127 αναγνώστες online
Find us on FacebookJoin us on Facebook
sideBar



Σαββέρια Μαργιολά - «Αλισάχνη»

ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ «Τι έχω να χάσω»

Τάσος Π. Καραντής
Τάσος Π. Καραντής
Πρώτη Παρουσίαση
ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ - «Τι έχω να χάσω»
21.01.2018
Ορφέας | Main Feed

Εραστές του ονείρου

Τάσος Π. Καραντής

Θα είναι, ίσως, από τις λίγες φορές, που θα γράψω δυο λιτά λόγια, ως εισαγωγή συνέντευξης. Κι αυτό, γιατί είναι τόσο μεστός κι εύστοχος, στις ερωτήσεις μου, ο λόγος του Δαμιανού Πάντα, που δεν θα είχε νόημα, μια, άκομψη, περίληψή τους, από μένα. Τον Δαμιανό Πάντα τον γνώρισα ιντερνετικά (μέσω f/b) κι οι μουσικές και τα τραγούδια του, άγγιξαν χορδές μου. Αυτό, για μένα, ήταν αρκετό, για να προχωρήσουμε στη συνέντευξη. Ο λόγος του αποδείχτηκε το ίδιο εύηχος, μέσα μου, όπως και το μουσικό του έργο. Διαβάστε τον, γνωρίστε αυτόν τον «εραστή του ονείρου», ακούστε τη δουλειά του και πηγαίντε στο πρώτο του live – γνωριμίας. Εκεί θα καταλάβετε και τον τίτλο που επέλεξα για τη συνέντευξη. 

 

Δαμιανέ, ας αρχίσουμε με την κλασική ερώτηση. Βλέπω ένα βιογραφικό, μουσικά πλήρες, γεμάτο ανώτερες μουσικές σπουδές -  στην Ελλάδα και στο εξωτερικό – αριστεία και βραβεία. Πως ξεκίνησαν όλα; Πως μπήκες στον κόσμο της μουσικής;
Ξεκίνησα μαθαίνοντας πιάνο από 5 χρονών. Στην οικογένειά μου δεν υπήρχε κάποιος μουσικός, δεν είχαμε δηλαδή μουσική παράδοση, τουλάχιστον από όσο γνωρίζω. Οι γονείς μου διέκριναν μια κλίση στη μουσική γιατί ως μικρό παιδί δεν έπαιζα ποτέ με παιχνίδια ανάλογα της ηλικίας μου. Μόλις έβλεπα κάποια κιθάρα, κάποια φυσαρμόνικα, κάποιο παιδικό πιάνο ξαφνικά τα παρατούσα όλα κι έτρεχα ν’ ασχοληθώ με αυτά. Επίσης ήταν και κάτι άλλο, που μέχρι σήμερα δεν μπορώ να εξηγήσω λογικά. Αγαπούσα πολύ τη μουσική και τα τραγούδια. Όπως και τα περισσότερα παιδιά, νομίζω. Τραγουδούσα λοιπόν ως παιδί αλλά με έναν ιδιόρρυθμο τρόπο. Δεν τραγουδούσα λέγοντας τους στίχους των τραγουδιών αλλά τις νότες. Και να φανταστείς πως δεν ήξερα τότε καν τί σημαίνει πεντάγραμμο. Μια μέρα έτυχε να είναι σπίτι μας ένας οικογενειακός φίλος που ήταν μουσικός και με άκουσε. Αυτό που είπε στους γονείς μου ήταν πως τραγουδούσα επακριβώς τις σωστές νότες του τραγουδιού. Όπως καταλαβαίνεις, μετά από αυτό οι γονείς μου με πήραν από το χέρι και με έγραψαν στο Εθνικό Ωδείο. Έτσι ξεκίνησαν όλα...

Ποια ήταν τα αγαπημένα σου μουσικά ακούσματα(ελληνικά και ξένα), αλλά κι αυτά, που πιστεύεις ότι σε επηρέασαν δημιουργικά;
Μεγάλωσα ακούγοντας και παίζοντας κλασσική μουσική. Αυτές είναι αναμφισβήτητα οι μουσικές μου ρίζες. Παράλληλα όμως, με γοήτευε το ελληνικό τραγούδι. Με γοήτευε αυτή η σπουδαία δύναμη που έχει το τραγούδι να αγγίζει τη ψυχή μας με έναν τρόπο μοναδικό. Αυτό το «δέσιμό» μουσικής και στίχου που με μια σπουδαία ερμηνεία μπορεί να ταρακουνήσει τις πιο ευαίσθητες χορδές μας. Να αλλάξει το τρόπο που βλέπουμε την ίδια τη ζωή. Πάντα θα κουβαλάω στη μουσική μου σκέψη τον Μπετόβεν, τον Μάλερ, τον Μπαχ και ταυτόχρονα τον Χατζιδάκι, τον Θεοδωράκη, τον Ξαρχάκο και τον Λοίζο. Ξέρεις, στις ζωντανές μου εμφανίσεις θέλω να ξεκινάω με ένα ορχηστρικό έργο. Ξεκινάει από τη μπαρόκ εποχή, περνάει από το κλασσικισμό στο ρομαντισμό μέχρι να καταλήξει στη σύγχρονη μουσική, στο σήμερα. Τέσσερις αιώνες μουσικής σε τέσσερα λεπτά. Αλλά αυτό συμβολίζει και τη δική μου πορεία, την εξέλιξη μου αν θες μέσα από όλες αυτές τις φόρμες. Μπορεί οι βάσεις της παιδείας μου να είναι κλασσικές αλλά ζω σε μια χώρα με τόσο σημαντική μουσική παράδοση που νιώθω κάτι παραπάνω από τυχερός – ευλογημένος – που αυτή η παρακαταθήκη χαράκτηκε βαθιά μέσα μου.

Έχεις γράψει πλήθος έργων, όπως σονάτες για πιάνο, μουσική δωματίου, συμφωνικά ποιήματα, μουσική για πολλά ensemble, χορικά τραγωδιών, χορωδιακά με ορχήστρα, μία συμφωνία, πολλά soundtracks για κινηματογραφικές ταινίες μικρού μήκους, καθώς και πολλά τραγούδια. Επίσης, έχει γράψει τη πρωτότυπη μουσική και τα τραγούδια των παιδικών μιούζικαλ «Της Φύσης Μυστικό» και «Το αηδόνι και το τριαντάφυλλο». Ως συνθέτη, δηλαδή, σε διακρίνει μια ευρεία γκάμα. Που νομίζεις, ότι οφείλεται; Θα ξεχώριζες κάποιο είδος; Και, με ποιο, θα ήθελες να βγεις στο κοινό; Γιατί ο κάθε καλλιτέχνης, πρέπει, αρχικά, να γίνει γνωστός και να περάσει, με μια ταυτότητα, και μετά, μπορεί να δοκιμάσει και να παρουσιάσει κι εντελώς διαφορετικά πράγματα, αφού όμως θα έχει δημιουργήσει το κοινό του.  
Στο θέμα της ταυτότητας υπάρχει ένας τεράστιος κίνδυνος. Προκειμένου κάποιος καλλιτέχνης να την αποκτήσει και ταυτόχρονα να «δημιουργήσει» το κοινό του, εγκλωβίζεται σε αυτήν. Απ’ όσο γνωρίζω, λίγοι καλλιτέχνες μπόρεσαν μετά την αναγνώρισή τους από το κόσμο να πειραματιστούν, να δοκιμάσουν κι άλλα πράγματα, να εξελιχθούν. Αυτό βέβαια έχει να κάνει όχι μόνο με την καλλιτεχνική ανασφάλεια αλλά και με τις ανάγκες της αγοράς και τις δισκογραφικές εταιρίες.Κάτι που αρέσει,που «πουλάει» γιατί να πάρει ο καλλιτέχνης την επαγγελματική ευθύνη να το αλλάξει; Δυστυχώς, αυτό που στην αρχή ξεκινά ως «ταυτότητα» καταλήγει μανιέρα. Θα σου πω ένα παράδειγμα. Όταν ένας ηθοποιός δεν διστάζει να δοκιμαστεί σε διαφορετικά έργα, από κωμωδίες και μπουλβάρ μέχρι τραγωδίες και ιστορικά δράματα, τόσο περισσότερο δίνει διαπιστευτήρια για τις ικανότητες του. Τόσο περισσότερο τον αναγνωρίζουμε ως άρτιο κι ολοκληρωμένο καλλιτέχνη. Στη μουσική, τα πράγματα είναι πολύ διαφορετικά ακόμα...

Τα δείγματα των τραγουδιών σου, που κυκλοφορούν στο youtube, φαίνεται πως είναι επηρεασμένα από τις κλασικές μουσικές σπουδές σου, συνάμα όμως, περιέχουν και τα στοιχεία του μουσικού είδους που το λέμε τραγούδι(έχεις π.χ. πολύ καλά ρεφρέν), και μάλιστα του λεγόμενου, εντέχνου. Εκεί θα έλεγες κι εσύ ότι ανήκεις;
Αυτή είναι μεγάλη συζήτηση. Προφανώς ο όρος «έντεχνο» προϋποθέτει πως «εμπεριέχει» τέχνη. Αλλά με ποια κριτήρια; Μιλώντας ως μουσικολόγος, μπορώ να σε διαβεβαιώσω πως ο όρος έχει εκφυλιστεί πια. Όταν ο Χατζιδάκις έγραφε τον «Μεγάλο Ερωτικό» κι ο Θεοδωράκης τον «Επιτάφιο» και το «Άξιον Εστί» όριζαν και σφράγιζαν το έντεχνο τραγούδι. Σήμερα, υπάρχουν «έντεχνα» τραγούδια με 3-4 ακκόρντα, μελωδικές γραμμές που δεν ξεπερνούν λίγες νότες, εξαιρετικά ασαφείς στίχους και μάλιστα με λανθασμένη χρήση της ελληνικής γλώσσας. Ενώ παράλληλα, μουσικές γέφυρες του Χιώτη και του Ζαμπέτα -οι οποίοι συγκαταλέγονται στο λεγόμενο «λαϊκό τραγούδι»- μελετούνται και διδάσκονται σε μουσικά πανεπιστήμια στο εξωτερικό. Ως καλλιτέχνης όμως θα ρωτήσω «Και λοιπόν»; Εάν ένα τραγούδι έχει τη δύναμη να αγγίξει έστω μία ψυχούλα και να τη συγκινήσει, τότε αυτή δεν είναι η πεμπτουσία της τέχνης; Ως δημιουργός θέλω να υπηρετώ το καλό τραγούδι, την καλή μουσική. Οι κριτικοί της τέχνης θα κρίνουν τη θέση που πρέπει να πάρει στην ιστορία ένα δημιούργημα. Κι ο ακροατής τη θέση που θα πάρει στη ψυχή του.

Πιστεύεις στο διαχωρισμό της μουσικής και των τραγουδιών (μουσικολογικά σαφώς υπάρχει), εννοώ με την έννοια (μάλλον συμφεροντολογική – να μαντρώσουμε θαυμαστές/οπαδούς ) των διακρίσεων : εμπορικό, ποιοτικό, έντεχνο, λαϊκό, ευτελές, εύπεπτο κλπ. Ή πιστεύεις, ότι ο μέσος ακροατής, τα έχει ανάγκη όλα –ανάλογα με τις διαθέσεις του– όπως, άλλη ώρα συζητάμε σοβαρά και προβληματιζόμαστε, κι άλλη ώρα, λέμε αστεία και γελάμε στην καθημερινότητά μας; Οπότε, τίποτα δεν πρέπει να δαιμονοποιούμε και να αγιοποιούμε, αλλά να ακολουθούμε –για όλα- την αρχαία ρήση «παν μέτρον άριστον»;  
Άλλη μια ερώτηση που σηκώνει μεγάλη συζήτηση. Αυτές οι ταμπέλες έχουν μπεί από την ίδια τη μουσική βιομηχανία ως ετικέτες για να είναι πιο αναγνωρίσιμο κι ελκυστικό το «προϊόν» στον ακροατή. Μου θυμίζει γαλακτοκομική εταιρία που για να πουλήσει το ίδιο γιαούρτι στο σούπερ-μάρκετ αλλάζει κάθε λίγο και λιγάκι την ετικέτα με σκοπό να πείσει τον καταναλωτή πως πρόκειται για νέο προϊόν. Φυσικά και είμαι τελείως αντίθετος σε αυτή τη λογική. Απο ’κει και πέρα, πάντα ανα τους αιώνες, υπήρχε η ανάγκη του ανθρώπου για να γελάσει, να κοροϊδέψει και να εκτονωθεί. Στην Αρχαία Ελλάδα δεν υπήρχε μόνο η λυρική ποίηση και η αττική τραγωδία. Υπήρχαν κι οι Διονυσιακές γιορτές με τα σατυρικά τραγούδια με το «ανάλαφρο» περιεχόμενο που πολλές φορές ήταν άσεμνο και γεμάτο σεξουαλικές αναφορές. Επί Τουρκοκρατίας αυτό το τραγούδι επέζησε κι ενσωματώθηκε στη μουσική μας παράδοση. Σίγουρα λοιπόν ο άνθρωπος έχει ανάγκη και το διασκεδαστικό τραγούδι. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως είναι και ψυχαγωγικό, με τη κυριολεκτική έννοια. Μπορεί ο άνθρωπος να έχει πολλές διαφορετικές ανάγκες, αλλά το θέμα είναι ο εκάστοτε δημιουργός σε ποιές «ανάγκες» επιλέγει να απευθυνθεί. Κι αυτό, όπως και να το δεις, εμπεριέχει μια υψηλή ευθύνη. Θα το πω λίγο διαφορετικά. Σαφώς υπάρχουν ώρες που θέλουμε να ευθυμήσουμε κι ίσως πούμε κάποιο ανέκδοτο για να γελάσουμε. Κι επίσης υπάρχουν ώρες που θέλουμε να συζητήσουμε σοβαρά, να προβληματιστούμε κι ίσως απαγγείλουμε ένα ποίημα ψάχνοντας απαντήσεις. Το ότι κάνουμε και τα δύο, δεν σημαίνει πως το ανέκδοτο είναι αντάξιο της ποίησης και θεωρείται τέχνη. Για να μην δαιμονοποιούμε, ας μην αγιοποιούμε κιόλας. «Παν μέτρον άριστον» λοιπόν...

Οι φωνές των τραγουδιών σου, είναι η Άννα Σαράντη κι η Μαρία Φραγκιαδουλάκη. Τι διέκρινες στις ερμηνείες τους και τις επέλεξες να γίνουν οι φωνές των τραγουδιών σου;
Κατ’ αρχάς πρέπει να πω πως αισθάνομαι ιδιαίτερα ευτυχής για αυτή τη συνύπαρξη. Η Μαρία Φραγκιαδουλάκη κι η Άννα Σαράντη είναι δύο άρτιες καλλιτέχνιδες, με σημαντικές σπουδές στο τραγούδι και στη μουσική. Η Μαρία Φραγκιαδουλάκη είναι λυρική τραγουδίστρια και μέσα από τη φωνή της μπόρεσα να εκφράσω την πιο «λόγια» πλευρά μου σε τραγούδια που ξεφεύγουν από τις συνήθεις φόρμες. Η Άννα Σαράντη είναι μια νέα φωνή, ένα ταλαντούχο κορίτσι που μπορεί να κινηθεί ερμηνευτικά από την ερωτική μπαλάντα και το ζεϊμπέκικο μέχρι τον ηλεκτρικό ήχο και το ροκ με την ίδια ευκολία. Είναι αναμφίβολα πολύ σημαντικό για έναν δημιουργό να συνεργάζεται με τραγουδιστές που μπορούν να υπηρετήσουν το ίδιο επάξια όλο το φάσμα του έργου του.

Ζούμε στο μεταίχμιο μιας εποχής, όσον αφορά, το μέσο και τον τρόπο διάδοσης της μουσικής. Επιδιώκεις να κυκλοφορήσεις τα τραγούδια σου, σε μια ολοκληρωμένη δουλειά, σε ένα κλασικό cd, ή σε μια digital έκδοση;
Πράγματι, ζούμε στο μεταίχμιο μιας νέας εποχής. Αναμφίβολα, όλες οι καλλιτεχνικές εργασίες πρέπει να κυκλοφορούν, να είναι στη διάθεση του κόσμου με τον έναν ή τον άλλον τρόπο. Το κλασσικό cd έχει τη γοητεία να συνοδεύεται από το εικαστικό εξώφυλλο που ορίζει το θεματικό πυρήνα των τραγουδιών, περιέχει το ένθετο με τους στίχους που προσφέρονται για ανάγνωση δίνοντας στον λόγο αυτονομία και πέραν της μελοποίησης, υπάρχουν σκέψεις των δημιουργών που πάντα παρουσιάζουν κάποιο ενδιαφέρον. Η ψηφιακή έκδοση είναι πιο απρόσωπη. Κάποια αρχεία mp3 στοιβαγμένα σ’ έναν φάκελο στο σκληρό δίσκο. Λείπουν πολλά στοιχεία, πληροφορίες που είναι πολύτιμες για τον ακροατή να έρθει πιο κοντά στο έργο και τανάπαλιν. Το μέσον όμως δεν είναι παρά μόνο ο ενδιάμεσος κρίκος που συνδέει τη δουλειά μας με τους ακροατές. Το βασικό μας  μέλημα πρέπει να είναι η δουλειά μας να φτάνει αναλλοίωτη στον κόσμο, χωρίς καλλιτεχνικές εκπτώσεις. Αυτή είναι η πρωταρχική μου επιδίωξη.

Πολλή συζήτηση, γίνεται για τη διάθεση, συλλογών, δισκογραφιών και νέων κυκλοφοριών, μέσω των κυριακάτικων εφημερίδων. Υπάρχει μια διχογνωμία στο θέμα, άλλοι υποστηρίζουν πως καλώς γίνεται, αφού μεγάλα έργα φτάνουν στον πολύ κόσμο και στις νεότερες γενιές με φτηνή τιμή, ενώ, άλλοι, μιλούν για ευτελισμό του μέσου (cd) και της ίδιας της δισκογραφίας. Ποια είναι η δική σου άποψη;
Για μένα είναι λυπηρό μεγάλα έργα να φτάνουν στο κόσμο μέσα από εφημερίδες και περιοδικά. Ανοίγοντας τη ζελατίνα να παίρνεις στα χέρια σου τα άπαντα του Χατζιδάκι μαζί με Χολιγουντιανές ταινίες και συνταγές μαγειρικής. Αυτή η ισοπέδωση, η πολτοποίηση είναι πολιτιστικό ξεπούλημα. Μακάρι όμως να μπορούσα να πω πως αυτή η τακτική των εταιριών ευτέλισε το μέσο (cd). Ο ευτελισμός προηγήθηκε πολλά χρόνια πριν. Από τη στιγμή που το cd αντιμετωπίστηκε ως εμπορικό προϊόν, ως μέσο κερδοσκοπίας και πολλές φορές αισχροκέρδειας.

Πως βλέπεις τα πολιτικά μας πράγματα και την κοινωνικοοικονομική κατάσταση; Η αγανάκτηση έφερε μια από τα ίδια, συν ότι βάλαμε και μια ναζιστική οργάνωση στη βουλή;
Η κατάσταση είναι πολύ δύσκολη για όλους και πολιτικά και κοινωνικά και οικονομικά. Υπάρχει απελπισία κι αγανάκτηση, απόλυτα δικαιολογημένα. Και η αγανάκτηση σχεδόν πάντα οδηγεί σε ακραίες πράξεις και ακραίες ψήφους. Μπορεί ως άνθρωπος ιδεολογικά να απέχω έτη φωτός από τέτοιες ακραίες οργανώσεις, παραταύτα δεν έχω κανένα δικαίωμα να κατακρίνω τη ψήφο του οποιουδήποτε συνανθρώπου μου, όσο και να διαφωνώ. Το πρόβλημα δεν είναι οι συνάνθρωποί μας και η αγανάκτησή τους, το πρόβλημα είναι η αδυναμία του πολιτικού συστήματος τα τελευταία τουλάχιστον 20 χρόνια να προστατέψει τον Έλληνα πολίτη και το συμφέρον της χώρας. Αυτή η πολιτεία που με αναίσχυντα ψέμματα, έπαιζε με τη ζωή τη δικιά μας, των γονιών και των παιδιών μας. Και που φυσικά ήταν εκείνη που έθρεψε ακραίες ομάδες. Δεν είναι η σφαίρα που σκοτώνει, είναι το δάχτυλο που πατάει τη σκανδάλη.

Ένας καλλιτέχνης τι μπορεί να κάνει απέναντι σε μια τέτοια δυσμενή κατάσταση;

Δεν μπορώ να σου μιλήσω γενικά κι εκ μέρους κανενός άλλου, παρά μονάχα ν’ αναφερθώ στη δικιά μου στάση. Σίγουρα, δεν είναι δουλειά μου να στέλνω επιστολές δεξιά κι αριστερά κρίνοντας  και πολιτικολογώντας. Είναι τελείως ξένο με εμένα κάτι τέτοιο. Προτιμώ να εκφράζω τις απόψεις μου μέσα από τη δουλειά μου, μέσα από τη μουσική και τα τραγούδια μου. Το έργο μας πρέπει να είναι ο καθρέφτης μας. Εάν έχουμε κάτι να πούμε, να το λέμε πρωτίστως με το έργο μας. Γιατί αλλιώς, είναι υποκριτικό στο δημόσιο λόγο μας να επιδεικνύουμε υπερβάλλοντα ζήλο ώστε να αποδείξουμε τις κοινωνικές μας ευαισθησίες και τα πολιτικά μας φρονήματα, ενώ μέσα από τη δουλειά μας να σιωπούμε.

Και να το δούμε, ευρύτερα, στο σινάφι του χώρου της μουσικής και του τραγουδιού στην Ελλάδα. Υπάρχει συναδελφική αλληλεγγύη κι ένα κοινό όραμα αντίστασης; Να το πω με δυο τρανταχτά παραδείγματα:  Πέρσι το χειμώνα, ο Νταλάρας, έγινε θύμα πρωτόγνωρων τραμπουκισμών για το ελληνικό τραγούδι, που μας ντρόπιασαν ως χώρα. Η Μποφίλιου απειλείται από μια ναζιστική οργάνωση, που μερίδα Ελλήνων, την έβαλε στη βουλή, επειδή τοποθετήθηκε – στη «γλώσσα τους» - πολιτικά εναντίον τους. Ανεξάρτητα, της στάσης τους ως άνθρωποι και πολίτες(κι ο Νταλί ήταν φιλομοναρχικός και φιλοφρανκικός, αλλά, και σπουδαίος, παγκόσμιας εμβέλειας, πρωτοπόρος ζωγράφος), είναι, αντικειμενικά, ο πρώτος, ένα ιστορικό όνομα του τραγουδιού μας, κι η δεύτερη μια σπουδαία ερμηνεύτρια της νέας γενιάς. Τους υπερασπιστήκαν, λες, οι επαγγελματίες συνάδελφοί τους, συναδελφικά, και συνδικαλιστικά αν θες ; Εσύ, ως νέο πρόσωπο, που τώρα προσπαθεί να περάσει το κατώφλι της δισκογραφίας, τι είχες να πεις για όλα αυτά, τώρα, που σου δίνεται η ευκαιρία, μέσα από την πρώτη σου συνέντευξη;
Όλοι ξέρουμε το καλλιτεχνικό μέγεθος του Νταλάρα καθώς και την τεράστια ιστορία που έχει γράψει στο ελληνικό τραγούδι. Όπως επίσης το ταλέντο της Μποφίλιου και το μέλλον που τής ανήκει. Θεωρώ όμως πως διατυπώθηκαν οι απόψεις τους άκομψα. Ο καλλιτέχνης ως δημόσιο πρόσωπο έχει και δημόσιο λόγο που –καλώς ή κακώς– είναι μεγεθυμένος. Κι αυτό θέλει τεράστια προσοχή. Και το λέω αυτό γιατί πιστεύω ακράδαντα πως ο καλλιτέχνης πρέπει να είναι πάνω από τη μικροπολιτική, να ενώνει με τη φωνή του κι όχι να φανατίζει. Από ‘κει και πέρα, το θέμα είναι πολύ πιο επικίνδυνο. Κι αυτό έχει να κάνει με την ελευθερία του λόγου και κατά συνέπεια με την ίδια τη δημοκρατία. Ποιός και από πού παίρνει το δικαίωμα να τρομοκρατεί και να προσπαθεί να φιμώσει κάποιον άλλον επειδή μόνο και μόνο έχει διαφορετική άποψη; Γιατί για εμένα, όλα αυτά τα επεισόδια είναι προσπάθεια να τρομοκρατηθεί ένας συνάνθρωπος μας ώστε να μην ξαναεκφράσει τις απόψεις του. Αυτός που δεν συμφωνεί με τον Νταλάρα, έχει κι άλλους τρόπους να το δείξει. Να μην αγοράσει το cd του, να μην ξαναπάει σε συναυλία του. Το να του πετάς όμως καδρόνια και να  απειλείς τη ζωή του είναι πράξη χυδαίου τραμπουκισμού και βίας. Πράξη βαθύτατα αντιδημοκρατική. Πιο πολύ όμως με προβληματίζει ο φανατισμός. Βλέπω γύρω μου μίσος, ταξικό κι ιδεολογικό. Χωριζόμαστε σε «καλούς» και «κακούς», σε «ρατσιστές» και «ανθρωπιστές», σε «φασίστες» και «προοδευτικούς». Πάλι οι ταμπέλες. Στα σπίτια οικογένειες μαλώνουν και στο δρόμο άνθρωποι πιάνονται στα χέρια. Έχει αρχίσει να χάνεται η αλληλεγγύη μεταξύ μας, ο ανθρώπινος σεβασμός. Ο κοινωνικός ιστός σπάει. Κι αυτό που καταλαβαίνω είναι πως κάποιοι αυτό το προκάλεσαν, κάποιοι που θέλουν να είμαστε διασπασμένοι, που μπολιάζουν στη κοινωνία μας τη διχόνοια επειδή φοβούνται τη δύναμή μας ν’ αλλάξουμε το ρουν αυτής της ταλαιπωρημένης χώρας.

Αλλά, από τα «συνδικαλιστικά», ας επανέλθουμε σε σένα και το έργο σου. Τι θέλεις να βγάλεις προς τα έξω με τα τραγούδια σου; Ποιο είναι το όραμά σου;

Δεν μπορώ να έχω όραμα για τη μουσική εαν πρώτα δεν υπάρχει όραμα για τον κόσμο. Όταν κάθε μέρα συνάνθρωποί μας βάζουν τέλος στη ζωή τους παγιδευμένοι σε αυτό το νοσηρό οικονομικό σύστημα και παιδιά λιμοκτονούν κακοποιημένα στα φανάρια των δρόμων, τότε το όραμα της τέχνης είναι μια εύκολη πολυτέλεια. Όμως, και κοινωνιολογικά εαν το δεις, η ζωή ήταν πάντα άρρηκτα συνδεδεμένη με τη τέχνη. Στις πολεμοχαρείς κοινωνίες όλες οι τέχνες είναι υποανάπτυκτες και αντικατοπτρίζουν τα πρωτόγονα ένστικτα των ανθρώπων. Φοβάμαι πως δεκαετίες αργότερα, οι ιστορικοί του μέλλοντος θα μελετούν τη σημερινή μας κοινωνία με βάση τη μουσική που ακούμε και τα βιβλία που διαβάζουμε. Και τότε θα είναι πολύ εύκολο να εξηγήσουν και τους λόγους αυτής της παρακμής. Εάν οι άνθρωποι των τεχνών αναλάβουνε συντονισμένα  να δημιουργήσουν έργα πιο σύνθετα, πιο εκλεπτυσμένα κι υψηλότερης αισθητικής και διανόησης τόσο στη σύλληψη όσο και στην εκτέλεση, τότε ίσως η τέχνη τραβήξει από το χέρι τη ζωή. Κι αυτό το «ίσως» μού δίνει ελπίδα...

Και πως θα πάρει «σάρκα και οστά»; Να περιμένουμε σύντομα την κυκλοφορία της πρώτης ολοκληρωμένης δουλειάς σου, και ζωντανές εμφανίσεις σου;

Είμαι πολύ χαρούμενος που θα συμμετάσχω στη φιλανθρωπική συναυλία που γίνεται με πρωτοβουλία του Αθήνα 9,84 για το «Ίδρυμα Μητέρα» στις 12 Δεκεμβρίου. Πρόκειται για μία συναυλία στήριξης για όλα τα απροστάτευτα και παραμελημένα παιδιά που χρέος μας είναι να στεκόμαστε δίπλα τους. Επιπλέον, στις 14 και 29 Δεκέμβρη θα παρουσιάσω επίσημα τη δουλειά μου στο Cabaret Voltaire. Πρόκειται για την πρώτη ουσιαστικά δημόσια παρουσίαση ενός κύκλου πρωτότυπων τραγουδιών από πενταμελή ορχήστρα και δύο γυναικείες φωνές,την Άννα Σαράντη και τη Μαρία Φραγκιαδουλάκη. Το ενδιαφέρον καλλιτεχνικό στοίχημα για μένα είναι η συνύπαρξη του κοινωνικού και του ερωτικού τραγουδιού ως άμεση προέκταση της σημερινής μας ζωής και κατάστασης.

 

 

 

*Την Παρασκευή 14 και το Σάββατο 29 Δεκεμβρίου, στις 10 το βράδυ, στο Cabaret Voltaire στον Κεραμεικό, ο Δαμιανός Πάντας παρουσιάζει  ένα κύκλο πρωτότυπων τραγουδιών.
Ο συνθέτης καταθέτει με τη μουσική και τα τραγούδια του μια πολυμορφία ήχων και θεμάτων μέσα από τη συνήχηση του νέου με το κλασσικό. Θεματολογικά, τα τραγούδια δεν αγγίζουν μόνο τον έρωτα αλλά και την απώλεια, τη κοινωνία και την ίδια τη ζωή.

Πλαισιωμένους από εκλεκτούς μουσικούς, το μουσικό αποτέλεσμα ξεδιπλώνεται από τον ακουστικό ήχο στον ηλεκτρικό και από τη λαϊκή φόρμα μέχρι τη κλασσική.

Τα τραγούδια ερμηνεύει η Άννα Σαράντη η οποία παρά τις σπουδές στο κλασικό τραγούδι, γρήγορα συνειδητοποίησε την ανάγκη της να εκφράσει τις ανησυχίες της γενιάς της και επέλεξε το σύγχρονο ελληνικό τραγούδι τραγουδώντας rock και έντεχνο σε  μουσικές σκηνές και συναυλιακούς χώρους.
Συμμετέχει η Μαρία Φραγκιαδουλάκη με σπουδές στο κλασικό τραγούδι στο εθνικό ωδείο Αθηνών από όπου και αποφοίτησε με άριστα, ενώ από το 1994 είναι έκτακτο μέλος της Λυρικής Σκηνής. Έχει 2 δισκογραφικές συμμετοχές στα έργα "Πετούμενο" του συνθέτη Σάκη Ασπιώτη και "Μικρά Ασία" του Συνθέτη Δημήτρη Καλκάνη καθώς και ένα προσωπικό δίσκο με τίτλο "Ταξίδι Φαντασίας" με συνθέτη τον Γιώργο Πρωτόπαπα.
 Παίζουν οι μουσικοί
Αλέξης Αντωνίου - Μπάσο
Γιώργος Κατσαμάκης - Κιθάρα (ηλεκτρική κι ακουστική)
Φρόσω Γλύτσου – Τσέλο (14/12)
Τατιάνα Θεολόγου– Τσέλο (29/12)
Κωστής Αφεντάκης - ντραμς
Δαμιανός Πάντας - πιάνο

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΔΑΜΙΑΝΟΥ ΠΑΝΤΑ
Γεννήθηκε στην Αθήνα.  Από 5 ετών ξεκίνησε τις σπουδές του στη μουσική και το κλασσικό πιάνο όπου και πήρε το Δίπλωμα Πιάνου με Αριστείο και Πρώτο Βραβείο «Εξαιρετικής Επίδοσης»  από το Εθνικό Ωδείο, με καθηγήτρια την Μυρτώ Μαυρίκου.
Παράλληλα, τελείωσε τα Ανώτερα Θεωρητικά μαθήματα και πήρε τα Πτυχία Αρμονίας, Αντίστιξης και Φούγκας με Άριστα και ειδική μνεία για να συνεχίσει μαθήματα Σύνθεσης κι Ενορχήστρωσης στο Royal College of Music του Λονδίνου. Ο κύκλος των σπουδών του ολοκληρώνεται με το Δίπλωμα Σύνθεσης  και το Δίπλωμα Διεύθυνσης Ορχήστρας DipLCM από το London College of Music.
Έχει γράψει πλήθος έργων όπως σονάτες για πιάνο, μουσική δωματίου, συμφωνικά ποιήματα, μουσική για πολλά ensemble, χορικά τραγωδιών, χορωδιακά με ορχήστρα, μία συμφωνία, πολλά soundtracks για κινηματογραφικές ταινίες μικρού μήκους καθώς και πολλά τραγούδια.
Έχει γράψει τη πρωτότυπη μουσική και τα τραγούδια των παιδικών μιούζικαλ ʽʼΤης Φύσης Μυστικόʼʼ και ʽʼΤο αηδόνι και το τριαντάφυλλοʼʼ.

 

 http://www.facebook.com/pantas.damianos?ref=stream


 

 

 

Οι απόψεις και οι σκέψεις των συνεργατών του Ορφέα δεν ταυτίζονται απαραίτητα με τη γνώμη του περιοδικού.
Απαγορεύεται αυστηρά η χρήση και η αναδημοσίευση του συνόλου ή μέρους των άρθρων του Ορφέα, χωρίς προηγούμενη άδεια των υπευθύνων του περιοδικού και του συντάκτη και χωρίς ταυτόχρονη αναφορά της επωνυμίας του περιοδικού, του ονοματεπωνύμου του συντάκτη και του ακριβούς συνδέσμου του άρθρου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΥ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΥ ΣΕ ΑΛΛΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΧΟΛΙΑ

RSS

ΤΑ ΠΙΟ ΔΙΑΒΑΣΜΕΝΑ (90d)

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

ΕΙΠΑΝ - ΕΓΡΑΨΑΝ

Άλογα περήφανα οι επιθυμίες μου γονάτισαν κάθισαν χάμω.
Μίλτος Σαχτούρης

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ / ΑΥΡΙΟ

Δεν έχουν καταχωρηθεί γεγονότα.

ΤΥΧΑΙΑ TAGS