και τον τραγουδιστή του (κάτι θα ήξεραν ο Άκης Πάνου, που έγραφε ο ίδιος τη μουσική και τους στίχους στα τραγούδια του, αλλά τα έδινε στις μεγαλύτερες φωνές ή ο Κουγιουμτζής, που είχε πει : «κι εγώ μπορώ να ερμηνεύσω τα τραγούδια μου, αλλά δεν μπορώ να τα τραγουδήσω!»), μήπως – χωρίς φυσικά να απαγορεύσουμε σε κάποιον να λέει και τα τραγούδια του – θα πρέπει να ξαναβρούμε το μέτρο;
Σ.Π.
: Να το πάρουμε «δια της εις άτοπον». Βλέπω καθιερωμένους ερμηνευτές όπως ο Παπακωνσταντίνου και η Τσαλιγοπούλου να βγάζουν δίσκους με δικές τους δημιουργίες. Βλέπω καταπληκτικές φωνές όπως η Λιζέτα Καλημέρη και η Γιώτα Νέγκα να δυσκολεύονται να βρουν υλικό. Έχω την αίσθηση ότι συνεχίζουμε να βρισκόμαστε στην εποχή των τραγουδοποιών. Η Τσαλιγοπούλου δήλωσε σε μια συνέντευξή της ότι «ζηλεύει» συχνά τους τραγουδοποιούς που έχουν ένα σαφές προσωπικό ύφος κι έναν αντίστοιχο σταθερό πυρήνα ακροατών. Αυτό ίσως να λέει πολλά. Η γενιά των τραγουδοποιών του ’90, αν και άργησε να γεμίσει θέατρα, ασκεί τα τελευταία χρόνια μια πολύ μεγάλη γοητεία στους νεότερους καλλιτέχνες. Τουλάχιστον αυτό διακρίνω εγώ.
Πράγματι υπάρχει μια τάση για το προφίλ του ελαφρώς μελαγχολικού τροβαδούρου που φτιάχνει τραγούδια και τα ερμηνεύει με την κιθάρα του. Ωστόσο, αυτό πρέπει να θεωρηθεί ως μια φυσική απεικόνιση των κοινωνικών συνθηκών απ’ το ’90 και μετά στο τραγούδι, παρά ως πρόβλημα. Η αποθέωση του ατομισμού και η κατασυκοφάντηση κάθε τι συλλογικού που συνέβη ειδικά απ’ το ’89-90 και μετά, δεν είναι άσχετη με το προφίλ του μοναχικού τραγουδοποιού που γράφει για τα προσωπικά του αδιέξοδα … Κανόνας όμως δεν υπάρχει. Συγκλονίζομαι, πχ, από ερμηνείες του Λοΐζου, όσο κι αν δεν ήταν πραγματικός τραγουδιστής και χαίρομαι που, παράλληλα με το να δίνει τραγούδια του σε μεγάλες φωνές, μας χάρισε και δικές του ερμηνείες. Αναγνωρίζω απολύτως το δικαίωμα του δημιουργού να τραγουδά. Ποιος μπορεί να ορίσει πού είναι το μέτρο και αν χάθηκε;
 
Ελληνικό ροκ. Υπάρχει; Αγγλόφωνο ή ελληνόφωνο; Βασίλης Παπακωνσταντίνου, παραμένει ακόμα ο μεγαλύτερος, δημοφιλέστερος κι εμπορικότερος βετεράνος «Έλληνας ροκ σταρ», αλλά κι αρκετά κατηγορούμενος για ζημιογόνο (λόγω της μεγάλης δημοφιλίας του που επηρεάζει και παρασύρει) στασιμότητα κι αμφισβητούμενος. Μόνικα. Ποια είναι η αίσθησή σου για την ελληνική ηλεκτρική σκηνή;
Σ.Π.: Το ελληνικό ροκ ήταν πάντα μια παράξενη ιστορία. Λίγες ήταν οι πραγματικά ενδιαφέρουσες προσπάθειες μέσα σε αυτό το είδος. Κυρίως ξεχώρισαν όσοι είχαν έναν πολύ δυνατό λόγο, στα όρια πολλές φορές της ποίησης, όπως οι Τρύπες. Εκεί δημιουργήθηκε όντως κάτι το ξεχωριστό. Πάντα υπήρχε το πρόβλημα της υπερβολικής επιρροής από τους κορυφαίους του είδους στη Δύση. Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και σήμερα. Δεν καταλαβαίνω γιατί πρέπει κάποιος που ζει μόνιμα στην Ελλάδα να γράφει σε αγγλικό στίχο. Εκτός κι αν στη ζωή του όταν οργίζεται λέει «fuck» ή όταν αγαπάει λέει «I love you». Τότε, εντάξει. Είπε μια ωραία κουβέντα ο Λόλεκ σε μια συνέντευξή του. Είναι περίεργο, λέει, να πρέπει να σκέφτεσαι ένα στίχο στα ελληνικά, να τον γράφεις στα αγγλικά και μετά ο ακροατής να τον ξαναμεταφράζει στα ελληνικά για να καταλάβει τι θέλεις να πεις… Έχω, λοιπόν, ενστάσεις σε ό,τι αφορά την περιβόητη αγγλόφωνη σκηνή. Πολύ ταλαντούχα τα περισσότερα από τα παιδιά αυτά στη σύνθεση – και ειδικά η Μόνικα, μιας και την αναφέρεις – πλην όμως στη μεγάλη τους πλειοψηφία κρύβουν την αδυναμία τους στο στίχο πίσω από τα αγγλικά. Ροκ με την έννοια της δεκαετίας του ’80 δεν υπάρχει σήμερα στην Ελλάδα, ή εν πάση περιπτώσει έχει υποχωρήσει αρκετά. Η δεκαετία του 2000 είχε πολύ περισσότερες προσμίξεις ειδών.
Ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου, σαν φωνή και χωρίς να εξετάζω το ρεπερτόριό του και τις επιλογές του, είναι ένας από τους 5 καλύτερους ερμηνευτές που έχω ακούσει ποτέ μου. Επέλεξε να υπηρετήσει με συνέπεια ένα ηλεκτρικό είδος, αν και από ένα σημείο και έπειτα εγκλωβίστηκε σε αυτό, διολίσθησε στη συνθηματολογία και απέτυχε να χρησιμοποιήσει όλες τις μεγάλες δυνατότητές του. Είναι πάντως καλλιτέχνης με συνέπεια και λόγο για τα πράγματα. Πολλοί τον μέμφονται σαν ψευτορόκ, αλλά προσωπικά πιστεύω ότι ειδικά στις «χρυσές» του μέρες, ήταν πραγματικός «δυναμίτης».


Λαϊκό τραγούδι. Όλοι μιλούν για τον Νικολόπουλο ως τον “τελευταίο των Μοϊκανών”. Υπάρχουν ακόμα - όχι όμως το ίδιο πια πολυγραφότατοι - κι οι Σούκας, Μουσαφίρης, Πολυκανδριώτης κ.ά. Κι από ερμηνευτές, πέρα από τη θρυλική γενιά του ’70, οι Μακεδόνας, Μπάσης, Ανδρεάτος(κ.ά.), οι οποίοι είναι κι αυτοί πλέον 40 και κάτι. Μετά πάμε σε ονόματα(κι εκεί έχουμε νομίζω αρκετές καλές φωνές – ως λαρύγγια εννοώ) του λαϊκού της πίστας, ας το πω έτσι. Θεωρείς πως υπάρχει ή θα υπάρξει συνέχεια; Ή θα επιβεβαιωθούν όσοι έχουν την άποψη ότι το λαϊκό έχει κλείσει μουσικά ως είδος, δεν ανανεώνεται πια και θα αποτελέσει σύντομα ένα ιστορικό πλέον είδος σαν το δημοτικό και το ρεμπέτικο;
Σ.Π.: Πέρα απ’ τους δημιουργούς που αναφέρεις, στους οποίους σίγουρα θα προσέθετα τον Βαγγέλη Κορακάκη και τον Γιάννη Λεμπέση, υπάρχουν και οι τραγουδοποιοί, αλλά και κάποιοι συνθέτες όπως ο μακαρίτης ο Τόκας ή ο Παπαδημητρίου, οι οποίοι πραγματικά έχουν ανανεώσει το λαϊκό τραγούδι. Άρα, δεν θεωρώ ότι πεθαίνει ή ότι θα γίνει μουσειακό είδος. Ειλικρινά, από καλλιτέχνες όπως ο Μάλαμας, ο Θ. Παπακωνσταντίνου, ο Περίδης, ο Ζερβουδάκης κ.ά., έχω ακούσει γνήσια λαϊκά τραγούδια, όπως και άλλα που είναι η εξέλιξη αυτού που έχουμε συνηθίσει να ονομάζουμε λαϊκό. Αν τώρα θεωρούμε ότι πρέπει να αναπαράγονται ακριβώς οι φόρμες και το ύφος του λαϊκού απ’ τον Τσιτσάνη και τον Πάνου μέχρι σήμερα, ε τότε το λαϊκό τραγούδι έχει ήδη πεθάνει. Δεν πεθαίνει αν εξελίσσεται κι εγώ αυτό το βλέπω να γίνεται και αισιοδοξώ ότι δεν θα σταματήσει ποτέ!

Νατάσσα Μποφίλιου. Το αύριο, μάλλον το σήμερα, του ελληνικού τραγουδιού. Προσωπικά τη θεωρώ την κορυφαία σήμερα ερμηνεύτρια, επιπέδου(όχι ομοιότητας) μιας Αλεξίου, αν και της λείπουν τα λαϊκά γυρίσματα στη φωνή, στα όσα την έχω ακούσει μέχρι σήμερα. Νομίζω πως πλέον έκανε το μεγάλο άλμα κι όσον αφορά την αναγνωρισιμότητά της και τη δημοφιλία της, άρχισαν όμως – ακριβώς γι’ αυτόν το λόγο - κι οι πρώτες αντιπάθειες! Θυμάμαι ένα σχόλιο στο μπλογκ «Άσματα και Μιάσματα» του Αντώνη Μποσκοΐτη : «Μην ασχολείσαι με το ξανθό κενό»! Εσύ είσαι ενθουσιώδης με την Μποφίλιου;
Σ.Π.: Τη θεωρώ κι εγώ τη μεγαλύτερη ερμηνεύτρια της νεότερης γενιάς και πράγματι, το εύρος, το βάθος, το χρώμα, η δυναμική της φωνής της είναι σε επίπεδα Αλεξίου. Το παρόν και το μέλλον τής ανήκουν. Έχει όλα τα εχέγγυα για να συγκλονίσει τους πάντες, αρκεί να βρει σπουδαίες δημιουργίες.

Η Ελεονώρα  Ζουγανέλη – μια φωνή με εξαιρετικές δυνατότητες και πανέμορφο ζεστό ηχόχρωμα – μήπως οδηγείται δισκογραφικά στους περπατημένους ήδη ποπ εμπορικούς δρόμους; Η Στέλλα Βλαχογιάννη, που ήταν από τους πρώτους που την παρουσίασαν εξώφυλλο στο «ΔΙΦΩΝΟ», πρόσφατα τη χαρακτήρισε «ως το τελευταίο εργοστασιακό κατασκεύασμα»! Εσύ τι γνώμη έχεις;  
Σ.Π.: Η Ζουγανέλη είναι μία εξαιρετική ερμηνεύτρια που επέλεξε να υιοθετήσει ένα ποπ ύφος το οποίο και υπηρετεί αρκετά καλά. Τα τραγούδια της με αφήνουν αδιάφορο, αλλά  έτσι κι αλλιώς γενικώς δεν είμαι και ιδιαίτερος φαν του είδους αυτού. Για μένα προσωπικά, είναι πολύ κρίμα μια τέτοια φωνή να ξοδεύεται σε τόσο εύπεπτα τραγούδια.

Διακρίνεις άλλες γυναικείες, αλλά κι αντρικές, φωνές, καθώς και δημιουργούς, που δείχνουν να έχουν τα προσόντα να αποτελέσουν τη διάδοχη κατάσταση των μεγάλων ονομάτων των προηγούμενων δεκαετιών και κυρίως του ’70 και του ’80;
Σ.Π.
: Δεν νομίζω ότι χρειάζεται να ψάχνουμε για διαδόχους. Ταλέντα γεννιούνται σε κάθε εποχή. Καλά τραγούδια βγαίνουν πάντα. Αν θέλουμε ντε και καλά να χωρίζουμε το χρόνο σε ζώνες και περιόδους, τότε θα πρέπει να έχουμε πάντα υπόψη τις κοινωνικές συνθήκες, όταν μιλάμε για τραγούδι, οι οποίες αυτή τη στιγμή ουδεμία σχέση έχουν με τη δεκαετία του ’70 και του ‘80.
 
Ο ηθοποιός πεθαίνει στο σανίδι κι ο τραγουδιστής στο πάλκο, χωρίς φωνή, μόνο με την ψυχή. Ο δημοσιογράφος (έστω ο μουσικογράφος) πως πεθαίνει;
Σ.Π.: Δεν είμαι δημοσιογράφος κι έτσι δεν μπορώ να πω κάτι βιωματικά. Μπορώ μόνο να υποθέσω πως πεθαίνει με την πίκρα ότι ο κόσμος έχει αρνητική άποψη γι’ αυτόν, χωρίς να ξέρει ότι για τη σύνταξη και του πιο απλού κειμένου απαιτείται μεγάλος μόχθος και μεράκι…
 
«Όνειρα είμαστε που απέτυχαν», γράφει σ’ ένα της στίχο η Στέλλα Βλαχογιάννη. Βλέπω ότι η ελπίδα που γεννήθηκε στην Ελλάδα με την μεταπολίτευση και, κυρίως, με την αλλαγή του ’81, μεταλλάχτηκε στη σημερινή μίζερη νεοελληνική πραγματικότητα. Απ’ έξω λάμπουμε – ή λάμπαμε μέχρι πρόσφατα - κι από μέσα σήψη. Ο Παναγούλης, ψυχοσωματικά σακατεμένος, μέσα στη φυλακή της χούντας, έγραφε, με το αίμα του, τα πιο αισιόδοξα ποιήματα! Εμείς στην ασφάλεια, έστω του κοινοβουλευτισμού, δηλώνουμε ότι αποτύχαμε! Πώς τα καταφέραμε έτσι;
Σ.Π.: Δεν αποτύχαμε εμείς. Το «εμείς» δεν μ’ αρέσει. Αποτυγχάνει εδώ και δεκαετίες αυτό το κοινωνικοοικονομικό σύστημα που λέγεται καπιταλισμός, το οποίο, στις ανεπτυγμένες δυτικές κοινωνίες τουλάχιστον, έδωσε ό,τι είχε να δώσει και έχει πάψει να είναι προοδευτικό εδώ και χρόνια τρώγοντας απ’ τη σάρκα του. Θαυμάσιος όρος ο «καπιταλισμός», επιστημονικότατος, που δυστυχώς αποφεύγεται από πολλούς ως ξύλινος. Ο κοινοβουλευτισμός είναι το σύστημα που δημιουργεί το πολιτικό προσωπικό το οποίο φροντίζει ώστε να παραμένει ανέγγιχτο το οικονομικό σύστημα, δηλαδή ο καπιταλισμός, δηλαδή η κυριαρχία του κεφαλαίου. Ο εύκολος δρόμος είναι το ανάθεμα στη «γενιά του Πολυτεχνείου» η οποία με τη σειρά της μεμφόταν τη «γενιά του φραπέ», η οποία έγινε «γενιά των 700 ευρώ» και τώρα γενιά που ξαναπαίρνει το δρόμο για την Αυστραλία και την Αμερική όπως οι παππούδες της. Γενιές και γενιάδες. Μπούρδες! Τους βαρέθηκα αυτούς τους διαχωρισμούς. Σε ένα σύστημα όπου το κέρδος με κάθε τίμημα διδάσκεται στα Πανεπιστήμια, η σήψη υπάρχει μέσα του σαν συστατικό στοιχείο και η μέρα του αδιεξόδου είναι προδιαγεγραμμένη. Υπήρξε ποτέ στην ιστορία καπιταλιστικό κράτος που δεν έφτασε στην κρίση; Ποτέ! Η «γενιά του Πολυτεχνείου» έζησε δύσκολα παιδικά χρόνια και άνετα παραγωγικά χρόνια. Η δική μου γενιά το αντίστροφο. Ε λοιπόν αυτό δεν είναι θέμα γενεών, αλλά οικονομικού κύκλου. Κέρδος, κέρδος, κέρδος… γέμισε το σακούλι του συστήματος και τώρα ξηλώνει για να ξαναρχίσει απ’ την αρχή. Τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της Ελλάδας σε αυτή τη γενική λειτουργία τα συζητάμε, αλλά νομίζω πολύ έχουμε μείνει σε αυτά και ξεχάσαμε το γενικό…

Επισκεφτείτε το blog «Τραγουδιστάν» του Στέργιου Παπαστεργίου


 
 
Οι απόψεις και οι σκέψεις των συνεργατών του Ορφέα δεν ταυτίζονται απαραίτητα με τη γνώμη του περιοδικού.
Απαγορεύεται αυστηρά η χρήση και η αναδημοσίευση του συνόλου ή μέρους των άρθρων του Ορφέα, χωρίς προηγούμενη άδεια των υπευθύνων του περιοδικού και του συντάκτη και χωρίς ταυτόχρονη αναφορά της επωνυμίας του περιοδικού, του ονοματεπωνύμου του συντάκτη και του ακριβούς συνδέσμου του άρθρου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΥ ΣΕ ΑΛΛΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΧΟΛΙΑ

RSS

ΤΑ ΠΙΟ ΔΙΑΒΑΣΜΕΝΑ (90d)

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

ΕΙΠΑΝ - ΕΓΡΑΨΑΝ

Κατάγομαι από μια οικογένεια που έζησε την τουρκική εισβολή και έχασε τα πάντα μέσα σε μια μέρα. Μεγάλωσα σε ένα περιβάλλον αρκετά φτωχό – ασχέτως αν στην πορεία οι γονείς μου ορθοπόδησαν και προχώρησαν. Όσο κι αν μεγαλώσεις, τα βιώματά σου δεν σε εγκαταλείπουν. Δεν έχω χάσει λοιπόν καμία επαφή με την πραγματικότητα. Βιώνω απόλυτα αυτό που συμβαίνει γύρω μας
Μιχάλης Χατζηγιάννης

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ / ΑΥΡΙΟ

23/10/1925 Γεννήθηκε στην Ξάνθη ο συνθέτης Μάνος Χατζιδάκις
24/10/2010 Έφυγε από τη ζωή ανήμερα των γενεθλίων της η τραγουδίστρια του Νέου Κύματος Καίτη Χωματά