172 αναγνώστες online
Find us on FacebookJoin us on Facebook
sideBar



Σαββέρια Μαργιολά - «Αλισάχνη»

ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ «Τι έχω να χάσω»

Τάσος Π. Καραντής
Τάσος Π. Καραντής
Πρώτη Παρουσίαση
ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ - «Τι έχω να χάσω»
23.10.2017
Ορφέας | Main Feed

Ιστολόγια με νότες

Τάσος Π. Καραντής

Ιστολόγια με νότες |  Το ιντερνέτ είναι, πλέον, το κυρίαρχο μέσο στη ζωή μας. Και κυρίαρχα μέσα στο διαδίκτυο είναι τα ιστολόγια (blogs), όπου αποτελούν την πιο απόλυτα ελεύθερη μορφή έκφρασης και γνώμης, σε συνάρτηση, βεβαίως με την υπευθυνότητα, τη σοβαρότητα και το πολιτικό ήθος κι ανεξαρτησία του δημιουργού τους.
Ανάμεσά τους υπάρχουν και τα «ιστολόγια με νότες», που αφορούν τον τομέα της μουσικής και του ελληνικού τραγουδιού, που υπηρετεί, εξάλλου κι ο «ΟΡΦΕΑΣ», ως ένα μη κερδοσκοπικό μουσικό περιοδικό.
Σκεφτήκαμε, λοιπόν, να ανοίξουμε την ενότητα «Ιστολόγια με νότες», όπου θα συστήνουμε στους αναγνώστες μας τα – υπεύθυνα και σοβαρά, κατά την κρίση μας – μουσικά blogs. Η μορφή της γνωριμίας αυτής θα είναι μέσω μιας συνέντευξης, με - κοινό κατά 80%-90% - ερωτηματολόγιο προς τον δημιουργό του κάθε μπλογκ. Σκοπός μας δεν είναι μόνο μια τυπική παρουσίαση του κάθε μπλογκ, αλλά, κυρίως, οι απόψεις του δημιουργού του κι ιδιοκτήτη του για διάφορα θέματα του τραγουδιού μας, ευελπιστώντας να ανοίξει ένας ευρύτερος, σοβαρός, με επιχειρήματα, διάλογος, μέσω αρθρογραφίας.
Τη στήλη την εγκαινιάζουν τα «Μουσικά Προάστια» του Ηρακλή Οικονόμου, τον οποίον ευχαριστώ θερμά για την ανταπόκρισή του.
 
Πότε ξεκίνησε μέσα σου η περιπέτεια της γραφής και πως οδηγήθηκες στην απόφαση να σου γίνει επάγγελμα;
Ηρακλής Οικονόμου: Αν και ως γνωστόν στην Ελλάδα είσαι ό,τι δηλώσεις, δεν μπορώ να δηλώσω επαγγελματίας της γραφής παρά μόνο πολιτικός επιστήμονας. Η μουσικο-δημοσιογραφική γραφή είναι απλώς ένα προσωπικό χόμπι, σπανίως αμειβόμενο.

Το ελληνικό τραγούδι πότε μπήκε, κυρίαρχα, στη ζωή σου, ώστε να οριοθετήσει το χώρο και τα πλαίσια της γραφής σου;
Ηρ. Οικ.: Στην Ελλάδα, το ελληνικό τραγούδι δεν μπαινοβγαίνει στη ζωή μας, αλλά ίπταται πάνω από τα κεφάλια μας από τη στιγμή που γεννιόμαστε. Και μας χτυπάει κατακούτελα. Είναι εντυπωσιακό πόση πολλή και καλή μουσική τραγουδήθηκε σε τούτα εδώ τα μέρη. Και είναι επίσης εντυπωσιακή η λαϊκή απήχηση που κατέκτησαν έργα και δημιουργοί, οι οποίοι σε άλλες χώρες θα ήταν απλώς κτήμα μιας φωτισμένης ελίτ των εκλεκτών. Στο εξωτερικό, σπάνια βρίσκεις νέους και νέες να τραγουδούν τον αντίστοιχο Ρίτσο και τον αντίστοιχο Ελευθερίου στη μπανιέρα τους, στο γήπεδο ή στην καφετέρια. Στο θαύμα του νεότερου ελληνικού πολιτισμού, όπως αυτός οριοθετείται από την Αντίσταση ως τα μέσα του ’80, το τραγούδι, η μουσική και η μελοποιημένη ποίηση υπήρξαν η εμπροσθοφυλακή του. Τι ποιο φυσιολογικό λοιπόν, από την ατομική στράτευση στις γραμμές τους σήμερα;
 
«Μουσικά Προάστια», το μπλογκ σου. Πως προέκυψε ο τίτλος και ποιος είναι ο στόχος του κι η ουσιαστική του ταυτότητα;
Ηρ. Οικ.: Ο τίτλος «Μουσικά Προάστια» είναι μία παραλλαγή του τίτλου του δίσκου «Λαϊκά Προάστια», σε μουσική του Ηλία Ανδριόπουλου, στίχους του Μιχάλη Μπουρμπούλη και ερμηνεία της Σωτηρίας Μπέλλου. Με το συγκεκριμένο τίτλο μνημονεύουμε μία μεγάλη στιγμή της ελληνικής δισκογραφίας, προδίδοντας παράλληλα το περιβάλλον μέσα στο οποίο παράγεται το blog - η πόλη, τα προάστια - καθώς και τον κύριο άξονα της θεματολογίας του - η μουσική.
Από το στήσιμό τους την άνοιξη του 2007, ο χαρακτήρας των Μ.Π. παραμένει διττός: από τη μία, η δημοσίευση/αναδημοσίευση αρχειακού υλικού σχετικού με το ελληνικό τραγούδι, σε μία προσπάθεια διατήρησης της ιστορικής μνήμης του • από την άλλη, η προβολή και ανάλυση της τρέχουσας πραγματικότητας, μουσικής και μη, με άξονα ό,τι μας εκφράζει ως ήθος και ως αίσθηση. Χρησιμοποιώ πρώτο πληθυντικό, διότι τα Μ.Π. είναι ένα συλλογικό εγχείρημα. Ποιητές όπως ο Θανάσης Γκαϊφύλλιας, ο Μάνος Ελευθερίου και ο Σωτήρης Κακίσης, δημοσιογράφοι όπως ο Αλέξης Βάκης, ο Κωνσταντίνος Μαργιόλης και ο Αργύρης Παπαστάθης, και άλλοι μελετητές όπως ο Δημήτρης Κατσιάνος και η Ειρήνη Φιλιππίδου εμπιστεύονται στα Μ.Π. παλαιά και τρέχοντα κείμενά τους. Παραμένω όμως αποκλειστικός υπεύθυνος για τα όποια λάθη και τις παραλείψεις του ιστολογίου.
Αντικειμενικά, τα Μ.Π. είναι απλώς ένα μικρό επεισόδιο σε ένα πολύ ευρύτερο ρεύμα ιστολογίων σχετικών με την ελληνική μουσική, όπως π.χ. το «Άρωμα του τραγουδιού» του Μάκη Γκαρτζόπουλου, το «Άσματα και μιάσματα» του Αντώνη Μποσκοΐτη, το «Τραπέζι» του Χρήστου Μιχαήλ, και πολλά άλλα, ακόμα και συνεργατών σας όπως ο Θεοδόσης Βαφειάδης και ο Μιχάλης Τσαντίλας. Και βέβαια, υπάρχουν ιστοσελίδες όπως ο «Ορφέας» και το “Musicpaper”. Αναρωτιέμαι συχνά αν η τρέχουσα εγχώρια μουσική παραγωγή δικαιολογεί τούτο τον πληθωρισμό των μέσων. Μήπως τελικά ο λόγος περί μουσικής είναι περισσότερος από την ίδια τη μουσική; Μήπως χάνουμε ταχύτατα τον λόγο ύπαρξής μας; Αγαπητοί συνθέτες, στιχουργοί, τραγουδιστές και τραγουδοποιοί, δημιουργείτε γιατί χανόμαστε!».


Το σίγουρο είναι ότι τα μπλογκ σπάνε το κατεστημένο του “κυρίαρχου μουσικο-δημοσιογραφικού συστήματος” – όπως το αναφέρεις κι εσύ - συμβάλλοντας στην πολυφωνία και στον πλουραλισμό. Μήπως όμως η ανωνυμογραφία (ιδίως στα σχόλια), το επίπεδο – αρκετές φορές – της “γραφής στο γόνατο”, κι οι εκφράσεις επιπέδου κουβέντας καφενείου, αποτελούν την “αχίλλειο πτέρνα” τους;
Ηρ. Οικ.: Το μπλογκ, ως έννοια, αναφέρεται απλώς σε έναν τρόπο έκδοσης, όπως είναι το περιοδικό, η εφημερίδα, η ιστοσελίδα. Το αν ένα μέσο σπάει το κατεστημένο ή όχι δεν εξαρτάται από την τεχνική μέθοδο έκδοσής του αλλά από τα προτάγματα που υπηρετεί και τις κοινωνικές σχέσεις που εκφράζει. Υπάρχουν εφημερίδες - καθεστωτικές φυλλάδες και υπάρχουν και εφημερίδες ριζοσπαστικής κριτικής, όπως το ΠΡΙΝ και η ΕΠΟΧΗ. Θα λέγαμε ποτέ ότι η εφημερίδα γενικά - κάθε εφημερίδα - σπάει ένα κατεστημένο; Όχι βέβαια! Η εφημερίδα, όπως και τα blogs, γίνονται κατεστημένο ή αντιπαρατίθενται σε αυτό ανάλογα με τις ορέξεις των συντελεστών τους. Όλη αυτή η ιστορία με τα ιστολόγια σαν κάτι το de facto εναλλακτικό και προοδευτικό αποτέλεσε λαμπρό πεδίο δόξας ενός απύθμενου λαϊκισμού, όπου οι bloggers παρουσιάστηκαν ως περίπου οι νέοι Τσε Γκεβάρα με συγκεντρώσεις στο Σύνταγμα, διαδικτυακές εκστρατείες, κ.ο.κ. Κάθε απολιτική φούσκα όμως είναι καταδικασμένη να σπάσει και έτσι έσπασε και η φούσκα των blogs. Όπως λέει και ο μέγας Μπρεχτ, «οι νέες κεραίες μεταδίδουν τις παλιές βλακείες • η αλήθεια μεταδιδόταν πάντα από στόμα σε στόμα».
Η ανωνυμία των σχολίων και οι όποιες ατέλειες στη γραφή τους είναι απλώς το τίμημα που πληρώνεις για την αμεσότητα της επικοινωνίας. Η ανωνυμία, όμως, των ίδιων των blogs είναι άκρως προβληματική, ελαχιστοποιώντας την αξιοπιστία του μέσου. Πάντως, ως αχίλλειο πτέρνα των blogs δεν θεωρώ την ανωνυμία αλλά το ναρκισσισμό και τον εγωκεντρισμό που προέρχονται από την εξατομικευμένη φύση του μέσου και τη δυνατότητα ατομικής προβολής που προσφέρει. Αυτή η εξατομίκευση και η αυτό-αναφορικότητα, όπου το blog γίνεται περίπου μία βιτρίνα του ατόμου προς τον έξω κόσμο, είναι όχι μόνο κουραστική, αλλά και παντελώς άχρηστη. Χρήσιμο, αντιθέτως, είναι να συνδέεις το ατομικό με το συλλογικό, το βασανιστικά προσωπικό με την έγνοια των μεγάλων αριθμών και των μεγάλων αποστάσεων. Μουσική δημιουργία χωρίς blogs και διαμεσολάβηση μπορεί πάντα να υπάρξει. Blogs και διαμεσολάβηση χωρίς δημιουργία, όμως, δεν μπορούν να υπάρξουν. Γι’ αυτό, δεν πρέπει να έχουμε και πολύ μεγάλη ιδέα για τους εαυτούς μας, ούτε να αντιλαμβανόμαστε τους εαυτούς μας ως μεγαλο-παράγοντες.
 
Από την άλλη, παρατηρώ, ότι, ναι μεν προβάλλονται (και πολύ σωστά) οι μη έχοντες πρόσβαση στο κυρίαρχο μουσικό-δημοσιογραφικό σύστημα, αλλά, συνάμα, αποκλείονται οι έχοντες πρόσβαση σ’ αυτό! Οι οποίοι, δεν είναι πάντα ατάλαντοι κι άτεχνοι, αλλά μιλάμε για μεγάλα ονόματα, με ιστορία, ρεπερτόριο και προσφορά στο τραγούδι μας, έστω κι αν είναι μέινστριμ τραγουδιστές. Μήπως δηλαδή έχουμε μια “πολεμική τακτική” με εκατέρωθεν, από κάθε πλευρά, αποκλεισμούς;
Ηρ. Οικ.: Δεν έχω αντιληφθεί την τάση που αναφέρετε. Εξάλλου, για να έχουμε «πολεμικές τακτικές», πρέπει να έχουμε και πόλεμο. Τριγύρω δεν ακούγονται εκρήξεις και πυροβολισμοί, παρά μόνο η εκκωφαντική σιωπή μιας άνυδρης εποχής. Πάντως, όσον αφορά τα Μ.Π., σας διαβεβαιώνω ότι κανένας τέτοιος αποκλεισμός δεν υπάρχει. Απλώς, δεν υπάρχει η δυνατότητα παρακολούθησης και προβολής του συνόλου της ελληνικής δισκογραφίας, επειδή ο χρόνος είναι λιγοστός και η ανάγκη του βιοπορισμού από άλλες ασχολίες εξαιρετικά πιεστική.
 
Και μια και μιλάμε για ιντερνετικά μπλογκ, Θα ήθελα τη γνώμη σου για το διαδίκτυο όσον αφορά το τραγούδι. Από τη μια αποτέλεσε κυριολεκτικά ένα νέο χώρο όπου όλα, πλέον, τα μουσικά δημοσιογραφικά μέσα βαίνουν προς τα εκεί, από την άλλη, είναι ένας από τους βασικούς λόγους της κατάρρευσης της δισκογραφίας, μέσα από τα παράνομα κατεβάσματα των τραγουδιών. Πως το βλέπεις εσύ;
Ηρ. Οικ.
: Το διαδίκτυο αποτυπώνει τη γιγάντια κοινωνικοποίηση της γνώσης και της παραγωγής της γνώσης, δύο θεμελιακών τάσεων του ύστερου καπιταλισμού. Με τις νέες δυνατότητες επικοινωνίας και διαμοιρασμού που προσφέρει, το διαδίκτυο καταδεικνύει το παράδοξο της ατομικής ιδιοποίησης του κέρδους καθώς ο έλεγχος της κυκλοφορίας των αγαθών «πληροφορία» και «τραγούδι» γίνεται όλο και λιγότερο δυνατός. Δύο είναι τα δεινά αυτής της εξέλιξης: από τη μία, δεν αμείβονται άνθρωποι που θα έπρεπε να αμειφθούν • από την άλλη, διασπάται εντελώς η ενότητα του καλλιτεχνικού έργου και τεμαχίζεται η αντίληψή μας γι’ αυτό. Όμως, το μουσικό προϊόν αποκτά πολυάριθμους αποδέκτες, πολύ περισσότερους από όσους θα είχαν πρόσβαση σε αυτό υπό κανονικές, αγοραίες συνθήκες. Τι πρέπει να γίνει; Θεωρώ τη σχέση μουσικής και διαδικτύου ένα άλυτο πρόβλημα, και θα σας έλεγα ψέματα αν ισχυριζόμουν ότι υπάρχει έτοιμη λύση που να σέβεται τα δικαιώματα του παραγωγού, διατηρώντας την προσβασιμότητα του χρήστη.
Κάτι τέτοιο θα απαιτούσε μάλλον την υπέρβαση της ίδιας της έννοιας της αγοράς καθώς και της παράλληλης έννοιας των πνευματικών δικαιωμάτων, και την αντικατάστασή τους από μία νέα αντίληψη της καλλιτεχνικής δημιουργίας ως μιας απλής, κανονικής μορφής εργασίας που δεν διαφέρει σε τίποτα από την χειρωνακτική εργασία, ή την απλούστερη μορφή πνευματικής εργασίας. Η αμοιβή του καλλιτέχνη θα αποτελεί μέριμνα της κοινότητας, αλλά και ο καλλιτέχνης θα υποχρεούται να συμβάλλει στην καλλιτεχνική εκπαίδευση και ψυχαγωγία της κοινότητας, όπως ένας λογιστής υποχρεούται να κάνει σωστές φορολογικές δηλώσεις και ένας οικοδόμος γερά σπίτια. Και καθώς ο λογιστής δεν αποκτά πνευματικό δικαίωμα επί της φορολογικής σας δήλωσης, ούτε και ο χτίστης επί της χρήσης του μπαλκονιού σας, δεν υπάρχει λόγος ο καλλιτέχνης να αποκτά το οποιοδήποτε ιδιοκτησιακό δικαίωμα επί του προϊόντος της εργασίας του, αρκεί να αμείβεται επαρκώς για τις υπηρεσίες του. Αλλά ας μην μπούμε σε μία τέτοια μακροσκελή και υποθετική συζήτηση που ίσως κουράσει τους αναγνώστες σας.
 

«Δίφωνο». Μια “πονεμένη” πλέον ιστορία για σένα. Ποια ήταν τα θετικά αλλά και τα αρνητικά της εμπειρίας σου;
Ηρ. Οικ.: Είχα την τύχη για δυόμισι χρόνια να αποτελέσω μέλος μιας σπουδαίας δημοσιογραφικής ομάδας και ενός ιστορικού τίτλου. Αλλοίμονο αν θεωρούσα αυτό το προνόμιο ως «πονεμένη ιστορία». Κάθε εμπειρία που σε κάνει σοφότερο είναι εκ των πραγμάτων μία θετική εμπειρία. Και είμαι ευγνώμων σε όσους μου έδωσαν την ευκαιρία να δοκιμαστώ στο συγκεκριμένο εργαστήριο γραφής και ιδεών. Το προσωρινό - όπως αποδείχθηκε - κλείσιμο του περιοδικού απλώς σήμανε και το κλείσιμο ενός προσωπικού κύκλου. Τα υπόλοιπα - όπως η δημοσίευση στο περιοδικό ενός ανώνυμου λιβελογραφήματος με ειρωνείες εναντίον των αλληλέγγυων καλλιτεχνών - τα έχει ήδη θίξει ο Μαρξ στην 6η θέση για τον Φόυερμπαχ: «η ανθρώπινη ουσία είναι […] το σύνολο των κοινωνικών σχέσεων». Εύχομαι ολόψυχα η συνέχιση της έκδοσης του «Δίφωνου» να αποτελέσει αφετηρία μιας ακόμα λαμπρής πορείας του τίτλου.
 
Και μια και μιλήσαμε για το «Δίφωνο», ανήκες σ’ αυτούς που αντέδρασαν όταν ο Μιχάλης Χατζηγιάννης μπήκε εξώφυλλό του. Γιατί δεν θα έπρεπε να μπει εξώφυλλο σε ένα μουσικό περιοδικό ο πιο δημοφιλής κι εμπορικός σήμερα Έλληνας τραγουδιστής;
Ηρ. Οικ.
: Διότι ο ρόλος ενός μέσου δεν είναι μόνο να αναπαράγει πιστά την πραγματικότητα, αλλά και να την αναπλάθει, να την ανατροφοδοτεί, ανάλογα με τα αισθητικά και ιδεολογικά φορτία που το μέσο επιδιώκει να κομίσει στο κοινό του.
 
«Μετρονόμος». Το περιοδικό στο οποίο γράφεις σήμερα. Πως προέκυψε η συνεργασία σου και τι νομίζεις ότι είναι αυτό που κάνει το περιοδικό του Θανάση Συλιβού να ξεχωρίζει και να αντέχει σε μια δύσκολη, από κάθε άποψη, εποχή;
Ηρ. Οικ.: Η συνεργασία μου με τον «Μετρονόμο» προέκυψε το 2007, στέλνοντας αυθόρμητα στο διευθυντή του μία συνέντευξη με την τραγουδοποιό Δανάη Παναγιωτοπούλου. Από τότε μέχρι και σήμερα, αυτή η συνεργασία απέκτησε μία τακτικότερη βάση υπό την καθοδήγηση του Θανάση Συλιβού, παραμένοντας όμως αυστηρά εθελοντική. Η δική μου ελάχιστη συμβολή συνίσταται στη συμμετοχή στη συντακτική ομάδα και στη συν-διαχείριση του blog του περιοδικού (www.metronomos.blogspot.com). Επισκεφθείτε το!
Αυτό που κάνει τον «Μετρονόμο» ξεχωριστό είναι ότι έχει διαλέξει βάρκα, ότι έχει αποφασίσει με ποιους να πάει και ποιους ν’ αφήσει, χωρίς δογματικούς αποκλεισμούς. Έχει σαφή ταυτότητα, κινείται πέρα από τις επιταγές της αγοράς και υπηρετεί ένα ξεκάθαρο αισθητικό πρόταγμα δίχως τη λογική του «ένα βήμα μπρος, δύο βήματα πίσω» που ίσως συναντάται αλλού. Και ευτυχώς, το άνοιγμα του «Μετρονόμου» στις εκδόσεις δίσκων και βιβλίων δεν συνοδεύθηκε από την οποιαδήποτε νόθευση της ανεξαρτησίας των συντακτών του.
 
Για να μπούμε και λίγο στα χωράφια του ελληνικού τραγουδιού, πολλά σύνορα και συρματοπλέγματα βλέπω. Διαχωρισμοί κι αναθέματα που μετατρέπουν το τραγούδι σε γήπεδο. Γιατί τόσος φανατισμός, για κάτι που δεν είναι ούτε κόμμα, ούτε θρησκεία, αλλά τέχνη; Πρέπει πάντα “να φιλοσοφούμε ή να μελαγχολούμε”; Δεν χρειάζονται και “τα αστεία, τα ανέκδοτα, ο χορός και το κέφι” στη ζωή και το τραγούδι μας;
Ηρ. Οικ.: Η απάντηση στο ερώτημά σας είναι αυτονόητη: η ελληνική μουσική είναι πρωτίστως συνδεδεμένη με το χορό και το κέφι, και δεν μπορεί να διαχωρίζεται τεχνητά από αυτό. Ακόμα και η φιλοσοφία στην ελληνική παράδοση είναι πράξη ψυχαγωγίας και ευχαρίστησης. Συμφωνώ λοιπόν 100%: ας αφήσουμε τα μίση και ας ακούσουμε και λίγη μουσική.
 
Και να το δούμε κι αλλιώς. Δεν υπάρχει μια αισθητική και μια κουλτούρα. Μπορεί να υπάρχει μια κυρίαρχη, ανά εποχή – και το πώς είναι μια άλλη μεγάλη κουβέντα – αλλά πάντως όχι μία. Άλλο είδος τραγουδιού μπορεί να αγγίζει εμένα κι άλλο εσένα. Γεννήθηκα σε λαϊκή γειτονιά της Β’ Πειραιά, αλλά σπούδασα στο πανεπιστήμιο, διάβασα αλλά και κυκλοφόρησα στη νύχτα κι ήμουν πάντα παρατηρητικός. Όσον αφορά το τραγούδι, πήγαινα - έφηβος και νεαρός - για παράδειγμα, και σε συναυλίες του Θεοδωράκη, του Μικρούτσικου, του Νταλάρα και του Β. Παπακωνσταντίνου, αλλά και στον Διονυσίου στα «Δειλινά», στον Μαργαρίτη, μέχρι και στον Τσετίνη, όταν εμφανιζόταν στην Τρούμπα στα μέσα της δεκαετίας του ’80. Κι έβλεπα ότι, τραγούδια που άλλους τους αηδίαζαν άλλους τους συγκλόνιζαν! Μήπως πρέπει να τα σεβόμαστε όλα αυτά και να τα κρίνουμε στα μέτρα τους και με βάση σε ποιους απευθύνονται κι όχι μέσα από το προσωπικό μας πρίσμα και την προσωπική μας αισθητική που, πολλές φορές, την θεωρούμε – κι είναι επικίνδυνο νομίζω αυτό – ανώτερη; 
Ηρ. Οικ.: Αναμφισβήτητα, η κριτική στην τέχνη είναι κάτι το έντονα υποκειμενικό και προσδιορίζεται από παράγοντες που βρίσκονται όχι μόνο «εκεί έξω», αλλά και μέσα μας. Δεν μπορώ να πω σε κάποιον πώς να κρίνει. Αυτό που απαιτώ, ως ελάχιστη προϋπόθεση κριτικής, είναι η ύπαρξη ενός επιχειρήματος που στοιχειοθετείται επαρκώς στο κείμενο, χωρίς προσωπικές επιθέσεις, χαοτικές γενικεύσεις και εξίσου προβληματικούς οπαδισμούς. Από την άλλη, δεν συμφωνώ με τον άκρατο υποκειμενισμό, ούτε με την αναγκαιότητα του a priori σεβασμού των πάντων. Το γεγονός π.χ. ότι η λαϊκο-ποπ και το ανθοστόλιστο πανηγυράκι στους ναούς της διασκέδασης στην Ιερά Οδό συγκινεί ένα μεγάλο αριθμό συμπολιτών μας δεν αποτελεί αιτία για να σεβαστώ κιόλας αυτόν τον αχταρμά. Καθήκον μου δεν είναι να σέβομαι κάθε καλλιτεχνικό φαινόμενο, αλλά να κατανοώ τις ρίζες του, τις γενεσιουργές αιτίες και τις λογής επιδράσεις του στο υποκείμενο, στον άνθρωπο και την κοινωνία.
 
Κι υπάρχει και μια άλλη διάσταση, το προσωπικό μας γούστο, οι συμπάθειες κι οι αντιπάθειες μας. Επηρεάζει τη γραφή ενός δημοσιογράφου όσον αφορά την αντικειμενικότητά του και το γεγονός ότι απευθύνεται σ’ ένα ποικίλο κοινό αναγνωστών-ακροατών και θα πρέπει να είναι όσο το δυνατόν ουδέτερος; Έχεις πιάσει δηλαδή τον εαυτό σου με τις “συμπάθειές” σου να είσαι επιεικής και με τις “αντιπάθειές” σου αυστηρός;
Ηρ. Οικ.: Δεν υπήρξε ποτέ φιλοδοξία μου η ένταξη σε καλλιτεχνικές παρέες. Εκτιμώ πολλούς καλλιτέχνες, αλλά άλλο η εκτίμηση, κι άλλο η παρέα και η φιλία. Συνεπώς, οι απόψεις μου - όπως και οι απόψεις του καθενός - παραμένουν υποκειμενικές, υπόκεινται σε συμπάθειες, αλλά αποτυπώνονται όσο το δυνατόν αντικειμενικότερα, χωρίς να υπηρετούν κάποια κρυφή ατζέντα. Το αντίθετο, ειδικά αν γίνεται εν κρυπτώ, είναι σκέτη διαπλοκή και κοροϊδία.
 
Οι δηλώσεις ή το πώς συμπεριφέρεται ένας καλλιτέχνης σε επηρεάζει κι ως προς την πρόσληψη του έργου του; ‘Η διαχωρίζεις τον άνθρωπο από τον καλλιτέχνη; Να δώσω δυο, διαφορετικά, παραδείγματα, ο Σαλβαντόρ Νταλί ήταν φιλοφρανκικός, σε εμποδίζει αυτή του η πολιτική τοποθέτηση από το να σε μαγέψει ένας ονειρικός πίνακάς του; Ή, ο Άκης Πάνου, δολοφόνησε άνθρωπο, αφαίρεσε ανθρώπινη ζωή, σε ενοχλεί αυτό στο να απολαύσεις ένα σπουδαίο τραγούδι του;
Ηρ. Οικ.: Αν αναζητάς ένα φίλο ή ένα σύντροφο, τότε βεβαίως είσαι υποχρεωμένος να εξετάσεις και τη συμπεριφορά, καθώς και το δημόσιο και ιδιωτικό λόγο του. Στη μουσική, όμως, δεν ψάχνουμε ούτε για φίλο, ούτε για σύντροφο, παρά μόνο για έργο και για μήνυμα. Δεν είναι γραφείο συνοικεσίων ούτε νυφοπάζαρο η τέχνη! Αδικούμε τον καλλιτέχνη όταν τον κρίνουμε ως άνθρωπο, και όχι ως δημιουργό. Υπάρχει πράγματι αυτή η μηχανιστική αντίληψη, σύμφωνα με την οποία ο μεγάλος καλλιτέχνης είναι σώνει και καλά άγιος και ηθικός άνθρωπος. Οι διαδρομές της καλλιτεχνικής πράξης είναι όμως τόσο δαιδαλώδεις και εμπεριέχουν τόσες ανασφάλειες, ανισορροπίες και ακρότητες, ώστε κάθε διασύνδεση ανάμεσα στο «καλό παιδί» και το μεγάλο καλλιτέχνη να είναι εκτός τόπου και χρόνου.
 
Είναι κι ένα τοπίο με κυρίαρχους μύθους το ελληνικό τραγούδι, συνθετών (Θεοδωράκης - Χατζιδάκις) και τραγουδιστών (Καζαντζίδης - Μπιθικώτσης). Κάνοντας όμως μια έρευνα, για το TOP – 10 των δίσκων με τις υψηλότερες πωλήσεις της ελληνικής δισκογραφίας, διαπίστωσα – αν εξαιρέσω το εθνικής εμβέλειας «ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ» - ότι κι οι 4 απουσίαζαν! Πρώτος είναι ο Πλέσσας με το «Δρόμο». Κι όμως σε κάθε συνέντευξη που θα διαβάσω, όλων, μα όλων, αγαπημένοι είναι ο Θεοδωράκης κι ο Χατζιδάκις, με τα τραγούδια τους λένε πως μεγάλωσαν! Είναι σπουδαίοι, ναι, αλλά κανείς δεν μεγάλωσε, για παράδειγμα, και με τα – εξίσου δημοφιλή κι αγαπητά – τραγούδια του Πλέσσα, του Χατζηνάσιου και του Σπανού; Γιατί δεν το λέμε; Και γιατί άλλα δείχνουν οι αριθμοί; Εσύ πιστεύεις στους 4 αυτούς μύθους ή έχεις τη δική σου μυθολογία;
Ηρ. Οικ.: Εν αρχή ην ο λόγος. Το ελληνικό τραγούδι εδράστηκε βασανιστικά στο λόγο, με αντίστοιχους μύθους του στίχου όπως ο Γκάτσος και ο Ελευθερίου, πλάι στους μύθους που αναφέρετε. Αλλά μήπως είναι καλύτερα να μην πιστεύουμε σε μύθους, παρά μόνο να ακούμε απλά τα έργα τους; Ο Σπανός και ο Χατζηνάσιος που αναφέρετε μπορεί να μη μυθοποιηθούν ποτέ, αλλά ακούγοντας το «Πώς γίνανε τα λόγια μας» και το «Θεσσαλονίκη, Σαββατόβραδο κι Απρίλης» γίνεσαι καλύτερος άνθρωπος.
Από την προσωπική μο
υ μυθολογία, κάποιες φιγούρες μας αποχαιρέτησαν για πάντα: Νικόλας Άσιμος, Μανώλης Ρασούλης, Μαρία Δημητριάδη, Δημήτρης Λάγιος, Απόστολος Καλδάρας, Σταύρος Κουγιουμτζής, Μάνος Λοΐζος, Βασίλης Τσιτσάνης. Κάποιοι άλλοι, όπως οι Χειμερινοί Κολυμβητές, ζουν και βασιλεύουν. Αυτή την περίοδο ακούω μανιωδώς Γιώργο Σταυριανό • τα ορχηστρικά του ξεχειλίζουν από μελωδικότητα. Ας περιοριστούμε σε αυτούς, για να μην κατηγορηθούμε για ασκήσεις δημοσίων σχέσεων. Εκτός συνόρων επιστρέφω συχνά στη μυθολογία της Λατινικής Αμερικής, στον Victor Jara, τη Mercedes Sosa, τους Inti-Illimani, τον Silvio Rodriquez, τους Quilapayun, αλλά και στους αγγλοσάξονες, στην Joan Baez, τον Bob Dylan, τη Nina Simone, τους Pink Floyd, τον Leonard Cohen, τους Dire Straits. Το τελευταίο τρίμηνο ανακάλυψα και τη Zaz, ένα μύθο εν τη γενέσει του!
 
Νταλάρας, Πάριος, Αλεξίου. Οι τρεις (ακριβώς με τη σειρά που τους παραθέτω και με τη σειρά που – νομίζω, όχι τυχαία - τους παράθεσε  ο Τζίμης Πανούσης στο ομώνυμο τραγούδι του το 1985) πιο εμπορικοί τραγουδιστές στην ιστορία του ελληνικού τραγουδιού (με βάση τις πωλήσεις των χρυσών και πλατινένιων δίσκων τους). Κι όχι μόνο αυτό βέβαια, αλλά και σπουδαίες φωνές, με ρεπερτόριο, που κυριάρχησαν τις τελευταίες 4 δεκαετίες και τις χαρακτήρισαν. Αγαπήθηκαν πολύ κι από την συντριπτική πλειοψηφία, αλλά κι απαξιώθηκαν κι αμφισβητήθηκαν έντονα τα τελευταία χρόνια. Είναι θύματα πατροκτονίας – μια κι όλοι αμφισβητούμε τους πατεράδες μας κι οι νέοι τους μεγαλύτερους – ή της μεγάλης δημοφιλίας και της εμπορικότητάς τους; Θα ήθελα μια συνολική τοποθέτησή σου για τα 3 αυτά ιστορικά ονόματα.
Ηρ. Οικ.: Οι τρεις αυτοί τραγουδιστές έχουν ήδη κριθεί από την ιστορία και έχουν τοποθετηθεί δικαιωματικά στο «βιβλίο των ηρώων» της ελληνικής δισκογραφίας. Κάθε απόπειρα αποτίμησης του έργου τους εκ μέρους μου θα πρόδιδε άγνοια και αλαζονεία. Συνδέθηκαν και οι τρεις με μεγάλους δημιουργούς, έχοντας μάλιστα ως άτυπο συνδετικό κρίκο στην εργογραφία τους τον Σταύρο Κουγιουμτζή. Αυτό που μπορεί να τύχει κριτικής είναι η διαχείριση του έργου τους από τους ίδιους και από το θεσμοποιημένο σύστημα μουσικής παραγωγής. Την αποστροφή του Πανούση [«Όχι άλλο Νταλάρα, Πάριο κι Αλεξίου»] δεν την αντιλαμβάνομαι ως προσωπική μομφή προς τους καλλιτέχνες και το έργο τους, αλλά ως αμφισβήτηση της ανάγκης συνεχούς και αδιάλειπτης προβολής τους στα δισκογραφικά πράγματα. Γι’ αυτό και δεν συμφωνώ με την παρατήρησή σας ότι οι συγκεκριμένοι, και ειδικά ο Νταλάρας και η Αλεξίου, έχουν απαξιωθεί τα τελευταία χρόνια.
 
Η “άλλη πλευρά του τραγουδιού” : Βίσση, Βανδή, Θεοδωρίδου, Ρουβάς, Χατζηγιάννης, Μαζωνάκης, Ρέμος, Πλούταρχος, Βέρτης κ.ά.  Εξίσου εμπορικά και δημοφιλή ονόματα, μερικά από αυτά μέσα στο TOP -10 των μεγαλύτερων πωλήσεων της ελληνικής δισκογραφίας. Η δική σου ματιά κι οπτική βρίσκει κάτι το θετικό καλλιτεχνικά στους τραγουδιστές της “άλλης πλευράς”;
Ηρ. Οικ.
: Στους τραγουδιστές που αναφέρετε δεν λείπει το ταλέντο αλλά η ιδεολογία, η διέξοδος, το όραμα. Άλλο όμως είναι το ζήτημα: ότι η «άλλη πλευρά» δεν είναι πλέον τόσο «άλλη». Είναι μία πλευρά που γίνεται είτε «δική μας» είτε «άλλη» ανάλογα με τις ορέξεις των δισκογραφικών εταιρειών και των μεγάλων ονομάτων του έντεχνου που συχνά-πυκνά αναζητούν σε αυτούς κάποιο τραγούδι, κάποιο σωσίβιο. Σημεία των καιρών…
 
Τραγουδοποιοί. Η Στέλλα Βλαχογιάννη έχει μιλήσει για τη «λαίλαπα των τραγουδοποιών». Πραγματικά βλέπω αρκετούς, με μια κιθάρα, δυο ακόρντα κι όχι πάντα συμπαθή φωνή, να κάνουν καριέρα τραγουδιστή, με ό,τι αυτό συνεπάγεται, γιατί είναι κάτι το εντελώς διαφορετικό αν ήταν μόνο συνθέτες – δημιουργοί. Αν το τραγούδι παραμένει η τέχνη της φωνής, που θέλει τον συνθέτη του και τον τραγουδιστή του (κάτι θα ήξεραν ο Άκης Πάνου κι ο Κουγιουμτζής που δεν τα είπαν οι ίδιοι τα τραγούδια τους αλλά τα έδωσαν στις μεγαλύτερες φωνές) μήπως – χωρίς φυσικά να απαγορεύσουμε σε κάποιον να λέει και τα τραγούδια του – θα πρέπει να ξαναβρούμε το μέτρο;
Ηρ. Οικ.: Το ρεύμα των τραγουδοποιών δεν ξεκίνησε σήμερα• προηγήθηκαν ένας Σαββόπουλος, ένας Γκαϊφύλλιας, ένας Βαγγέλης Γερμανός. Απλά, το συγκεκριμένο μοντέλο καθιερώθηκε με ορμή από τις αρχές του ’90 και μετά, μέσα σε μία περίοδο κατάλυσης των μεγάλων αφηγήσεων και των συλλογικών διαδρομών στο τραγούδι μας. Η εξατομίκευση των κοινωνικών σχέσεων βρήκε στον τραγουδοποιό το αντίστοιχό της, τη φυσιολογική της απόληξη. Όταν το τραγούδι γράφεται σε έναν υπολογιστή δίχως ορχήστρα, γιατί να μην γράφεται κι από έναν άνθρωπο;
Κι αν για τον Φοίβο Δεληβοριά και τον Θανάση Παπακωνσταντίνου δεν μπορεί κανείς να πει κουβέντα εξαιτίας του τρομακτικού τους ταλέντου, δεν ισχύει το ίδιο για μία πληθώρα επιγόνων τους. Γιατί επιλέγουν να πουν οι ίδιοι τα τραγούδια τους; Όχι μόνο επειδή είναι παγιδευμένοι σε εξατομικευμένα μοντέλα, αλλά και επειδή έτσι τα κάνουν όλα και συμφέρουν• δεν το εννοώ χυδαία, αλλά κυριολεκτικά. Το μοντέλο του τραγουδοποιού δεν είναι πλέον επιλογή αλλά ανάγκη: λιγότερες πληρωμές στο live, λιγότερα έξοδα στο στούντιο, περισσότερα δικαιώματα, λιγότερες σκοτούρες, κλπ. Βέβαια, ο αντίλογος είναι η άποψη κάποιων τραγουδοποιών ότι τραγουδώντας οι ίδιοι τα τραγούδια τους τα εκφράζουν καλύτερα, ως δημιουργοί. Αν το άκουγε αυτό ο Μπιθικώτσης και η Μοσχολιού, θα έτριζαν τα κόκαλά τους.
 
Ελληνικό ροκ. Υπάρχει; Αγγλόφωνο ή ελληνόφωνο; Βασίλης Παπακωνσταντίνου, «βασιλιάς του ελληνικού ροκ» αλλά κι αρκετά κατηγορούμενος για ζημιογόνο (λόγω της μεγάλης δημοφιλίας του που επηρεάζει και παρασύρει) στασιμότητα κι αμφισβητούμενος. Μόνικα. Ποια είναι η αίσθησή σου για την ελληνική ηλεκτρική σκηνή;
Ηρ. Οικ.
: Ως προς την αγγλόφωνη σκηνή, γνωρίζω κάπως καλά την αγγλική γλώσσα ώστε η στιχουργική των λιγοστών καλλιτεχνών που έχω ακούσει να στέκεται εμπόδιο ανυπέρβλητο στη γνωριμία μου με το έργο τους: απλουστευτικά σχήματα, προβλέψιμα, χωρίς κάποια ποικιλομορφία στην έκφραση και το νόημα, και άκρως προβληματική εκφορά του λόγου. Δεν περιμένω να ακούσω Σαίξπηρ και Τ.Σ. Έλιοτ, αλλά ούτε και την αγγλική εκδοχή του «σε θέλω / με θέλεις / γιατί δεν παντρευόμαστε…». Συνθετικά, έχουμε δει ωραιότατα πράγματα, κι ας μην είναι εύκολο να αποκοπεί ο ομφάλιος λώρος με την αγγλοσαξονική σκηνή.
Ως προς τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου, το μόνο που μπορεί να του προσάψει κάποιος είναι ότι από το «Φυσάει» του αείμνηστου Τσαγκάρη και δώθε δεν ρίσκαρε, επαναπαύθηκε στις δάφνες του, εν μέρει δικαιολογημένα. Πετυχημένη η συνταγή, λιγοστοί οι εναπομείναντες δημιουργοί, λιγοστή και η έμπνευσή τους. Ο Παπακωνσταντίνου εξέφρασε με επιτυχία τον νεανικό ριζοσπαστισμό της εποχής του, και είναι αξιέπαινο ότι ο ίδιος παραμένει ακέραιος στο δημόσιο λόγο και την παρουσία του. Δεν μεταβλήθηκε σε ιεροκήρυκα του συστήματος, σεβάστηκε τους στίχους που τραγούδησε, και όλα αυτά συντηρώντας σε θαυμαστό βαθμό την αειθαλή φωνή του.
 
Λαϊκό τραγούδι. Όλοι μιλούν για τον Νικολόπουλο ως τον “τελευταίο των Μοϊκανών”. Υπάρχουν ακόμα - όχι όμως το ίδιο πια πολυγραφότατοι - κι οι Σούκας, Μουσαφίρης, Πολυκανδριώτης κ.ά. Κι από ερμηνευτές, πέρα από τη θρυλική γενιά του ’70, οι Μακεδόνας, Μπάσης, Ανδρεάτος(κ.ά.), οι οποίοι είναι κι αυτοί πλέον 40 και κάτι. Μετά πάμε σε ονόματα(κι εκεί έχουμε νομίζω αρκετές καλές φωνές – ως λαρύγγια εννοώ) του λαϊκού της πίστας, ας το πω έτσι. Θεωρείς πως υπάρχει ή θα υπάρξει συνέχεια; Ή θα επιβεβαιωθούν όσοι έχουν την άποψη ότι το λαϊκό έχει κλείσει μουσικά ως είδος, δεν ανανεώνεται πια και θα αποτελέσει σύντομα ένα ιστορικό πλέον είδος σαν το δημοτικό και το ρεμπέτικο;
Ηρ. Οικ.: Τα ονόματα που παραθέτετε είναι σημαντικά και βαριά σαν ιστορία. Όμως, ως τελευταίο των τελευταίων μεγάλων του λαϊκού θα επέλεγα τον Βαγγέλη Κορακάκη. Οι εικόνες, η γλυκιά μελαγχολία και η φορτισμένη ονοματολογία του από το Λαύριο ως το Πέραμα είναι στοιχεία που δύσκολα μπορούν να αφήσουν κάποιον ασυγκίνητο. Αν υποθέσουμε ότι από τις αρχές του ’90 και μετά, τη λαϊκή μουσική δημιουργία την έφαγε το μαύρο σκοτάδι, ο Κορακάκης παραμένει ο θαρραλέος νυχτοφύλακας.
Το λαϊκό με την έννοια του μουσικού «είδους» - και όχι με την έννοια της λαϊκής αποδοχής - έχει κλείσει διότι εξέλειψαν οι κοινωνικές συνθήκες που το δημιούργησαν. Ανέκαθεν, η λαϊκή τέχνη εντασσόταν σε ένα σαφές και καθορισμένο κοινωνικό - έως και ταξικό - πλαίσιο. Η αλλοίωση αυτού του πλαισίου οδηγεί αναπόφευκτα και στη μετάλλαξη της εκάστοτε λαϊκής τέχνης, οδηγεί στην «Πριγκηπέσα». Οι απώλειες του Μανώλη Ρασούλη και του Νίκου Παπάζογλου σηματοδοτούν και το βιολογικό τέλος του μεικτού είδους, της τελευταίας μεγάλης προσπάθειας τροφοδότησης του λαϊκού τραγουδιού με μία σύγχρονη φόρμα. Όταν κάτι τελειώνει, όμως, δεν σημαίνει ότι εξαφανίζεται κιόλας. Το λαϊκό τραγούδι μπορεί να επιτέλεσε την ιστορική του αποστολή, όμως οι χυμοί του - η βραχνάδα της Πόλυς Πάνου, οι πενιές του Σπόρου, η αθωότητα της Αθηναϊκής Κομπανίας -  είναι ακόμα διαθέσιμοι για όποιον θέλει να τους γευτεί.


Νατάσσα Μποφίλιου. Το αύριο, μάλλον το σήμερα, του ελληνικού τραγουδιού. Προσωπικά τη θεωρώ την κορυφαία σήμερα ερμηνεύτρια, επιπέδου(όχι ομοιότητας) μιας Αλεξίου, αν και της λείπουν τα λαϊκά γυρίσματα στη φωνή, στα όσα την έχω ακούσει μέχρι σήμερα. Νομίζω πως πλέον έκανε το μεγάλο άλμα κι όσον αφορά την αναγνωρισιμότητά της και τη δημοφιλία της, άρχισαν όμως – ακριβώς γι’ αυτόν το λόγο - κι οι πρώτες αντιπάθειες! Εσύ είσαι ενθουσιώδης με τη Νατάσσα;
Ηρ. Οικ.: Όντας τακτικός ακροατής της Μποφίλιου, θα απέφευγα να χρησιμοποιήσω το μικρό της όνομα στην κουβέντα μας. Τα μικρά ονόματα βλάπτουν, τόσο εμάς όσο και τους ίδιους τους καλλιτέχνες. Ο Σωκράτης κι ο Θανάσης, ο Φοίβος και η Νατάσσα καλώς γίνονται κτήμα του κοινού τους με τα μικρά τους ονόματα. Εγώ όμως υποχρεούμαι να χρησιμοποιώ τα επίθετά τους και να εξασφαλίζω την πλήρη αποστασιοποίηση και από-οικειοποίησή τους απέναντι στους αναγνώστες.
Στο θέμα μας: ο ενθουσιασμός στην τέχνη δεν πρέπει να εκπορεύεται από το πρόσωπο, αλλά από το έργο. Και το έργο το οποίο έχει ερμηνεύσει η συγκεκριμένη καλλιτέχνιδα δικαιολογεί πράγματι έναν κάποιο ενθουσιασμό, χάρις στην αισθητική συνοχή και συνέπεια που το διακρίνει. Οι ερμηνευτικές δυνατότητές της Μποφίλιου είναι ευρύτατες, η παρουσία της έχει πλέον εγγραφεί και δοκιμαστεί στη δισκογραφία και επί σκηνής, και μακάρι να συνεχιστεί η ροή δημιουργίας που θα επιστρέψει και τη συνέχεια του άστρου της. Διότι ο κάθε ερμηνευτής, όσο καλός κι αν είναι, εξαρτάται αδιάρρηκτα από το δημιουργό. Χωρίς δημιουργία δεν υπάρχει και ερμηνεία.
 
Πέρα από την Μποφίλιου, διακρίνεις άλλες γυναικείες, αλλά κι αντρικές, φωνές, καθώς και δημιουργούς, που δείχνουν να έχουν τα προσόντα να αποτελέσουν τη διάδοχη κατάσταση των μεγάλων ονομάτων των προηγούμενων δεκαετιών και κυρίως του ’70 και του ’80;
Ηρ. Οικ.: Δεν έχω την εμπειρία για να ορίσω διάδοχες καταστάσεις, και μάλιστα ονομαστικά. Εξάλλου, η διεθνής ιστορία και η πολιτική διδάσκουν ότι πίσω από κάθε μεγάλο όνομα κρύβονται υπόγεια ρεύματα και τεκτονικές μετατοπίσεις, κρύβεται μία ευρύτερη ιστορική διεργασία, ένα αισθητικό και κοινωνικό κίνημα. Οι σημερινοί δημιουργοί ξεκινούν με ένα μεγάλο μείον: την παντελή απουσία συλλογικών δομών και διαδικασιών στο τραγούδι και στην κοινωνία μας. Πρέπει να τους το αναγνωρίσουμε αυτό, δεν είναι μικρό πράγμα η απουσία κινήματος και ρευμάτων. Όταν γράφεις μουσική σε μια Αθήνα του ’60 που βράζει, είσαι μεν ναυαγός αλλά πάνω σε πλήρως εξοπλισμένη βάρκα διάσωσης. Όταν όμως δημιουργείς στη σημερινή Ελλάδα, είσαι ναυαγός με τρύπια μπρατσάκια. Καλό κολύμπι παίδες!
 
Να κλείσουμε την κουβέντα μας με δυο ερωτήσεις για το Τέλος. Ο ηθοποιός πεθαίνει στο σανίδι κι ο τραγουδιστής στο πάλκο, χωρίς φωνή, μόνο με την ψυχή. Ο δημοσιογράφος πως πεθαίνει;
Ηρ. Οικ.: Δυστυχώς, είναι τόσο έντονο το πλέγμα των σχέσεων εξουσίας μέσα στις οποίες καλείται σήμερα να ασκήσει ο δημοσιογράφος το λειτούργημά του, ώστε να αναιρείται πλήρως η ερώτησή σας. Βλέπετε, παράπλευρη απώλεια της ηγεμονίας του κεφαλαίου σε καιρούς κρίσης είναι και η αποσάθρωση της όποιας αυτονομίας του πολιτικού στοιχείου από την οικονομική εξουσία. Ως δημοσιογραφία νοείται σήμερα σε μεγάλο βαθμό η απλή αναπαραγωγή του κυρίαρχου λόγου και της κυρίαρχης ιδεολογίας, όπως αυτά ορίζονται από προϋπάρχοντες θεσμούς εξουσίας και επιβολής. Ο δημοσιογράφος σήμερα απλώς απαγγέλει δελτία τύπου, που έχουν γραφτεί πριν απ’ αυτόν γι’ αυτόν. Με άλλα λόγια, ο δημοσιογράφος δεν πεθαίνει, διότι είναι κιόλας νεκρός.
 
«Όνειρα είμαστε που απέτυχαν», γράφει σ’ ένα της στίχο η Στέλλα Βλαχογιάννη. Βλέπω ότι η ελπίδα που γεννήθηκε στην Ελλάδα με την μεταπολίτευση και, κυρίως, με την αλλαγή του ’81, μεταλλάχτηκε στη σημερινή μίζερη νεοελληνική πραγματικότητα. Απ’ έξω λάμπουμε – ή λάμπαμε μέχρι πρόσφατα - κι από μέσα σήψη. Ο Παναγούλης, ψυχοσωματικά σακατεμένος, μέσα στη φυλακή της χούντας, έγραφε, με το αίμα του, τα πιο αισιόδοξα ποιήματα! Εμείς στην ασφάλεια, έστω του κοινοβουλευτισμού, δηλώνουμε ότι αποτύχαμε! Πως τα καταφέραμε έτσι;
Ηρ. Οικ.: Η αποτυχία του ελληνικού ονείρου - με την Ολυμπιάδα, την «ισχυρή Ελλάδα» και τον άθλιο καταναλωτισμό - εντάσσεται στην αποτυχία του ονείρου του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού, που υποτίθεται ότι θα έφερνε την ευημερία και την ανάπτυξη σε όλο τον κόσμο. Απλώς, στην ελληνική περίπτωση αυτή η αποτυχία λαμβάνει πλέον τον χαρακτήρα ανθρωπιστικής κρίσης και ωμής, ληστρικής παρέμβασης των λογής «εταίρων» μας. Αλλά η αποτυχία είναι διεθνής, είναι παγκόσμια, και είναι αποτυχία ενός συστήματος που έχει εξαντλήσει το ωφέλιμο χρόνο ζωής του και που, αντί να διευρύνει τις παραγωγικές και άλλες δυνατότητες της κοινωνίας, καταστρέφει ό,τι μπορεί για να επιβιώσει.
Παρένθεση: η κυρία Βλαχογιάννη υπονοεί ότι η γενιά της, ως σύνολο ατόμων, υπήρξε ένα όνειρο - έστω και αποτυχημένο. Εμένα, πάλι, σαν εφιάλτης μου φαίνεται αυτή η γενιά. Ξέρετε, αυτό που κυρίως κληρονομήσαμε από την ένδοξη γενιά του Πολυτεχνείου είναι η ασύλληπτη ασυνέπεια λόγων και έργων. Από το ’81 και μετά, αυτή η ασυνέπεια άρχισε να γίνεται και θεσμός, κρατικά επιδοτούμενος. Σήμερα, η κρατική χρεωκοπία οδηγεί αναπόφευκτα στην ιδιωτική επιδότηση αυτής της ασυνέπειας. Και η αιτία που τα free press έντυπα έχουν γεμίσει με εξώφυλλα κατατονικών και πρόωρα γερασμένων νέων είναι πρωτίστως η κληρονομιά αυτού του τεράστιου χάσματος λόγων και έργων από τους γονείς τους. Δεν αντέχεται να επικαλείσαι συνεχώς το ηρωικό παρελθόν και μία ακαθόριστη μελαγχολία για να καλύψεις τα μεγάλα «ναι», τους καραμπινάτους συμβιβασμούς και τους εύκολους δρόμους. Κι αν αυτοί οι δρόμοι είναι αναπόφευκτοι, ακολούθα τους σιωπηλά, χωρίς τυμπανοκρουσίες • χωρίς να διεκδικείς την επιδοκιμασία και το άλλοθι κανενός.
Τέλος, η χρήση του πρώτου πληθυντικού στην ερώτησή σας ίσως αδικεί κάποιους, υποτιμώντας τις ευθύνες κάποιων άλλων. Δεν υπήρξε ποτέ ένα ενιαίο υποκείμενο αρχόντων και αρχομένων • υπήρξαν μόνο επιλογές και πρωτοβουλίες της άρχουσας τάξης, τις οποίες ακολούθησε πιστά ο λαός.
Δεν υπογράψαμε όλοι τις αμαρτωλές συμβάσεις και τις μίζες, ούτε παραχωρήσαμε όλοι τα δεκάδες δισεκατομμύρια στους τραπεζίτες. Δεν πήραμε όλοι τηλέφωνο τον Στρος Καν, ούτε υποδεχθήκαμε όλοι την τρόικα με ανοιχτές αγκάλες. Αυτό που βιώνουμε σήμερα είναι τα αδιέξοδα αυτών των επιλογών, μαζί με τον απίθανο παρασιτισμό του ελληνικού πολιτικο-οικονομικού σχηματισμού, τη σκληρή ταξική πολιτική των κυβερνώντων υπέρ του διεθνοποιημένου κεφαλαίου, και τις εξοντωτικές συνέπειες της συμμετοχής της χώρας σε μία παγκόσμια ιμπεριαλιστική αλυσίδα. Σε αυτή την αλυσίδα, η Ελλάδα καλείται να μην παράγει ούτε βίδα, παρά μόνο να πληρώνει τόκους και να εισάγει ακόμα και το φαί που τρώει. Η ευθύνη του καθενός από εμάς δεν έγκειται στη δημιουργία αυτών των τετελεσμένων, αλλά στην ανοχή προς αυτά. Ως πότε, όμως;

Επισκεφτείτε τα «ΜΟΥΣΙΚΑ ΠΡΟΑΣΤΙΑ»

mousikaproastia.blogspot.com
 
Οι απόψεις και οι σκέψεις των συνεργατών του Ορφέα δεν ταυτίζονται απαραίτητα με τη γνώμη του περιοδικού.
Απαγορεύεται αυστηρά η χρήση και η αναδημοσίευση του συνόλου ή μέρους των άρθρων του Ορφέα, χωρίς προηγούμενη άδεια των υπευθύνων του περιοδικού και του συντάκτη και χωρίς ταυτόχρονη αναφορά της επωνυμίας του περιοδικού, του ονοματεπωνύμου του συντάκτη και του ακριβούς συνδέσμου του άρθρου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΥ ΣΕ ΑΛΛΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΧΟΛΙΑ

RSS

ΤΑ ΠΙΟ ΔΙΑΒΑΣΜΕΝΑ (90d)

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

ΕΙΠΑΝ - ΕΓΡΑΨΑΝ

Άστοχα πράγματα και κινδυνώδη, οι έπαινοι για των Ελλήνων τα ιδεώδη.
Κωνσταντίνος Καβάφης

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ / ΑΥΡΙΟ

23/10/1925 Γεννήθηκε στην Ξάνθη ο συνθέτης Μάνος Χατζιδάκις
24/10/2010 Έφυγε από τη ζωή ανήμερα των γενεθλίων της η τραγουδίστρια του Νέου Κύματος Καίτη Χωματά