178 αναγνώστες online
Find us on FacebookJoin us on Facebook
sideBar



Σαββέρια Μαργιολά - «Αλισάχνη»

ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ «Τι έχω να χάσω»

Τάσος Π. Καραντής
Τάσος Π. Καραντής
Πρώτη Παρουσίαση
ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ - «Τι έχω να χάσω»
12.12.2017
Ορφέας | Main Feed

Ιστολόγια με νότες

Τάσος Π. Καραντής

Ιστολόγια με νότες |  Το ιντερνέτ είναι, πλέον, το κυρίαρχο μέσο στη ζωή μας. Και κυρίαρχα μέσα στο διαδίκτυο είναι τα ιστολόγια (blogs), όπου αποτελούν την πιο απόλυτα ελεύθερη μορφή έκφρασης και γνώμης, σε συνάρτηση, βεβαίως με την υπευθυνότητα, τη σοβαρότητα και το πολιτικό ήθος κι ανεξαρτησία του δημιουργού τους. Ανάμεσά τους υπάρχουν και τα «ιστολόγια με νότες», που αφορούν τον τομέα της μουσικής και του ελληνικού τραγουδιού, που υπηρετεί, εξάλλου κι ο «ΟΡΦΕΑΣ», ως ένα μη κερδοσκοπικό μουσικό περιοδικό.
Σκεφτήκαμε, λοιπόν, να ανοίξουμε την ενότητα «Ιστολόγια με νότες», όπου θα συστήνουμε στους αναγνώστες μας τα – υπεύθυνα και σοβαρά, κατά την κρίση μας – μουσικά blogs. Η μορφή της γνωριμίας αυτής θα είναι μέσω μιας συνέντευξης, με - κοινό κατά 80%-90% - ερωτηματολόγιο προς τον δημιουργό του κάθε μπλογκ. Σκοπός μας δεν είναι μόνο μια τυπική παρουσίαση του κάθε μπλογκ, αλλά, κυρίως, οι απόψεις του δημιουργού του κι ιδιοκτήτη του για διάφορα θέματα του τραγουδιού μας, ευελπιστώντας να ανοίξει ένας ευρύτερος, σοβαρός, με επιχειρήματα, διάλογος, μέσω αρθρογραφίας.
Αυτή τη φορά παρουσιάζουμε τα «Άσματα και Μιάσματα». Ευχαριστώ θερμά τον Αντώνη Μποσκοΐτη για την ανταπόκρισή του.
 
Σκηνοθέτης – δημοσιογράφος – μουσικοκριτικός – ραδιοφωνικός παραγωγός. Πως συνδυάζονται όλα αυτά (δηλ. κινηματογράφος – μουσική – δημοσιογραφία) και ποιο, νομίζεις, ότι έχει το προβάδισμα; Τι είναι, πρώτα και πάνω απ’ όλα ο Αντώνης Μποσκοίτης;
Αντώνης Μποσκοΐτης: Κινηματογράφο και δημοσιογραφία τα σπούδασα, τα “μουσικοκριτικός” και “ραδιοφωνικός παραγωγός” προέκυψαν, όπως συμβαίνει με τους περισσότερους συνάδελφους, πιστεύω, στον χώρο αυτό. Αρθρογραφώ στα μουσικά έντυπα από το 1999, την ίδια ακριβώς εποχή που μπήκα και στο σινεμά ως επαγγελματίας, πρώτα ως βοηθός σκηνοθέτης/σκριπτ σε μεγάλου και μικρού μήκους ταινίες κι ύστερα κάνοντας τις δικές μου δουλειές. Το προβάδισμα είχε και θα το έχει ο κινηματογράφος και μάλλον θεωρούμαι απ' τις τυχερές περιπτώσεις, αν υπολογίσεις ότι κάθε τέσσερα-πέντε χρόνια γυρίζω κι από μία ταινία. Θα σου έλεγα ότι η μουσική δημοσιογραφία λύνει το σημαντικότατο βιοποριστικό κομμάτι, δεδομένου του ότι ουδείς κερδίζει χρήματα απ' το σινεμά στην Ελλάδα, μα δυστυχώς ούτε αυτό μπορώ να το πω πια. Τα γνωρίζεις, άλλωστε, αποχώρησα από το “Δίφωνο”, μαζί και μ' άλλους συνάδελφους, ενώ το νέο δημαρχιακό καθεστώς του Πειραιά έκοψε και την εκπομπή μου στο “Κανάλι 1”. Αυτή τη στιγμή, λοιπόν, δίνω περιστασιακά κάποια κομμάτια στη “Βιβλιοθήκη” της “Ελευθεροτυπίας” και στο “Κ” της “Καθημερινής”, αλλά ετοιμάζω και καινούργια ταινία. Τώρα, το κλείσιμο της ερώτησης σου, μου δημιουργεί το λιγότερο αμηχανία. Σαν ποιος να είναι δηλαδή ο Αντώνης Μποσκοΐτης; Ένας πολίτης αυτής της χώρας είναι που απλώς τον ενδιαφέρουν τα κοινά και οι τέχνες, τίποτα λιγότερο, τίποτα περισσότερο.

Σκηνοθετικά, έχεις εστιάσει στο ντοκιμαντέρ και, μάλιστα, με βραβευμένες δουλειές. Το βιντεοκλίπ θα σε ενδιέφερε ποτέ, καλλιτεχνικά αλλά κι εμπορικά; Δεν ξέρω, αν κι αυτό το είδος περνά κρίση, πάντως, θυμάμαι ότι μου έλεγε ο Γιώργος Γκάβαλος, πως, στα ‘90ς, από την πολλή δουλειά, ξύπναγε την Δευτέρα το πρωί και ξανακοιμόταν την Παρασκευή το βράδυ!
Αντ. Μπ.: Όχι, δεν με ενδιαφέρει το βίντεο-κλιπ, ούτε καλλιτεχνικά, ούτε εμπορικά, καθώς συνήθως γίνεται στο πλαίσιο προμοταρίσματος της δουλειάς, του cd, ενός καλλιτέχνη. Ο Γκάβαλος, όπως και ο Σούλης παλαιότερα, βέβαια, ανήκουν στους πρωτομάστορες του είδους κι έχουν δώσει καλά πράγματα. Ούτε εγώ ξέρω αν το βίντεο-κλιπ περνά κρίση, αλλά φαντάζομαι πως ναι, διότι με τις νέες τεχνολογίες, ο καθένας μουσικός μπορεί να τραβήξει κάποιο live του, να στήσει και καμιά δραματοποιημένη σκηνή και να κάνει στην τελική την τρέλα του, αποδυναμώνοντας στην ουσία τις μέχρι πρότινος πανίσχυρες εταιρείες παραγωγής του είδους. Πάντως, τρεις φορές έχω σκηνοθετήσει βίντεο-κλιπ στη ζωή μου κι οφείλω, εφόσον με ρωτάς, να καταθέσω τις εμπειρίες μου: στο πρώτο για την ακρίβεια ήμουν ο σεναριογράφος. Μιλάμε για το 1994 και το βίντεο ενός παιδικού τραγουδιού του Μίκη Θεοδωράκη. Γυρίστηκε στο Γκάζι, που τότε ακόμη δεν είχε τόσα πολλά μαγαζιά-μπαράκια, αλλά Πομάκους και τσιγγανόπουλα. Είχα σκεφτεί, λοιπόν, να αναπαρασταθεί ένας πίνακας του Λύτρα με τον ίδιο τον Μίκη στο ρόλο του ζωγράφου. Ήρθε ο Μίκης, έβγαλε πολύ πρόθυμα τη σκηνή και νομίζω ότι ήταν κι η μοναδική φορά που έκανε κάτι παρόμοιο, να παίξει σε βίντεο-κλιπ τραγουδιού του δηλαδή. Τη σκηνοθεσία είχε κάνει ο καλός μου φίλος-δάσκαλος, σκηνοθέτης, συγγραφέας, στιχουργός και μουσικός Ανδρέας Ταρνανάς. Το δεύτερο κλιπ ήταν μία παραγγελία του Στέλιου Φωτιάδη της τότε EROS για το τραγούδι “Ώρες μου χρωματιστές” του Γιώργου Σταυριανού με τον Πάνο Κατσιμίχα. Λόγω του χαμηλού budget, το γύρισα μέσα σε μισή μέρα, κινηματογραφώντας βασικά όλο αυτό το πολυπολιτισμικό κλίμα της οδού Αθηνάς. Σας πληροφορώ ότι παρ' όλη τη “φτώχεια” της παραγωγής, το εν λόγω βίντεο-κλιπ παιζόταν επί δύο εβδομάδες στο MAD. Μάλλον όμως έπαιξε ρόλο ο ερμηνευτής Κατσιμίχας και η αναγνωρισιμότητα του. Το λέω αυτό, γιατί το 2007 έφτιαξα ακόμη ένα κλιπ, το τρίτο και τελευταίο μου, για το τραγούδι “Δεν θα πας πουθενά” του ερμηνευτή Παντελή Θεοχαρίδη. Το γυρίσαμε στο εξοχικό της Νένας Βενετσάνου, στο Πόρτο Ράφτη, είχαμε και συμπρωταγωνίστρια του Παντελή, όπως και κανονικό συνεργείο και “φροντιστήριο”, αλλά δυστυχώς δεν “παιχτήκαμε” σχεδόν πουθενά. Όταν επικοινώνησα με κάποιον Τάγη, υπεύθυνο των κλιπς του MAD, μου απάντησε με ύφος δέκα Καρδιναλίων ότι φταίει ο τραγουδιστής που δεν είναι γνωστός και δεν μπορεί να προβληθεί το, κατά τ' άλλα, συμπαθητικότατο κλιπ του. Δεν του είπα τίποτα...

Είσαι και ραδιοφωνικός παραγωγός. Θα ήθελα τη γνώμη σου στις διακυμάνσεις που έχουν περάσει οι μουσικές ραδιοφωνικές εκπομπές στο ελληνικό ραδιόφωνο. Δηλαδή, όσο υπήρχε μόνο το κρατικό – ας πούμε της δεκαετίας του ’70 -  παίζονταν όλα τα είδη, σε διάφορες ζώνες, το πρωί θα άκουγες Χατζιδάκι, Σπανό, Λοΐζο, Κουγιουμτζή, Χατζηνάσιο κλπ, θα άκουγες όμως και Πασχάλη, Ελπίδα, Δάκη και το βράδυ Διονυσίου, Κοντολάζο Μαργαρίτη κλπ. Μετά, με την ιδιωτική ραδιοφωνία, άρχισαν, σιγά- σιγά, να δημιουργούνται οι “σταθμοί προπύργια”, αυτός που παίζει μόνο ροκ, ο άλλος που παίζει έντεχνο, ο άλλος ποπ, ο άλλος μόνο λαϊκά κλπ. Προστέθηκαν κι οι playlist κι ήδη, πριν ακούσεις μια νέα κυκλοφορία, σου γράφουν στο δελτίο Τύπου ποιο είναι το ραδιοφωνικό σουξέ! Εσύ πως τα βλέπεις όλα αυτά; Ποιο είδος ραδιοφώνου σου αρέσει, κάποιο με συγκεκριμένη μουσική ταυτότητα ή κάποιο που να παίζει τα πάντα σε ζώνες;
Αντ. Μπ.: Ο πλουραλισμός και η πολυφωνία στο ραδιόφωνο μόνο καλό κάνει, αυτό εξυπακούεται. Το ότι ακούγονταν όλα αυτά που λες τη δεκαετία του ΄70 δεν έχει να κάνει με τίποτα άλλο παρά μόνο με τη μουσική κατάσταση της εποχής. Βέβαια, όπως μου το παρουσιάζεις, μου φέρνει λίγο στη σκυλάδικη λαίλαπα που ευαγγελίστηκε το ΠΑΣΟΚ απ' τις αρχές του ΄80. Δηλαδή, έντεχνοι συνθέτες το πρωί να ξυπνάμε καλά, γλυκά που λένε, προς το μεσημέρι να αλαφρύνουμε και κατά το βράδυ, άμα δε βγούμε έξω να τα σπάσουμε, να την αράξουμε μέσα και να μερακλώσουμε. Οι σταθμοί-προπύργια των ειδών δεν με χαλάνε καθόλου, καθώς άμα θες ν' ακούσεις Mano Negra θα πας Στο Κόκκινο 105,5 ή στο Cosmos κι άμα πάλι γουστάρεις Μαργαρίτη ή Σούκα, στο Ντέρτι. Αν και ο συγχωρεμένος ο Ηλίας Κατσούλης είχε αποκαλέσει... Dirty τον εν λόγω σταθμό. Τα δελτία τύπου των εταιρειών και τα προδιαγραμμένα σουξέ δεν θα πρέπει να μας ξενίζουν. Ανέκαθεν συνέβαινε αυτό. Θυμάμαι τον άλλο μακαρίτη, τον Μάνο Ξυδούς, ο οποίος μου έλεγε πως έτρεχε στις ντισκοτέκ των αρχών του ΄80 για να μοιράσει στους Djs τα promo βινυλιάκια των σουξέ, έστω της ποπ-ροκ σκηνής, της εποχής εκείνης. Το play-list είναι βλαβερό απ' τη στιγμή που παίζονται οικονομικά συμφέροντα. Ίδια κατάσταση με τα εξώφυλλα των περιοδικών, που τα έπαιρναν από τις εταιρείες για να προμοτάρουν συγκεκριμένους καλλιτέχνες. Και βλάκας να ήσουν, μπορούσες να το καταλάβεις αυτό! Το είδος του ραδιοφώνου που με εκφράζει απόλυτα είναι πια είδος που εξαφανίστηκε και αναφέρομαι στο Τρίτο Πρόγραμμα εποχής Χατζιδάκι. Που αλλού θ' άκουγες παραγωγούς από την Καραΐνδρου και την Πλάτωνος μέχρι τον Κουρουπό και τον Πουλικάκο; Γι' αυτό, όσο κι αν σου φαίνεται περίεργο, δεν ακούω καθόλου σχεδόν ραδιόφωνο, εξ ου και δε γνωρίζω πολλά καινούργια “φρούτα” που βγαίνουν. Στις δικές μου εκπομπές, τώρα, πρώτα στο “Κόκκινο 105,5” και μετά στο “Κανάλι 1” του Πειραιά, διατήρησα έναν θρηνητικό, ας μου επιτραπεί η έκφραση, τόνο. Προτίμησα εκπομπές ποίησης μετά μουσικής ή το αντίστροφο και αφιερώματα σε καλλιτέχνες που αγαπώ. Το τσακίρ κέφι από τα ερτζιανά το σέβομαι, αλλά δεν με αφορά, καθώς δεν είμαι έτσι και εκ φύσεως… Και το σημαντικότερο ήταν που πρωτίστως ευχαριστιόμουν εγώ ο ίδιος τις εκπομπές μου. Κρατάω ως πιο ευχάριστες μνήμες ένα αφιέρωμα στον Μάνο Χατζιδάκι πού 'χα κάνει στο “Κόκκινο 105,5” με καλεσμένο τον Κούνδουρο, το οποίο ζητήθηκε πάλι τόσο πολύ απ' τους ακροατές, ώστε παίχτηκε κονσέρβα τουλάχιστον πέντε φορές ακόμη. Όπως επίσης και μια εκπομπή διαμαρτυρίας στο “Κανάλι 1” του Πειραιά για τα Δεκεμβριανά του 2008, όπου έβγαλα τηλεφωνικώς στον αέρα δεκάδες καλλιτέχνες για να πάρουν θέση προφανώς καταγγελτική, από τον Θανάση Παπακωνσταντίνου μέχρι τη Μαρία Φαραντούρη. Μεγάλο θράσος εκ μέρους μου, τώρα που το σκέφτομαι, λες κι ήμουν ακόμη στο “Κόκκινο” κι όχι στο “Κανάλι 1”-!

Στις δικές σου μουσικές ραδιοφωνικές εκπομπές, κυριαρχούν τα προσωπικά σου ακούσματα κι οι αγάπες σε είδη, τραγούδια και καλλιτέχνες. Προτιμάς μια τέτοια, ακραιφνώς προσωπική εκπομπή, από το να επέλεγες να έπαιζες το καλύτερο από ότι νέο, αλλά και παλιότερο, από όλα τα είδη του ελληνικού τραγουδιού, ακόμα κι απ’ αυτά που δεν αποτελούν τα προσωπικά σου ακούσματα;
Αντ. Μπ.: Ήδη εξήγησα ότι προτιμώ σαφώς το πρώτο. Όπως δε μπορώ να κάνω ντοκιμαντέρ κατά παραγγελία, το ίδιο συμβαίνει και με το ραδιόφωνο. Δεν δύναμαι και δε θέλω να παίξω κομμάτια που δε συμβαδίζουν με την αισθητική μου. Κάποιες σπάνιες φορές που κόλλησα με κάτι καινούργιο, προσπάθησα να το προωθήσω, κοινώς να το μοιραστώ και μ' άλλους. Μετά, πάλι στα δικά μου. Εξαρτάται, ωστόσο, απ' το τι εκπομπές σου ανατίθεται να κάνεις. Ευτυχώς μέχρι τώρα, τόσο στο “Κόκκινο 105,5”, όσο και στο “Κανάλι 1”, οι προϊστάμενοι μου έδιναν το εν λευκώ στις επιλογές μου.

Αν, υποθετικά, υπήρχαν τα εχέγγυα, θα αναλάμβανες μια μουσική εκπομπή στην τηλεόραση. Αν ναι, πως θα την φανταζόσουν;
Αντ. Μπ.: Οι ρυθμοί της τηλεόρασης είναι εξοντωτικοί και σίγουρα θα το 'ριχνα στα ψυχοφάρμακα, ξέροντας τον εαυτό μου. Μου προτάθηκε πέρσι απ' τον συνθέτη Βαγγέλη Φάμπα ν' αναλάβω ως παρουσιαστής μία πιλοτική ακόμη εκπομπή μουσικού περιεχομένου, προορισμένη για το Κανάλι της Βουλής. Τη φανταστήκαμε ότι θα έδινε βήμα σε παροπλισμένους από τα ΜΜΕ έντεχνους συνθέτες και νέους δημιουργούς. Καλή η ιδέα, αλλά ακόμη δεν υλοποιήθηκε, διότι προέχουν άλλα πράγματα αυτή τη στιγμή. Γενικώς, δεν την πολυγουστάρω την τηλεόραση, γιατί απαιτεί κυριολεκτικά το αίμα σου. Απορώ, αυτή η Τσουκαλά, πού 'χω πάει δυο φορές στην εκπομπή της κι έχω δει πως δουλεύουν, πως και δεν έχει κατεβάσει ρολά ακόμη...Θα μου πεις, το χρήμα που παίζει στην TV δεν έχει καμία σχέση μ' αυτό των μουσικών εντύπων. Υπό αυτή την έννοια και μόνο, ίσως να το σκεφτόμουν καλύτερα.

Γεννήθηκες στον Πειραιά, είσαι Πειραιώτης. Θα περίμενα να είχες βιωματική σχέση με το λαϊκό τραγούδι, γιατί, ακουστική σχέση, όσοι υπηρετούμε την μουσική δημοσιογραφία, έχουμε με περισσότερα τους ενός είδη. Εσύ όμως είσαι αλλού! Πως συνέβη αυτό;
Αν. Μπ.
: Κοίταξε, έχω πατέρα ογδοντάχρονο και πολύ καλό παίχτη τρίχορδου μπουζουκιού. Ο δε παππούς μου υπήρξε περίφημος αμανετζής δίπλα στον Σωφρονίου. Όταν, λοιπόν, μεγαλώνεις σ' ένα σπίτι, που απ' το πρωί ως το βράδυ ακούς “Το πλοίο θα σαλπάρει” ή “Σκύλα μ' έκανες και λιώνω”, λογικό είναι να στραφείς αλλού. Αν θες, μια ψυχολογική κατάσταση, με απομάκρυνε απ' το είδος. Όχι βέβαια ότι το σνομπάρω ή δεν ενημερώνομαι, ακόμη και ιστορικά, γι' αυτό. Ο μεγάλος μου αδερφός, επίσης, ολημερίς άκουγε “Πάγωσε η τσιμινιέρα” και Νταλάρα. Τ' άκουσα μια, τ' άκουσα δυο, τα εμπέδωσα, αλλά ως εκεί! Ύστερα ήρθε το κλασικό ροκ, αργότερα το πιο ψαγμένο, λιγότερο η τζαζ και πιο μετά ο Χατζιδάκις, που μόνο τις διασκευές του στα ρεμπέτικα, άντε και την “Αθανασία”, άκουγαν οι δικοί μου. Για να είμαι ειλικρινής, επειδή δεν είχα και τα πιο ευτυχισμένα παιδικά χρόνια, την “έκανα” γι' αλλού και από μουσικής άποψης, τόσο απλά.

«Άσματα και Μιάσματα», το μπλογκ σου. Πως προέκυψε ο τίτλος και ποιος είναι ο στόχος του κι η ουσιαστική του ταυτότητα;
 Αντ. Μπ.: Ο τίτλος δεν είναι δικός μου. Τον “έκλεψα” αυθαίρετα από τον Βαγγέλη Βέκιο, που σκόπευε να ονομάσει έτσι τη δική του εκπομπή στο “Κόκκινο 105,5” κι όταν αυτό δεν έγινε, μου έκανε...πάσα το όνομα για τη δική μου. Η οποία όμως ήδη είχε ονομαστεί “Σαν παλιό βινύλιο”, οπότε κράτησα το, κατά τη γνώμη μου, πολύ ταιριαστό με το περιεχόμενο του blog, “Άσματα και Μιάσματα”. Τον πρώτο καιρό, το blog μου ονομαζόταν “Το Παν του Ελαχίστου”, καθώς ασχολιόταν – υποτίθεται – με πιο λιτά πράγματα, που για μένα όμως ήταν ξεχωριστά. Όταν σιγά – σιγά είδα ότι μου έβγαιναν και πιο προσωπικά, πιο ημερολογιακής φύσης πράγματα, σκέφτηκα να του αλλάξω τον τίτλο. Σήμερα, ύστερα από μία τετραετία στο blogging, θα έλεγα ότι το “Άσματα” ανταποκρίνεται στον συχνά αμιγώς μουσικό χαρακτήρα του blog και το “Μιάσματα” σε κάποιες, για πολλούς ακραίες απόψεις μου, οι οποίες ουκ ολίγες φορές έχουν οδηγήσει σε ανταλλαγές σφοδρών...μπινελικίων με τους αναγνώστες μου. Γενικώς, δεν μου αρέσει να προκαλώ, δε μπαίνω ποτέ σχεδόν σε άλλα blogs, δε σχολιάζω, αλλά από ‘κει και πέρα, όποιος θέλει να γίνει ειρωνικός ή προσβλητικός, θα πάρει τη δέουσα απάντηση.

Αναφέρεις, στην προμετωπίδα του μπλογκ σου : το μπλογκ που αγαπά τη μουσική του Μάνου Χατζιδάκι, τη φωνή της Φλέρυς Νταντωνάκη, τις ηλεκτρονικές στέπες της Λένας Πλάτωνος, τη Fata Morgana, τους τροβαδούρους, τις ταινίες της Maya Deren, τη γενιά του WOODSTOCK, την εποχή του Υδροχόου και τους αντιρρησίες κοινών συνειδήσεων. Μπορείς, με μια μόνο φράση, για το καθένα τους, να μου πεις γιατί αγαπάς όλα αυτά;
Αντ. Μπ.
: α. Μάνος Χατζιδάκις = Για μένα, ο πιο σοβαρός διανοούμενος που πέρασε ποτέ απ' αυτόν τον τόπο.
β. Φλέρυ Νταντωνάκη= Ιερή Φωνή και απίστευτη τραγουδιστική τεχνική!
γ. Λένα Πλάτωνος= Η ανθρωποποίηση του απέριττου στην καθημερινότητα και την Τέχνη! Για μένα η Λένα είναι πλέον σοφός γκουρού, ούτε καν φίλη ή συνεργάτιδα.
δ. Fata Morgana (Μαρίζα Κωχ) = Η εδώ και μία δεκαετία γνωριμία μου με τη Μαρίζα περιλαμβάνει πολλά κοινά δημιουργικά πράγματα, από τις κιν/φικές δουλειές μου και τα “πνευματικά δείπνα” στην οικία της, μέχρι το αξέχαστο ταξίδι στην Κίνα το 2009, που την ακολούθησα.
ε. Τροβαδούροι= Τότε που αγόραζα βινύλια καλλιτεχνών όπως η Joan Baez, ο Nick Drake, η Judy Collins κ.α. Απ' αυτούς μου έμεινε η προτίμηση και σε σημερινούς Έλληνες τραγουδοποιούς-τροβαδούρους, που η κιθάρα μοιάζει προέκταση του χεριού τους, όπως συνηθίζω να λέω.
στ΄. Maya Deren= σπουδαία, άγνωστη στον πολύ κόσμο! Τέτοιες ταινίες μου αρέσουν, σαν της Deren, τις οποίες μπορείτε να δείτε και στο you tube, πειραματικές, παιγνιώδεις, σουρεαλιστικές και αβανγκαρντίστικες.
ζ. Γενιά του Woodstock= Κάποιοι άνθρωποι, εξηντάρηδες σήμερα, ορίτζιναλ χίπις, Έλληνες και ξένοι, εδώ και στο εξωτερικό, με τους οποίους συνεννοηθήκαμε και ταξίδεψα νοερά μαζί τους. Μπορώ να σου πω ποιους ακριβώς, αλλά δεν είναι της παρούσης, πιστεύω.
η. Υδροχόοι= Δεν έχω σχέση μεγάλη με τα ζώδια, αλλά οι Υδροχόοι με ελκύουν και έχω παρατηρήσει ότι τα βρίσκουμε πολύ μεταξύ μας. Η Εποχή του Υδροχόου προέκυψε από το αγαπημένο μου “Aquarius” μέσα από το μιούζικαλ “Hair”.
θ. Αντιρρησίες κοινών συνειδήσεων= Οι περιθωριακοί ήρωες μου, γιατί πιστεύω πολύ στο περιθώριο και στις μειονότητες.


Το σίγουρο είναι ότι τα μπλογκ σπάνε το κατεστημένο του δημοσιογραφικού συστήματος, συμβάλλοντας στην πολυφωνία και στον πλουραλισμό (αφού ο καθένας δεν χρειάζεται να έχει “μπάρμπα στην Κορώνη” για να “χωθεί” κάπου και να γράψει τη γνώμη του). Μήπως όμως η ανωνυμογραφία(ιδίως στα σχόλια), το επίπεδο – αρκετές φορές – της “γραφής στο γόνατο”, κι οι εκφράσεις επιπέδου κουβέντας καφενείου, αποτελούν την “αχίλλειο πτέρνα” τους;
Αντ. Μπ.: Μεγάλη κουβέντα σηκώνει αυτό το ερώτημα. Κατ' αρχάς, γιατί να μας ενδιαφέρει η γνώμη του καθενός; Ποια κίνητρα έχει άραγε ο καθένας ώστε να θέλει να καταθέσει τη γνώμη του; Άσε που ισχύει 100% ότι στην Ελλάδα οι γνώμες είναι σαν τις κωλοτρυπίδες, κοινώς ο καθένας έχει κι από μία...Κι αυτό το “να χωθεί”, δεν το καταλαβαίνω. Δηλαδή αν κάποιος έχει σπουδάσει δημοσιογραφία κι απλά ασκεί το επάγγελμα του, πρέπει εκ των υστέρων να χαρακτηρίζεται “χωσιματίας” (λέξη κι αυτή) ή να έχει “μπάρμπα στην Κορώνη”; Μίλησα πριν για πλουραλισμό στο χώρο του ραδιοφώνου, αλλά στο διαδίκτυο επικρατεί μία κατάσταση όπου ο κάθε πικραμένος έχει βήμα και συχνά βγάζει τη χολή του. Όταν, μάλιστα, κρύβεται κάτω κι από ποιητικίζοντα nicknames, το πράγμα μου φέρνει λίγο σε φασισμό. Ωστόσο, πάλι υπάρχουν πολύ ωραία πράγματα στο διαδίκτυο, άνθρωποι με γνώσεις, ήθος και ευαισθησίες, επώνυμοι ή ανώνυμοι του χώρου αυτού. Η “γραφή στο γόνατο” εκφράζει τον κάθε συγγραφέα, αν δεν μας αρέσει, απλά κάνουμε κλικ και πάμε αλλού. Είναι σα να ξεφυλλίζεις ένα περιοδικό, το βρίσκεις κάπως, αδιάφορο ας πούμε, και το παρατάς. Επίσης, αφού εμένα ρωτάς, όπως μιλάω, έτσι γράφω κιόλας. Μακριά από μένα οι ευγένειες και οι αβρότητες, ένας- με το στανιό - υποτιθέμενος “πολιτισμός” μεταξύ ανθρώπων που δε γνωρίζονται και ο καθένας λέει το μακρύ του και το κοντό του.
Άσε που ανέκαθεν με γοήτευαν οι μπρουτάλ χοντροκομμένοι άνθρωποι. Η ανωνυμογραφία, όμως, που λες κι εσύ, και ιδίως στα σχόλια, μάλλον πρέπει να βολεύει την κόμπλα πολλών. Λόγου χάριν, επί δύο χρόνια έμπαινε κάποιος ανώνυμος στο blog μου κι αν δεν έβριζε εμένα, όποτε αναρτούσα τις λίστες των ραδιοφωνικών επιλογών μου, ειρωνευόταν καλλιτέχνες όπως ο Λόλεκ, ο The Boy κι οι Κόρε Ύδρο, αν θυμάμαι καλά. Ήταν τέτοια η κακία στα όρια πια της αρρώστιας αυτού του ανώνυμου ώστε μετά από καιρό ξεσκεπάστηκε. Τελικά, δεν ήταν ανώνυμος, αλλά ανώνυμη, και μάλιστα τραγουδίστρια ενός obscured νέου σχήματος, που τους είχα γράψει και καλή κριτική στο “Δίφωνο”. Μιλάμε για τρελοκομείο...Αυτή, ναι, είναι η “αχίλλειος πτέρνα” των blogs, αν και πάλι, ας μην την χρεώνουμε στην πολυφωνία και τον πλουραλισμό, αλλά στα ψυχολογικά αδιέξοδα του καθενός πνευματικά ανάπηρου. Είπαμε, η μπλογκόσφαιρα είναι ένας μικρόκοσμος κι αυτή ή, αν θες, ένας αντικατοπτρισμός των σύγχρονων κοινωνιών.

 

 
«Δίφωνο». Μια “πονεμένη” πλέον ιστορία για σένα. Ποια ήταν τα θετικά αλλά και τα αρνητικά της εμπειρίας σου;
Αντ. Μπ.: Μόνο θετικά έχω να θυμάμαι απ' τη θητεία μου στο περιοδικό αυτό και 9 χρόνια συνεχούς συνεργασίας δεν τα πετάω για ότι συνέβη εξ αιτίας ενός κερδοσκοπικού, ουσιαστικά άσχετου με τον πολιτισμό, ιδιοκτησιακού καθεστώτος. Παρ' ότι προέρχομαι απ' τον ιστορικό “ΗΧΟ”, όπου έγραφα από το 1999 έως το 2007, το “Δίφωνο” ήταν κυριολεκτικά το δεύτερο “σπίτι” μου και γι' αυτό πήρα μερικές από τις καλύτερες συνεντεύξεις μου. Δυστυχώς, κι εδώ αναφέρομαι στο τελευταίο διάστημα, ποτέ δεν εισακούγονταν οι γνώμες των συντακτών, ούτε γίνονταν meetings, που σε άλλες περιπτώσεις θα προκαλούσε γέλιο η λέξη, για ένα περιοδικό όμως είναι απαραίτητα. Επί μήνες φώναζα μαζί και μ' άλλους συναδέλφους να δοθεί το βάρος σε συλλεκτικά Cds, σαν αυτό της Φλέρυς Νταντωνάκη που το 2007 είχε σχεδόν σώσει το έντυπο από ακόμη μία επικείμενη καταστροφή, και όχι σε φτηνιάρικες συλλογές με προϊόντα του Ομίλου Γιαννίκου. Εμείς τα λέγαμε, εμείς τ' ακούγαμε και εννοείται πως επ' αυτού δεν έφερε καμία ευθύνη η πρώην διευθύντρια και καλή μου φίλη, Μαριάνθη Πελεβάνη. Τώρα, απ' ότι βλέπω, το δίφωνο κυκλοφορεί ως παράρτημα δισκογραφικών εταιρειών σε ότι αφορά τα Cds – προσφορές του. Χαίρομαι που αποχώρησα και δεν το 'χω μετανιώσει καθόλου. Ηρέμησα, μπορώ να σου πω.

Και μια και μιλήσαμε για το «Δίφωνο», ανήκες σ’ αυτούς που αντέδρασαν όταν ο Μιχάλης Χατζηγιάννης μπήκε εξώφυλλό του; Γιατί δεν θα έπρεπε να μπει εξώφυλλο σε ένα μουσικό περιοδικό ο πιο δημοφιλής κι εμπορικός σήμερα Έλληνας τραγουδιστής;
Αντ. Μπ.: Όταν λες “αντέδρασα”, πως το εννοείς; Επειδή έκανα ένα χιουμοριστικό σχόλιο από το blog μου; Δεν είπα πουθενά αλλού κάτι άλλο. Θες την αλήθεια; Θα 'μαι ειλικρινής: χέστηκα αν το “Δίφωνο” των τελευταίων ετών είχε εξώφυλλο τον Χατζηγιάννη ή την “Κυριακούλα πού 'χει τάλιρα και τσιγαριές στη ζούλα”. Εγώ φρόντιζα τα κείμενα μου, τα οποία λόγω φόρτου εργασίας και κυρίως λόγω της ανάθεσης της τελευταίας στιγμής γράφονταν στο πόδι, κι από κει και πέρα με ενδιέφερε να πάρω τα λεφτά μου. Όταν και γι' αυτό πια δώσαμε μάχη, τι ενδιαφέρον πλέον να έχεις για το συγκεκριμένο μέσο; Να φαίνεται το όνομα μου; Όχι, ευχαριστώ, το 'χω ξεπεράσει αυτό και οι λογαριασμοί επείγουν, όπως καταλαβαίνεις. Όμως, επειδή με ρώτησες συγκεκριμένα για τον Χατζηγιάννη, εξακολουθώ να πιστεύω πως ήταν κακή επιλογή. Ο εν λόγω σταρ ας γινόταν εξώφυλλο στη “Σούπερ – Κατερίνα” ή στην “Espresso”, γιατί σώνει και καλά να μπει και στο “Δίφωνο”; Μήπως για να πουλήσει περισσότερο το περιοδικό; Αμ δε σου λέω...Δεν ξέρεις πόσο νοσταλγώ την εποχή του Μιχάλη Κουμπιού στο τιμόνι του περιοδικού και τις αναρχικές επιλογές του. Γιατί, μη μου πεις ότι δεν ειν' αναρχική κίνηση, μεσ' στην παντοδυναμία του life – style, να κάνεις εξώφυλλο τον μουσάτο Μανώλη Πάππο ή την, αναγνωρίσιμη από λίγους, Βάσω Αλαγιάννη!
 
«Μετρονόμος». Το περιοδικό στο οποίο γράφεις τακτικά. Πως προέκυψε η συνεργασία σου και τι νομίζεις ότι είναι αυτό που κάνει το περιοδικό του Θανάση Συλιβού να ξεχωρίζει και να αντέχει σε μια δύσκολη, από κάθε άποψη, εποχή;
Αντ. Μπ.
: Ο “Μετρονόμος” ξεχωρίζει γιατί πάνω απ' όλα είναι έντυπο μερακλίδικο, όπου ο καθένας γράφει γιατί γουστάρει το αντικείμενό του. Μου αρέσει και το ασπρόμαυρο τύπωμά του, έχει κάτι “α λα παλαιά” και μπορούν όλα τα τεύχη του να μπουν στη βιβλιοθήκη. Δεν ξέρω κατά πόσο αντέχει μεσ' στην κρίση, αλλά αν αντέξει, που το εύχομαι ολόψυχα, θα οφείλεται στο ότι δεν πάσχει απ' αυτό που ορίζουμε ως “μετατόπιση” του αναγνωστικού κοινού. Δηλαδή, οι ίδιοι που αγόραζαν το περιοδικό απ' το ξεκίνημα του, οι ίδιοι θα εξακολουθούν να τ' αγοράζουν, να ενημερώνονται και – γιατί όχι; – να μορφώνονται. Γράφω πλέον περιστασιακά στον “Μετρονόμο”, όμως θεωρώ ότι οι συνεντεύξεις της Αρλέτας και της Λιζέτας Καλημέρη, που μου είχε αναθέσει ο Συλιβός, ήταν πραγματικά από τις καλύτερες μου. Τρώει, βέβαια, τα κολλήματά του κι αυτός σε ότι αφορά τα εξώφυλλα του, σχεδόν πάντα όμως με βρίσκουν απόλυτα σύμφωνο. Τώρα που το λες, ακόμη χρωστάω στον Θανάση ένα άρθρο για τα χατζιδακικά “Παράλογα” εν όψει του νέου τεύχους – αφιέρωμα στον Νίκο Γκάτσο και νομίζω πως έχασα το dead – line. Δεν πειράζει, πάμε για το επόμενο τεύχος!
 
Για να μπούμε και λίγο στα χωράφια του ελληνικού τραγουδιού, πολλά σύνορα και συρματοπλέγματα βλέπω. Διαχωρισμοί κι αναθέματα που μετατρέπουν το τραγούδι σε γήπεδο. Γιατί τόσος φανατισμός, για κάτι που δεν είναι ούτε κόμμα, ούτε θρησκεία, αλλά τέχνη; Πρέπει πάντα “να φιλοσοφούμε ή να μελαγχολούμε”; Δεν χρειάζονται και “τα αστεία, τα ανέκδοτα, ο χορός και το κέφι” στη ζωή και το τραγούδι μας;
Αντ. Μπ.: Τι να σου πω, επίσης μεγάλη συζήτηση σηκώνει το θέμα αυτό. Εξαρτάται τι εννοείς “αστεία και ανέκδοτα” στο τραγούδι, γιατί το “κέφι και χορός” τα καταλαβαίνω. Το “Je t' aime” δηλαδή της Πάνια που τα Cd του έφευγαν με τις κούτες απ' τα δισκάδικα; Την, πραγματικά αστεία, Έφη Θώδη στα ξενόγλωσσα κάλαντα; Θα σου απαντήσω αλλιώς: Μου έλεγε μία φίλη μου, σπουδαία ποιήτρια, η οποία είχε την τύχη να είναι και πολύ ωραία γυναίκα στα νιάτα της, ότι έχασε κάθε ερωτική διάθεση για έναν άνδρα που ποθούσε, όταν αυτός έσκυψε στ' αυτί της και της τραγούδησε Βοσκόπουλο! Πιστεύω, λοιπόν, πως το γούστο στο τραγούδι έχει να κάνει με μια παιδεία ευρύτερη. Είναι άλλο πράγμα η διασκέδαση και άλλο η ψυχαγωγία, η αγωγή της ψυχής δηλαδή. Και μένα μου αρέσουν τα αστεία και τα ανέκδοτα και πρωτοστατώ κιόλας σ' αυτά, αλλά μου αρέσει εξίσου η μελαγχολία και η μοναξιά, η μοναχικότητα. Την καταβρίσκω, ας πούμε, με ένα άκρως καταθλιπτικό παλιό άλμπουμ των Spooky Tooth με τον Pierre Henry ή τη “Μουσική δωματίων” της Σαβίνας Γιαννάτου κι αυτά τ' ακούσματα θεωρώ προσωπική μου διασκέδαση. Ο άλλος μπορεί να θέλει ν' ακούει στις ιδιωτικές στιγμές του “Ανέβα στο τραπέζι μου, κούκλα μου γλυκιά”, ξέρω ‘γω, δικαίωμα του. Πάντως, από πολύ νεαρή ηλικία απέφευγα την εξωστρέφεια στο πεδίο της μουσικής και της τέχνης γενικότερα. Καθαρά υποκειμενική υπόθεση δηλαδή.

Και να το δούμε κι αλλιώς. Δεν υπάρχει μια αισθητική και μια κουλτούρα. Μπορεί να υπάρχει μια κυρίαρχη, ανά εποχή – και το πώς είναι μια άλλη μεγάλη κουβέντα – αλλά πάντως όχι μία. Άλλο είδος τραγουδιού μπορεί να αγγίζει εμένα κι άλλο εσένα. Γεννήθηκα σε λαϊκή γειτονιά της Β’ Πειραιά, αλλά σπούδασα στο πανεπιστήμιο, διάβασα αλλά και κυκλοφόρησα στη νύχτα κι ήμουν πάντα παρατηρητικός. Όσον αφορά το τραγούδι, πήγαινα - έφηβος και νεαρός - για παράδειγμα, και σε συναυλίες του Θεοδωράκη, του Μικρούτσικου, του Νταλάρα και του Β. Παπακωνσταντίνου, αλλά και στον Διονυσίου στα «Δειλινά», στον Μαργαρίτη, μέχρι και στον Τσετίνη, όταν εμφανιζόταν στην Τρούμπα στα μέσα της δεκαετίας του ’80. Κι έβλεπα ότι, τραγούδια που άλλους τους αηδίαζαν άλλους τους συγκλόνιζαν! Μήπως πρέπει να τα σεβόμαστε όλα αυτά και να τα κρίνουμε στα μέτρα τους και με βάση σε ποιους απευθύνονται κι όχι μέσα από το προσωπικό μας πρίσμα και την προσωπική μας αισθητική που, πολλές φορές, την θεωρούμε – κι είναι επικίνδυνο νομίζω αυτό – ανώτερη;
Αντ. Μπ.: Άλλο το να μη σ' αρέσει κάτι, διότι δεν με υποχρεώνει κανένας σε νυχτοπερπατήματα στην Παραλιακή, και άλλο να το κριτικάρεις ενδεχομένως κομπλεξικά. Στις συναυλίες των καλλιτεχνών που λες, παρ' ότι μικρότερος σου ηλικιακά, πήγαινα κι εγώ. Τα “Δειλινά”, όμως, ακόμη κι ο Τσετίνης ή ο Μαργαρίτης, δεν έχουν μεγάλη σχέση με το σημερινό σκυλολόι της κακιάς ώρας. Θες ονόματα τώρα; Ας τ' αφήσουμε καλύτερα...Δε μπορώ όμως να σέβομαι κάτι επειδή αρέσει στη μάζα. Η μάζα ειν' αυτή που με τον ωχαδερφισμό και την αμορφωσιά της μας έφερε σε μια γενικότερη πολιτιστική έκπτωση και γι' αυτό πιστεύω πως δε σηκώνει αντίστοιχη έκπτωση στην αισθητική του καθενός μας. Επικίνδυνα, λοιπόν, δεν είναι τα ενδεχόμενα σύνδρομα “ανωτερότητας” ή ο σνομπισμός μας έναντι του κακού γούστου, αφού σίγουρα αποτελούμε μειοψηφία και γινόμαστε συχνά γραφικοί.
Δε φταίω εγώ αν ένας 17χρονος σήμερα δεν ξέρει ποιοι είναι ο Γκαϊφύλλιας κι ο Ξυλούρης. Να ρωτηθούν οι γονείς του, που δεν είδαν τίποτα σ' αυτή τη ζωή “μέσα από το προσωπικό τους πρίσμα”, που λες κι εσύ. Τέλος, κι εδώ θα γίνω ακραίος, δε μπορώ να πιστέψω πως ένας άνθρωπος που δουλεύει σαν το σκυλί για να τα σπάσει ένα σαββατόβραδο, ανήκει σ' αυτούς που θα διαβάσουν ένα καλό βιβλίο ή θα πάνε σ' ένα καλό θέατρο. Στατιστικά μιλάω και βάσει των ανθρώπων που περιβάλλουν εμένα όλα αυτά τα χρόνια. Ειλικρινά το έχω βαρεθεί το θέμα αυτό και το βρίσκω συνέχεια μπροστά μου. Ουφ, ας κάνει κι εδώ ο καθένας ότι του γουστάρει στην τελική...


Κι υπάρχει και μια άλλη διάσταση, το προσωπικό μας γούστο, οι συμπάθειες κι οι αντιπάθειές μας. Επηρεάζει τη γραφή ενός δημοσιογράφου όσον αφορά την αντικειμενικότητά του και το γεγονός ότι απευθύνεται σ’ ένα ποικίλο κοινό αναγνωστών-ακροατών και θα πρέπει να είναι όσο το δυνατόν ουδέτερος; Έχεις πιάσει δηλαδή τον εαυτό σου με τις “συμπάθειές” σου να είσαι επιεικής και με τις “αντιπάθειές” σου αυστηρός;
Αντ. Μπ.: Ωραίο ερώτημα! Υπάρχει αυτό που λες και το 'χω γράψει κι εγώ στο blog. Με την Πλάτωνος, ας πούμε, και τον πρόσφατο Καβάφη της που χτυπήθηκε από την πλειοψηφία των δημοσιογράφων, εγώ δε μπορώ να είμαι αντικειμενικός. Έζησα το έργο απ' την πρώτη στιγμή της “γέννησής” του, άκουσα τα τραγούδια σε πρώτη παγκόσμια, πως μπορώ λοιπόν να πείσω τον “έξω κόσμο”, το ακροατήριο, για το αριστουργηματικόν της υπόθεσης; Πολύ σωστά, λοιπόν, έκανα πάσα το cd σε άλλο συνάδελφο να γράψει την κριτική του στο “Δίφωνο”, χωρίς μάλιστα να ζητήσω εκ των προτέρων την κρίση του. Απ' την άλλη, και αναφέρομαι πιο πολύ στο blog, ξαναλέω ότι είναι εμμονικός ο χαρακτήρας του. Μου αρέσουν δηλαδή συγκεκριμένοι καλλιτέχνες, χαίρομαι να ανακαλύπτω καινούργιους και να τους στηρίζω και αυτό ειν' όλο. Σε ένα περιοδικό ευρείας κυκλοφορίας, όμως, εκτίθεσαι. Μπορεί να βγει κάποιος κακοπροαίρετος και να σου πει ότι “τα παίρνεις” (εδώ γελάνε)! Να σ' το πω και κάπως αλλιώς, καλώς ή κακώς υπάρχουν δημοσιογράφοι ταυτισμένοι με συγκεκριμένους καλλιτέχνες. Άλλος δηλαδή γράφει συνήθως για “έντεχνους”, άλλος για “λαϊκούς” και άλλος για “ροκάδες”. Αφήνω κατά μέρος τα έντυπα και σου λέω ειλικρινά ότι ο μόνος λόγος για τον οποίο στενοχωρήθηκα που μου έκοψαν την εκπομπή μου στο ραδιόφωνο ήταν γιατί χάθηκε ένα βήμα, έστω πολύ μικρής εμβέλειας, για νέα παιδιά με ταλέντο που δεν έχουν αποκτήσει φήμη και ως εκ τούτου τρώνε πόρτα από τα ΜΜΕ. Επιεικής, ωστόσο, δεν είμαι με τις συμπάθειες μου, ούτε αυστηρός με τις “αντιπάθειες” μου. Κατ' αρχάς, πως να σου είναι συμπαθής ή αντιπαθής κάποιος αν δεν τον γνωρίζεις προσωπικά κι έχεις ακούσει μόνο τη δουλειά του; Θα πρέπει να 'σαι και γαμώ τις κομπλεξάρες! Για παράδειγμα, έγραψα κάποτε αρνητική κριτική στον “ΗΧΟ” για το cd ενός καλού φίλου κι αυτός δε μου μιλούσε για δυο χρόνια μετά! Όπως επίσης, η τραγουδίστρια που έμπαινε στο blog κι έβριζε, το έκανε παρ' όλη την καλή κριτική πού 'χε διαβάσει εκ μέρους μου. Στο blog μου, όμως, απ' τη στιγμή που δεν είναι επαγγελματικό και γράφω από μένα για μένα, δεν επιτρέπω σε κανέναν να κριτικάρει με κακόβουλο τρόπο τις επιλογές μου. Τελεία και παύλα!

Οι δηλώσεις ή το πώς συμπεριφέρεται ένας καλλιτέχνης σε επηρεάζει κι ως προς την πρόσληψη του έργου του; ‘Η διαχωρίζεις τον άνθρωπο από τον καλλιτέχνη; Να δώσω δυο, διαφορετικά, παραδείγματα, ο Σαλβαντόρ Νταλί ήταν φιλοφρανκικός, σε εμποδίζει αυτή του η πολιτική τοποθέτηση από το να σε μαγέψει ένας ονειρικός πίνακάς του; Ή, ο Άκης Πάνου, δολοφόνησε άνθρωπο, αφαίρεσε ανθρώπινη ζωή, σε ενοχλεί αυτό στο να απολαύσεις ένα σπουδαίο τραγούδι του;
Αντ. Μπ.: Όχι, δεν μ' ενοχλεί. Μου αρέσουν ακόμη ο “Μπάλλος” και το “Βρώμικο ψωμί”, ασχέτως αν ο δημιουργός τους κυριολεκτικά αυτοπυρπολείται δημοσία θέα. Και για να γίνω πιο σαφής, μπορεί να βρήκα άσχημες τις πρόσφατες δηλώσεις του Σαββόπουλου για τους μετανάστες και τους ναρκομανείς, δεν είμαι όμως εμπαθής, ώστε ν' ακυρώσω τα αριστουργηματικά έργα του. Και ποιος ειμ' εγώ να το κάνω αυτό, δηλαδή; Δέχομαι επίσης ότι ο εκάστοτε ιδιαίτερος καλλιτέχνης είναι σίγουρα κι ένας ιδιαίτερος άνθρωπος με τα καλά και τα στραβά του, τις αναποδιές, τις μιζέριες του, το θράσος του και τη μόνιμα παρεμβατική διάθεση του για τα κοινά. Ευκαιρία να πω εδώ ότι δεν φταίνε αποκλειστικά οι καλλιτέχνες που μας απογοητεύουν όλο και περισσότερο τελευταία με τις δηλώσεις τους. Φταίνε κι οι δημοσιογράφοι, ιδίως της τηλεόρασης, που για ότι γίνεται στην Ελλάδα, από τις δολοφονίες στο κέντρο της Αθήνας μέχρι την αύξηση των τιμών, στρέφονται σ' αυτούς σα να 'ναι παιχνιδάκια προς κούρδισμα. Γιατί ο καλλιτέχνης πρέπει να βγαίνει και να μιλάει επί παντός επιστητού; Γιατί την Ελένη Καραΐνδρου π.χ. τη βλέπουμε σπανιότατα στο γυαλί; Δεν έχει άποψη η Καραΐνδρου; Έχει, αλλά την κρατάει για τον εαυτό της και στους υπόλοιπους μιλάει με το έργο της. Ξέρεις τι μου λείπει; Ο Χατζιδάκις που έστελνε μία επιστολή στον Τύπο όποτε ήθελε να μιλήσει και καθάριζε για όλους τους σκεπτόμενους πολίτες αυτού του τόπου.

Είναι κι ένα τοπίο με κυρίαρχους μύθους το ελληνικό τραγούδι, συνθετών (Θεοδωράκης - Χατζιδάκις) και τραγουδιστών (Καζαντζίδης - Μπιθικώτσης). Κάνοντας όμως μια έρευνα, για το TOP – 10 των δίσκων με τις υψηλότερες πωλήσεις της ελληνικής δισκογραφίας, διαπίστωσα – αν εξαιρέσω το εθνικής εμβέλειας «ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ» - ότι κι οι 4 απουσίαζαν! Πρώτος είναι ο Πλέσσας με το «Δρόμο». Κι όμως σε κάθε συνέντευξη που θα διαβάσω, όλων, μα όλων, αγαπημένοι είναι ο Θεοδωράκης κι ο Χατζιδάκις, με τα τραγούδια τους λένε πως μεγάλωσαν! Είναι σπουδαίοι, ναι, αλλά κανείς δεν μεγάλωσε, για παράδειγμα, και με τα – εξίσου δημοφιλή κι αγαπητά – τραγούδια του Πλέσσα, του Χατζηνάσιου και του Σπανού; Γιατί δεν το λέμε; Και γιατί άλλα δείχνουν οι αριθμοί; Εσύ πιστεύεις στους 4 αυτούς μύθους ή έχεις τη δική σου μυθολογία;
Αντ. Μπ.: Αυτό πάλι δεν το καταλαβαίνω. Δηλαδή, επειδή η χούντα έκανε κλύσμα τον Πουλόπουλο με τα όντως κοσμαγάπητα τραγούδια του Πλέσσα, εγώ θα πρέπει να τ' αναφέρω; Τι με νοιάζει αν ο “Δρόμος” πούλησε τα περισσότερα αντίτυπα στην ιστορία της δισκογραφίας; Εδώ μιλάμε για γούστο, όχι για έρευνα – καταγραφή στο ελληνικό τραγούδι. Και να 'σαι σίγουρος, αν μεγάλωνα με Πλέσσα, Χατζηνάσιο ή Σπανό, που – εννοείται – αναγνωρίζω τη συμβολή τους, δεν θα είχα πρόβλημα να τους αναφέρω. Γενικά, δεν επηρεάζουν οι αριθμοί των πωλήσεων την αισθητική μου, μη σου πω το αντίθετο κιόλας. Δεν ξέρω, τέλος, αν είναι θέμα “Μύθων”, το τελευταίο που ρωτάς, αλλά σίγουρα εκτιμώ πολύ περισσότερο τους Χατζιδάκι – Θεοδωράκη για πολλούς λόγους. Για το δίδυμο “Μπιθικώτσης – Καζαντζίδης”, δεν έχω άποψη, μου αρέσουν εξίσου με τον Πάνο Γαβαλά και τους ακούω όλους το ίδιο περιστασιακά.

Νταλάρας, Πάριος, Αλεξίου. Οι τρεις(ακριβώς με τη σειρά που τους παραθέτω και με τη σειρά που – νομίζω, όχι τυχαία - τους παράθεσε  ο Τζίμης Πανούσης στο ομώνυμο τραγούδι του το 1985) πιο εμπορικοί τραγουδιστές στην ιστορία του ελληνικού τραγουδιού(με βάση τις πωλήσεις των χρυσών και πλατινένιων δίσκων τους). Κι όχι μόνο αυτό βέβαια, αλλά και σπουδαίες φωνές, με ρεπερτόριο, που κυριάρχησαν τις τελευταίες 4 δεκαετίες και τις χαρακτήρισαν. Αγαπήθηκαν πολύ κι από την συντριπτική πλειοψηφία, αλλά κι αμφισβητήθηκαν έντονα τα τελευταία χρόνια. Είναι θύματα πατροκτονίας – μια κι όλοι αμφισβητούμε τους πατεράδες μας κι οι νέοι τους μεγαλύτερους – ή της μεγάλης δημοφιλίας και της εμπορικότητάς τους; Θα ήθελα μια συνολική τοποθέτησή σου για τα 3 αυτά ιστορικά ονόματα.
Αντ. Μπ.: Κοίταξε, δεν είμαι 20 ετών. Κοντεύω τα 40 και από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου θυμάμαι και τους τρεις καλλιτέχνες που αναφέρεις. Προσωπικά, ακόμη δεν τους έχω στήσει στον τοίχο. Το τελευταίο cd του Νταλάρα το βρήκα αδιάφορο, ενώ της Αλεξίου μού άρεσε. Τον δε Πάριο τον έχω χάσει ή μάλλον ποτέ δε συναντηθήκαμε. Δε με συγκινεί η ερμηνεία του και θεωρώ ότι ρεπερτοριακά έχει ξεπέσει πολύ. Σίγουρα αυτοί οι άνθρωποι, όταν επί τόσες δεκαετίες είναι στο προσκήνιο, αρνούνται να αποδεχτούν το ενδεχόμενο καλλιτεχνικό τέλος και συχνά κοιτάνε, ως ευφυείς πάνω απ' όλα, να αγκιστρωθούν στη νέα γενιά. Θα ήμουν ψεύτης αν σου έλεγα ότι δεν τους ακούω, αφού πρόσφατα ξανάκουσα το “Ηλιοσκόπιο” του Κουγιουμτζή με τον Νταλάρα, τους έχω όμως κατατάξει κάπως ... μουσειακούς. Τι έκπληξη να περιμένεις από τόσο χορτασμένους καλλιτέχνες, όσο κι αν κάποιοι τους λένε “αχόρταγους”; Σίγουρα, πάντως, αν μου έκανες τη μπανάλ ερώτηση ποιους δίσκους θα έπαιρνα μαζί μου σε ένα ερημονήσι, αυτοί δε θα ήταν ούτε του Νταλάρα, ούτε της Αλεξίου και ούτε κατά διάνοια του Πάριου.

Η “άλλη πλευρά του τραγουδιού” : Βίσση, Βανδή, Θεοδωρίδου, Ρουβάς, Χατζηγιάννης, Μαζωνάκης, Ρέμος, Πλούταρχος, Βέρτης κ.ά. Εξίσου εμπορικά και δημοφιλή ονόματα, μερικά από αυτά μέσα στο TOP -10 των μεγαλύτερων πωλήσεων της ελληνικής δισκογραφίας. Η δική σου ματιά κι οπτική βρίσκει κάτι το θετικό καλλιτεχνικά στους τραγουδιστές της “άλλης πλευράς”; Αν , ας πούμε, κάποια στιγμή, εξαφανίζονταν από το ελληνικό μουσικό τοπίο, θα σου έλειπε κάτι από όλους αυτούς;
Αντ. Μπ.: Δεν θα μου έλειπε τίποτα, αφού τους θεωρώ “πάρ' τον έναν και χτύπα τον άλλον”... Ας υπάρχουν, όμως, γιατί αν μη τι άλλο, η άνοδος και η πτώση τους μοιάζει με σημεία των καιρών μας. Μα, τώρα, μην τρελαθούμε, δε μπορεί να 'σαι φαν και της Βανδή και του Αγγελάκα, πως να το κάνουμε δηλαδή; Θα πρέπει να ‘σαι διχασμένη προσωπικότητα. Η μία πλουτίζει κι ο άλλος ματώνει. Μπορεί όλοι αυτοί που λες να είναι και καλής πάστας άνθρωποι, αλλά με αφήνει παγερά αδιάφορο η παρουσία τους στο καταταλαιπωρημένο ελληνικό τραγούδι.

Τραγουδοποιοί. Η Στέλλα Βλαχογιάννη έχει μιλήσει για τη «λαίλαπα των τραγουδοποιών». Πραγματικά βλέπω αρκετούς, με μια κιθάρα, δυο ακόρντα κι όχι πάντα συμπαθή φωνή, να κάνουν καριέρα τραγουδιστή, με ό,τι αυτό συνεπάγεται, γιατί είναι κάτι το εντελώς διαφορετικό αν ήταν μόνο συνθέτες – δημιουργοί. Αν το τραγούδι παραμένει η τέχνη της φωνής, που θέλει τον συνθέτη του και τον τραγουδιστή του(κάτι θα ήξεραν ο Άκης Πάνου κι ο Κουγιουμτζής που δεν τα είπαν οι ίδιοι τα τραγούδια τους αλλά τα έδωσαν στις μεγαλύτερες φωνές) μήπως – χωρίς φυσικά να απαγορεύσουμε σε κάποιον να λέει και τα τραγούδια του – θα πρέπει να ξαναβρούμε το μέτρο;
Αντ. Μπ.: Θα μου επιτρέψεις να διαφωνήσω και με τον Άκη Πάνου και με τη Στέλλα. Τη θυμάμαι αυτή την κριτική της Στέλλας, αλλά γιατί όποιος ερμηνεύει τα τραγούδια του να στοχεύει αναγκαστικά και στην καριέρα του ως τραγουδιστής; Δικά του είναι τα τραγούδια, τους βάζει φωτιά και τα καίει στην τελική. Συγνώμη, δηλαδή, αλλά που είναι η ένσταση μας; Να μην ακούμε τις άτεχνες ακατέργαστες φωνές των τροβαδούρων μας ή να μη μείνουν άνεργοι ο Νταλάρας και η Αλεξίου; Το τραγούδι δεν απαιτεί “φωνή”, αλλά “ψυχή”. Γιατί υπάρχει κι η άποψη του Δήμου Μούτση που όταν ο Νταλάρας τραγούδησε το “Μια φυσαρμόνικα που κλαίει”, βγήκε και είπε “Ρε παιδιά, μόνο εγώ μπορώ να το πω καλά το τραγούδι αυτό”! Και σαφώς είχε δίκιο! Ο Άκης Πάνου, επίσης, δεν ήταν τραγουδοποιός με τη σημερινή έννοια του όρου, αλλά λαϊκός συνθέτης που τραγουδήθηκε από πολύ μεγάλες φωνές. Πάρε ακόμη τις επανεκτελέσεις των τραγουδιών του Σαββόπουλου. Με εξαίρεση την Κωχ στα 70s, κανένας μέχρι σήμερα δε μπόρεσε να φτάσει την ερμηνεία του Νιόνιου στα τραγούδια του. Άρα δεν έχουμε χάσει κανένα μέτρο, κατά τη γνώμη μου… Δεν παρατηρείς κι εσύ ότι τα ρεύματα στην ελληνική μουσική έρχονται και παρέρχονται; Το κίνημα των τραγουδοποιών, που λέει η Στέλλα, και προτιμώ τη λέξη “κίνημα” απ' τη “λαίλαπα”, άνθισε κυρίως στη δεκαετία του 1990 με τον Μάλαμα, τον Θαλασσινό, τον Περίδη, τον Ιωαννίδη και πολλούς άλλους. Πλέον έχει ξεφουσκώσει τελείως και το μόνο που έγινε ήταν να μείνουν πέντε – δέκα καλά τραγούδια, τα οποία επίσης μας έγιναν κλύσμα απ' τα “έντεχνα” ραδιόφωνα, σαν και τον “Δρόμο” του Πλέσσα που λέγαμε πριν.
Λόγου χάριν, μόνο διασωληνωμένος και σε καταστολή μπορώ ν' ακούσω πλέον τα “Σμυρναίικα τραγούδια” ή τη “Φωτοβολίδα” , δύο αντικειμενικά πολύ καλά, αλλά και “καμένα”, λόγω υπερπροβολής, τραγούδια. Έπειτα, ακριβώς αυτή η αποθέωση του Τραγουδιστή – Ερμηνευτή οδήγησε τη δισκογραφία σε μία κατάσταση ολίγον σούπερ – μάρκετ με πολυσυλλεκτικούς, άχρωμους και άγευστους, δίσκους. Όλοι, στιχουργοί, συνθέτες και εταιρείες, στην υπηρεσία του Ερμηνευτή, δηλαδή της Κότας με τα Χρυσά Αυγά. Δεν υποτιμώ καθόλου τους ερμηνευτές και χαίρομαι όταν βλέπω ότι σε πείσμα των καιρών γίνονται ακόμη δίσκοι παρεΐστικοι με έναν συνθέτη, έναν στιχουργό και έναν τραγουδιστή. Είναι άλλο ο τραγουδοποιός, άλλο ο συνθέτης και άλλο ο τραγουδιστής. Οι δύο τελευταίοι μπορούν να τα βρουν καλύτερα μεταξύ τους.


Ελληνικό ροκ. Υπάρχει; Αγγλόφωνο ή ελληνόφωνο; Βασίλης Παπακωνσταντίνου, «βασιλιάς του ελληνικού ροκ» αλλά κι αρκετά κατηγορούμενος για ζημιογόνο (λόγω της μεγάλης δημοφιλίας του που επηρεάζει και παρασύρει) στασιμότητα κι αμφισβητούμενος. Μόνικα. Ποια είναι η αίσθησή σου για την ελληνική ηλεκτρική σκηνή;
Αντ. Μπ.: Ρε συ Τάσο, εσύ είσαι πιο παλιομοδίτης από μένα, μου φαίνεται. Που το θυμήθηκες το "Βασιλιάς του ελληνικού ροκ" για τον Παπακωνσταντίνου; Στα 80s ζούμε; Λοιπόν, αφού τους αναφέρεις, σου λέω τη γνώμη μου: η αναμφισβήτητα μεγάλη φωνή του Παπακωνσταντίνου ακόμη καλά κρατεί, χωρίς να μπορώ να πω το ίδιο και για το ρεπερτόριό του. Προσπάθησε να κάνει κι αυτός έναν πολυσυλλεκτικό δίσκο πριν μερικά χρόνια με Κραουνάκη, Ζιώγαλα, Ανδρέου μέσα, αλλά δεν του "βγήκε", αποδεικνύοντας πως η εποχή της "Διαίρεσης" και του "Φοβάμαι" είχε περάσει ανεπιστρεπτί. Νομίζω πως αν αμφισβητείται σήμερα ο Παπακωνσταντίνου ως "βασιλιάς του ελληνικού ροκ", έστω τέως "βασιλιάς", οφείλεται στο ότι ποτέ δεν υπήρξε αντεργκράουντ καλλιτέχνης με την έννοια που γνωρίσαμε το αντεργκράουντ απ' τους συγχρόνους του, τον Σιδηρόπουλο και τον Άσιμο. Το "βασιλιάς του ροκ", που σαν έκφραση θα μου επιτρέψεις να το χαρακτηρίσω ολίγον κιτς, δεν το ορίζουν οι πωλήσεις, ούτε οι υστερίες του κοινού, αλλά η ευρύτερη στάση ζωής ενός καλλιτέχνη. Και ο Παπακωνσταντίνου δεν είχε σχέση με το ροκ, απ' τον Μπακαλάκο και τον Θεοδωράκη ξεκίνησε προτού στραφεί και για κάποιους καπελώσει την εγχώρια ροκ σκηνή. Η οποία σκηνή, εδώ που τα λέμε, ήταν εντελώς κακόγουστη πλην ελάχιστων εξαιρέσεων... Θα δεχόμουν πολύ καλύτερα τον όρο "ροκ σταρ" για τον Παπακωνσταντίνου. Δε σημαίνει πάλι πως για να αναγορευθεί κάποιος "βασιλιάς του ροκ" θα πρέπει ν' αυτοκτονήσει ή να πάει από ναρκωτικά. Υπό αυτή την έννοια, θεωρώ πολύ πιο ροκ απ' τον Παπακωνσταντίνου τον Πουλικάκο, μη σου πω ακόμη και τους “Χάνομαι Γιατί Ρεμβάζω”. Για τη Monika, παρ' ότι τη θεωρώ υπερτιμημένη, είναι καλό που έκανε τέτοια επιτυχία, καθώς άνοιξε το δρόμο για κάτι νέο στην Ελλάδα. Είναι σαν τη "λαίλαπα των τραγουδοποιών" που έλεγε η Βλαχογιάννη για τη δεκαετία του ΄90. Μου αρέσει αρκετά η ελληνική ηλεκτρική σκηνή και θεωρώ ότι δικαίως στράφηκε εκεί τελευταία η προσοχή μας. Τι κι αν εν μέρει έγινε μόδα μέσω των free press, εδώ δε μιλάμε για χάμπουργκερ που το τρως, αλλά για ανθρώπους νέους, έμψυχο υλικό, που παράγουν τα τραγούδια τους. Ένα ρεύμα είναι κι αυτό της indie σκηνής, που όπως όλα τα μουσικά ρεύματα ανά δεκαετία ή δεκαετίες έρχονται και παρέρχονται. Ακόμη είναι νωρίς για να πούμε τι θα μείνει και τι όχι απ' τους συγκεκριμένους δημιουργούς. Πάντως, ο μαζικός ερχομός αυτών των παιδιών κάλυψε πολύ περισσότερο και πολλούς από μας που δεν είχαμε κόψει δεσμούς με την ξένη σύγχρονη ροκ σκηνή.

Λαϊκό τραγούδι. Όλοι μιλούν για τον Νικολόπουλο ως τον “τελευταίο των Μοϊκανών”. Υπάρχουν ακόμα - όχι όμως το ίδιο πια πολυγραφότατοι - κι οι Σούκας, Μουσαφίρης, Πολυκανδριώτης κ.ά. Κι από ερμηνευτές, πέρα από τη θρυλική γενιά του ’70, οι Μακεδόνας, Μπάσης, Ανδρεάτος(κ.ά.), οι οποίοι είναι κι αυτοί πλέον 40 και κάτι. Μετά πάμε σε ονόματα(κι εκεί έχουμε νομίζω αρκετές καλές φωνές – ως λαρύγγια εννοώ) του λαϊκού της πίστας, ας το πω έτσι. Θεωρείς πως υπάρχει ή θα υπάρξει συνέχεια; Ή θα επιβεβαιωθούν όσοι έχουν την άποψη ότι το λαϊκό έχει κλείσει μουσικά ως είδος, δεν ανανεώνεται πια και θα αποτελέσει σύντομα ένα ιστορικό πλέον είδος σαν το δημοτικό και το ρεμπέτικο;
Αντ. Μπ.: Εξαρτάται πως ορίζεις την ανανέωση του λαϊκού τραγουδιού. Τη μίξη του με άλλα είδη, ας πούμε, βλέπε Στέλιος Βαμβακάρης-blues ή και Imam Baildi-loops; Μπορεί μουσικά όντως να έχει κλείσει το λαϊκό τραγούδι, ως πρώτη ύλη τουλάχιστον, αλλά δε νομίζω πως θα πάψουν να γράφονται λαϊκά τραγούδια, απ' την άποψη του ήχου τους και πιο πολύ της χρήσης του μπουζουκιού μέσα σ' αυτά. Πόσο μάλλον όταν "έντεχνοι", ακόμη και "ροκάδες" δημιουργοί καταφεύγουν στη σύνθεση ζεϊμπέκικων. Το αποτέλεσμα σ' αυτές τις περιπτώσεις σπανίως ξεφεύγει απ' την προβλεψιμότητα, αν και μπορεί να επιφέρει τόσο στην εταιρεία, όσο και στον δημιουργό, το πολυπόθητο "σουξέ". Προτιμώ, λοιπόν, τον πειραματισμό στο λαϊκό τραγούδι από ανθρώπους που έχουν μια πιο μακρινή και γι' αυτό ίσως πιο άδολη σχέση μαζί του. Έτσι μόνο το λαϊκό τραγούδι δε θα καταντήσει ιστορικό είδος. Δεν είναι τυχαίο που ο Σαββόπουλος στο "Βρώμικο ψωμί", έναν αμιγώς ροκ ελληνικό δίσκο, συμπεριέλαβε και το "Ζεϊμπέκικο".

Νατάσσα Μποφίλιου. Το αύριο, μάλλον το σήμερα, του ελληνικού τραγουδιού. Προσωπικά τη θεωρώ την κορυφαία σήμερα ερμηνεύτρια, επιπέδου(όχι ομοιότητας) μιας Αλεξίου, αν και της λείπουν τα λαϊκά γυρίσματα στη φωνή, στα όσα την έχω ακούσει μέχρι σήμερα. Νομίζω πως πλέον έκανε το μεγάλο άλμα κι όσον αφορά την αναγνωρισιμότητά της και τη δημοφιλία της, άρχισαν όμως – ακριβώς γι’ αυτόν το λόγο - κι οι πρώτες αντιπάθειες! Θυμάμαι ένα σχόλιο στο μπλογκ σου, που κάποιος σου είχε γράψει «μην ασχολείσαι με το ξανθό κενό»! Εσύ είσαι ενθουσιώδης με την Μποφίλιου;
Αντ. Μπ.: Η Μποφίλιου έχει το χάρισμα να κάνει μεγάλο ακόμη κι ένα μέτριο τραγούδι. Απ' το λίγο που τη γνώρισα κατάλαβα πως πρόκειται πρωτίστως για μία σωστή επαγγελματία, άψογη σε όλα της: απ' την ώρα που θα πάει στην πρόβα μέχρι που θα σε χαιρετίσει και θα φύγει. Κάτι που δεν ξέρει πολύς κόσμος είναι ότι ο πατέρας της υπήρξε τραγουδιστής του Νέου Κύματος, αν δεν απατώμαι, οπότε μεγάλωσε προφανώς σ' ένα σπίτι αν μη τι άλλο με ήθος και σεβασμό προς το τραγούδι. Το ρεπερτόριο της δεν είναι του στυλ μου, αν υποτεθεί πως ισχύει η πολυακουσμένη άποψη για το τρίο της με τον Καραμουρατίδη και τον Ευαγγελάτο ως φυσική συνέχεια των Κραουνάκη-Νικολακοπούλου-Πρωτοψάλτη. Θα την ήθελα λίγο πιο τσαλακωμένη, αλλά κι αυτό πάλι είναι αυστηρά υποκειμενικό. Θεωρώ όμως απίστευτη την κακοήθεια μερικών συναδέλφων της που έφτασαν στο σημείο να γράψουν δημόσια γιατί βάλαν' τη φάτσα της Μποφίλιου σε μεγάλα πανό στο Γκάζι. Ενώ αν έβαζαν τη δική τους, ε, μια χαρά θα ήμασταν με τη Μποφίλιου και θα ενώναμε τις μιζέριες μας. Τα ίδια ακούω και για τον Λόλεκ τώρα που βρίσκεται στο πικ του. Και δεν κάθεται ο καθένας να κάνει την αυτοκριτική του να σκεφτεί γιατί δεν τραβάει η ομάδα - που λέμε - ή και να αναλογιστεί πως η επιτυχία του ενός θα ωφελήσει και τον άλλον απ' την ίδια γενιά. Στο μεταξύ, η Μποφίλιου συνεχίζει να γεμίζει τα μαγαζιά, να συνεργάζεται με τον Ξαρχάκο, όπως και ο Λόλεκ να παίζει support στη Marianne Faithfull και να εμφανίζεται στην τηλεόραση. Που ειν' το κακό σε όλο αυτό και γιατί τέτοια ζήλεια ξαφνικά; Τα παιδιά αυτά απλά κάνουν τη δουλειά τους, δεν ασκούν κριτική σε συναδέλφους τους, δεν ασχολούνται με άλλα πράγματα και γι' αυτό τελικά ο κόσμος ασχολείται μαζί τους. Και μην ακούω μπούρδες ότι πληρώνουν για να προωθούνται, όπως έλεγαν και για τη Monika, γιατί όλα αυτά είναι σενάρια επιστημονικής φαντασίας. Σέβομαι μία κακή κριτική για ένα δίσκο του Λόλεκ ή της Μποφίλιου, δε σέβομαι όμως την ταυτόχρονη ύπουλη κριτική ως προς την εκτίναξη της καριέρας τους.

Πέρα από την Μποφίλιου, διακρίνεις άλλες γυναικείες, αλλά κι αντρικές, φωνές, καθώς και δημιουργούς, που δείχνουν να έχουν τα προσόντα να αποτελέσουν τη διάδοχη κατάσταση των μεγάλων ονομάτων των προηγούμενων δεκαετιών και κυρίως του ’70 και του ’80;
Αντ. Μπ.: Τώρα θες ονόματα; Δύσκολο...Υπάρχουν και πολλές καλές νέες φωνές και άξιοι δημιουργοί. Αυτό αρκεί.

Να κλείσουμε την κουβέντα μας με δυο ερωτήσεις για το τέλος. Ο ηθοποιός πεθαίνει στο σανίδι κι ο τραγουδιστής στο πάλκο, χωρίς φωνή, μόνο με την ψυχή. Ο δημοσιογράφος πως πεθαίνει;
Αντ. Μπ.: Από υψηλή αρτηριακή πίεση μάλλον, όταν του αναθέτουν πολλά κείμενα στο παρά πέντε. Τον περασμένο Οκτώβρη πήγα στο Ιπποκράτειο με 18 πίεση. Τρεις μέρες δεν είχα κοιμηθεί, καθώς ανά πέντε ώρες με ειδοποιούσαν απ' το “Δίφωνο” να γράψω όλο και κάτι. Βρε τι καλά που την κοπάνησα και βρήκα την υγειά μου! Άσε που όταν με ξάπλωσαν και με καλωδίωσαν, με ρώτησε η νοσοκόμα αν είμαι δημοσιογράφος. Σοβαρολογώ!

«Όνειρα είμαστε που απέτυχαν», γράφει σ’ ένα της στίχο η Στέλλα Βλαχογιάννη. Βλέπω ότι η ελπίδα που γεννήθηκε στην Ελλάδα με την μεταπολίτευση και, κυρίως, με την αλλαγή του ’81, μεταλλάχτηκε στη σημερινή μίζερη νεοελληνική πραγματικότητα. Απ’ έξω λάμπουμε – ή λάμπαμε μέχρι πρόσφατα - κι από μέσα σήψη. Ο Παναγούλης, ψυχοσωματικά σακατεμένος, μέσα στη φυλακή της χούντας, έγραφε, με το αίμα του, τα πιο αισιόδοξα ποιήματα! Εμείς στην ασφάλεια, έστω του κοινοβουλευτισμού, δηλώνουμε ότι αποτύχαμε! Πως τα καταφέραμε – ως Λαός - έτσι;
Αντ. Μπ.: Η πρώτη δεκαετία του ΠΑΣΟΚ τελικά υπήρξε καταστροφική για την Ελλάδα. Όλοι οι ψωμόλυσσες της γενιάς του Πολυτεχνείου μας κατσικώθηκαν κι έγιναν η χειρότερη μορφή κατεστημένου. Να χέσω το ξύλο που φάγανε απ' τη χούντα και τις εξορίες τους για να είμαστε ελεύθεροι εμείς, όπως μας έλεγαν στο δημοτικό, όταν αυτοί οι ίδιοι έπιασαν τα σημαντικότερα πόστα και εξαργύρωσαν άθλια το αγωνιστικό παρελθόν τους. Τι σχέση είχε ο Παναγούλης, που λες εσύ, με τα λαμόγια που λέω εγώ τώρα; Τι σχέση έχει ο ματωμένος συγκεκριμένος στίχος της Βλαχογιάννη, τον οποίο θεωρώ πολύ ιδιωτικό μεσ' στο συλλογικό πνεύμα του και δεν θα τον έβαζα καν σ' ένα τέτοιο ερώτημα που μου θέτεις; Και ποιος σου είπε ότι ο κοινοβουλευτισμός σημαίνει πάντα κάτι ασφαλές; Δε βλέπεις που μας έφτασαν; Διαστρέβλωσαν ως και τον Αριστοτέλη κι από "πολιτικά ζώα" μας θέλουν "ζώα" σκέτα. Στα τσακίδια να πάνε όλοι τους, έχω απηυδήσει κι όχι λόγω Αγανακτισμένων βέβαια, διότι εμείς είμαστε εδώ και πολλά χρόνια αγανακτισμένοι και στους δρόμους.
 
 
Επισκεφτείτε το blog του Αντώνη Μποσκοΐτη «Άσματα και μιάσματα»


 
Οι απόψεις και οι σκέψεις των συνεργατών του Ορφέα δεν ταυτίζονται απαραίτητα με τη γνώμη του περιοδικού.
Απαγορεύεται αυστηρά η χρήση και η αναδημοσίευση του συνόλου ή μέρους των άρθρων του Ορφέα, χωρίς προηγούμενη άδεια των υπευθύνων του περιοδικού και του συντάκτη και χωρίς ταυτόχρονη αναφορά της επωνυμίας του περιοδικού, του ονοματεπωνύμου του συντάκτη και του ακριβούς συνδέσμου του άρθρου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΥ ΣΕ ΑΛΛΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΧΟΛΙΑ

RSS

ΤΑ ΠΙΟ ΔΙΑΒΑΣΜΕΝΑ (90d)

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

ΕΙΠΑΝ - ΕΓΡΑΨΑΝ

Το γιαούρτι, που μια μέρα πριν από το ευρώ, έκανε 48 δραχμές και μια μέρα μετά τριακόσιες πενήντα – σε δραχμές – εμείς το φάγαμε αδιαμαρτύρητα. Το ίδιο γιαούρτι ήταν, ίσως και χειρότερο, αλλά εμείς το πληρώσαμε χωρίς να πούμε λέξη. Δηλαδή ως λαός είμαστε πολύ του γιαουρτιού.
Σταμάτης Κραουνάκης

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ / ΑΥΡΙΟ

12/12/1915 Γεννήθηκε ο αμερικανός τραγουδιστής Φρανκ Σινάτρα